Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθερίου Μάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθερίου Μάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

Μάνος Ελευθερίου, "Ποιήματα"






ΟΙ ΦΙΛΟΙ, ΠΑΛΙ


Ξωκλήσια σαν τις συλλαβές στα δόντια της ψυχής
και σαν νησιά με στέρνες και με δεντρολίβανο,
δύσκολοι φίλοι, χαμένοι φίλοι,

τους βρήκα να παραμιλούν και να μαλώνουν με σκιές,
λινό της ξενιτείας εβάραινε τον ύπνο τους
και θέλεις από στέρηση, θέλεις από το άδικο
και την καταλαλιά
μια νύχτα στην Καισαριανή κι ένα πρωί στο Πέραμα
ξερίζωσα τούτες τις φαρμακερές κλωστές
απ’ τη ζωή μου
καθώς τραβούν οι ναύτες τα δίχτυα στη στεριά.


                                                   (Μαθήματα μουσικής, 1972)





ΕΙΣΑΙ Η ΠΡΕΒΕΖΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΛΚΙΣ


Αυτές οι ρεματιές                κι αυτά τα βράχια
κι αυτά τα σπίτια                 δίπλα στο γιαλό
αυτές οι μάνες με                το κάρβουνο στα μάτια τους
κι αυτά τα κύματα               που φεύγουν                                και
ξαναγυρνούν,
αυτά τα πεύκα με τα χαραγμένα λόγια
κι ο κωνσταντίνος ο καημός που πέταξε σαν το πουλί
κι εκείνα που δεν πρόφτασαν οι κήρυκες,
παρά μονάχα ψεύτες
                                                 και ρουφιάνοι,
ω πολιτεία με το βράδιασμα κοντά στους ταρσανάδες
στην αγορά, στον καφενέ και στο ποδόσφαιρο
είσαι η Πρέβεζα, τα Γιάννενα και το Κιλκίς,
το Μεσολόγγι, ο Πόντος κι η Ερμούπολις,

ω πολιτεία του αμανέ στα τουρκοχώρια

μ’ αυτές τις ρεματιές κι αυτά τα σπίτια
μ’ αυτά τα βράχια δίπλα στο γιαλό
γι’ αυτές τις μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους

θα ’ρθει καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι.


                                                   (Τα ξόρκια, 1973)





ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΦΑ


Την ώρα που έγραφα το μαύρο τ’ όνειρο
της νύχτας
το λευκό χαρτί σιγά σιγά καιγότανε στην άκρη.

Σιγά σιγά κι από τη άκρη γίνηκαν κι όλα τ’ άλλα.
Ώσπου με πνίξαν οι καπνοί
κι έμεινα δίχως σπίτι.


                                                   (Τα όρια του μύθου, 1975)





Η ΓΡΙΑ ΓΟΡΓΟΝΑ


Πώς είναι μια γριά γοργόνα; Πώς είναι τώρα
που βαριέται να ρωτάει
που ξέρει το παιχνίδι του καιρού κι αναγνωρίζει
λάθη και συμβάσεις
και με φανταστικές κινήσεις εννοεί
ό,τι ρωτούσε πάντα;

Πάντα και πάντα ό,τι ρωτούσε και πώς είναι
όταν σε γύρευε μες στις σπηλιές του ύπνου
μες στα χαράματα του πόντου και στα τρελά νερά
παίζοντας με κόκαλα πνιγμένων
τυφλή, κουφή, ξεδοντιασμένη, με ρευματισμούς,
πώς είναι μια ζωή γονατισμένη
τώρα που η δίκαιη κλεψύδρα μένει ακίνητη
καρφωμένη μέσα στο χρόνο της που περιέχει

ή με τα δώρα κάποιου που γερνάει μόνος του στα καφενεία και στα
         πορνεία

κυνηγημένος από σένα κι από φιλιά φαντάσματα
μ’ ένα κορμί που το κατάντησες σαν λατομείο
και δεν ελπίζει να το κοιτάξεις
ή προς το βράδυ να ξεδιαλύνεις τον προσφυγικό του ύπνο
τώρα που σ’ αιχμαλώτισαν άλλοι καθρέφτες κι άλλα φώτα
και δεν υπερασπίζεις πια το σώμα σου·
ανακαλύπτεις τους καθρέφτες μες στο σώμα σου
ή σκουριασμένα σύνεργα ενός παλιού μηχανουργείου
και λες μεταμορφώσεις είναι, τίποτ’ άλλο.
Το ξέρει αυτός, ο συγγενής του κόσμου,
αυτός που είδε αμαρτίες κι αμαρτίες,
στρατούς, παραλυσίες και φυλές,
το ξέρει αυτός πως η ψυχή έχει δικές της αποφάσεις
κι άλλους δρόμους. Πώς δεν σ’ το δίδαξε;
Πώς είναι όμως δίχως φάρμακα  ε κ ε ί ν η
ελπίζοντας μια κάμαρα σ’ ένα γηροκομείο
την Κυριακή επισκέψεις από γέρους ναυτικούς
γιατί πια τώρα το ’μαθε καλά

το άλλο μισό του ανθρώπου είναι
το παραμύθι

αλλά κι εσύ γιατί να της παραφερθείς
αφού κοντά της βούλιαξες ολόκληρος
και μόνο το τραγικό σου χέρι φαίνεται
να κρατάει, σαν ψάρι, σπαρταρώντας,
την ψυχή σου.





Τ’ ΟΝΕΙΡΟ-ΓΥΑΛΙ


Σε τούτο το φριχτό πηγάδι
πέταξα τη μαύρη πέτρα
πριν γίνω τ’ όνειρο-γυαλί
γιατί τα σύμβολα σιγά σιγά ξεφτίζουν
κι οι αναμνήσεις έρχονται καιόμενες
γυναίκες.

Σε μια πατρίδα γονατισμένη
με τόσα ερείπια αισθήματα
τόση σπατάλη σε όρκους και υποσχέσεις
σε ξεπεσμούς ανθρώπων που λογάριασες
ένα κομμάτι γυαλί σπασμένο
είναι η γλώσσα μου.

Ό,τι να πει ματώνει.


                                                   (Το μυστικό πηγάδι, 1983)





ΕΠΑΡΧΙΑ


Ζω σε μια πόλη ξεπεσμένου ελληνισμού.

Αγγίζοντας κι εγώ το χρόνο κάποτε
μιας φονικής χαράς
τινάχτηκα σα ν’ άγγιξα ηλεκτροφόρα σύρματα.

Σ’ αυτό τον τόπο που τρέχουμε όλοι πανικόβλητοι
σαν τα παράνομα ζευγάρια σ’ ένα φλεγόμενο ξενοδοχείο.


                                                   (Αναμνήσεις από την όπερα, 1987)





Πηγή:
«Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017.

Στην εικόνα: Edward Burne Jones, «Τα βάθη της θάλασσας», 1887. (Μουσεία Τέχνης του Harvard).
Πηγή: το ιστολόγιο της Άννας Αγγελοπούλου:
http://annagelopoulou.blogspot.gr/2015/05/blog-post_24.html

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Μάνος Ελευθερίου, "Το νεκρό καφενείο"




ΖΟΥΜΕ ΑΛΛΟΥ

Ζούμε αλλού και κάπου αλλού υπάρχουμε
αλλού κι αλλιώτικα μιλάμε και αγαπάμε
αλλού είναι η σκέψη μας κι ολόκληρη η ζωή μας

κι όμως εδώ σ’ αυτό τον τόπο σέρνουμε τα πόδια μας
σαν τους κατάδικους που ζουν μ’ άλλους κατάδικους
σ’ αυτές εδώ τις ερημιές με πρόσωπα που ανήκουν
         σ’ άλλους
ή και σε κάτι που υποδύεται τους άλλους.


Ζούμε αλλού κι άραγε πώς να είμαστε
με ποια λαλιά και ποιες αισθήσεις


με δέρμα και αίμα υποταγμένα στο μυστήριο
και ασφαλώς περήφανοι στην τακτική ζωή μας.

Α βέβαια, βέβαια ζούμε αλλού και κάπου αλλού
         υπάρχουμε.




Ω ΦΙΛΟΙ, ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ

Φίλοι παλιοί χρυσάφι παλιό
χρόνια κρυμμένοι στις σκιές
το θάνατό τους τον μαθαίνουμε απ’ τις εφημερίδες.

Στα μαγεμένα σπίτια τους είχαν καθρέφτες σκοτεινούς.
Τα βράδια ντύνονταν πτηνά να ξεγελούν τους ουρανούς.
Νιώθαν ασφάλεια μες στις χαράδρες του έρωτα
ύψωναν πόρτες στις ερήμους
κυκλοφορούσαν μόλις νύχτωνε σαν αυτοκράτορες.

Με τόσες μάσκες, μεταμορφώσεις και μονολόγους
δε φταίει κανείς που χάθηκαν μέσα σε τόσους ρόλους
μήτε που τρίζει το βασίλειο σαν το σπασμένο καναπέ.

Ω φίλοι, φίλοι μου,
μιλήσατε τα ελληνικά σαν τα ξερά φύλλα της λεύκας
         στον αέρα.




ΤΟ ΜΠΛΕ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΓΥΡΕΥΑ

Το μπλέ του κόσμου γύρευα
και καθώς ενόμιζα πως κουβαλούσα το αεράκι
του μέλλοντός μου
είδα το χιόνι των ανθρώπων ερώτων μακρινών
και να ματώνουν τα πνευστά και να ιδρώνουν θάνατο

και τα σώματα να γίνονται μοίρα
με τη μνήμη μας ένα ποτάμι θηρία που αστράφτει
κατηφορίζοντας στα μεγάλα βουνά των ανθρώπων.




ΜΙΑΣ ΠΙΚΡΑΣ ΕΡΩΤΩΝ

Ξύπνησα μούσκεμα στα όνειρα
μ’ έναν άρρωστο στίχο στα δόντια.
Μες στα συρτάρια ψεύτικα φιλιά.
Μες στις ντουλάπες δήθεν αναμνήσεις.
Πώς να ζήσει κανείς τo ανέλπιστο
αφού αυτό που φαντάζεται του συμβαίνει.
Όλα θυμίζουν τα φτερά –
και στο έτος που οι μήνες δεν είχαν όνομα.




Από τη συλλογή «Το νεκρό καφενείο», εκδ. Καστανιώτη, β΄ έκδοση 2006 

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Μάνος Ελευθερίου, "Η πόρτα της Πηνελόπης"




Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ


Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δε σηκώθηκε από ’κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ’ την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ’ ανοιγμένες φλέβες ξερές απ’ τον ήλιο
ίδιες με τα πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.




ΜΕΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Χιόνι κρατούσα κι έλειωνε σαν τις ελπίδες των ανθρώπων.
Ζούσα τότε θυμάμαι σ’ άλλες εποχές.

Φύλαξες τα χρυσά φιλιά μες στ’ αργυρά κουτάκια.
Φύλλα ξερά της δάφνης και φύλλα Παραδείσου.
Μες στα βιβλία της αγάπης και μέσα στα λευκώματα
κι αυτό που δεν μπορεί να υποσχεθεί.

Είναι λοιπόν καημοί που τους περνάμε μόνοι μας.
Κι είναι καημοί που μοιραζόμαστε πολλοί.
Κι ο πόνος ο ελληνικός δεν έχει τέλος.





 ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ


Σαν να ’ταν αύριο που θα γίνονταν όλα.

Και το αναμμένο φως στο κομοδίνο
να ξορκίζει και να αναβάλλει το θάνατο.

Κι έτσι σιγά σιγά που γέρνεις και γερνάς
στο θάνατο του ύπνου
μόλις εκείνες τις στιγμές καταλαβαίνεις
ότι γνωρίζεις όλες τις παλιές αλήθειες
αλλά ποτέ δε θα μπορέσεις να τις αποδείξεις.

Αχ πόσα μας επιφυλάσσει ακόμη
το παρελθόν.





Από τη συλλογή «Η πόρτα της Πηνελόπης», εκδ. Γαβριηλίδης 2003.