Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεοντάρης Βύρων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λεοντάρης Βύρων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2021

Βύρων Λεοντάρης, "Μόνον διά της λύπης"





III


Κάτω απ’ τα ραγισμένα πεζοδρόμια δεν ήταν η αμμουδιά
– πίσσες σκουριά και χώμα και παλιά ηλεκτροφόρα σύρματα
μια ταραχή σαν όταν οι νεκροί γυρίζουν μπρούμυτα
κομμένα καλώδια τηλεφώνου που ριγούσαν κάποτε
απ’ την ερωτική περίπτυξη δυο απελπισμένων αριθμών μέσα
         στη νύχτα
το ξέρω, θέλεις να πεθάνεις γιατί δεν αντέχεις ν’ αγαπάς
ρίζες από δεντροστοιχίες που κόπηκαν
για να πλατύνει η Οδός, η λαιστρυγόνα Πλατυτέρα
κι ο απόηχος από βήματα που φεύγουν – γιατί βήματα που
         έρχονται δεν υπήρξαν ποτέ
κι ο γδούπος μιας σκιάς που πήδηξε απ’ τα μάτια μας όταν
         αρπάξαμε φωτιά
και την ποδοπατήσανε τ’ αποκαΐδια μας

Κάτω απ’ τα ραγισμένα πεζοδρόμια δεν ήταν η αμμουδιά
κάτω απ’ τα πεζοδρόμια δεν ήταν–
Γι’ αυτό είμαστε τόσο λυπημένοι
κι εσείς που βρήκατε τον θάνατο
κι εγώ που τον έχασα





VI


Κάπου εδώ τελειώνουν οι βασανισμένες μέρες
το άγριο λαχάνιασμα μες στις ψυχές των άλλων
και το σακάτεμα του νου στα αινίγματα της Σφίγγας

Γιατί λοιπόν να γίνομαι ξανά όλος θύμηση
και το κορμί γιατί ξανά κλεψύδρα αναστραμμένη
−το παραμιλητό της άμμου μες στις φλέβες

Κατηφορίζοντας το μονοπάτι για το χωνευτήρι
οι σκιές δε ζητάνε πια άλλο αίμα
στρέφουν το βλέμμα πίσω με εγκαρτέρηση ξέροντας πως θα
         γίνουν πέτρες
Ένα μετανιωμένο χαμόγελο η πλάση
κι αυτός ο πόνος δεν είναι γιατί χάνομαι αλλά γιατί ξεγίνομαι

Γέρο-σφυγμέ καλέ μου κουπολάτη,
η θάλασσα που παλεύαμε δεν υπήρξε ποτέ
μήτε οι μαχαιροβγάλτες άνεμοι κι οι μεθυσμένες νύχτες
μήτε η αμάχη των στοιχειών
σ’ ένα κενό χτυπιούνταν μανιασμένα τα κουπιά μας
σ’ ένα κενό πλήγιασαν οι ψυχές και τα κορμιά μας

…Στο Νο 44 έψαξα για την πόρτα
μα πόρτα πουθενά ουδέ κλειδωνιά ουδέ τοίχος ουδέ χώρος
         απτός
και μόνο το Κλειδί μετέωρο
δίχως ν’ αγγίζει που δίχως ν’ αγγίζεται
έστρεφε αργά και μάταια έστρεφε κι ατέλειωτα





VIII


Δεν είχα κιμωλία να σχεδιάσω την ψυχή μου
με άλφιτα σημείωσα γραμμές και σχήματα μιας μοίρας
μα πέσαν τα πουλιά και τα ’φαγαν και σβήσαν
Μη με ρωτάς μετά πώς έχτισα το αδιέξοδό μου
και πώς πορεύτηκα και πού πλανήθηκα στους ίδιους μου τους
         δρόμους
πόσες φορές σκόνταψα πάνω μου
με το κεφάλι στην καρδιά μπηγμένο

Ψυχόπολη
με τα θαμμένα ποτάμια και τα γκρεμισμένα κάστρα
με τις πλατείες που αλλάζουν σχήμα σαν τον κόκκινο λεκέ
         στη μπλούζα
Ψυχόπολη με τα στοιχειά με τις πυρές και τις αγχόνες
με το κλάμα που δαγκώνει τα μάνταλα στις πόρτες
γειτονιές επιτάφιοι με πόρνες ημερομηνίες στα παράθυρα
υπόγειοι σταθμοί με εριννύες κοπέλες
που τα χείλη τους έγιναν θρόισμα ξερόφυλλων εφημερίδων
νόμοι συνθήματα πραιτώρια φυλακές
νεκρόκηποι νεκρόκηποι νεκρόκηποι

Ανεξερεύνητο έγκλημα
εδώ περιπλανήθηκα
ανάμεσα στο φονιά και στους μελλοντικούς φονιάδες
φορώντας κατάσαρκα το μαύρο δίκιο μου
φτάνοντας από αγωνία σε αγωνία κι ως την υπέρτατη αγωνία
         του λογικού
με τη χειρωναξία του πνεύματος πασχίζοντας να ξαναβρώ
το αρχέτυπο σβησμένο σχέδιο
ώσπου με ξέκανε σε βρώμικα σοκάκια το τραγούδι...
 
μη ελπίσεις παρ’ εμού ούτε στίχους ούτε άλλο τι·
μόνον διά της λύπης είμαι εισέτι ποιητής





Από τη συλλογή «Μόνον διά της λύπης», εκδ. Σημειώσεις, Αθήνα 1976.
Πηγή: «Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία [Ποιήματα 1949-2006]», ύψιλον/βιβλία, 2017.

Στην εικόνα: anonymous, «A City of Fantasy» (mid 19th century).

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

Βύρων Λεοντάρης, "Η ομίχλη του μεσημεριού"





ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Ι

Δεν ήρθαμε στην τύχη εδώ, μες στη σπαραχτική
         ακαταστασία του κόσμου.
Άνεμοι σύντροφοι μας άπλωσαν το χέρι
ήλιοι μας προσηλύτισαν
ιδανικά τραντάξανε κι εμάς την πόρτα − όμως αργήσαμε,
η ζωή δε μας περίμενε,
όταν ανοίξαμε, τα χνάρια από αίμα είχαν θολώσει·
πριν ξεκινήσουμε, βουλιάξαμε σ’ αποχαιρετισμούς.

Μείναμε να μας τυραννάει η μεγάλη δίψα
πιστεύοντας, πιστεύοντας, πάντα πιστεύοντας
ψάχνοντας για ποτάμια στις κορφές
σέρνοντας σαν ξερόφυλλα τα βλέφαρα στους τοίχους πουθενά
         δροσιά,
μια μαύρη λάμψη ολόγυρα μονάχα.

Η μέρα που λιντσάραμε μας ακλουθάει παντού,
τα ματωμένα της μαλλιά κολλάν στο πρόσωπό μας,
χιλιάδες νύχια προβολείς χυμούν μεσ’ απ’ το σκέλεθρό της,
ανατριχιάζει ο αγέρας πνέοντας ανάμεσα από πετρωμένα
         βλέφαρα,
τ’ αναστραμμένα μάτια τού αύριο μάς τρελαίνουν.
Θάμπωσε ο κόσμος, θάμπωσε σαν ακτινογραφία
μα της αρρώστιας το αίνιγμα ξεδιάλυνε για πάντα.
Πότε λοιπόν θ’ ανθίσουνε τα χέρια μας ένα χαιρετισμό χαράς
σπάζοντας τα θερμόμετρα της πίκρας και της έγνοιας
σπάζοντας χειροπέδες δεκαπέντε ρουμπινιών
πότε θ’ αλλάξει ο αγέρας μέσα στις ψυχές μας;

Δεν είναι να κρατήσει αυτό − γιατί
ποιος να μερώσει τον καημό του κόσμου
όταν ματώνει ο ήλιος μπούκες τουφεκιών
όταν η νύχτα αποζητάει τη σάρκα που ’γινε όνειρο,
γιατί πού να κρυφτούν των κοριτσιών τα δάχτυλα, σε ποια
         κρυψώνα απαντοχής
ποιες δακρυσμένες φυλλωσιές να τα παρηγορήσουν,
όταν γυρνούν τη νύχτα πίσω
βαριά τα γράμματα της γραφομηχανής και σκίζουνε
         τα νύχια τους
όταν γυρνάνε πίσω και παραπατούν μες στην καρδιά…
− ο έρωτας, ο έρωτας, μια λέξη που δε σχηματίσανε ποτέ
         τούτα τα δάχτυλα
χρόνια και χρόνια αδιάκοπα
ψάχνοντας παγωμένα μέτωπα στα πλήχτρα.

Δεν είναι να κρατήσει αυτό, τούτη η φριχτή ακαταστασία
         του κόσμου,
πονάνε ρίζες από φως μέσα στο χώμα.
Κι όμως εμείς δε θα τελειώσουμε ποτέ καμιά μας πράξη
ψάχνοντας για ποτάμια στις κορφές
πιστεύοντας, πιστεύοντας, μόνο πιστεύοντας,
σκάβοντας μοναχά με την καρδιά
μια γούβα για γλυφό νερό μες στη μεγάλη δίψα.



ΙΙΙ

«Αποχρωματισμοί»

Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
μες στις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.

Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.

Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
− ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σ’ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα…

Ακούς και δε γνωρίζεις τ’ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σου ’χε δοθεί
− σε ποιες λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι ν’ αρνηθείς τ’ ανάστημά σου.

Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή,
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;

Θα ’ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
− άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που «διελύθησαν ησύχως…».





ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ

ΙΙ

Ενθύμηση αποχαιρετισμού στ’ αρχαία ερείπια

…Ώσπου να πεις: δεν είναι πια άλλος τρόπος,
ώσπου για τη συναλλαγή να ξεκινήσεις,
ώσπου να μπεις στη ζυγαριά ειν’ ο κόπος·
μετά, νωρίς ή αργά, θα ισορροπήσεις.

Κι αν σου μιλώ με τόση γύμνια
δεν είναι γιατί πια δε θα ξαναϊδωθούμε
είναι γιατί τόσα τσακάλια, τόσα αγρίμια
τριγύρω αυτόν το χωρισμό καραδοκούνε.

Βέβαια, «κανένας με το ζόρι τους ανθρώπους
δεν μπορεί να τους κάνει ν’ αγαπήσουν»
όμως κοιτώ με φρίκη με τι τρόπους
τα καταφέραν και τους κάναν να μισήσουν.

Μυκήνες, τείχη, τάφοι, πανοπλίες,
ήλιος που μας πονάει, αγέρας που τυφλώνει…
− Κάποτε ήταν ζωή όλες τούτες οι ερημίες,
κάποτες ήταν αίμα ετούτη η σκόνη.

Τα δάχτυλά μας στις ασπίδες και τα κράνη
τι δάκρυα, τι φωνές, τι πόνο ψηλαφήσαν…
«Τόση λαχτάρα ζωής» τη στείλαν να πεθάνει,
τόσες περήφανες ψυχές – και τις λυγίσαν…

Γι’ αυτό, δεν είναι ο χωρισμός που με τρομάζει,
το ξύπνημα στην άδεια κάμαρά μου,
όπου δεν έχει ακόμα ξεψυχήσει
η φωνή μου που φώναζε όλη νύχτα τ’ όνομά σου,

όχι δεν είναι η μοναξιά που με τρομάζει,
τις ζυγαριές φοβάμαι που πληθαίνουνε στον κόσμο,
τις ζυγαριές που μέσα μας πληθαίνουν
όταν γι’ αυτό που γεννηθήκαμε δε ζούμε,
τις ζυγαριές, που είπαμε να τις σπάσουμε μια μέρα.

Αχ, είναι να μη μπλέξεις με παλάντζα.
Μην πεις που ένα σου μέρος μοναχά θα εξαργυρώσεις
οι ζυγαριές έχουν σκληρά κι ύπουλα γάντζα,
όσοι μπλεχτήκαν, όλα τα ’χουν δώσει

για θρύψαλα χαράς και για εσπερίδες
και για γαμήλιες βραδιές στο Μπούρτζι
μα η θάλασσα έφρισσε − φτερούγα από λεπίδες−
τους τρέλαναν το πρωί τού ήλιου οι μπρούντζοι.

Άνθρωποι, ελπίδες, όρκοι, πεποιθήσεις,
άνθρωποι τόσο σίγουροι για την ψυχή τους
– κι έρχονται τώρα οι τελευταίες ειδήσεις:
πουλήθηκαν, καθένας στην τιμή του.





ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ

V

Πονώ γιατί πέρασε μέσ’ απ’ την καρδιά μου
ένα μεγάλο αγκάθι
σπρωγμένο με τόση άνεση από δάχτυλα
που αγάπησα δίχως ελπίδα δίχως σύνεση
και τώρα πια δεν έχω λόγια να σκεπάσω τούτη την πληγή
φωνές για να την κρύψω.
Γιατί, δε θέλω, δεν μπορώ, δεν καταδέχομαι,
όσα έζησα
τώρα μονάχα ποίηση να ’ναι.



VI

Έσπασα πια τις σάλπιγγες
έκαψα τις σημαίες.
Τώρα μιλώ με την ανθρώπινη φωνή μου,
αχ, τώρα σας μοιράζω την ψυχή μου
− κι εσείς γυρνάτε αλλού το πρόσωπο…





Η ΟΜΙΧΛΗ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

ΙΙ

Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει,
η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

Η πίστη σου − που τη σηκώναν άλλοι −
βαραίνει τώρα και συνθλίβει
καμιά σιωπή πια δε σε κρύβει
καμιά καταφορά δεν αναβάλλει.

Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη,
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης
− σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις
είπες: ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη…

Ποτάμι που έχει μείνει ξερή κοίτη
πώς να ’χεις έτσι ξεστρατίσει;
Σου άξιζε εσένα αλλιώς να ζήσεις.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι…





Από τη συλλογή «Η ομίχλη του μεσημεριού» (1959).
Πηγή: «Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία [Ποιήματα 1949-2006]»,
εκδ. ύψιλον / βιβλία, 2017.

Στην εικόνα: Stanisław Witkiewicz, «Mgla wiosenna (Springtime fog)».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

Βύρων Λεοντάρης, "Ανασύνδεση"




                                                            Στη Ζ.Δ.

                                                            «…γιατί φοβάμαι
                                                            ανάμεσα στους στίχους μου
                                                            μονάχος μου
                                                            χωρίς εσένα…»


                                          I


Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι
απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης
και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες…

Πάνω απ’ τους ξεραμένους κάμπους θειάφι και μολύβι
αγρίμια πυρετοί γυρνούν με πυρωμένα νύχια
στεγνά σαν κάννες τουφεκιών τριγύρω τα πηγάδια
και τα κλωνάρια της κραυγής χωρίς κανένα φύλλο.

Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
με το θρυμματισμένο πρόσωπο της ανταρσίας αναστραμμένο
         στο αύριο
μ’ ένα τραγούδι αλλουλούδιστο στα μάτια μας
με τα κεραυνωμένα χέρια σωριαστά
κι απ’ τα χαλαρωμένα δάχτυλα φευγάτα όλα τα ελάφια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα;

Το αίμα στο αίμα πάνω πέτρωσε δεν δίνει πια χρησμό
άδειος εδιάβηκε ο καιρός χωρίς κανένα θάμα…
Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα
ρωτώντας πάντα αμετανόητα ρωτώντας πού τραβάει
αυτός ο δρόμος που περνάει
ανάμεσα σε σκοτωμένους και φονιάδες.





                                          II


Μέρες που δεν σε θέλουν πια
γιατί πολύ τους δόθηκες, γιατί
αφρόντιστα ξοδεύτηκες
μέρες που δεν σε ξέρουν πια
κι αποτραβούν το χέρι τους από το δικό σου
κι όλο μακραίνουνε και προχωρούν χωρίς εσένα
−μα πού πάνε;−
Μόνος, σκοτάδι και τ’ απόμακρά τους βήματα
βλέφαρα που σφαλούν πάνω στο δέρμα σου
φύλλα που γίνονται ένα με το χώμα.

Πλατείες που δε σ’ αναγνωρίζουν πια
δρόμοι που κρύοι γλιστρούν κάτω απ’ τα πόδια σου
άλλους βηματισμούς τώρα ζητούν,
για νέες χειρονομίες κραυγών ριγούνε τώρα οι άνεμοι.

Όλα γινήκαν έτσι μονομιάς μια άξαφνη αναχώρηση
ξένος στον κόσμο απόμεινες
βλέμματα, λόγια, αφές,
γεφύρια που σ’ ενώναν με τους άλλους,
όλα γκρεμίσαν τώρα πάνω σου − κι αν θα φωνάξεις, η φωνή
         σου
ομίχλη πήζει γύρω σου.

Μέρες που δεν σε θέλουν πια,
μέρες που σμίγατε μαζί στην ίδια πίστη, μα που τώρα
κάτι άλλο ψάχνουν − μα τι να ’ναι αυτό;
κάτι άλλο πιο μακριά απ’ την πίστη σου γυρεύουνε κι ο φόβος
μήπως δεν πήραν τίποτε, μα τίποτε από σε μαζί τους
λιώνει τη σάρκα σου, χωρίζει το κορμί απ’ την αίσθηση
καθώς το νιώθεις πια
πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο
το πέρασμα της ιστορίας επάνω σου.





                                          V


Και μόνο εσύ θ’ αναζητάς τη σταυρωμένη ανάσα μου στα
         ουράνια
και μόνο εσύ θα τριγυρνάς στο πέλαγος της νύχτας
γυρεύοντας τα σπαραγμένα μέλη μου που σκόρπισαν
ανάμεσα σ’ αποδημία και νοσταλγία.

Γιατί μονάχα εσύ θα μ’ άκουσες
να σε φωνάζω απ’ τις σκληρές ακτές του μέλλοντος
με την κραυγή σπασμένη εντός μου
μονάχα εσύ θα μ’ ένιωσες
να ’ρχομαι και να ψηλαφώ το ρίγος σου, αγέρας στις
         κουρτίνες,
να θέλω να μαζέψω από παντού τη μυστική ανταύγεια του
        κορμιού σου…
Δίψασα για ήμερο νερό καταμεσί στην τυραννία της λάμψης
με κατατρώει το φως, με διαπερνούν ανεξιχνίαστα ρίγη − αχ
λίγο πονετικό σκοτάδι, αυτό που μένει
ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα και το κορμί την ώρα του χαδιού −
         αυτό μονάχα
γιατί, πού να σταθεί η ορφάνια των χεριών που ξέμαθαν να
         παίρνουν
καθώς ξαναγυρνούν και με κυκλώνουν τώρα
μνήμες αφών
αστροφεγγιές
αγέρηδες
εσύ − μια θάλασσα πάνω στα δέντρα
καθώς ξαναγυρνούνε κι ολολύζουν στο αίμα μου
όλα όσα ήτανε δικά σου και τ’ αρνήθηκα
για να κρατήσω
Εσένα.





                                          VIII


Δεν είναι μόνο εμείς που φύγαμε απ’ τις θέσεις μας
κι οι ίδιες οι θέσεις σάλεψαν
αφήνοντας ακάλυπτη όλη την καρδιά μας.
Στόχοι καινούριοι μαγνητίσανε τις κάννες μας προτού τους
         δουν τα μάτια
σκίστηκε ο άνθρωπος στα δυο, σκίστηκε η πράξη
ρεύματα ενάντια χυμούν μέσα στο χάσμα − και δεν είναι
δεν είναι πια ν’ ακούς
το τρίξιμο εσένα του ίδιου που λυγάς να πέσεις,
χτυπήματα φτερών και σκιών στου ονείρου σου την όψη
θρήνος της νιότης στα κλαδιά της σωριασμένης τόλμης.

Ανάμεσα σε δυο μορφές αγώνα
ω, ερημιά του νου
αμηχανίας της δράσης…
Γδύσου αν μπορείς λοιπόν της μνήμης σου το δέρμα
ξέχασε αυτά που γύρευες
ή σκότωσέ τα για να τ’ αναστήσεις ύστερα πιο πέρα
γίνε ένα με το ποδοβολητό που τα συνθλίβει
προχώρα με τον τσακισμένο αυτόν ορίζοντα μπηγμένο στο
         μυαλό σου.

Ω, εσείς που είστε καινούριοι στον αγώνα
σεις που δε σας βασάνισε αμφιβολία και ήττα
συλλογιστείτε αυτούς που νικήθηκαν κάποτε
συλλογιστείτε αυτούς που αφήσαν τις καρδιές τους
ανατιναγμένα οχυρά μακριά βαθιά στο μέλλον.

Τώρα μαζί σας σ’ άλλες πολεμίστρες
αρχίζουν πάλι και ξανά
ζητώντας πάντα τη χαμένη ενότητα
τώρα μαζί σας κι όμως ολομόναχοι
τραβάνε σα μαγνήτες πάνω τους το θάνατο − ω,
μιλώ μιλώ κι ας μη μ’ ακούτε,
μαζί σας κι όμως ολομόναχος
− ένας πομπός που έχασε επαφή
ένα αεροπλάνο στο σταυρό των προβολέων π’ αστράφτει.





                                          XI

                              Plouton Club


−Κάνε να πάψει ετούτη η μουσική
φτάνει πια τ’ άγριο ξέγδαρμά της φτάνει.
Τι έρχεσαι πάλι αφού πια έχεις πεθάνει
και βάζεις με μανία τρελή

τους δίσκους π’ αγαπούσαμε παλιά
−δίσκοι που γίναν πια κηλίδες αίμα
δίσκοι που γίναν πια πλατείες αίμα
μ’ άθαφτα πάνω τους κορμιά…

Απ’ τα δικά μου κι όλων τα δεινά
τάχα πόσον καιρό μπορώ να λείψω;
ω, μη μου βάζεις την καρδιά στο γύψο
το ράγισμά της δεν περνά.

−Τι κλαις, τι θες ακόμα, τι ζητάς;
−Πάμε να φύγουμε − και πού να πάμε;
δεν ξεδιαλύνω οι δρόμοι πού τραβάνε,
τι θέλει το αύριο από μας.

Βρες μου να μου ταιριάζει μια μορφή
αγώνα, που σώζει δίχως να σκοτώνει.
Κοίταξε τι καπνός και πόση σκόνη
μέσα μας, τι καταστροφή…

−Λόγια θαμπά κι αγγίγματα τεφρά
σκάβουν τη σάρκα μου. Ποιος είσαι;
Λύσε μου τα μαλλιά των θρήνων, λύσε
το αίνιγμα που μας τριγυρνά.

Πάλι σε μπέρδεψα με τον Νεκρό,
ω, μη δε μοιάζουμε όλοι πεθαμένοι;
Είμαστε άνθρωποι που δεν τους συμβαίνει
τίποτε, τώρα και καιρό.

Παράλυτη και λαίμαργη γενιά,
πάμε να φύγουμε − Και πού να πάμε;
Πάμε να φύγουμε από δω, φοβάμαι;
γρήγορα φτάνει η παγωνιά.

Τι μάταια που ’χουμε όλοι ξοδευτεί…
Σάμπως να γίνηκε έκρηξη εδώ μέσα
κι οι σάρκες μας που απ’ τ’ όνειρο στερέψαν
στους τοίχους έχουν τιναχτεί.

Πάμε να φύγουμε… − Μα τι ωφελεί
αν από τη σωστή πόρτα δεν βγούμε;
Με αίμα πρέπει να σκάψουμε να βρούμε
την έξοδο προς τη ζωή.





Από τη συλλογή «Ανασύνδεση», 1962.
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Βύρων Λεοντάρης - Ψυχοστασία [Ποιήματα 1949 - 2006]», εκδ. ύψιλον / βιβλία, 2017.

Πηγή για την εικόνα: https://www.tasakos.gr/

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Βύρων Λεοντάρης, " Έως... "




Από την ενότητα «Εκτός»

*

Δεν είναι παρά μόνο μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
ίχνη που άγνωστο αν οδηγούν σε μένα
αλλά συνάζονται και συνωστίζονται, διεκδικούν τον χώρο μου
          δε μου αφήνουνε λευκό
κι επαίρονται αναίσχυντα «εμείς γραφτήκαμε,
          θα μείνουμε. Εσύ έζησες, πεθαίνεις».

Ε όχι και όχι... Μου ’ρχεται να τα καταραστώ
(...να μείνετε, να μείνετε εσαεί στη γέενα της γραφής
και να μην έχει ο παιδεμός σας τελειωμό
να σπαρταράτε σε κειμενικά δίχτυα και να ξεσκίζεστε
          απ’ τα τσιγκέλια των γραφίδων
να πετσοκόβεστε σε χειρουργεία παραναγνώσεων
πολύποδες να βγαίνουν απ’ τα σύμφωνά σας
και φλύκταινες να σκαν τα φωνήεντά σας
λήθη για σας να μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή
          σε μνήμες ηλεκτρονικές
ατέλειωτο μαρτύριο αθανασίας...) Να τα καταραστώ...
          Αλλά κλάμα μου κι αυτά δεν είναι;

If we could weep words...
Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις
          και δεν κλαίμε δάκρυα
Α, δάκρυα, πού είστε δάκρυά μου...
Διαπεράστε τα έγκατα πετρώματα αναβλύστε
σαρώστε αυτά τα μυγοχέσματα απ’ τα μάτια μου
και κάντε μου ξανά το κλάμα κλάμα




*

Σεσημασμένος είμαι. Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα
μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με
          διαβάσετε ούτε να με διαβείτε
Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε
Ποντάρατε στο κόκκινό μου πάλι χάσατε
κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας

Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα
κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει
Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.
Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης
ποιητής μιας ποίησης που δε μπορεί να υπάρξει
μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.
Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν




*

Ας με ονειδίσουν που τα παρατάω πριν απ’ το τέρμα
και ματαιώνεται η αίσια έκβαση και πάει στράφι
της τόλμης η παραφορά κι ο κόπος της ελπίδας
Δεν είναι που μακραίνει και μακραίνει το πλην
          της τελικής ευθείας
μα που στρεβλώνεται

Χάθηκε το ίσιο βλέμμα
κι ο λόγος ο γεννναιόφρων
Λοξοδρομούν τα αισθήματα
Στα δίχτυα του μυαλού σκλαβώθηκε το πνεύμα
η οθόνη σκέπασε τη θέα
δεν έχω πέλαγος, δεν έχω αγνάντεμα

Φεύγουν οι μέρες απ' τους μήνες τους
κι οι μήνες απ’ τα έτη
το εδώ γίνεται αλλού
κι ό,τι ήταν χρόνος πια δεν είναι
κι ό,τι ήταν τόπος πια δεν είναι
θραύση ορίων και μεγάλη θλίψη
κάτι σαν αντιγένεση
Από τα θραύσματά μου εν σκοτομήνη πλήττομαι

Ας με ονειδίσουν
όσοι προσβλέπουν στο αποτέλεσμα
σ’ αυτό το απόβλητο του τέλους που ρυπαίνει τα ιερά
Ας με ακυρώσουν οι κριτές στους πίνακές τους
Αλλά εσύ γενιά του αιώνα
τραγούδα μην κρεμάς τα όργανά σου στις ιτιές
και μην κολλάς τη γλώσσα στο λαρύγγι σου
Τίποτε μη μνησθείς
Περίτρομη τον τρόμο σου τραγούδα
σε γήπεδα πλατείες και στρατόπεδα
με λίθο μυλικό περί τον τράχηλό σου
λαβέ κιθάραν, ρέμβευσον... καλώς κιθάρισον,
πολλά άσον

ίνα σου μνεία γένηται.




Από την ενότητα «Επέκεινα»

*

Έμπλεος από σένα
πώς κι από πού να σε φωνάξω;
Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.

Απροσδιόριστοι στον κόσμο.
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
− έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…

Ας ήταν να βρεθούμε
έξω από μένα
έξω από σένα
γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.

Στα δυτικά μου πάντα ήθελα να ’σουν
να μου γνέφεις
απ’ τα βαθιά των ημερών.




*

Ένας ο βίος κι αγύριστος κι όλα του αμετάκλητα
ό,τι είπαμε και πράξαμε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
μα η μνήμη βολοδέρνει όλο στο κακό.
Γιατί, ποιος λογαριάζει το καλό ποιος το θυμάται
το ρίχνεις στο γιαλό και χάνεται
μα το κακό πώς να χαθεί που είναι χαμός
με τίποτε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
για πάντα μένει και μας τυραννάει.

Και δε μιλώ για τύψεις.
Αυτές λίγο-πολύ όλους μας βολεύουν
είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και
          δεν σε εκθέτουν
δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση
μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν
          μέσα σου περίτεχνα
με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές
και στο άλλοθι του θεατή του εαυτού σου
νιώθεις σιγά-σιγά να γίνεται η συγκίνησή σου
          αισθητική
εν τέλει μια ποιητική του ήθους
− κι αν σε τρελαίνουν κάποτε σε ξαγοράρη πήγαινε…

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Αυτή δεν κρύβεται εκτίθεται και σ’ εκθέτει σε
          φτυσιές και λιθοβολισμούς
αυτή δεν έχει αντισήκωμα
δεν την καλύπτει τίποτε στο πρόσωπό σου
και στη γυμνή της θέα εξαγριώνονται
όσοι δεν ντρέπονται ή φοβούνται να ντραπούν,
οι ανώδυνοι και ανεπαίσχυντοι κι ειρηνικοί,
και σου χυμούν με λύσσα να σε ξαποστείλουν
σε ανεξιλέωτο θάνατο.

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Ντροπή ν’ ανοίγει να σε καταπιεί η γη
ντροπή που έζησες
στον κόσμο ετούτον




 Από τη συλλογή «Έως...», εκδ. Νεφέλη, 2003

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Βύρων Λεοντάρης, "Εν γη αλμυρά"



                      Έτσι που τραύλισα…

                                      I

Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη
Ανάσα και χειρονομία καμμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους

Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε

Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
– αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση... –
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο

Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί

Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει



                                      II

Τώρα που δεν μπορώ παρά να με θυμάμαι μόνο
ξέρω, δεν ήταν έτσι, τίποτε δεν ήταν
αλλιώς έγιναν όλα

Η μαρτυρία μου ασαφής. Τι υπεκφυγές, τι συγκαλύψεις
σε λόγια, σε γραφτά και σε φερσίματα…
Αλλά πώς να τα πω και φαντασίας καμώματα όλα αυτά
Και τα σημάδια; και τα ερείπια; της φαντασίας κι αυτά;
        Δε γίνεται.

Πώς να αναιρέσω μια κατάθεση
πώς να διευκρινίσω μια ζωή;
Το ειπωμένο με εκδικείται
κι ανεξιχνίαστο μένει πάντα το υπαρκτό

Σίγουρα κάτι μου διαφεύγει
κάτι που λάθος το έζησα και λάθος με έζησε
κι όλο και σκοτεινιάζει γύρω μου
κι όλο και σκοτεινιάζει

Πού βρίσκομαι
Τι ώρα να ’ναι.



                                      V

Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος

Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙
σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται
σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του
Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας
(πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;)
Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή
και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά

Ήξεραν οι παληοί και προνοούσαν
να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
συγύριζαν το μέσα τους , στόλιζαν τις ψυχές τους
ήξεραν να μοιρολογούν
εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
        στ’ όνειρό τους
κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι

Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκκαλα
        της μάνας μας...
Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους
δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας
δεν ξέρουμε να κλάψουμε
πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε

Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας
άδεια χελωνοκαύκαλα



                                      IX

«Δεν είμαστε ποιητές» σημαίνει φεύγουμε
σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…

Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…
Ε, ναι λοιπόν, αυτό σημαίνει




                          Στιχομαντεία

                                      *

Τα ονόματά μας πού και πού μας βλέπουν στο όνειρό τους
ψυχές περιπλανώμενες δυστυχισμένες
χαμένες σημασίες που τις αποζητούν ακόμα
Για μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν και έντρομα ξυπνούν
κι ανάβουνε τα παγωμένα φώτα
κι αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται και να φωνάζονται
να νοιώσουν έτσι πως υπάρχουν

Γιατί, πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν
να τρέμουν οι ουρανόσκαλες και να γεμίζει η γειτονιά λουλούδια
πού τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε
        στης νεραντζιάς τη φλούδα

Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας
δε θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους
θα ζήσουν μια δική τους ζωή με άλλες σημασίες σε εξώθυρες
        και εξώφυλλα
βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα και δε θα μας ξέρουν

Εμείς χαμένες σημασίες
κι αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα



                                      *

Αγριομυρίκη εν τη ερήμω
επικατάρατος εν γη αλμυρά…
Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω

στους πέντε δρόμους δίχως να ’χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ

σε σώπασα μέσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα ’χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη… δίχως αποδείξεις…
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν

Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει
τη ζωή… Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’ αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης



                                      *

Μέσα στο ποίημα σε χάνω Έξω από μένα
άλλη ομορφιά σε παίρνει, αγαπημένη
Τί θα γίνω και τί με περιμένει
σε άδειες αισθήσεις και χωρίς εσένα

που είσαι για μένα ό,τι είμαι και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι
Τί να μου κάνουν νοσταλγίες και μνήμες
Το απτό με αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα

το απτό που ήταν η τρέλλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι…
Τί άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο «υπάρχω-δεν υπάρχω»

Να χάνω όσα είχα το άντεχα· μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δε γίναν και δεν είχα
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιωθήκαν;
Σε άλλη ομορφιά θ’ αγιάζουνε μαζί σου

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το αίνιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που γράφτηκαν για να σβηστούνε

Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος…
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω

Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος
θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία…
Και δε με ξέρω πια και δε με θέλω




                      Το μεθύσι των νεκρών

                                      *

Κλειστό είναι το ανοικτό βιβλίο που κρατάς.
Αλλιώς θα ανοίξει.
Όπως ανοίγει σφαλιστή δίφυλλη πόρτα. Από τη μέση.
Στο στάχωμά τους θα χωρίσουνε τα φύλλα
και με τις έξω άκρες τους στα δάχτυλά σου τρίζοντας
αργά σαν σε ρεζέδες θα περιστραφούν.

Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό
– γιατί, ποιο άνοιγμα χωρίς κενό;

Έτσι κι όταν ανοίγω την ψυχή μου.
Για το κενό του ανοίγματος και μόνο.
Όλα τ’ άλλα είναι γνωστά. Σαν «ανοιχτό» βιβλίο.




Από τη συλλογή «Εν γη αλμυρά», εκδ. ΕΡΑΣΜΟΣ, 1996