Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Θολή ματιά μου απέναντι"





Τ’ ανείπωτα, τ’ αθέατα


ΧΙΙ


Ράθυμος χρόνος και βουβός, χρόνος
                                                 μετέωρος
πώς θρυμματίζει το σκοτάδι κι αποδιώχνει
απ’ τη σκηνή της άδειας νύχτας μου τον θίασο
σκιές π’ αχνίζουν ασαφείς και μου γελούνε.

Και να, τρανός απ’ αντίκρυ ήλιος ορθώνεται
κι οι στέγες παίρνουνε φωτιά και μες στα χέρια
δονείται, σπάει το χαρτί μου, ρυτιδώνεται
κι οι λέξεις κύματα σκορπούν και ξεμακραίνουν.

γράψε εσύ μικρό κοτσύφι μου τα υπόλοιπα
ποιο τάχα όνειρο να είδες χθες το βράδυ
πόσο γλυκό να ’ταν το φως που σιγοέπινες
στάλα τη στάλα πριν αρχίσεις το τραγούδι.




ΧΧ


Να πέφτει μιαν αθόρυβη βροχή
ψιχαλιστά σαν προσευχή
σαν ευλογία
ή σαν συγχώρηση που άργησε καιρό
κι η πόλη κάτω λαμπερή στο φως λουσμένη.

Να βάζουνε οι γέροι τα καπέλα τους
βαθιά ως τ’ αυτιά, ν’ ανοίγουν τις ομπρέλες
να παίζουν τα παιδόπουλα
να τρέχουνε
να πλατσουρίζουν με φωνούλες
και με γέλια.

Κι όλα καινούργια καθαρά
στο φως ν’ αστράφτουνε

ένας Απρίλης δροσερός που δεν τελειώνει.


Από την ενότητα
«Τ’ ανείπωτα, τ’ αθέατα»





Αρένα


Γυάλινο μάτι παγερό, γεμάτη αρένα
στον μέσα κύκλο ζωντανός φωλιάζει ο τρόμος σου
μαύρος ιδρώτας, κόκκινο πανί
ατσάλι δίκοπο τα σπλάχνα σου γυρεύει.

Στο άλλο «ole!», ανάσκελα θα ’ρθείς
και με την άκρη του ματιού καπέλα χίλια
θα δεις ψηλά στον ουρανό· ολόρθοι στέκονται
δεν καρτεράνε οι χωριάτες ξαναμμένοι.

Κι ως θα τραντάζεται η αρένα, τριαντάφυλλα
θα ρίχνουνε με χάρη τα κορίτσια.
Κουφάρι μαύρο καταγής στον μαύρον ύπνο σου
σαν να μην έζησες ποτέ, θα ξαποσταίνεις.

Μα δεν αφήνεσαι, τινάζεσαι, σηκώνεσαι
χρυσά κουμπιά στοχεύεις, ρουθουνίζεις
ράχη κυρτή, τρίχωμα όρθιο η απόφαση
χρόνους καιρούς η άγρια ΄φιέστα να κρατήσει.





Τελειώνουν όλα στην αρχή


Σταματημένος ο καιρός για πάντα μέσα μου
ήμουν −θυμάμαι− το σκαρί και το ταξίδι
ήμουν ο χάρτης, το τιμόνι, το δελφίνι μου
το μεσιανό μου το πανί και το τραγούδι
κι άλλο δε γύρεψα ποτέ,
άλλο δε ζήλεψα.

Το βλέπω τώρα καθαρά, τώρα το ξέρω:
Τελειώνουν όλα στην αρχή
σαν να μην έγιναν.
Αργοσταλάζουν σαν βροχή
κυλούν και χάνονται

κι η Γη μια σβούρα στο σκοτάδι
να γυρίζει.


Από την ενότητα
«Ρωγμές στο μαύρο»





Ματιά τυφλού


Μέσα σ’ απίστευτους καπνούς σαν άγριο φίδι
άπλωνε το μακρύ κορμί, μίλια κατάπινε
με συριγμούς τη νύχτα έσκισε και πάει,
το τραίνο που στιγμή, δε μας περίμενε.

(Πού να βρεθεί ο γητευτής με τη φλογέρα του
που να βρεθεί κλουβί τη λύσσα του να δέσει.)

Έμεινα πίσω να κοιτώ με τη βαλίτσα μου
«Ίσως την άλλη του φορά −μονολογούσα−
ίσως δεν ήταν τυχερό, τι τάχα χάσαμε
τι να κερδίσαμε, κανείς στη Γη δεν ξέρει.»

Μονάχα εκείνος ο τυφλός μού χαμογέλασε
στη σκοτεινή γωνιά του πάντα καθισμένος:

«Χρόνους καιρούς πάνω στη ώρα του! Μακάριοι,
οι τεθλιμμένοι, όπου γης, ναυαγισμένοι!»





Προμηθέας


Έλα κοντά μου να σου πω το παραμύθι:
Αιώνες ξεχασμένος στη μεριά του ήλιου απόμεινε
δεμένος μ’ αλυσίδες φοβερές ο Προμηθέας
και το κορμί του φρύγεται στο φως μα ανασταίνεται
τη νύχτα στη δροσιά του φεγγαριού και γύρω λάμπει
νωπό ακόμα κατακόκκινο το αίμα του
στα βράχια γύρω που ’βαψε να τα στολίσει

κι απ’ τ’ άνυδρά του χείλη ούτε κραυγή
μήτε ποτέ λόγο βαρύ θα ξεστομίσει
όπως ο γύπας θα του τρώει ξανά τα σπλάχνα του
εις τους αιώνας των αιώνων δίχως τέλος.

Ίσως γιατί πριν την τρανή αποκοτιά καλά το γνώριζε
στη θεριεμένη του ψυχή πως είναι ανάγκη
ένας να πέφτει στη φωτιά που μόνος έκλεψε
για να μη ζουν όλοι οι άλλοι στο σκοτάδι.


Από την ενότητα
«Υπόγεια περάσματα»





Ποιητική συλλογή, αποτελούμενη από τρεις ενότητες, με κυρίαρχα θέματα την ομορφιά, την απώλεια και την αναζήτηση του Θεού. Σε μία προσπάθεια ερμηνείας του τίτλου της, η ματιά δεν είναι θολή μόνο όταν είναι δακρυσμένη. Ενώ η λύπη δεν αποκλείεται, η ματιά μπορεί να είναι θολή, γιατί το είδωλο των αντικειμένων μέσα στο μάτι μας δε σχηματίζεται με ευκρίνεια. Θολή μπορεί να σημαίνει ασαφής, αμφιλεγόμενη, δυσανάγνωστη, απροσδιόριστη, αδιευκρίνιστη, επισφαλής. Υπάρχει μια αβεβαιότητα όταν κοιτάζει κανείς απέναντι. Νομίζουμε πως γνωρίζουμε τον κόσμο, όμως οι αισθήσεις μας είναι πάντα απατηλές. Τι είναι απέναντι; Όλος ο αισθητός κόσμος, όλη η πλάση, όμως η ματιά δεν εξαιρεί το υπερβατικό. Αντίθετα, το βάζει στο παιχνίδι από τους πρώτους στίχους. Μια πρωτότυπη ποιητική προσέγγιση, με τρυφερότητα κι αγάπη, χωρίς στερεοτυπικούς περιορισμούς.
Από την έκδοση





Από τη συλλογή «Θολή ματιά μου απέναντι», Παρέμβαση 2026.
Έργο εξωφύλλου: Κώστας Ντιός.





Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε το 1967 στη Λάρισα, όμως ζει με την οικογένειά του μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί έντεκα ποιητικές συλλογές και δύο πεζογραφήματά του. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Κάποια από αυτά απέσπασαν βραβεία και διακρίσεις σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Μερικά έχουν μεταφραστεί στην αγγλική, τη γαλλική και την ισπανική γλώσσα. Από τον Νοέμβριο του 2022 συνδιευθύνει το περιοδικό «ΝΟΗΜΑ», τον «Εξαμηνιαίο Πυρήνα Νόησης και Λόγου» που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη. Τον Νοέμβριο του 2022, εκδόθηκε στη Σεβίλλη και κυκλοφόρησε στα ισπανικά από τον εκδοτικό οίκο Padilla Libros το βιβλίο του “Εn mi barro los labios” («Στον πηλό μου τα χείλη»), σε μετάφραση του διακεκριμένου ελληνιστή Jose Antonio Moreno Jurado.
Εργογραφία:
Πεζογραφία:
1. Νυχτοπερπατήματα, νουβέλα (24 γράμματα, Αθήνα 2017)
2. Η τροχιά του βέλους (Όστρια, Αθήνα 2018)
Ποίηση:
1.    Μικρή Περιήγηση (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1996/ Εντύποις, Αθήνα 2017)
2.   Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος (Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016)
3.   Αχαρτογράφητα (24 γράμματα, Αθήνα 2017)
4.   Ο Μέσα Ήλιος (Εντύποις, Αθήνα 2018)
5.   Μνήμες της ρίζας (Κουκκίδα, Αθήνα 2020)
6.   Δρόμοι στη σκόνη (Κουκκίδα, Αθήνα 2021)
7.   Διαλέγω το λευκό (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2022)
8.   Λιωμένος Χρόνος (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2023)
9.   Στους φεγγίτες η έξοδος (Κυβέρτι, Αθήνα 2024)
10. Στη γη του ανέμου (Κυβέρτι, Αθήνα 2025)
11. Θολή ματιά μου απέναντι (Παρέμβαση, Κοζάνη 2026).