Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωαννίδου Ειρήνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωαννίδου Ειρήνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Μαΐου 2023

Ειρήνη Ιωαννίδου, "Τα ρόδα κόβονται στα 2/3"





ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ


Τα κορίτσια δεν λένε ποτέ την αλήθεια, κυρίως τα όμορφα. Φοράνε αϊλάινερ, κάνουν κοψίματα στα ζυγωματικά, μια ηλιοφάνεια είναι θεμιτή – και πώς αστράφτουν οι κυνόδοντες, όταν ορέγονται το δέρμα. Ετοιμόγεννες καβαλάνε άγρια άτια, σε αγρούς με άροτρα και οπιούχες παπαρούνες. Κάθε πρωί, τότε που είναι ευάλωτο το φύλο, λογχίζουν το πλευρό του ποιητή. Άλλοτε πάλι τον θρηνούν με μάτια γλαφυρά και ευανάγνωστα, τρέφονται μάλιστα με την ευδαιμονία του τις νύχτες.
Μετά από χρόνια, με κομμένα τα μαλλιά, για να λυθούν τα μάγια, πηδάν κάτι φωτιές μεσοκαλόκαιρο (που αρπάξαν τα ξερόκλαδα) και κύματα που έρχονται απ’ το πέλαγος –

κάποιοι τις λένε μέδουσες, κάποιοι τις λεν’ γοργόνες
όμως εκείνες π’ αγαπούν δεν ξέρουν πως τις λένε.

Τα όμορφα κορίτσια δεν έχουν στόμα όταν μεγαλώσουν, μόνο φωνήεντα και κάτι χέρια, κάτι χέρια.





ΕΥΓΛΩΤΤΟ ΣΩΜΑ


Για την αγάπη ποτέ δεν χτίστηκε μια κόρη σε γεφύρι.
Πώς να στεριώσει ο ουρανός μόνο με υποσχέσεις, μ’ ένα καΐκι σάπιο απέναντι πώς να βγω;

Ζητάω θεούς για τα μελλούμενα, έναν τυφλό να μ’ οδηγήσει. Με τον  φακό στο χέρι τις αποστάσεις να μετρήσω.

Σαν ψάρι σπαρταρώ μετά. Εύγλωττο σώμα.

Στα μάτια σου είδα όλα τα δάση μου να φλέγονται, να κυματίζουν για την ξενιτιά οι βαρκούλες.
Μέσα στο μήλο πώς τρυπώνει το σκουλήκι είδα.





ΤΑ ΡΟΔΑ ΚΟΒΟΝΤΑΙ ΣΤΑ 2/3


Φοβόταν τον καθρέφτη – το χέρι που έβγαινε από μέσα και την τραβούσε. Τον ρώτησε μια δυο φορές. Μα εκείνος μόνο κοίταζε.

«Τα ρόδα κόβονται στα 2/3 για να δώσουν» της είπε μια νύχτα «ούτε πιο χαμηλά ούτε και πιο ψηλά. Τα αραιώνεις να αναπνέουν τα κλαδιά, να τα μυρίζει ο αέρας, να γλείφει τον βλαστό μετά την παγωνιά. Μήνα Φλεβάρη να το κάνεις, να ’ρθει η άνοιξη να σε φιλέψει χρώμα κι άρωμα».





ΣΤΟ ΦΩΣ


Όταν ξυπνάει η σάρκα, η μνήμη πώς επαίρεται. Πώς την κουνάει την ουρά, στα μπροστινά σηκώνεται, το πάθος να μερώσεις μ’ ένα χάδι. Ανάμεσα σε αιχμηρούς κοπτήρες, για δες πώς λάμπει το σκοτάδι. Κι ούτε ένα “αχ”. Στεγνά σε παίρνει ο λυγμός.
 
*
 
Στεκόταν όρθια μπρος στο κλειστό παράθυρο. Έστηνε ξόβεργες το φως παντού μέσα στο χάραμα.
«Για δες πώς τώρα όλα εξαγνίζονται» ψιθύρισε στ’ αυτί της.

Έσπασε ο μίσχος και ακούστηκε ο κρότος, μια πρώιμη άνοιξη χύθηκε παντού.

«Στον βυθό πάντα γυαλίζει ο χρυσός» του αντιγύρισε.





Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΠΑΡΚΟ


Όταν ομίχλη δένει στο λιμάνι, μες στον βυθό φυτεύω τριαντάφυλλα. Να αναδύεσαι αιμόφυρτος μετά, κι εγώ στην κουπαστή, ετούτα τα πουλιά (που λαίμαργα σ’ αρπάζουν απ’ την χούφτα μου) έκπληκτη να κοιτάζω.






Από τη συλλογή «Τα ρόδα κόβονται στα 2/3», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2023.

Κυριακή 1 Μαΐου 2022

Ειρήνη Ιωαννίδου, "Φεγγάρια και άλλα ψέματα"






ΜΕ ΤΟ ΔΕΞΙ ΣΤΑΥΡΩΝΟΜΑΙ



Στα σπλάχνα σου τίποτα δεν ανθοφορεί, ούτε ένα κόκκινο αναρριχώμενο. Και αυτό ολόγυρα το φως − πώς να το μεταλάβεις. Καλάμι σπάει τον Αύγουστο, σκοντάφτω στον ψαμμίτη σου, κι ούτε μια μέλισσα να σε τρυγήσει. Σηκώνω το κεφάλι, με το δεξί σταυρώνομαι, μα στη καμπύλη σου ο χρόνος μ’ αθωώνει. Παίρνεις το σμυριδόπανο, να τρίψεις τα μελλούμενα. Θα τα φυσήξω ύστερα, να καθαρίσει το τοπίο.


Με μάτια άδεια σε θωρώ, φεγγάρι, μάγια πόσα μου ’λυσες κι ούτε μια κόψη πάνω σου, δεν έχω να πιαστώ.






ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΨΕΜΑΤΑ



Κάτι απογεύματα που διψάς για βροχή ποτιστική, ορθώνεται στην πόλη μια σκιά. Ανθρώπου μοιάζει, λες − μήτε γυναίκα, μήτε άντρας. Έχει μια μυρωδιά από θειάφι, μια κοψιά γαλβανισμένη. Κατάστικτος ο ουρανός από ανθάκια κι εσύ απ την παλάμη να την σέρνεις. Μαζί ταΐζετε τα περιστέρια, κι εκεί που λες ξημέρωσε, μια γηραιά κυρία ένστολη ωρύεται ''ό,τι ψαρέψατε για σήμερα αρκεί, τις πεταλούδες σαν φωτίσει λευτερώστε, μην καψαλίσουν τα φτερά τους''.

Η σάρκα οσμίζεται τα σιτηρά που καίγονται στον κάμπο και την απόχη παρατάει. ''Φεγγάρια κι άλλα ψέματα'', ειρωνικά σου ψιθυρίζει, μόλις αρχίζει το ψιλόβροχο.






ΘΥΜΙΖΕΙ ΛΑΜΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ



Θυμίζει Λάμια το φεγγάρι − ένα σφαγμένο πράγμα χαμηλά που ακόμα ανασαίνει. Σαν σώματα δεμένα οι θυμωνιές με το σιτάρι. Να μην μπορεί να απλωθεί ούτε ένα χέρι, ένας λαιμός λευκός να υψωθεί, να δει την χάση του στον ουρανό. Μια σκιά, μια πεταλούδα πριν γίνει φως.


''Πουλί, πού παγιδεύτηκες και τώρα πια κανείς δεν σε ακούει;''

''Στο αριστερό πλευρό δεν κάνει να κοιμάσαι, γίνεται ζόρικη υπόθεση η αγάπη''.


Πώς φύσαγε το αεράκι στα μαλλιά, πώς σκόρπιζε το σώμα στα αγριόχορτα, πώς γινόταν το κίτρινο γαλάζιο. Αρχίζεις να θυμάσαι.






Πρώτη δημοσίευση

Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή «Φεγγάρια και άλλα ψέματα».
 

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Ειρήνη Ιωαννίδου, "Σώμα Δρομολόγιο"




ΒΡΑΔΙΝΟ


Με κρύο νερό
ξεπλένω χλόη για βραδινό
Σ’ ένα μεγάλο μπολ
κόβω καρδιά, μαρούλι, δυόσμο
Στην άκρη του δωματίου
σε βλέπω να με τρως

Εγώ
μικρές μπουκιές
αμάσητα φιλιά
να κατεβαίνω στο λαιμό
Στις σκοτεινές γωνιές σου
Να κρύβομαι
Με καταπίνεις
Σε κατοικώ –

Ποιήματα ανθολογούνται τώρα
πάνω στο σώμα σου




ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΛΩΤΟΦΑΓΟΥΣ


Η μνήμη απωλέσθη
καρπός ώριμος και γευστικός
Έγκαιρα από κοπτήρες καταναλώθηκε
στα σπλάχνα πλέον
περιφέρεται

Η γνώση και αυτή θα υποκύψει
η γλώσσα θα πλαταγίζει άσκοπα
αναζητώντας την εκφορά

εκεί που τώρα άνθη φύονται




ΚΟΡΙΤΣΙ

                                   Στην Ειρήνη Καραγιαννίδου


Τη φωνάζουν κορίτσι
Θα της ράψω ένα κόκκινο φόρεμα
θα το βάλει με εκείνα τα δωδεκάποντα
Έχει μαύρα μαλλιά
σπάνιο αίμα
μακριά δάχτυλα
Έρχεται στον ύπνο τα βράδια
μου ξηλώνει τις λέξεις
Τις κεντώ ξανά σταυροβελονιά

Άσε με να σου χτενίσω τα μαλλιά
Θα πάρω μια σκάλα
Το βράδυ σε ταΐζω
μήλο γλυκό στο στόμα
Με κοιτάς σαν έργο τέχνης
κρεμασμένη στον τοίχο
Έχουμε το ίδιο όνομα:
Παραμύθι




ΑΚΡΥΛΙΚΟ


Ένα μήλο
κομμένο στη μέση
Δείπνο
με ακρυλικό
Λειώνει το πιάτο
δίπλα στα δάχτυλα

Ευτυχώς η θέα
-θυμάσαι τότε που σου έλεγα:
«θα μου λείψουν
τα φώτα απέναντι»
τη γλίτωσε
Τώρα, δε θα χρειαστώ
την αφίσα με το γαλάζιο του Ματίς

Τι και αν γκρέμισες τους τοίχους
Εγώ την υγρασία τις νύχτες
τη μυρίζω ακόμη:
στο σκοτάδι
στα κοιλώματα των εσωτερικών τοίχων,
στην υδρορροή που στάζει

Στο στόμα σου
Δεν θα μετρήσω
σε πόσες συλλαβές
θα με καταπιείς




ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ (ΜΠΛΕ)

                                   Στον Πάνο Σταθόγιαννη


Αν μπορείς να καταπιείς τόσο μπλε
που να κυματίζει η ανάσα μεσίστια
εν είδει προφητείας
Να βάφει μπλε το ήδη μπλε
τόσων χρόνων

Ωκεανός        Αιθέρας        Ουρανός

Τότε η χρωστική του λόγου σου
θα γεννήσει τον τόπο
τον ύστατο της θαλπωρής
εναέριο και επίγειο
ώστε
τα πέλματα μέσα του
να κυοφορούν άλματα θεσπέσια
και εγώ να χρειαστώ κι άλλο μπλε
για να βάψω τα τείχη μου




Από τη συλλογή «Σώμα Δρομολόγιο», εκδ. Σαιξπηρικόν 2016

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Ειρήνη Ιωαννίδου, "Τρία ποιήματα"






ΛΕΞΕΙΣ

Παιδί σου άρεσε να καταπίνεις εικόνες
και έπειτα την ώρα του τοκετού
να τις γεννάς πάνω σε μια λευκή λεωφόρο
– Λέξεις πια με το δικό σου δέρμα
το δικό σου σχήμα

Ήταν εύπλαστες, δίχως μέλη
Τους τα αφαιρούσες για να μοιάζουν με αγάλματα
να τις κοιτάς και να φαντάζεσαι μόνο εσύ
Είχαν μια γοητεία αυτές οι επεμβάσεις
Ανώδυνες,
μια Νίκη που δεν χρειάζεται τα φτερά της

Ήταν σπλαχνικές μαζί σου
Κάποτε σε άφηναν να τις κάνεις και πάλι εικόνες
Τότε έμπαινες μέσα τους
Τις μύριζες, τις άκουγες,
μπορούσες και να τις γεύεσαι




ΥΔΡΑΤΜΟΣ ΣΕ ΗΜΙΦΩΣ

Φλύαρο στόμα
Θέλεις να φυτέψεις εκεί
τον πλατύφυλλο
– στον ελαιώνα των προσδοκιών.
Λέξεις σε βάθος και πλάτος
Τις μετράς,
ένα στολίδι έπαρσης σε κάθε γραμμή

Κάθε φιλί στην κόψη
της προδοσίας
και ας σου γλείφω την πληγή.
Παράξενο πράγμα η επούλωση
με ένα τσάι και μια κουταλιά δάκρυα

Οι λέξεις γνωρίζουν κολύμπι
και ας μην διασώζονται
Ήδη υδρατμός σε ημίφως




ΙΕΡΗ ΝΟΣΟΣ

Ανοίγεις την σελίδα –
ένα ποίημα
Δεν θα το διαβάσεις
γιατί η απόσταση θα το σβήσει
και ο χρόνος θα θέσει τα όρια

Ένα ποίημα
δεν διαβάζεται
σε καταβροχθίζει
σαν ιερή νόσος
σου τρώει τα σωθικά
το γεύεσαι
και σε κάνει δικό του

Όπως το σκοτάδι ακουμπάει
στη στέγη του σπιτιού
και οι τοίχοι σε συνθλίβουν
με αγάπη λευκή και ακατέργαστη –

Κλείνεις τη σελίδα
 μέσα στο μυαλό σου