Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2022

Φίλιπ Λάρκιν, "Τρία ποιήματα" (μετάφραση - επίμετρο: Μαρίκα Συμεωνίδου)

 



When First We Faced, And Touching Showed


When first we faced, and touching showed
How well we knew the early moves,
Behind the moonlight and the frost,
The excitement and the gratitude,
There stood how much our meeting owed
To other meetings, other loves.

The decades of a different life
That opened past your inch-close eyes
Belonged to others, lavished, lost;
Nor could I hold you hard enough
To call my years of hunger-strife
Back for your mouth to colonise.

Admitted: and the pain is real.
But when did love not try to change
The world back to itself--no cost,
No past, no people else at all--
Only what meeting made us feel,
So new, and gentle-sharp, and strange?




Όταν πρωτ’ αντικρίσαμε κι έδειξε τ’ άγγιγμα


Όταν πρωτ’ αντικρίσαμε κι έδειξε τ’ άγγιγμα
πόσο καλά γνωρίζαμε τις πρώτες κινήσεις,
πίσω από το φως του φεγγαριού και τον παγετό,
τον ενθουσιασμό και την ευγνωμοσύνη,
εκεί βρισκόταν πόσο οφειλόταν η συνάντησή μας
σε άλλες συναντήσεις, άλλες αγάπες.

Οι δεκαετίες μιας άλλης ζωής
Το παρελθόν σου άνοιξε τα μάτια σπιθαμή προς σπιθαμή
Ανήκει σε άλλους, διαλυμένος, χαμένος
Ούτε θα μπορούσα να σε κρατήσω αρκετά σκληρά
Να καλέσω τα χρόνια μου μιας πείνας που αγωνίζεται
να επιστρέψει στο στόμα σου για ν’ αποικίσει.

Παραδέχτηκα: κι ο πόνος είναι αληθινός.
Αλλά όταν η αγάπη δεν προσπαθεί ν’ αλλάξει
Ο κόσμος πισωγυρίζει –χωρίς κόστος,
Χωρίς παρελθόν, χωρίς κανέναν άλλο άνθρωπο–
Μόνο ποια συνάντηση μας έκανε να νιώσουμε
τόσο νέοι, τόσο ευαίσθητοι, τόσο παράξενοι;



* * *



To put one brick upon the another


To put one brick upon another,
Add a third and then a forth,
Leaves no time to wonder whether
What you do has any worth.

But to sit with bricks around you
While the winds of heaven bawl
Weighing what you should or can do
Leaves no doubt of it at all.




Να βάλεις ένα τούβλο πάνω σ’ ένα άλλο


Να βάλεις ένα τούβλο πάνω σ’ ένα άλλο
Πρόσθεσε ένα τρίτο και μετά ένα τέταρτο
 δεν έχεις χρόνο ν’ αναρωτηθείς
εάν αυτό που κάνεις, αξίζει.

Αλλά να κάτσεις με τα  τούβλα γύρω σου
Ενώ οι άνεμοι του παραδείσου σφυρίζουν γοερά
Αναζητώντας ενδελεχώς τι θα μπορούσε ή τι πρέπει να γίνει
δεν θα υπήρχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό.



* * *



Days


What are days for?
Days are where we live.
They come, they wake us
Time and time over.
They are to be happy in:
Where can we live but days?

Ah, solving that question
Brings the priest and the doctor
In their long coats
Running over the fields.




Μέρες


Τι είναι οι μέρες;
Οι μέρες είναι εκεί που ζούμε.
Έρχονται, μας ξυπνούν
Χρόνο με τον χρόνο
Πρέπει να ζούμε ευτυχισμένα
Πού μπορούμε να ζήσουμε εκτός από μέρες;

Αχ, λύνοντας αυτή την ερώτηση
Φέρνει τον ιερέα και τον γιατρό
Στα μακριά παλτό τους
Τρέχοντας πάνω στα χωράφια.



                                          Μετάφραση: Μαρίκα Συμεωνίδου




ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Φίλιπ Άρθουρ Λάρκιν (Philip Arthur Larkin, 9 Αυγούστου 1922 - 2 Δεκεμβρίου 1985) είναι Άγγλος συγγραφέας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στην Οξφόρδη και εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στο Πανεπιστήμιο του Hull. Πολυβραβευμένος, μεταφρασμένος σε πολλές χώρες και αγαπητός ποιητής της γενιάς του. Τα έργα του δεν είναι απλά αξιομνημόνευτα, είναι αξέχαστα λόγω του αυτοσαρκασμού αλλά και του αγγλικού χιούμορ που τον χαρακτηρίζει.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ
- Πλοίο του Βορρά (1945) [The North Ship]
- Οι λιγότερο εξαπατημένοι (1955) [The less deceived]
- Οι γάμοι της Πεντηκοστής (1964) [The Whitsun Weddings]
- Ψηλά παράθυρα (1974) [High Windows]

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ
- Τζιλ (1946) [Jill]
- Ένα κορίτσι το χειμώνα (1947) [A Girl in Winter]



Στην εικόνα: Philip Larkin by Humphrey Ocean (1984).
Πηγή για την εικόνα: Βικιπαίδεια.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2022

Έλα με ένα ποίημά σου: ποιητικοί διάλογοι για μαθητές στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας






Έλα με ένα ποίημά σου:
ποιητικοί διάλογοι για μαθητές
στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας


Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας και ο Ποιητικός Πυρήνας,
προσκαλούν μαθητές ηλικίας 11-18 ετών σε μία συνάντηση γνωριμίας με θέμα την ποίηση.
 
 *  Τι σας αρέσει στην ποίηση;
 *  Εσείς γράφετε; Αν ναι, γιατί γράφετε;
 *  Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας το αγαπημένο σας ποίημα;
 *  Θέλετε να μας διαβάσετε ένα δικό σας;
 *  Πώς αντιμετωπίζουν οι άλλοι (συμμαθητές, φίλοι, γονείς, καθηγητές κ.λ.π.)
     το γεγονός ότι γράφετε ποίηση;
 
 
Τα μέλη του Ποιητικού Πυρήνα, οι ποιητές Δημήτρης Καπετανάκης, Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου και Παύλος Παρασκευαΐδης θα είναι μαζί μας για μία όμορφη, ποιητική και δημιουργική συζήτηση: από την έμπνευση, τη δημιουργία μέχρι την έκδοση μίας ποιητικής συλλογής.

Το Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022
στις 12 το μεσημέρι
στην αίθουσα εκδηλώσεων
της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Βέροιας.



Ο Ποιητικός Πυρήνας είναι μια παρέα φίλων που ασχολείται με την Ποιητική Τέχνη. Την ιδέα δημιουργίας του, δηλαδή το να διαμορφωθεί ένας πυρήνας όπου τα μέλη του θα καταθέτουν προτάσεις και γνώμες που θα βοηθήσουν στο να σημειωθεί βελτίωση στην γραφή τους και γενικά στην έκφρασή τους, είχαν στις 8 Αυγούστου 2011, οι Βασίλης Δασκαλάκης (ο οποίος είχε και την ιδέα του ονόματος), και Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου.
Την Άνοιξη του 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ενδυμίων, το βιβλίο «Ποιητικός Πυρήνας - Ανθολογία».
Στα έντεκα χρόνια από την σύστασή του (2011-2022), τα μέλη του, εκτός από τις εκδόσεις των έργων τους, έχουν δραστηριοποιηθεί σε πολλές λογοτεχνικές εκδηλώσεις, όπως βιβλιοπαρουσιάσεις, ποιητικά και θεατρικά αναλόγια, διαδραστικά δρώμενα κ.ά.


Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας
Έλλης 8
59132 Βέροια.
Τηλ. 2331024494
http://www.libver.gr

Ποιητικός Πυρήνας,
https://ppirinas.blogspot.com/


Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

Βασίλης Κοκκώνης, "Τέσσερα ποιήματα"




ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΑ


Ω, πόσο αταίριαστοι.
Εκείνη φωτεινή και διαπερατή.
Εκείνος σκοτεινός και αδιαπέραστος.
Μα δες!
Όταν κοιτάζονται, οι δυο λευκές της φτερούγες
τρυπούν τα σκοτάδια του.





Η ΠΙΟ ΓΛΥΚΙΑ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ


Κι αν πεθαίνω κάθε βράδυ
μες στο ανυπολόγιστο της αγκαλιάς σου,
είναι για αναστηθώ το πρωί,
με ένα σου φιλί.





Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ


Ίσως όλα εκείνα που δεν εκφράσαμε,
τυλιγμένα σε ένα φύλλο εφημερίδας,
που έφταναν πάντοτε αργοπορημένα,
παλιά, αβέβαια και αξεδιάλυτα,
ο κρότος από το σπάσιμο της υπομονής,
το απελπισμένο χαμόγελο από την ματαίωση ενός σ’ αγαπώ που δεν λέχθηκε,
μα φαίνεται πως εννοήθηκε,
ένα τσιγάρο που δεν πρόλαβε να αλλάξει χείλη και έσβησε ανείπωτο,
ακόμη κι εκείνο το ποίημα που γράφτηκε, μα κάηκε,
πριν προλάβει να χαριστεί,
όλα εκείνα τα μικρά, μεγάλα μυστικά, τα μυστικά μας,
είναι εκπρόθεσμα πια.
Πες μου τώρα πώς να διανύσω απ’ την αρχή την απόσταση
από τα χείλη μου, στα χείλη σου, δίχως να χυθεί μια λέξη;





ΤΟ ΚΑΔΡΟ


Ποιος ξημέρωσε μέσα στο κάδρο;
Μια παλιά πολυθρόνα από τριανταφυλλιά σκεπτική.
Τα μεγάλα μπράτσα της είναι καφέ ξύλινα ξωκκλήσια,
φτιαγμένα από παλιές προσευχές.
Ένα ποτήρι θάλασσα ακουμπισμένο πιο εκεί και δυο πινέλα σκεβρωμένα.
Ποιος ξημέρωσε μέσα στο κάδρο;
Ο νεκρός, ο ποιητής, ο ζωγράφος;
Κι εκείνα τα κλειδιά στην γωνιά του τραπεζιού ποιος τα άφησε;
Μήπως ο ποιητής; Αυτός σίγουρα δεν τα χρειάζεται.
Σίγουρα όχι ο νεκρός. Αυτός πέρασε την πύλη προ πολλού.
Ο ζωγράφος;
Μα δεν είναι το θέμα μας τα κλειδιά.
Η μοναξιά μέσα του είναι το θέμα μας.
Κι εκείνη η κόκκινη άστοχη πινελιά,
ριγμένη άτσαλα καταμεσής του φεγγαριού.
Ποιος ξημέρωσε τελικά μες στο κάδρο, αν όχι τα θλιμμένα,
βαλαντωμένα μου μάτια;




                                                                                      Βασίλης Κοκκώνης





Στην εικόνα:
Βασίλης Κοκκώνης, «Λάχεσις» (πολύχρωμα κραγιόνια σε κανσόν, 50 x 80 cm).

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022

Κώστας Θ. Ριζάκης, "ο τού ύφους νοσταλγός"



 
ο τού ύφους νοσταλγός

                                            Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος […]
                                                          Κ.Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ



οπισθοδρομικός μη «κομπανίας» ασφαλώς (εάν και
αν και διακαώς θαν το επιθυμούσα· αλλ’ έστω)
γύρευα νοήστε ότι εν ζωή τα γύρεψα ματαίως α-
γάπην τρυφερότητα στοργήν αξίες ηθικές αξ-
ιοπρέπειαν ήθος όσο όμως ο χωμάτινος σε χώμα
να μην έσκυβα ‒ γιατί; γιατί κι εγώ να σκύψω ί-
σως για να σας έσωνα τόσα που σας εζήτησα πο-
σώς πες τά εσυνάντησα ντύθηκα όθεν σπαρτιάτης ως
κόντρα ρόλος πιερότος κερατάς σπαρταριστός·

ξύνων την κούτρα ο έξωμος προσέξατε οπού τώρα ε-
δωδά ξημερώνομαι σ’ ίδιες ιδίων δες θραυσμάτων μόν-

ος· σας περπατάω στον συνειρμό στιχοφαγούρες στόνων



                                                                      Κώστας Θ. Ριζάκης




Ο ποιητής Κώστας Θ. Ριζάκης (Λαμία, 1960) εξέδωσε δώδεκα συλλογές, τη μία συγκεντρωτική (των εξ πρώτων ‒ γ΄ επαν. Κουκκίδα 2020). Διηύθυνε ή και συνδιηύθυνε επτά έως τώρα (σε εννέα εν συνόλω περ.) λογ. περιοδικά. Επίσης, επιμελήθηκε περί τα 200 βιβλία (ιδία ποιητικά), αρκετά αφιερώματα σε έντυπα άλλων, καθώς και τιμητικούς τόμους σε μορφές (Κ.Ε. Τσιρόπουλο, Γ. Πέγκλη, Μ. Μέσκο, Ο. Αλεξάκη, Σ. Σαράκη, Ζ. Σαμαρά, Β.Π. Καραγιάννη, Γ.Χ. Θεοχάρη, Δ. Αγγελή ‒ τα τελευταία 2 υπό έκδοσιν) τής λογοτεχνίας μας. Ενασχολείται δε και συνεχίζει, με τη σύγχρονη γυναικεία γραφή (Ζ. Δαράκη, Λ. Παππά, Μ. Καραγιάννη, Κ. Κούσουλα, Χ. Κουτσουμπέλη, Έ. Λάγκε, Έ. Κορνέτη, Ν. Κεσμέτη, Κ. Ρουκ, Μ. Κουγιουμτζή, Α. Μπακονίκα, Ά. Γρίβα, Δ. Δημητριάδου, Ν. Χαλκιαδάκη). Πρόσεξε πολύ όσους νεώτερους άξιους, ιδρύων σχετικήν (με την Μ. Ζαγκλαρά) σειρά. Τελευταία του συλλογή (με τον Σταύρο Σταμπόγλη) η, πυξίδα ουρανομήκης, εκδ. Παρέμβαση 2023. Έχουν γραφεί και εκδοθεί πολυάριθμα μελετήματα για το ποιητικό του έργο.



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Guillaume Seignac, «Pierrot’s embrace» (1900).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, "Πέντε ποιήματα"




ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ


Α, τα μαλλιά σου
μοσχοβολάνε, ακόμα,
δυόσμο, στις παλάμες μου

Τις νύχτες βγαίνεις
βρεγμένη από τη θάλασσα
και με θωπεύεις

Απόψε νά ’σουνα κοντά μου ήθελα
ή, όπως λέμε,
σύννεφο να 
’ρθεις να μ’ αρπάξεις

να πάμε πίσω απ’ τα βουνά
να γίνουμε βροχούλα...



[Αδημοσίευτο ποίημα, γραμμένο το 1980]






ΣΠΙΤΙΑ


Σπίτια που γκρίζο τύλιξε μαντήλι του χειμώνα
’ποστερημένα από φωνές κι ωσάν κι εμένα μόνα
Σπίτια πνιχτά κι ανήλιαγα και σπίτια ρημαγμένα
με το πικρό της Κυριακής το μούχρωμα βαμμένα

Σπίτια π’ αλλοτινούς καιρούς το φως σάς πλημμυρούσε
κι η θλίψη μέσ’ στις κάμαρες τις άσπρες δε χωρούσε
Σπίτια που τ' αγκωνάρια σας τριφτήκαν σαν ασβέστη
και στην τρελή κακοκαιριά σάς έλειψεν η ζέστη

Σπίτια δίχως παράθυρα π’ ανέμοι σας κουρσεύουν
κι οι ταραγμένοι σας αρμοί σαν σε σεισμό σαλεύουν
Πόσο πολύ μου μοιάζετε εδώ που στέκω απέξω
Μέσα σας έρχομαι να μπω μ’ εσάς να καταρρεύσω



[Ποίημα γραμμένο το 1982, που ώς τώρα δεν έχει ενταχθεί σε καμία συλλογή]





ΑΣΠΡΑ ΣΠΙΤΙΑ


Λιγάκι πριν το σούρουπο
πάν’ απ’ τον ουρανό της εργατούπολης
οι μνήμες των κατοίκων της
γίνονται σύννεφα
και φεύγουν προς τους τόπους της καταγωγής.

Κι αν το γυρίζει σε βροχή
είναι γιατί κι οι μνήμες κλαίνε.



[Αδημοσίευτο ποίημα, γραμμένο το 1985.
Το ποίημα αναφέρεται στην πρώτη γενιά εργαζομένων που εκπατρίστηκε για το μεροκάματο τη δεκαετία 1960. Οι επόμενες γενιές γεννήθηκαν στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας και νιώθουν τον τόπο πατρίδα τους]






ΕΛΑ


Έλα το βράδυ φανερά
                           σαν ίσκα να καούμε

Όλη τη νύχτα στη φωτιά
              να λάμψουν τα κορμιά μας

Κι όταν χαράξει η αυγή
                         ο Χάρος να πενθήσει



[Αδημοσίευτο ποίημα, γραμμένο το 1992]





ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΤΙΚΕΣ ΤΡΙΛΙΕΣ

ΧΙΙ
Anthyllis hermanniae


Όταν τα σώματα, ξέπνοα,
έπεφταν στο στρώμα
εκείνη έγερνε στο στέρνο του,
κι ως ακουμπούσε τα χείλη της
εκεί που τρεφόταν η επιθυμία
η φυτική της ουσία άνθιζε
σε, φρυγανώδεις θάμνους,
άγριο ρείκι

κι άρχιζαν να βομβούν στο δωμάτιο
τα μελισσάκια του πόθου, και πάλι



[γ.χ.θ. / 2017]





Από τη σελίδα του Γιώργου Χ. Θεοχάρη στο facebook.

Στην εικόνα: Το παλιό μοναστήρι του Ιωάννη Πρόδρομου, στη Δεσφίνα.
Η φωτογραφία καθώς και οι σημειώσεις των ποιημάτων είναι του ποιητή.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

Νίκος Καρούζος, "Συντήρηση ανελκυστήρων"




ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΕΙΣ ΥΨΟΣ


Ευτύχησα μόνος μου.
Χωρίς ιερότητα χωρίς
      υγεία.
Μερίζοντας τρόμους
ανώφελα μεγάλα κομμάτια
      σήμερα πεθαίνω
      αύριο πεθαίνω.
Στον άγιο αριθμό των ανέργων
είμαι πάντοτε μέσα.
Διεθνής κι ακάθεχτος
      υποφέρομαι
στη θρησκεία του σκούληκα.
Επώνυμο: Πλήρης.





ΛΕΚΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΑΡΟΣ


Ας μαίνεται ο διχασμός μιας άρρωστης
      εννοιολογίας.
Καμιά θεόνυμφη δέσποινα τινάζοντας
      τα λαγόνια της έκφρενη!
Κι απόμεινε ο ταπεινός ληστής ο αγαθιάρης
      περίπου σε αποκρήμνιση
μ’ ένα πουλί που ράμφισε απάνω στο σταυρό
      ολάξαφνα το μάγουλό του
τίκτοντας αίμα για να φτερουγίσει αμέριμνα
      σε αστάθμητο ύψος.
Η θάλασσα όρμημα κ’ οι σκοτεινές μου εκείνες όψεις
      ανατέλλοντας αναγέννηση
στοιχήματα παιγμένα στο λιθόστρωτο μ’ αγριοφωνάρες
      τα υλικά φρονήματα της Κυρίας Πιλάτου.
Τι θόρυβος που γίνεται τι θάνατος λαλούμενος
      υπεράγαν...
Χρώματα συν αρώματα τοις αρχιερεύσι μα ο ιπτάμενος
      κακούργος ευλαβείται
            την πτήση με τρισύλλαβο μνήσθητι
χωρίς ελπίδα για βροχή χωρίς την ευωδιά να διαχέει
      χάρμα γαιώδες ο ληστής
διαθλώμενος από τέτοιαν ηδυπάθεια και τέτοια τύχη.
      Η μοναξιά δεν είναι αμαρτία στην Ελλάδα
            κι ο χρόνος
                  φραγγελώσας την αιωνιότητα
      με ξεκοκαλίζει.





ΜΟΡΦΗ ΚΑΤΑΠΛΗΞΕΩΣ


Οι άρρωστοι ξεχωρίζουν αναμεταξύ τους
      οι υγιείς είναι ίδιοι·
περνώντας απ’ το γέλιο γνωρίζω αλάνθαστα
      και τους μεν και τους δε·
τείνω στην άπνοια του νου με λευκότητα
οι δυστυχίες διαφέρουν η ευτυχία είναι μία.





ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ


Νεκρός με τους νεκρούς
αγέλαστος μ’ αγέλαστους
αρουραίος μ’ αρουραίους
ο κ. Νέκυς ο διαχειριστής
κ’ η θυρωρίνα σε φραστική
      διασκέδαση
φερμένη απ’ την Πίνδο
συντήρηση ανελκυστήρων
      ερημότοπος.





ΕΛΚΗΘΡΟ ΔΙΑ ΒΙΟΥ


Στην ερήμωση του πάγου στις διαφωνίες
      φύσεως και λογικής
με όλα συγκρουόμενα με όλα διδάσκοντας
      ο μέγας αυταπατώμενος
             είν’ ο ποιητής
αποφεύγει τις εγκυκλοπαίδειες κι αναδύεται
      στη γειτονιά του τυχάρπαστος.
Αυτό ελκύει κι οδηγεί στο αχανές κι αναπόκριτο.
             Στην Αυλίδα ή στην Ταυρίδα;





ΞΕΦΡΑΓΟ ΕΙΝ’ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ·


στο διπλανό μου σκύλο λέω πάντοτε
μαζί δυστυχούμε.





ΩΡΑΪΣΜΑ ΚΑΙ ΘΕΡΜΗ ΑΡΙΘΜΗΣΗ


Ραμφίζω οντολογία.
Τα χουγιαχτά της καταιγίδας μ’ αστραπόνερα
σε ποσότητες θάμβους ανήλιαγος Δίας.
Μεγάλη τύχη να ’χω πάντοτες εγώ ο μαύρος
ηλεχτρική επαφή με το τίποτα για να δικαιώνει
το υλιστικό μου πρόσωπο που ενοχλεί οποιαδήποτε
καλαίσθητη ποιητίζουσα μούρη.
Στη λησμονιέρα μου εγώ κι ας μην είν’ από πορσελάνη!





ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ


Η εδώδιμη άνοιξη κι o απόμακρος Αμνός
      που μερίζεται
στην κατάμαυρη του θανάτου αγραμματοσύνη.






Από τη συλλογή «Συντήρηση ανελκυστήρων» (1986).
Πηγή: «Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα Β΄ (1979-1991)», 3η έκδοση, Ίκαρος 2007.


Στην εικόνα: Juan de Echevarría, «El paria castellano» (1917).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

Ντέμης Κωνσταντινίδης, "Τρία ποιήματα"





Ο πάγος


Απέναντι στο ταβερνάκι
που πίνω το ούζο μου,
φούνταραν χθες μάνα και γιος.
Στο ίδιο μέρος σήμερα
κάτι τουριστριούλες
πλατσούριζαν στα ρηχά.
Κι εγώ απολάμβανα
τη μυρωδιά του αντηλιακού τους.
Βάζοντας ακόμη λίγο πάγο
στο ούζο μου.
Ζαλισμένος, χωρίς να ψάχνω νόημα.





Το επίγραμμα


O ποιητής δεν έχει φτιαχτεί
να ξυπνάει κάθε πρωί
στη δουλίτσα να πηγαίνει
μεροκάματο να βγαίνει

Ο ποιητής έχει φτιαχτεί
να κλαίει στη χαρά
και να γελάει στη λύπη

Σ’ όλη του τη ζωή
το επίγραμμά του να σκαλίζει
και να τη βγάζει μ’ ένα πιάτο ρύζι

Να κουβαλά το καύκαλό του
πέρα κι από το θάνατό του





Οι μπογιές


Κύριε μπογιατζή, έπηξαν οι μπογιές σου.
Οι βούρτσες στέγνωσαν στον ήλιο.
Κύριε μπογιατζή, άσε τη δουλειά ημιτελή.
Το μεροκάματό σου πιο μικρό
από εκείνο το λουλουδάκι
που φύτρωσε πεισματικά ανάμεσα στις πέτρες.
Κύριε μπογιατζή, τέλειωσε το τσιγάρο σου
κι από αύριο γράφε μόνο συνθήματα.
Ούτε ένας ξασπρισμένος τοίχος.
Πες το και στους άλλους.
Κύριε μπογιατζή, κάθε αύριο.
Μέχρι να τη βάψουνε.



                                      Ντέμης Κωνσταντινίδης



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Honoré Daumier, «The Uprising».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.



O Ντέμης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε Αρχαιολογία και Μουσειολογία στο Α.Π.Θ. Έχει εργαστεί ως αρχαιολόγος πεδίου, ως επιμελητής εκθέσεων και παιδαγωγός. Δημοσιεύει στο skorpieslekseis.blogspot.gr, ενώ έχει συνεργαστεί με τα διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά Βακχικόν και Χίμαιρα, καθώς και με σημαντικά ιστολόγια και ιστοσελίδες λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

Παρέμβαση, Περιοδικό Λόγου και Τέχνης, τεύχος 209-210




Παρέμβαση

Περιοδικό Λόγου και Τέχνης
τεύχος 209-210

Περιεχόμενα


    1.  Ηλίας Κεφάλας, Νυχτώνει, ποίημα
    2.  Γιάννης Στεφανάκις, 11 χαϊκού
    3.  Β. Π. Κ., ενδόδημα και αποικιακά
    9.  Τάσος Καλούτσας, Το μυστήριο της αγάπης, διήγημα
  13.  Olga Orozco, Παραλλαγές πάνω στο χρόνο, μτφρ. Γ. Κεντρωτής
  15.  Γιώργος Δελιόπουλος, Μωμόγεροι, ποίημα
  16.  Καίτη Παυλή, Δίδυμες, ποίημα
  17.  Κώστας Θ. Ριζάκης, 2 ποιήματα
  18.  Αντώνης Κάλφας, διήγημα
  21.  Μάκης Καραγιάννης, Ο τρόμος του πεζογράφου
  23.  Aleksandr Blok, 2 ποιήματα, μτφρ. Θ. Κούτλης
  24.  Θανάσης Κούτλης, Άηθες άσμα λαϊκόν, ποίημα
  25.  Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, 2 ποιήματα
  26.  Κώστας Ακρίβος, Ανδρωμάχη, διήγημα
  30.  Αναστάσιος Μπέλλος, εισήγηση
  34.  Βάννα Γ. Πασούλη, διήγημα
  36.  Δήμητρα Αναστασίου, Ο κήπος της Μαρίας, διήγημα
  39.  Ρέα Γαλανάκη, συνέντευξη στη Δήμητρα Καραγιάννη
  44.  Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου, Επί της παραλίας, διήγημα
  45.  Σουλτάνα Βουδούρη, 2 ποιήματα
  46.  Π. Καβανά, ποιήματα, μτφρ. Μ. Συμεωνίδου
  48.  William Wordsworth, μια Νυχτερινή σκέψη, μτφρ. Μ. Συμεωνίδου
  49.  Μαξίμ Κριστόφ, ποίημα, μτφρ. Δ. Τριανταφυλλίδης
  52.  Τίνα Κουτσουμπού, Δεκατέσσερις ημέρες, διήγημα
  54.  Παρασκευή Ζώγου, Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος, ποίημα
  55.  Σοφία Ελευθερίου, Ο Θανάσης, διήγημα
  58.  Γ. Πανούσης, 2 ποιήματα
  60.  Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, ποιήματα
  62.  Εκδήλωση «Τόπος και λογοτεχνία» 26-27 Αυγούστου, Κοζάνη
  64.  Γεωργία Μακρογιώργου, ποιήματα
  66.  Γιώργος Γαβάρης, 2 ποιήματα
  67.  Χρηστίδου Φωτεινή, Γιορκ, Νέα Αγγλία
  68.  Τζώρα Νικολίνα-Ιωσέφα, 2 ποιήματα
  69.  Φωτεινή Βασιλοπούλου, 2 ποιήματα
  70.  Π. Δημόπουλος, παρτιτούρα
  71.  Χρυσάνθη Βλάχου, 2 ποιήματα
  72.  Βασίλης Μαρκόπουλος, Βαγγέλας ο κιμπάρης
  75.  Αναστάσιος – Μάριος Μιχαηλίδης, Το θύμα της ζωής, ποίημα
  76.  Χριστίνα Καραντώνη για Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  79.  Παναγιώτης Δημόπουλος, Χάιλιγκενστατ
  85.  Αθανάσιος Καλλιανιώτης, Θύελλα στον βόρειο Ατλαντικό
  91.  Φιλιώ Μπτούρη, Ο κόσμος της λογοτεχνίας με μια ματιά…
  95.  Σεβαστή Κωνσταντινίδου για Γιώργο Π. Κωνσταντινίδη
  97.  Άννα Κουστινούδη για Μαρία Πολίτου
100. Δώρα Τσικαρδάνη για Μιχάλη Τριανταφυλλίδη
103. Μιχάλης Πιτένης για Κατερίνα Λάκκα
105. Σωτήρης Παστάκας για Τασούλα Τσιλιμένη
106. Σεβαστή Κωνσταντινίδου για Αλεξία Βόγδου
109. Μάριος - Κυπαρίσσης Μώρος, Η πατρική μνήμη και υϊκή γραφή
110. Επιστολή του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου
111. Οδός βιβλίων...

Έργο εξωφύλλου: Τάκης Χάτσιος


Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

Γιώργος Σεφέρης, "Τρία κρυφά ποιήματα"




ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΚΤΙΝΑ


Γ΄

Οι σύντροφοι μ’ είχαν τρελάνει
με θεοδόλιχους εξάντες πετροκαλαμήθρες
και τηλεσκόπια που μεγαλώναν πράγματα−
καλύτερα να μέναν μακριά.
Πού θα μας φέρουν τέτοιοι δρόμοι;
Όμως η μέρα εκείνη που άρχισε
μπορεί δεν έσβησε ακόμη
με μια φωτιά σ’ ένα φαράγγι σαν τριαντάφυλλο
και μια θάλασσα ανάερη στα πόδια του Θεού.



Δ΄

Είπες εδώ και χρόνια:
«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός».
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως.





ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ


Δ΄

Η θάλασσα· πώς έγινε έτσι η θάλασσα;
Άργησα χρόνια στα βουνά·
με τύφλωσαν οι πυγολαμπίδες.
Τώρα σε τούτο τ’ ακρογιάλι περιμένω
ν’ αράξει ένας άνθρωπος
ένα υπόλειμμα, μια σχεδία.

Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα;
Ένα δελφίνι την έσκισε μια φορά
κι ακόμη μια φορά
η άκρη του φτερού ενός γλάρου.

Κι όμως ήταν γλυκό το κύμα
όπου έπεφτα παιδί και κολυμπούσα
κι ακόμη σαν ήμουν παλικάρι
καθώς έψαχνα σχήματα στα βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:
«Εγώ είμαι ο τόπος σου·
ίσως να μην είμαι κανείς
αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις».



ΣΤ΄

Πότε θα ξαναμιλήσεις;
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.
Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί.
Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’ άστρα
που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα
ο Κύκνος ο Τοξότης ο Σκορπιός
ίσως εκείνα.
Αλλά πού θά εισαι τη στιγμή που θα ’ρθει
εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως;





ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ


Γ΄

Κι όμως σ’ αυτό τον ύπνο
τ’ όνειρο ξεπέφτει τόσο εύκολα
στο βραχνά.
Όπως το ψάρι που άστραψε κάτω απ’ το κύμα
και χώθηκε στο βούρκο του βυθού
ή χαμαιλέοντας όταν αλλάζει χρώμα.
Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποί και πολιτικιές
διαλαλούν σάπια θέλγητρα·
η κυματόφερτη κόρη
φορεί το πετσί της γελάδας
για να την ανεβεί το ταυρόπουλο·
ο ποιητής
χαμίνια του πετούν μαγαρισιές
καθώς βλέπει τ’ αγάλματα να στάζουν αίμα.
Πρέπει να βγεις από τούτο τον ύπνο·
τούτο το μαστιγωμένο δέρμα.



Ε΄

Ο κόσμος τυλιγμένος στα ναρκωτικά σεντόνια
δεν έχει τίποτε άλλο να προσφέρει
παρά τούτο το τέρμα.
                                        Στη ζεστή νύχτα
η μαραμένη ιέρεια της Εκάτης
με γυμνωμένα στήθη ψηλά στο δώμα
παρακαλά μια τεχνητή πανσέληνο, καθώς
δυο ανήλικες δούλες που χασμουριούνται
αναδεύουν σε μπακιρένια χύτρα
αρωματισμένες φαρμακείες.
Αύριο θα χορτάσουν όσοι αγαπούν τα μυρωδικά.

Το πάθος της και τα φτιασίδια
είναι όμοια με της τραγωδού
ο γύψος τους μάδησε κιόλας.






Τρία κρυφά ποιήματα (1966).
Πηγή: «Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 20η έκδοση, 2000.