Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ραπτοπούλου Αμαλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ραπτοπούλου Αμαλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Αμαλία Ραπτοπούλου, "Το Γαλάζιο Δωμάτιο"





Πέτρα γένους θηλυκού


Κρατάς μια πέτρα θηλυκή στο χέρι σου.

Πώς ξέρεις το γένος της;

Μα από τη λεία της υφή!

Από το πώς προσαρμόζεται αθόρυβα

στις σχισμές και στις καμπύλες της χούφτας σου,

Τις αδιόρατες μυτερές προεξοχές

που σε γρατζουνούν απαλά

αν τύχει να σφίξεις παραπάνω τη γροθιά σου.

Κάνεις να τη ρίξεις καταπάνω μου

Μετά κοντοστέκεσαι

Αλλάζεις γνώμη

Παίρνεις ένα πινέλο με κόκκινη μπογιά

Και γράφεις πάνω της αργά

Τ’ όνομά μου.





Εκτέλεση


Από τη μια μεριά ο ταύρος
Από την άλλη ο αετός
Στο ανάμεσό τους
Εσύ
Στη μέση του ανάμεσα
Εγώ

Είμαι
η χαμένη σου πατρίδα
Το φως και η νύχτα σου
Το σπίτι που άφησες πίσω σου, το ξέστρωτο κρεββάτι.

Είμαι
Το ξέφωτο μέσα στην καταιγίδα
Το λουλούδι στην άκρη του δρόμου
Το χαμόγελο στα χείλη του νεκρού

Είμαι η πνοή που φουσκώνει το στήθος σου
Ο αέρας που ανασαίνεις
η γουλιά που υγραίνει το λαρύγγι σου
Είμαι η σκιά της ψυχής σου, ο δισταγμός και ο φόβος σου,
η δύσκολή σου απόφαση,
η αρχή και το τέλος του δρόμου σου.
Είμαι η επιστροφή σου κι η άμεση αναχώρηση

Σ’ ένα πεδίο γυμνό
Με στήνεις και με ξεστήνεις στην ίδια πάντα θέση

Κι εγώ κάθε φορά αρνούμαι ευγενικά
Το μαντίλι στα μάτια μου.





Γαλλικό άσμα


Ίσως εσύ, ίσως εγώ,

Ν’ ακούγαμε τον ίδιο ήχο

Εκείνο το βράδυ που το πρωί

δεν θα ’φερνε αυτά που ποθούσαμε

Ίσως εσύ, ίσως εγώ,

Να κλείσαμε τα μάτια όταν περνούσε από μπροστά μας

τραγουδώντας η ζωή

Ίσως εσύ, ίσως εγώ,

Ν’ αγαπηθήκαμε σε μια εποχή τόσο παλιά

Που ξεχαστήκαμε πια, χώρια.





Πεδιάδα


Εδώ στην πεδιάδα αργοπεθαίνω

Εγώ, ο λάτρης των υψηλών βουνοκορφών
και των απύθμενων θαλάσσιων βαράθρων

Κυλιέμαι μέσα στα σχοινιά π’ ολούθε με ζώνουνε

Στο χόρτο και στη λάσπη που υπομονετικά με περιμένει

Σ’ αυτήν την αποχαυνωτικά επίπεδη επιφάνεια

Χωρίς κίνδυνο, χωρίς ένταση, χωρίς ελπίδα

Εδώ στην πεδιάδα αργοπεθαίνω

Ίσως πάλι εσείς αυτό να τ’ ονομάζετε ευτυχία

Και μέσα στο στενό κεφάλι σας

Να με καλοτυχίζετε συχνά μεγαλοφώνως.





Άνοιξη εν Αθήναις


Ο Απρίλης παίζει τουμπερλέκι στην άκρη του δρόμου
Γεμίζει τα στενά με φωτάκια πορνείων
τους δρόμους με πλανόδιους πωλητές
τα μάτια μου με σκόνη.

Όμως Εσύ είσαι εδώ για Εμένα

Με στέφεις Κόρη μέσα στο ολόφωτο μαρμάρινο παρελθόν
του ιερού λόφου, και με λατρεύεις μυστικά

Κι εγώ κοιτώ κατάματα
εκείνη την πανσέληνο, πριν χρόνια

Και υποτάσσομαι
στην ανοιξιάτικη νομοτέλεια των πραγμάτων.





Από τη συλλογή «Το Γαλάζιο Δωμάτιο», εκδόσεις ΧαρΙώ, 2025.
 
 

Η Αμαλία Ραπτοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη.
     Απόφοιτος του Πειραματικού Σχολείου, ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια έλαβε τον τίτλο Ιατρικής ειδικότητας Ρευματολογίας καθώς και τον τίτλο Διδάκτορα της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ηράκλειο Κρήτης.
    Από μικρή ηλικία είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την λογοτεχνία και την ποίηση, όμως η ενασχόλησή της με τον γραπτό λόγο προέκυψε μέσα στην τελευταία πενταετία. Έχοντας περάσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής της ασκώντας το δύσκολο λειτούργημα της ιατρικής, η ποίηση της προσφέρει μια διέξοδο προς έναν κόσμο ονείρου και φαντασίας, όπου υπάρχει τόπος και χρόνος για να έρχονται στην επιφάνεια ανεκπλήρωτες επιθυμίες, παιδικά κι εφηβικά οράματα και, χαμένα στο βάθος του χρόνου, όνειρα ζωής.
    Ποιήματά της πρωτοδημοσιεύτηκαν στον διαδικτυακό τόπο «Ποιητικός Πυρήνας», έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους «Ο χρόνος που περνά και χάνεται» και «Ταξίδι» από τις εκδόσεις «Παρέμβαση», στον 20o και 22ο τόμο του λογοτεχνικού περιοδικού «Νόημα» από τις εκδόσεις “GRDiscoverybooks” και «Γράφημα» και στον συλλογικό τόμο «Σταγόνες Άνοιξης» με επιμέλεια itravelpoetry. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Κάτοικος Βυθού» από τις εκδόσεις «Παρέμβαση».
     «Το Γαλάζιο Δωμάτιο» είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της και εκδίδεται από τις εκδόσεις «ΧαρΙώ».
 

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

Αμαλία Ραπτοπούλου, "Κάτοικος βυθού"





Μουσικές επιδείξεις


Το πιάνο με ουρά είν’ εκεί.
Τα πλήκτρα γυαλίζουν
κάτω από τους προβολείς.

Το κοινό αγωνιά.
Η σκηνή μια αρένα.

Ένας μαύρος κροκόδειλος
με κοφτερά δόντια,
χάσκει γελαστός στη μέση της αίθουσας,

Και με περιμένει.





Μαμά


«Και τι θα γίνουν τώρα,
τ’ ασημικά μου, τα χάλια,
οι πίνακες,
οι πορσελάνες μου;
Αυτά ήταν ο μόχθος μου,
αυτά είναι η κληρονομιά σου»
Με κοιτάς με αγωνία.
Μαμά.

Κι εγώ βουτώ μέσα στο βλέμμα σου,
και βγαίνω στην αντίπερα όχθη,
εκεί όπου στέκεται
βουβό και παραπονεμένο,
ένα κοριτσάκι εξάχρονο, θλιμμένο,
που ακόμα περιμένει,
χρόνια και χρόνια,
τη Μαμά του,
να τελειώσει τις δουλειές
με τ’ ασημικά της, τα χαλιά
τις πορσελάνες και
τους πίνακές της,

Για να το πάει στο πάρκο

Μια βόλτα.





Άλλη μια φορά και πάλι


Το «Δεν χρειάζεται»
τέντωσε με σιγουριά
το πέτρινο σώμα του
απέναντί μου.

Ύστερα
το «Δεν πειράζει»
ήρθε να μαζέψει στοργικά,
τα φτερά της πεταλούδας
που είχε πάλι τρακάρει με φόρα
στον τοίχο.





Βροχή


Μοιάζει η καρδιά μου
Με μουσκεμένη πολιτεία

Βιαστικά οι διαβάτες
διασχίζουν τους δρόμους της

Κρατούν πάνω απ’ τα κεφάλια τους
πολύχρωμα νούφαρα,
που στροβιλίζονται βρεγμένα, με χάρη

Τα φώτα των τροχοφόρων
λαμπυρίζουν σαγηνευτικά,
σαν ιδανικά πεφταστέρια,
μέσα στα νερά.

Τα μπερδεύω ξανά
με τα μάτια σου.

Όταν βρέχει στην πόλη,

Μου λείπεις πιο πολύ.





Επιτάφιος


Σήμερα Παρασκευή,
όλοι ξαφνικά,
γίναμε Μαρίες Μαγδαληνές,
συντετριμμένες και θρηνωδούσες
μπροστά στο θείο δράμα.

Θυμηθήκαμε με σπαραγμό την καλοσύνη,
τη θυσία για τον συνάνθρωπο,
την άνευ όρων αγάπη.

Σχεδόν το πιστέψαμε...

Από Δευτέρα με το καλό,
όλοι πάλι,
Ιούδες, Πέτροι, Θωμάδες,
Φαρισαίοι, Τελωνες,

Έμποροι του ναού.





Από τη συλλογή «Κάτοικος βυθού», εκδ. Παρέμβαση, 2025.




Η Αμαλία Ραπτοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη.
    Απόφοιτος του Πειραματικού Σχολείου, ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια έλαβε τον τίτλο Ιατρικής ειδικότητας Ρευματολογίας καθώς και τον τίτλο Διδάκτορα της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ηράκλειο Κρήτης. Από μικρή ηλικία είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την λογοτεχνία και την ποίηση, όμως η ενασχόλησή της με τον γραπτό λόγο προέκυψε μέσα στην τελευταία πενταετία ως διέξοδος προς έναν κόσμο ονείρου και φαντασίας, όπου υπάρχει τόπος και χρόνος για να έρχονται στην επιφάνεια ανεκπλήρωτες επιθυμίες, παιδικά κι εφηβικά οράματα και χαμένα στο βάθος του χρόνου, όνειρα ζωής.
    Ποιήματά της πρωτοδημοσιεύτηκαν στον διαδικτυακό τόπο «Ποιητικός Πυρήνας», έχουν συμπεριληφθεί στον συλλογικό τόμο «Ο χρόνος που περνά και χάνεται» και «Ταξίδι» από τις εκδόσεις «Παρέμβαση», στον 20o και 22ο τόμο του λογοτεχνικού περιοδικού «Νόημα» από τις εκδόσεις “GRDiscoverybooks” και «Γράφημα» και στον συλλογικό τόμο «Σταγόνες Άνοιξης» με επιμέλεια itravelpoetry. Το «Κάτοικος Βυθού» είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.



Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2022

Αμαλία Ραπτοπούλου, "Τρία ποιήματα"




Οι φίλοι


Είναι κάτι φίλοι παλιοί
Που έρχονται αθόρυβα μέσα στη νύχτα
Και κάθονται στη μέση του δωματίου.
Οι σκιές τους προβάλλουν χρωματιστές πάνω στους γυμνούς τοίχους.
Και το σπίτι γεμίζει εικόνες και μουσικές
από εποχές και καταστάσεις περασμένες.

Όταν φεύγουν

Έχει μείνει μόνο μια λάμψη ακαθόριστη στα κρύα ντουβάρια. 
Μια δροσιά μέσα στις χούφτες μου.
Ένα χνούδι γνώριμο στο μέτωπο μου.





Ο ράφτης


Είμαι ένας ράφτης επιτυχημένος!

Παίρνω αυτό το άγριο μεταξωτό ύφασμα
και το κάνω ένα στενό κοστούμι, δες!

Παίρνω το "μου λείπεις" και το κάνω "είναι φυσικό"
Παίρνω το "σ’ αγαπώ" και το κάνω "το ξέρω"
Παίρνω το "θέλω να σε δω" και το κάνω "όλα θα γίνουν"

Τα ψαλίδια μου δεν κόβουν.

Λένε "πώς κοιμήθηκες, πώς ξύπνησες, πώς είσαι;"

Το κοστούμι προχωράει.
Το στενεύω στον θώρακα.
Στα μπράτσα.
Το τεντώνω να κουμπώσει.
Θα γίνει κομψό.
Θα λέει κι αυτό "καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα σας"

Δε το αφήνω εγώ να λέει "δεν ανασαίνω αν δε σε δω!"
Δεν είναι σικ τέτοιες εκφράσεις για ένα μεταξωτό καλής ποιότητας.

Άλλη μια πονταρισιά…
Δες το πώς στρώνει!

Αυτό το στενό κοστούμι από άγριο μετάξι.







Η Αγάπη


Καθώς ξημέρωνε,

η ΑΓΑΠΗ

έβγαλε ένα ένα τα ποδαράκια της από τη λίμνη με το μέλι,
τέντωσε νωχελικά το χορτασμένο από φιλιά και χάδια σώμα της,
χάιδεψε τρυφερά με το βλέμμα για μια ακόμα φορά
το κορμί, το πρόσωπο, τ αγαπημένα μέλη,
στάθηκε για λίγο και τον καμάρωσε όπως κοιμόταν,

άντρας θεόρατος αυτός,

τώρα ένα μικρό αγοράκι, παραδομένο στον ύπνο,
αχνίζοντας ακόμα απ’ το κορμί της,
τυλιγμένος από την διαυγή και φλέγουσα αύρα του πόθου της·

η ΑΓΑΠΗ λοιπόν,

φόρεσε το σκουφάκι της που ήταν αφημένο στην καρέκλα,
τ’ όνομα της που κείτονταν στο πάτωμα,
άφησε την καρδιά της προσεκτικά κάτω απ’ το πατάκι,
και βγήκε αθόρυβα από την πόρτα...

Πρώτη του Σεπτέμβρη του έτους τρία δύο κι ένα μηδενικό.



                                                                             Αμαλία Ραπτοπούλου



Πρώτη δημοσίευση

Στις εικόνες:
Επάνω:  Hanna Hirsch-Pauli, «Friends».
Κάτω: Wilhelm Wittmann, «Stilleben mit Nähutensilien».
Πηγή για τις εικόνες: Wikimedia Commons.