Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χουβαρδάς Ιγνάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χουβαρδάς Ιγνάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2024

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Μια νύχτα του «Τάσου»"





Μια νύχτα του «Τάσου»
(αποσπάσματα)



Επιμένω να την ψάχνω στη συνοικία, με τα κοντά ξανθά της μαλλιά.
Έχω άλλωστε μάθει τον βιορυθμό της, τις κινήσεις της, διαβάζω το μυαλό της.
Όμως τίποτα. Δεν μου δίνει το δικαίωμα, έστω μια φορά, να πάρω ένα τηλέφωνο, τίποτα.
Κι αν λυγίσω, αρρωστήσω, θα ψοφήσω μόνος.
Κανένα δικαίωμα, καμιά ελπίδα.
Περνάνε μέρες, μήνες, βραδινά άδεια.
Δεν υπάρχει πλέον ούτε σαν ανάμνηση.
Παρ’ όλο που εξακολουθώ να τη σκέφτομαι,
να την παρακολουθώ.
Κάποια νύχτα, ξαναήρθε επιτέλους στο σπίτι,
είναι το μόνο που δεν μπορούσα να προβλέψω, όμως ήρθε,
όταν εκείνη
το αποφάσισε,
και τότε έβγαλε τα ρούχα της,
αφέθηκε στα μάτια της ύαινας,
πλημμύρισε μέσα στην ηδονή της,
με παρακάλεσε για κάτι παραπάνω,
έφτασε στα όρια της λιποθυμίας,
τα δάκρυά της κύλησαν στο στόμα μου,
δάκρυα ηδονής, έτσι νομίζω,
της είπα πως δεν μπορώ πλέον να γράφω τρυφερά ποιήματα,
μου μίλησε για μια νύμφη του δάσους
που ξερνάει στη λίμνη μαλακές καρδούλες παιδιών,
ντύθηκε έπειτα, είχε ήδη αρχίσει να μετανιώνει,
θα χαθεί πάλι.
Το ξημέρωμα με βρήκε μονάχο, χωρίς υποσχέσεις.


[…]


Ούτε σήμερα πήρε τηλέφωνο.
Αντλώ μια περίεργη ηδονή.
Από την άρνηση.


[…]


Οι ευχές της για τη γιορτή μου: «Χρόνια πολλά και καλά!
Να είσαι πάντα ο εαυτός σου.
Να έχεις όμορφες στιγμές-εικόνες και δυνατά συναισθήματα.»


Διαβάζω προσεκτικά το μήνυμα. Μου αρέσει.
Έχει όλα τα χαρακτηριστικά της.
Απλό και ουσιαστικό, σύντομο, με ακτινογραφεί.
Μου υποδεικνύει τον τρόπο να προχωρώ στη ζωή μου.
Με χαροποιεί αυτό το μήνυμα, είναι γεμάτο φως.
Να είμαι ο εαυτός μου. Η τέλεια ευχή. Την έχει πει κι άλλες φορές.


Από την άλλη είναι ένα μήνυμα αποστασιοποίησης.
Η απόδειξη μιας υγιούς ανωτερότητας.
Χωρίς ρωγμές, ζαρώματα, κρυμμένες επιθυμίες.
Είναι επίπεδο. Κρυφά αποχαιρετιστήριο.






Ο Ιγνάτης Χουβαρδάς γεννήθηκε το 1965 στη Βέροια. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στο Α.Π.Θ. και εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Βιβλία του:
Ποίηση: «Ροζ σκηνικά», (Βαλεντίνη, 1987), «Τα ποιήματα μιας αρσενικής πόρνης» (Βαλεντίνη, 1988), «Η αγρότισσα και άλλα ποιήματα» (Βαλεντίνη, 1992), «Η καρδιά των δρόμων» (Μπιλιέτο, 1995), «Η αναζήτηση της ομορφιάς» (τα τραμάκια, 1998), «Θερινό τετράδιο» (Οδός Πανός, 2010), «Το φόρεμα που αλλάζει» (Οδός Πανός, 2015), «Μια νύχτα του "Τάσου"» (Νησίδες, 2024).
Συμμετοχή σε συλλογικό έργο: «Ποιητικός Πυρήνας - Ανθολογία» (Ενδυμίων, 2012).
Πεζογραφία: «Η δουλειά μου ως γυμνό μοντέλο» (α΄ εκδ. Βαλεντίνη, 1988, β΄ εκδ. Οδός Πανός, 1999), «Να βάλεις την ομορφιά σπίτι σου, να ησυχάσεις» (Βαλεντίνη, 1990), «Τα φώτα της Λεμονιάς» (Βαλεντίνη 1993), «Υπόκλιση στον πειρασμό» (Οδός Πανός 2014), «Αγώνες ξιφομαχίας με ένα αγοροκόριτσο» (Οδός Πανός, 2017), «Καλοκαιρινός χάρτης της πόλης» (Οδός Πανός, 2018), «Αυτά που δεν πρέπει να ομολογήσεις» (Νησίδες, 2020), «Περιμένοντας τη Λόλα» (Νησίδες, 2023).
Δοκίμιο: «Στο ημίφως (Κείμενα αισθητικής, κριτικής, εξομολόγησης)» (Μπιλιέτο, 2020).






Από τη συλλογή "Μια νύχτα του «Τάσου» (δύο ποιήματα)", εκδ. Νησίδες 2024.
Έργο εξωφύλλου: Διονύσης Στεργιούλας.

Δείτε και τη σχετική προδημοσίευση στο ιστολόγιο του Ποιητικού Πυρήνα.

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2024

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Χειμωνιάτικες νύχτες"





Χειμωνιάτικες νύχτες

                                        (Στη μνήμη των φίλων Δ.Ι. Καρασάββα,
                                        Σπύρου Γαλήνη, Γιώργου Λ. Οικονόμου)


Καπνίζω, ακουμπώντας στο σκαμπό ενός καφέ, στον πεζόδρομο.
Μηδενική θαλπωρή. Χειμωνιάτικη νύχτα.
Φυσάει κατά διαστήματα κι ο αέρας είναι κρύος.
Τι περιμένω; Τίποτα.
Τι παρατηρώ; Τίποτα.
Ένα σώμα αφημένο στον άνεμο και το κρύο.



*


Γυρνάς στο σπίτι άδειος, όπως άδειος έφυγες.
Τίποτα δεν φαίνεται ότι μπορεί να σε συγκινήσει.
Το περιβάλλον, οποιοδήποτε κι αν είναι, παύει να αναπνέει.
Τελευταία είσαι και κάπως αφηρημένος με τα αυτοκίνητα.
Σε κάποιες διαβάσεις συλλαμβάνεις τον εαυτό σου να χάνει την αίσθηση του χώρου.
Όμως δεν παραμιλάς. Ούτε κοιτάς κορίτσια και γυναίκες.
Στην ουσία δεν παρατηρείς τίποτα.
Φοβάσαι όμως μη χτυπήσεις. Γιατί ποιος θα σε φροντίσει;
Αυτό είναι το αντίτιμο για έναν άνθρωπο που πίστεψε στην ηδονή.
Οι δρόμοι δαγκώνουν. Τα κτίρια καγχάζουν.
Φέρνεις στο νου σου ανθρώπους που σε κουράζουν,
δεν καταλαβαίνεις τι κρύβουν στην ψυχή τους.
Το σπίτι που νοικιάζεις σε τυλίγει με τη μελαγχολία του.
Η απόρριψη του ίδιου του εαυτού.
Εξαίρεση ένα μαύρο γέλιο, όταν κάποιες στιγμές προκύπτει.
Όπως αυτό το βράδυ, που ψάχνεις μια οποιαδήποτε φαντασίωση,
στο όνομα ενός περίκλειστου αλλά χαλαρωτικού αυτοερωτισμού.
Στην αρχή περιεργάστηκες κάποια βίντεο.
Όμως δεν είχες όρεξη να δεις μια αισθησιακή ταινία, έστω και για λίγα λεπτά.
Μετά θυμήθηκες κάποιες παλιές φίλες, που είναι πλέον παρελθόν.
Περιέργως δεν τις προτιμάς, ακόμα και εκείνες που εξακολουθούν να σε ελκύουν.
Ύστερα, απρόσκλητη, ήρθε στη σκέψη σου μια ζητιάνα.
Την είδες στη νυχτερινή βόλτα σήμερα.
Την εικόνα τη συγκράτησες, παρόλο που την απώθησες.
Σε πλησίασε κι επίμονα σου ζητούσε ελεημοσύνη.
Απέστρεψες το βλέμμα απότομα, εκείνη επέμενε, τελικά απομακρύνθηκε.
Ήταν μια γυναίκα μέσης ηλικίας, παρατημένη.
Σχετικά αδύνατη.
Φορούσε μια φούστα με παρδαλά χρώματα.
Και μια μάλλινη μπλούζα.
Παπούτσια που τα είχε μετατρέψει σε πασούμια.
Περίεργη παρουσία. Πάντως όχι ελκυστική.
Με τη φαντασία σου, της ζητάς να σου δώσει ένα φιλί.



*


Βιάζονται να με κρίνουν
και να με καταδικάσουν.
Τους ενοχλεί το χαμόγελο, το χιούμορ, οι περίπατοι στην πόλη.
Ο τρόπος που πλησιάζω τις γυναίκες.
Η έλλειψη δημοσίων σχέσεων.
Το στέκι όπου κάθομαι συχνά.
Το γράψιμο ερωτικών κειμένων.
Η σιγουριά πως ό,τι γράφω είναι αληθινό.
Με φαντάζονται να λιώνω από αφροδίσιο νόσημα.
Δεν τους αρκεί που ζω φτωχός και μόνος.
Με σχολιάζουν χωρίς αιδώ,
χωρίς να υποψιάζονται τα μαύρα σύννεφα,
τα σκοτάδια που βοούν,
τις βδέλλες που με τυραννούν.
Μόνο τα παιδιά εξακολουθούν να με συμπαθούν.



*


Η υπάλληλος στα διόδια της εθνικής οδού
προτάσσει το χέρι,
δίνει τα ρέστα και την απόδειξη της διαδρομής.
Με καληνυχτίζει γλυκά.
Κι εγώ προσπαθώ να συγκρατήσω το στιγμιαίο άγγιγμα της παλάμης της.
Και δεν καταλαβαίνω αν τρομάζω από τον ίδιο μου τον εαυτό
ή από το σκοτάδι του δρόμου που με ρουφάει.



Ιγνάτης Χουβαρδάς




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Edward Hopper, «Nighthawks» (1942).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Ο Θεόδωρος"





Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ


Όταν ο Θεόδωρος μπλέχτηκε μαζί της, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την ορθότητα της επιλογής του. Η Μάρω ήταν πολύ γλυκιά, του άρεζε υπερβολικά, το βλέμμα της, το σώμα της, η φωνή της. Εκείνο που μέτρησε ακόμα πιο πολύ ήταν ο χαρακτήρας της, ζεστός, γενναιόδωρος, γεμάτος αισθήματα. Ένιωθε πως η Μάρω τον αγαπά. Κι εκείνος είχε δεθεί μαζί της. Την παντρεύτηκε σε ένα μικρό κι απόκρημνο μοναστήρι, με ελάχιστους συγγενείς και φίλους. Τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχε ούτε ένα ψεγάδι, μόνο αγάπη. Επιστέγασμα της συζυγικής σχέσης ήταν ένα μωράκι, που τους έκανε ακόμα πιο ευτυχισμένους. Το άλμπουμ γέμιζε με φωτογραφίες, ένας κήπος όλο χαμόγελα.
      Πρέπει να ήταν η κορούλα του τρεισήμισι χρονών, όταν συνάντησε αναπάντεχα τη Ρίκα στην αγορά. Ήταν μια γυναίκα που είχε λατρέψει πριν γνωρίσει τη Μάρω, ήταν όμως κι εκείνη που τον πρόδωσε. Έκανε δύο χρόνια για να συνέλθει από την ιστορία της. Μίλησαν για λίγο και δεν της έκρυψε ότι έχει παντρευτεί, ότι έχει ένα κοριτσάκι. Ήταν σίγουρος και για τη δική της ευτυχία, αλλά εκείνη τον διέψευσε. Η Ρίκα μια μέρα έστειλε ένα μήνυμα. Συναντήθηκαν κι ήταν σαν να μην πέρασε ούτε ένα λεπτό. Δεν μπορούσε ούτε κι ο ίδιος να εξηγήσει γιατί δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί, γιατί αναίρεσε τόσο εύκολα τις αρχές του.
    Σύντομα εγκατέλειψε τη Μάρω και την κόρη του. Εγκαταστάθηκε στο σπίτι της Ρίκας. Ένα διαζύγιο γεμάτο πόνο και δάκρυα. Νέος γάμος με τη Ρίκα. Τρία χρόνια μαζί της ηδονικά κι έπειτα η έλευση ενός μωρού, κοριτσάκι κι αυτό. Ο Θεόδωρος περίμενε ότι θα ζούσε μια ανάλογη κατάσταση οικογενειακής ευτυχίας αλλά η Ρίκα άλλαξε απότομα. Όσο ερωτική ήταν, άλλο τόσο άπιστη αποδείχθηκε για μια ακόμη φορά. Τον έδιωξε. Κι έμεινε μόνος, να πληρώνει ανατροφές για τις δύο κόρες.
      Τώρα ο Θεόδωρος ζει σε μια γκαρσονιέρα. Μετάνιωσε πικρά. Πληρώνει τα λάθη, τον πόνο που προκάλεσε. Η ηδονή, δυστυχώς, είναι κάτι περίεργο, ανεξέλεγκτο, καταιγιστικό, μεθυστικό, θανατηφόρο. Οι αισθήσεις μπερδεύονται, η λογική σταματά. Οι φίλοι του εξακολουθούν να τον αγαπάν, υπερβολικά. Οι γονείς του έφυγαν από τη ζωή. Με τον αδελφό του οι σχέσεις απόμακρες. Γυναίκες διάφορες, όλα επιφανειακά, καμιά συγκίνηση, να περνούν οι μέρες, να γεμίζουν.


Ιγνάτης Χουβαρδάς




Από το βιβλίο «Γδύνομαι, ντύνομαι, γδύνεται», εκδ. Μπιλιέτο.

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2020

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Αυτά που δεν πρέπει να ομολογήσεις", (Η Κέρκυρα)



3.7.2017 - 11.7.2017

(η Κέρκυρα)


ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ πριν την αναχώρηση για Κέρκυρα ήταν γεμάτο νευρικότητα. Ένιωθα το σπίτι στάσιμο, να βουλιάζει σε μια ακινησία τόσο επώδυνη που με τον τρόπο της προσπαθούσε να με πείσει ότι όλα είναι μάταια, τόσο μάταια που θα ήταν καλύτερο να αφήσω το σώμα μου να απλωθεί σαν κερί στα αντικείμενα, στο πάτωμα, στα κλειστά παράθυρα κι εκεί να αφεθεί ξέπνοο, με την ελπίδα να λιώσει σε ένα τεχνητό και βλοσυρό σκοτάδι. Πρόσεξα για πολλοστή φορά τους διακόπτες του ηλεκτρικού. Ήταν όλοι κατεβασμένοι. Τους ξαναβλέπω, σαν καθυστερημένος. Επέμενα και με το νερό, όλες οι βρύσες κλειστές, τελείως κλειστές. «Βγες επιτέλους», ενθάρρυνα τον εαυτό μου. Μαντάλωσα την πόρτα γυρνώντας το κλειδί τέσσερις φορές, την έσπρωξα επανειλημμένα για να επαληθεύσω ότι είναι κλειστή − ένα μαρτύριο και μια γελοιότητα μαζί.

Αυτό ήταν. Τώρα όλα αλλάζουν, ειδικά μόλις ανάβω τη μηχανή του αυτοκινήτου και ξεκινώ. Ανοίγεται μπροστά μου ένα ταξίδι έξι ωρών μέχρι την Ηγουμενίτσα. Από εκεί θα έπαιρνα το πλοίο και θα έφτανα στο νησί των Φαιάκων. Κάθε ταξίδι είναι μια απόδραση. Ένα βάπτισμα σε παρθένες εικόνες. Μια δυναμική για όσα δεν ζήσαμε και θεωρούμε ότι μας περιμένουν. Κάθε ταξίδι κρύβει μέσα του την επιθυμία μιας ανακάλυψης, χωρίς να μπορούμε να ονοματίσουμε αυτό που θα ξεπηδήσει μπροστά μας απρόσμενα, ακόμα περισσότερο χωρίς να μπορούμε να διαγράψουμε τις αναλογίες και το σχήμα αυτού που ψάχνουμε. Στην ουσία δεν ξέρουμε τι ψάχνουμε. Θα μπορούσαμε, γενικά και αόριστα, να το ονομάσουμε «έρωτας» ή «τοπίο ιδανικό» ή «άγγελος». Και όλα όσα βλέπω τώρα καθώς οδηγώ είναι αυτό που προηγείται. Οι πεδιάδες με τα χωράφια που ποτίζονται, οι χωρικοί και οι αγρότισσες που σκύβουν στο χώμα και μαζεύουν καπνά, τα βουστάσια, οι αχυρώνες, τα χωριά που εναλλάσσονται, οι βιοτεχνίες και τα εργοστάσια, οι ακρογιαλιές με τα εξοχικά και τις πλαζ, οι επαρχιακές πόλεις που σε χαιρετάνε, οι λίμνες, οι αμπελώνες. Μετά τις πεδιάδες ο δρόμος ανηφορίζει, αρχίζουν τα βουνά, οι σήραγγες, οι γέφυρες, οι συστάδες των δέντρων από ψηλά, το άγριο πράσινο που σε πολιορκεί. Η Εγνατία οδός σμίκρυνε τις αποστάσεις, προσφέρει το ανάγλυφο της βόρειας επικράτειας της χώρας σε γρήγορη κίνηση. Ο νομός Θεσπρωτίας, στο τελευταίο στάδιο της διαδρομής, χαώδης στα βουνά του, με τη διαρκή αναβολή της θάλασσας που αδημονούσα να δω. Το λιμάνι της Ηγουμενίτσας με υποδεχόταν στοργικό κι εμπιστευτικό, με καθησύχαζε πως όλα πήγαν καλά, όλα είναι θέμα απόφασης, το θέμα είναι να ξεκινήσεις, και ύστερα, βελούδινα και χαριτωμένα, διασχίζοντας το σώμα της Θράκης, της Μακεδονίας, της Ηπείρου, φτάνεις στο Ιόνιο πέλαγος.

Σε υποδέχεται χαμογελαστό ένα φέριμποτ, σου υποδεικνύει την επικράτεια του υγρού στοιχείου, σου προσφέρει το θαλασσινό ειδύλλιο. Το χρώμα του νερού είναι πράσινο, τώρα μου φαίνεται γαλάζιο, όσο ξεμακραίνει το πλοίο από το λιμάνι, το νερό γίνεται βαθύ μπλε. Το βλέμμα περιφέρεται στις αμμουδιές της Ηπείρου που αφήνουμε, και ο αποχαιρετισμός είναι ταυτόχρονα ένα καλωσόρισμα, γιατί ήδη στην αντίθετη πλευρά προβάλλει το σχήμα ενός νησιού και οι μικροσκοπικές λεπτομέρειες ενός αστικού διάκοσμου. Είναι τώρα το παιχνίδι της απόστασης, όσο λιγοστεύει, τόσο τα κομματάκια της νησιώτικης αρχιτεκτονικής μεγεθύνονται. Η Κέρκυρα ξεπροβάλλει αρχοντική, με τα βενετσιάνικα σπίτια της, το κάστρο της, το λιμάνι, τον παραλιακό δρόμο όπου αγωνίζομαι να διακρίνω το σπίτι του Διονύσιου Σολωμού. Η πόλη είναι μια μικρογραφία ονείρου, ένα δέος, ένας υπαινιγμός για μια ιδεατή ζωή που ίσως είναι η δική μας και μέχρι τώρα έμοιαζε ορφανεμένη. Η Κέρκυρα στο πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου, όψιμο μεσημέρι, σε έναν ήλιο από χρυσάφι.

Αποβιβάζομαι με το αυτοκίνητο από το φέριμποτ και οδηγώ σε μικρούς ελικοειδείς δρόμους, ψάχνοντας να βρω την άκρη για τις κεντρικές αρτηρίες. Βρίσκομαι τώρα στο τμήμα της σύγχρονης πόλης, αφήνοντας πίσω μου το ιστορικό κέντρο. Έχω ξαναπάει στην Κέρκυρα άλλες δύο φορές. Έχω πάρει τώρα την κατεύθυνση για το Κανόνι, αυτήν την καταπράσινη άκρη της πόλης, κτισμένη σε ένα λόφο, με πυκνή δόμηση αρμονικά συνυφασμένη με τη φύση. Φτάνω στο ξενοδοχείο όπου έχω κλείσει το δωμάτιο.

Η κοπέλα στη ρεσεψιόν ευγενική. Γράφει τα στοιχεία μου από την ταυτότητα και με οδηγεί στον δεύτερο όροφο. Το δωμάτιο διαθέτει μπαλκόνι που βλέπει στη λιμνοθάλασσα, σε εκείνο τον χαριτωμένο κολπίσκο που γειτνιάζει με τον διάδρομο προσγείωσης και απογείωσης των αεροπλάνων. Κάθε δέκα λεπτά περίπου και μια προσγείωση ή απογείωση αεροπλάνου. Ειδικά στην απογείωση είναι εντυπωσιακός ο ήχος των κινητήρων, σχετικά ήπιος στην αρχή, με τις ρόδες του αεροπλάνου που κατευθύνονται σε μια μακρινή πλευρά του διαδρόμου, και εκεί που σχεδόν ξεχνάς την ύπαρξη του αεροπλάνου, το ακούς να τρέχει με ταχύτητα πάνω στο διάδρομο, ολοένα να επιταχύνει πιο πολύ και όπως απογειώνεται, οι τουρμπίνες να ηχούν εκκωφαντικά, για δευτερόλεπτα το δωμάτιο τρίζει ολόκληρο, σείεται, κοντεύει να ραγίσει, κι έπειτα ακούς το αεροπλάνο να απομακρύνεται στο βάθος του ουρανού. Στην αρχή σκέφτηκα πως ατύχησα στην επιλογή του ξενοδοχείου, πως η διαμονή θα είναι αφόρητη. Ανακάλυπτα, όμως, πως αυτή η κινητικότητα των αεροπλάνων με την ιεροτελεστία της προσγείωσης και απογείωσης και εκείνο το αποκορύφωμα του εκκωφαντικού ήχου, όλα αυτά, αντί να με εκνευρίζουν, μου μετέδιδαν ένα αίσθημα πλησμονής, που πλησίαζε τα όρια της ευφορίας. Πολύ παράξενο σίγουρα. Μάλλον ήταν ένα είδος συντροφιάς, μια επαναλαμβανόμενη άσκηση υπερέντασης και μια διαρκής υπενθύμιση ενός κόσμου που κινείται γύρω σου, που έρχεται από μακριά και φεύγει μακριά, ακούω τα αεροπλάνα και βλέπω το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, τη Στοκχόλμη, τη Βαρσοβία, το Όσλο, τη Ρώμη, τη Μαδρίτη, τη Βαρκελώνη, και ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό.

Πέντε μέρες στην Κέρκυρα. Πήγαινα στην παλιά πόλη, χανόμουν στα φιόρδ του Καμπιέλο, ανακάλυπτα βενετσιάνικες κρήνες και οικόσημα. Αναλογιζόμουν μήπως αυτή η περιπλάνηση στο ιστορικό κέντρο είναι ένας λαβύρινθος της ερωτικής πλησμονής που ολοένα αναβάλλεται. Η νύχτα χάνεται στη μέρα, και η μέρα λούζεται στα βιολετιά νερά της νύχτας. Όλα μού φαίνονταν αποκαλυπτικά και υπαινικτικά. Όχι μόνο η παλιά πόλη αλλά και η σύγχρονη. Θα μπορούσα να γίνω τουριστικός οδηγός: τα στενά σοκάκια της αγοράς, ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνα, το δημαρχείο, η πλατεία Σπιανάδα, η λεωφόρος Αλεξάνδρας, ο ναυτικός όμιλος, η δημοτική πλαζ του Μον Ρεπό, το Ποντικονήσι, ο ανεμόμυλος στον κόλπο της Γαρίτσας, το Παλιό Ενετικό φρούριο, η Κρεμαστή. Ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχίζεται, είναι μόνο ενδεικτικός. Σκέφτομαι πως όλη αυτή η απαρίθμηση είναι απατηλή, γιατί η ψυχή αυτού του νησιού είναι η διαμεσολάβηση ανάμεσα στα τουριστικά αξιοθέατα, το ανάμεσα, εκεί που τελειώνει το ένα και ξεκινά το άλλο, και σε αυτό το μεταβατικό διάστημα, ανάμεσα στα σοκάκια και στις σιωπές των υποβλητικών σπιτιών, κινείται ένα φάντασμα, ένα κορίτσι που θα με πλανέψει, που μου ψιθυρίζει μυστικά, που μου ξυπνά ανομολόγητα πάθη, και όσο το πλησιάζω μεθυσμένος, ψελλίζοντας βλάσφημες κουβέντες, με εκδικείται με όλη τη βανίλια και τη μέντα της παιδικής ηλικίας.

Το κορίτσι αυτό το ψυχανεμίζομαι στο σύνορο ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο. Μια πλατεία με εμπορικά καταστήματα, τράπεζες, μια λεωφόρος − και όπως στρίβω, ανηφορικά, μπλέκομαι πάλι στην παλιά πόλη, στα στενά αδιέξοδα που διαγράφουν απατηλούς κύκλους και σε ζαλίζουν. Πάλι το ανακαλύπτω αυτό το κορίτσι, με ακολουθεί, το ακολουθώ. Το ξαναβρίσκω στο ξενοδοχείο, είμαι σίγουρος ότι είναι αυτό. Είναι μελαχρινό, με μακρόστενο πρόσωπο, μεσαίο ανάστημα, ωραίο σώμα, εφηβικό. Συνοδεύεται από τον πατέρα του και τη μητέρα του. Το βλέπω και νιώθω τη βαριά σκιά του Μον Ρεπό όπως πέφτει η νύχτα, το βουητό των δέντρων μέσα στην ερημιά του δάσους, τα κειμήλια και τα ρούχα των πριγκίπων που κοιμούνται αόρατα. Κουβαλώ τους ήχους, τις φωνές, τις κινήσεις, τα φασματικά πρόσωπα − και όλα τα διακρίνω ξεκάθαρα στο πρόσωπο αυτού του κοριτσιού. Οι εντυπώσεις φευγαλέες. Το είδα στην έξοδο από το ξενοδοχείο, καθώς πήγαινε σε μια στάση του λεωφορείου με τους γονείς του. Το είδα μια άλλη φορά να μπαίνει στο ασανσέρ. Και ένα μεσημέρι να διασχίζει τον κήπο με τα παρτέρια και τα μικρά αλσύλλια. Και έπειτα ένα βράδυ καθισμένο σε έναν καναπέ στο σαλόνι του φιλόξενου ξενοδοχείου. Και κυρίως το έβλεπα στην τραπεζαρία, εκεί ήταν το πιο σίγουρο σημείο συνάντησης, την ώρα του πρωινού. Σε αυτήν την τραπεζαρία χρωστώ ευγνωμοσύνη, γιατί μου πρόσφερε τον αναγκαίο χρόνο για να το πλησιάσω, να το παρατηρήσω, να ορίσω την ομορφιά του.

Μια ανεξέλεγκτη υπερένταση. Ανέβαινα στα λεωφορεία, βρισκόμουν ξανά και ξανά στο κέντρο της πόλης, περιπλανιόμουν στις διαθλάσεις του φωτός ανάμεσα στις σκιές, στα παλιά σπίτια με τα πράσινα παραθυρόφυλλα, στα υποβλητικά στενά πλακόστρωτα καντούνια, στους μαιάνδρους της αγοράς. Έπινα καφέδες στον πεζόδρομο του Λιστόν και τα μεσημέρια με υπεραστικό λεωφορείο μεταφερόμουν στην αμμουδιά της Δασιάς όπου έκανα μπάνιο σε μια ακτή γεμάτη βότσαλα, ξαπλώστρες και υπαίθρια αναψυκτήρια. Κι έπειτα ξανά στην πόλη κι έπειτα με το δικό μου αμάξι στο Αχίλλειον κι έπειτα στην πισίνα του ξενοδοχείου για το απογευματινό μπάνιο. Ένα ντους στο δωμάτιο και ύστερα να περιφέρομαι στο σαλόνι, να πίνω στην μπάρα έναν καφέ, να παρατηρώ τους ενοίκους που κομψοντυμένοι βγαίνουν από τα δωμάτια και ετοιμάζονται να αναχωρήσουν για τη νυχτερινή τους έξοδο. Αναρωτιέμαι πού θα μπορούσαν να πηγαίνουν. Κάθε νύχτα βγαίνω στον αυλόγυρο και τους παρατηρώ όπως απομακρύνονται. Οι περισσότεροι φεύγουν με αυτοκίνητα. Υπάρχουν, όμως, και παρέες που ξεμακραίνουν με τα πόδια. Την τελευταία νύχτα ακολουθώ μια παρέα από πέντε κοπέλες. Μιλάνε ιταλικά. Είναι ένας στενός ανηφορικός δρόμος. Θέλει ιδιαίτερη προσοχή, γιατί περνάνε και αυτοκίνητα. Είναι αρκετά κουραστική η ανηφόρα. Καταλήγει σε ένα άλλο ξενοδοχείο. Δίπλα του βρίσκεται ένα μεγάλο ξέφωτο, όπου υπάρχουν ένα εστιατόριο, ένα καφέ και ένα μπαρ που δεν διακρίνεται αλλά ακούγονται οι ήχοι του και φέγγουν τα πολύχρωμα φώτα του. Είναι ιδανικό μέρος, με θαυμάσια πανοραμική θέα στη θάλασσα. Η παρέα κατέβαινε τώρα κάποια σκαλοπάτια που ολοένα γίνονταν πιο στενά, μέχρι που κατέληξε στην είσοδο του μπαρ.

Ήταν μια καλή αφορμή για ένα ποτό, έστω και μόνος, παρατηρώντας τον κόσμο που διασκέδαζε και κυρίως ακούγοντας την ατμοσφαιρική μουσική. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο, ξοδεύω αρκετή ώρα καθισμένος σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι. Περνώ έπειτα από τη ρεσεψιόν. Ρωτώ αν υπάρχει κάποιο άλλο δωμάτιο για δύο επιπλέον διανυκτερεύσεις, γιατί η κράτηση του δωματίου όπου έμενα ήταν μέχρι αύριο το πρωί. Μου απάντησε θετικά η κοπέλα στη ρεσεψιόν, κι έτσι η παραμονή μου σε αυτό το ξενοδοχείο και στο νησί παρατάθηκε. Οι πέντε μέρες των διακοπών θα γίνονταν επτά.

Η αλλαγή δωματίου έφερε και μια διαφορετική θέα από το μπαλκόνι. Αυτό το δωμάτιο βρισκόταν στην πίσω πλευρά του ξενοδοχείου, είχε θέα στην πισίνα και, έξω από το συγκρότημα, σε μια συστάδα σπιτιών και σε ένα μοναστήρι, στο οποίο κυρίως αντίκριζα την εξωτερική πύλη του. Το πρωινό στην τραπεζαρία με αντάμειβε πάλι με τη συνύπαρξη με το όμορφο κορίτσι. Παρατηρούσα ιδιαίτερα τον τρόπο που ντυνόταν, τα αθλητικά σορτσάκια μέχρι το γόνατο που ήταν διαφορετικά κάθε πρωινό, τις μπλούζες που άλλαζαν κι αυτές, τα μακριά μαύρα μαλλιά, χυτά, επιβλητικά. Ήταν το κορίτσι μου, κι ας μην το έχω γνωρίσει, κι ας μην έχω ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα μαζί του. Άκουγα να μιλάει μια παράξενη γλώσσα που δεν τη γνώριζα. Μπορεί να ήταν πολωνικά, σλοβάκικα, ρουμάνικα. Μπορεί και βουλγάρικα. Όλο το νησί ανάσαινε στη μορφή αυτής της κοπέλας. Η ομορφιά του νησιού προσωποποιήθηκε σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Με απασχολούσε τώρα η πισίνα του ξενοδοχείου, η ραστώνη των λουομένων, τα παιχνίδια στο νερό, τα ζευγάρια που έβρισκαν μια υδάτινη φωλιά για τη σαρκική τους έλξη. Κυρίως με απασχολούσε η θέα της πισίνας σε αντιστοιχία με τη θέα του μοναστηριού, όπου μια απογευματινή ώρα είδα να εξέρχεται από την πύλη μια γυναίκα. Η απόσταση με βοηθούσε να πλάσω τη θηλυκότητά της με την πιο ελκυστική όψη. Ήταν πολύ διαφορετική αυτή η γυναίκα από τη δική μου μούσα, κι αυτό μου πρόσφερε ακόμα μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Έπλαθα αταίριαστες αναλογίες: η πισίνα και το μοναστήρι, το κορίτσι του ξενοδοχείου και η γυναίκα του μοναστηριού. Η τελευταία νύχτα της παραμονής μου στο νησί με παίδεψε, ζούσα ένα παραμύθι από όπου έπρεπε αναγκαστικά να φύγω. Κρατώ την αίσθηση ευφορίας. Δεν είχα γνωρίσει κανέναν και καμία, δεν είχα ουσιαστικά ανταλλάξει μια κουβέντα της προκοπής, δεν είχα ασπαστεί καμία γυναίκα, μόνο παρατηρούσα και φαντασιωνόμουν  ̶  και ήταν όλα μια μαγεία.




Απόσπασμα από τη νουβέλα «Αυτά που δεν πρέπει να ομολογήσεις»,

εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2020.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Η σοφίτα"




Η σοφίτα


Ο κύριος Μενέλαος είναι ο πατέρας της φίλης μου, της Άννας. Η ανάσα βγαίνει και σκαμπιλίζει τα μούτρα του, ακούει μόνο αναμνήσεις, είναι ένας εξόριστος της αγάπης, γιατί η αγάπη μεταμορφώνεται, γίνεται μίσος, τιμωρεί με δηλητήριο, ήθελε κάποτε το καλό του, τώρα ορκίζεται στο κακό του. Είναι ψηλός, αρχοντικός, γερό σκαρί, με περιττά κιλά. Γερνάει μόνος, χωρίς κουβέντες παρηγοριάς, χωρίς ένα χέρι να τον αγγίξει. Όσο μεγαλώνει νυστάζει, κοιμάται σε ανύποπτο χρόνο στις καρέκλες και στον καναπέ, λυπάται που δεν τα κατάφερε, νιώθει έναν οίκτο για τον εαυτό του και βαθιά μέσα του παρακαλά για μια ελάχιστη συγχώρεση. Ο πατέρας της φίλης μου ζει σε μια μικρή σοφίτα, που μοιάζει με αποθήκη και είναι παντελώς βρώμικη. Δεν έχει μάθει ποτέ του να είναι νοικοκύρης. Δε θα ακούσει ποτέ του ότι κάτι πρόσφερε κι αυτός. «Δεν μπορεί να τα έκανα όλα λάθος», παραμιλάει. Κάποιες φορές από το τηλέφωνο ξεφεύγει ένας λυγμός, όταν μιλάει με τις κόρες του. Η σοφίτα που μένει έχει μια μυστική συγγένεια στο μυαλό του με το κιβούρι. Εκεί χώμα, εδώ ουρανός, αλλά κατά βάθος το ίδιο. Το βλέμμα της γυναίκας του, που δεν τον συγχώρεσε για τις απιστίες του, θα τον συνοδεύει μέχρι το τελευταίο του βήμα, πριν καταρρεύσει. Μετά δε θα είναι ο ίδιος, το μυαλό του θα έχει διαλείψεις, θα προκαλεί αμήχανα μειδιάματα στις νοσοκόμες, με τα αλλοπρόσαλλα λόγια του. Είναι απίθανο πόσες εικόνες έρχονται στη μνήμη του από την παιδική ηλικία ανάμεικτες με τη δουλειά του στο εμπόριο, με φίλους, με μαγαζιά που επισκεπτόταν. «Δεν έχει κάποιον δικό του;» θα αναρωτιούνται οι ασθενείς στον ίδιο θάλαμο. Οι δείκτες κρεατινίνης αυξάνονται. Εκείνο το μεσημέρι η αναπνοή του ήταν βαριά, με δυσκολία έβγαινε. Μια έντονη δύσπνοια. Εκείνο το απόγευμα η μία κόρη, η αδελφή της Άννας, τον επισκέφτηκε, στάθηκε δίπλα του και του είπε πως τον συγχωρεί. Αναρωτιέμαι αν την άκουσε. Κι αν την άκουσε πώς να αισθάνθηκε. Τα μεσάνυχτα πέθανε. Ένα χέρι τον μετέφερε, δεν ήταν των παιδιών του, ήταν το δικό μου. Τότε δεν υποψιαζόμουν ότι το σώμα το άψυχο που έσερνα θα μπορούσε να γίνει η παραβολή του δικού μου σώματος, της δικής μου τύχης. Τον κύριο Μενέλαο δεν τον αποχαιρέτησε η αγάπη. Ήταν ένα απλό τελετουργικό, ένα λιτό ξόδι.



Ιγνάτης Χουβαρδάς



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Michiel Sweerts, «Visiting the Sick» (detail).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Καλοκαιρινός χάρτης της πόλης"





Καλοκαιρινός χάρτης της πόλης
(Αποσπάσματα)


Στην αρχή βλέπω πολλά πράγματα που χορεύουν...
ύστερα όλα συνδέονται σιγά σιγά.

Τζιμ Μόρρισον
από τις «Σημειώσεις για την όραση»


Θα μπορούσα να χαρακτηριστώ ένας εμπειρικός ερευνητής των αποχρώσεων του μεσογειακού φωτός, όχι μόνο της ημέρας αλλά και της νύχτας. Ο ήλιος και το φεγγάρι και το μισόφωτο της νύχτας. Οι αποχρώσεις που παίρνει το φως και το ημίφως σε κάθε λεπτό. Ο τρόπος που πέφτουν οι ακτίνες του ήλιου στις μορφές των ανθρώπων, κυρίως των κοριτσιών και των γυναικών. Το φως της σελήνης στην κάθε του φάση. Τα φώτα της νύχτας από τις δημοσιές και τις πλατείες και τα πάρκα. Το ποσοστό της διαύγειας του φωτός ανάλογα με την ώρα και τις καιρικές συνθήκες. […]

[…] Υπήρχε βέβαια η θέληση και η ελπίδα μιας απροσδόκητης γνωριμίας αλλά με την πάροδο τόσων χρόνων, η διάθεση αυτή έμοιαζε σαν ένα ταριχευμένο πουλί. Και τώρα ξαφνικά, η Σταυρούλα, με έβαζε να κινούμαι στο κέντρο της πόλης με άλλη ψυχολογία. Η αγορά δεν είναι μόνο μια πολύβουη τεθλασμένη διαδρομή γεμάτη εικόνες αλλά είναι πλέον και είσοδοι κτιρίων, με σκάλες που οδηγούν σε μυστικά δωμάτια και σε σώματα που γδύνονταν και μου προσφέρονταν. Οι εικόνες έπαυαν να είναι μόνο εικόνες, αποκτούσαν πλέον μια οσμή από σάρκα.

*

[…] Να λοιπόν που η καθημερινότητά μου ενορχηστρώθηκε με τρόπο σοφό: διαρκής περιπλάνηση αλλά με σταθμούς σωτήριους που με αναζωογονούν. Κι επίσης σημειώσεις, πολλές σημειώσεις, για πρόσωπα που βλέπω στους δρόμους, για τυχαία περιστατικά, για επιφανειακά ασήμαντες λεπτομέρειες, για περαστικές γυναίκες και κορίτσια. Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται ανούσια και άσκοπα αλλά έβρισκαν ένα νοητό συνειρμό μεταξύ τους κάτω από το βλέμμα της δικής μου “Ρενάτας” και της κάθε “Ρενάτας”, που δείχνει πρόσχαρη να τα στεγάσει όλα αυτά μέσα στην αγκαλιά της, να τα φιλτράρει, να τα μετατρέψει σε ενοίκους στον όμορφο διάκοσμό της.

[…] Αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στο μισόφωτο και το απόλυτο φως, η αγωνία της απομνημόνευσης η εμμονή με τις ανατομικές αναλογίες… θα υπάρχουν παντού και θα προσπαθώ μονίμως να τα αποσιωπήσω.
Αναρωτιέμαι όταν λέω παντού, τι θα μπορούσα να εννοώ; Έψαξα την απάντηση στη σκιά που με ακολουθεί αλλά η σκιά είχε χαθεί, δεν την έβλεπα πουθενά.

*

«Ένα σώμα απλωμένο παντού» −αυτό, σκέφτηκα, όπως προχωρούσα στο δρόμο της γειτονιάς το επόμενο πρωινό.
Πυκνή κίνηση από βιαστικούς διαβάτες, δρόμοι με την βουή των τροχοφόρων Κυρίως ο ήλιος, αυτοκρατορικός, κίτρινος, καταστροφικός, ανελέητος, να φωτίζει ισοπεδωτικά. […]

Δυσκολευόμουν να συνέλθω από την έκπληξη. Σα να είχα πλάσει μόνος μου αυτό το κορίτσι, με τα υλικά της φαντασίας μου, κι έρχονταν τώρα το ίδιο το δημιούργημά μου και μου έλεγε ότι είναι αληθινό, ότι είχα καταφέρει από νερό και αστερόσκονη να φτιάξω μια υπαρκτή ζωή. […] Ένιωθα να επαλήθευα τις αναλογίες μιας μορφής που ήδη έχω γνωρίσει εδώ και καιρό. Γιατί τα χαρακτηριστικά αυτής της κοπέλας ήταν η προέκταση εκείνης της κίνησης που με ακολουθούσε τόσο καιρό, μια κίνηση που την είχα κάνει κτήμα μου, που την είχα καταπιεί μέσα μου σαν αψέντι. […]

[…] Ζούσα σε δύο παράλληλους ορίζοντες. Στον ένα δεν υπήρχε καμιά Βιολέτα, ήταν ένα πλάσμα της φαντασίας μου. Στον άλλο η Βιολέτα ήταν υπαρκτή, είχε μορφή, είχε σάρκα, είχε λόγο, με κοιτούσε και μου μιλούσε, Κι αν ίσως τελικά δεν υπάρχει Βιολέτα, κατά βάθος πάλι υπάρχει, είναι ένα αναγκαίο ψεύδος, τόσο αναγκαίο που είναι αληθινό, θα υπάρχει και θα με ακολουθεί για να εξακολουθώ να γοητεύομαι από τη θηλυκότητα, να έχω τη δύναμη να αντέχω την προδοσία και την εγκατάλειψη, να ξαναρίχνομαι στο κυνήγι της ομορφιάς, να η είναι γυναίκα ένα πρόσωπο που βρίσκει τη συνέχειά του σε άλλα πρόσωπα.

*

Το χειμώνα τα δωμάτια γίνονται κρυψώνες ενός καλοκαιριού που προηγήθηκε κι ενός καλοκαιριού που έρχεται, γίνονται σκηνικό μιας καλοκαιρινής παρένθεσης, μια αντιστροφή των ρόλων και μια μεταφορά των αισθήσεων. Το καλοκαίρι σού λέει: έλα σε αυτό το δωμάτιο να με ανακαλύψεις, να με ζήσεις την ίδια στιγμή που με πλάθεις στη φαντασία σου με τις πιο ανάλαφρες εσθήτες, με ηλιοτρόπια και μποστάνια.
...





Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα «Καλοκαιρινός χάρτης της πόλης», εκδ. Οδός Πανός, 2018.





Ένας χάρτης της πόλης, οδηγός εξερεύνησης της γυναικείας ομορφιάς.

Οι περιπλανήσεις του Τριαντάφυλλου Μαβή στους δρόμους της Θεσσαλονίκης.
Η συλλεκτική του φύση.
Τετράδια με θερινές εντυπώσεις.
Η εμμονή του με τα γυναικεία πόδια.
Τα δωμάτια που επισκέπτεται.
Οι ομοιότητες με έναν θείο του.
Ένα παιχνίδι με το βλέμμα και τη σάρκα.
Όσες αισθητικές αναζητήσεις καταγράφονται σε σημειώσεις,
μεταμορφώνονται σταδιακά σε μια θηλυκή σκιά που τον ακολουθεί.

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018

Ιγνάτης Χουβαρδάς, Για τον ποιητή Φίλιππο Β. Ντυμένο (1954-2018) και το βιβλίο του "Στον καθρέφτη"



Για τον ποιητή Φίλιππο Β. Ντυμένο (1954-2018) και το βιβλίο του "Στον καθρέφτη"

                                                                          του Ιγνάτη Χουβαρδά

Η περίπτωση του ποιητή Φίλιππου Β. Ντυμένου συνδέεται με την ιδιαιτερότητα ενός έργου που μόλις αναδύθηκε με τα φτερά του, τότε κάτω από το βάρος μιας εσωτερικής αμηχανίας διάλεξε να κοιμηθεί μέσα στα φυλλώματα της χειμέριας νάρκης, πριν αφεθεί στο βλέμμα του αναγνώστη. Η ποιητική σύνθεση γράφηκε το 1984. Χρειάστηκε να περάσουν δεκαεννιά χρόνια, μέχρι να βρεθούν δύο φίλοι το 2003, ο Βασίλης Δασκαλάκης και ο Σούλης Λιάκος, που ενθάρρυναν τον ποιητή και τελικά πραγματοποίησαν μαζί του την έκδοση αυτού του μικρού έργου με τον τίτλο "Στον καθρέφτη". Μέχρι την έκδοση, μεσολάβησαν χρόνια σιωπής, το έργο έχοντας κόψει τον ομφάλιο λώρο από τον δημιουργό του, έμοιαζε με κώδικα χαρτογράφησης της απόστασης που χωρίζει τον δημιουργό από μερικές αυθεντικές στιγμές μιας ιδιαίτερης εποχής της ζωής του. Από τη διαδικασία αυτή έλειπε ο αναγνώστης, ο δημιουργός σα να είχε επιλέξει για το έργο του μια σιωπηλή κατάσταση ορφάνιας ή εξορίας, το έργο είχε ισχύ μόνο σε αναλογία με τις ψυχικές διεργασίες του δημιουργού του. Όταν η ψυχή ήπιε το ιαματικό νερό κι έγινε λέξεις, τότε το κείμενο αναδιπλώθηκε στην αποσπασματική του σύσταση, αναιρώντας την επικοινωνία με το κοινό. Η προβληματικότητα μιας τέτοιας διεργασίας που ευτυχώς έληξε έστω και καθυστερημένα, κατοχύρωνε όμως και το πλεονέκτημα ενός έργου που η αυθεντικότητά του στηριζόταν στη δυναμική της αναμέτρησής του με τον ψυχισμό του ποιητή, μέσα στα όρια αντιπροσωπευτικών στιγμών που άπλωναν τα χνάρια τους στο μέλλον, σαν χρησμοί που ίσως να επαληθεύτηκαν.
  Μερικά λόγια για το ίδιο το κείμενο. Πρόκειται για την εγγραφή ενός φτερουγίσματος της ψυχής σε υπαρξιακά ερωτήματα, που θέλουν να βρουν θαλπωρή σε μια ερωτική αγκαλιά. Οι λέξεις φορτίζουν το νόημά τους αγγίζοντας τον κόσμο του υποσυνείδητου. Δεν είναι ακριβώς αιμάτινες λέξεις, δηλαδή λέξεις φορτισμένες από το άλγος μιας ψυχής που ο πόνος τη μετατρέπει σε βάρος σωματικό, είναι πιο πολύ λέξεις γαλουχημένες με μια ιδιότυπη αποσπασματικότητα, σαν συγκοινωνούντα δοχεία που παιχνιδίζουν γύρω από τις αμφισημίες με τις οποίες διανθίζουν το περιβάλλον. Τους μετέωρους στίχους σα να τους διατρέχει ένας νοσοκομειακός ορός που μουδιάζει τους πόρους των ψυχικών κυττάρων μέσα σε μια ελευθερία σημαινόντων και σημαινομένων. Ο ποιητής αφήνει τα αποτυπώματά του στις αμμουδιές ενός δυσοίωνου μέλλοντος. Το έργο, ευάλωτο μέσα στην κρυπτικότητα και την αποσπασματικότητά του, κουβαλά την αίσθηση του ανολοκλήρωτου.
   Αυτή η εσωτερική υπερένταση των θραυσμάτων της ψυχής, στον ορίζοντα μιας καθαρότητας ιαματικής, σαν εξαγνισμένο νερό, διαμορφώνει τις πτυχές ενός έργου που στην οριοθέτησή του αγγίζει τη λεπτή ισορροπία του εύθραυστου. Η ακροβασία ανάμεσα στο όλα και στο τίποτα, στο άσπρο και στο μαύρο, στο φως και στο σκοτάδι,  ίσως να δελέασε και παράλληλα να φόβισε τον ποιητή. Ανάμεσα στη γοητεία και το φόβο, επικράτησε ο φόβος και το έργο προτίμησε να παραμείνει κρυμμένο σ' ένα καθεστώς αμήχανης αμφισημίας σε σχέση με τον δημιουργό του, προστασίας και ορφάνιας μαζί, ένα καθεστώς που επέβαλε την εσωστρέφεια.
    Οι στίχοι σαν κρύσταλλα συμπυκνωμένου χρόνου -σε μια φασματική ατμόσφαιρα που με τις λέξεις γίνεται καθαρή και απτή- αποπνέουν το γρατσούνισμα μιας υπόγειας εγγραφής, που τολμά να μπολιάζει τη ζωή με το θάνατο και αντίστροφα, σ' ένα παιχνίδι χωρίς όρους. Λέξεις καρφιά, που μπορούν να αναπνέουν μόνες τους, ανεξάρτητες, αυθύπαρκτες. Όταν το ταξίδι ζητά τον προορισμό, μοιάζει να μπαίνει μια νοερή παύλα που αποκλείει τη συνέχεια στον ίδιο τόνο. Αυτό γίνεται απότομα και τετελεσμένα. Ο Φίλιππος Β. Ντυμένος κοιτάζει τις γραμμώσεις της παλάμης, τις κάνει λέξεις που μπορεί να είναι και χρησμοί, μας κοιτάζει από μακριά...


(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Βέροιας  ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ, στις 13 Ιουνίου 2003, με αφορμή το ποιητικό βιβλίο του Φίλιππου Β. Ντυμένου «Στον καθρέφτη», που τυπώθηκε στο λιθογραφείο κλίμαξ στη Βέροια, με σχέδια του Ηλία Μάντζου, τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου. Στην παρούσα ανάρτηση έγιναν αρκετές διορθώσεις).


Ένα μικρό ανθολόγιο από το βιβλίο:



                   ~

Σούρουπο, η παλίρροια φουσκώνει
ανεβαίνει το κρύο
δε μου φτάνει μια αγκαλιά
να σωπάσω το πρόσωπό σου

Ο ουρανός που δείχνεις τελειώνει
στο  κατώφλι του στόματος


                   ~

Ονομάζω το στήθος μου τύμπανο σιωπής
μα δε βολεύεσαι
Τα μάτια σου δύο κόγχες φώτα
μεγαλώνουν το σκοτάδι

Γίνομαι εσύ
μ’ αγνοώ την τάξη που σε ανασταίνει
το ρούχο που σε φανερώνει


                   ~

Έρχεσαι την ώρα που κοιμάμαι και με κοιτάζεις
Είμαι μαζί σου και σ’ αγαπώ στη σιωπή της νύχτας


                   ~

Στα ρούχα η έκσταση ζεστός άνεμος˙ η
σιωπή με χέρια έντασης και αγωνίας˙ στο αίμα
ο πόθος της καρδιάς έκταση. Με
το κερί μιας πίστης ανεβαίνω
ως το τελευταίο σκαλοπάτι του νερού
-ο ύπνος μου προτού χαράξει


                   ~

Το παραμύθι θα κοιμάται
θα καίγεται θα ξεδιπλώνεται
-αφού το σώμα…


                   ~

Στεγνώνω τα κουπιά μαζεύοντας απ’ το κορμί  το αλάτι
και με την μπίλια του κόσμου στο μέτωπο ξαναβουτάω
στην θάλασσα


                   ~

Είναι τα βήματα που επιστρέφουνε πάντα
σ’ αυτό το τοπίο που υπάρχουμε και δεν υπάρχουμε
σ’ αυτές τις φωτιές που σβήνουν κι ανάβουν παντού
σκιές της ίδιας όχθης
εδώ που θαρρείς ακίνητα
που εννοούμε αληθινά μόνο στον ύπνο
ακούμε την ανάσα της καρδιάς νύχτα

Είναι τα χέρια πλήθος αλόγων υποταγμένων
σε σχήμα αγάπης˙ μία φλόγα σιωπής
με τα ζωγραφισμένα λόγια


                   ~

Θα πω το πρόσωπό μου τοιχογραφία
που γκρεμίζεται μαζί σου
(με τα φαιά και τα κόκκινα χείλη
της μέθης)
αφού τώρα σ’ αυτό το κρύο
και μ’ αυτή τη σιωπή
πάλι το πρόσωπό σου γυρεύω
στο φως της νύχτας


                   ~

Με το αίμα παραθαλάσσιο καφενείο
ο φοίνικας στο φως της αυγής μια εικόνα.
Με τους παλμούς της καρδιάς το ψηφιδωτό
μεράκι στης πέτρας το άκρο άκρο.
Έτσι τώρα πηγαίνεις-
υπάρχει ένας άγγελος πάντοτε πλάι σου
με ρούχα μαβιά˙
απ’ τα μάτια του θα κρατάς
τη λάμψη μονάχα



Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Εκείνη"




Εκείνη
(σημειώσεις)


Όλα θα γίνονται στο σκοτάδι −είπε. Κι αυτό γινόταν. Σε μια στιγμή αργότερα, ενώ έβρισκα θαλπωρή στο στήθος της, θυμήθηκε πως έπρεπε να στείλει μήνυμα σε έναν φίλο της, θα του έγραφε ότι θα αργήσει άλλη μισή ώρα. Ήμασταν σε μια ερημική παραλία. Έγραφε στο κινητό της το μήνυμα κι η συσκευή ήταν ένας φακός που τη φώτιζε, που έδειχνε την εξαίρετη εικόνα της, τα μικρά της στήθη ολόγυμνα, τις ρώγες που πριν από λίγο βύζαινα, το λευκό της πρόσωπο, τα χυτά ξανθά μαλλιά. Ήταν υπέροχη, μια ζωγραφιά της αναγέννησης. Έκρυψε το κινητό στην τσάντα της. Τώρα ανακάλυπτα στο σκοτάδι πως είχε μια κρεατοελιά στο ένα ισχίο...



===



Να πάω στον γιατρό και τι να πω; Ότι ο πόνος στους αδένες εκεί κάτω στα χαμηλά είναι από εκείνη, τον τρόπο που με δάγκωνε, την υπερβολή σε όλα της τα φιλιά και τα δαγκώματα; Δεν πρόκειται να του πω τίποτα. Ο γιατρός δε θα ξέρει τι συνέβη και θα με στέλνει για εξετάσεις. Ας περιμένω, ξέρω το λόγο, τον ένιωθα καλά όταν με δάγκωνε.



===



Μου έκανε ένα δώρο σήμερα και δεν το κατάλαβε. Συγκεκριμένα μου είπε: «πήγα το πρωί κι έκανα πεντικιούρ, γιατί σκεφτόμουν τη βραδινή μας συνάντηση».



===



Είναι κάποια βιώματα που όταν τα ζεις, δε συνειδητοποιείς το βάρος τους, τη σπανιότητά τους. Θα περάσει ο καιρός, θα γίνουν οι μέρες άγονα χωράφια, ένας άνεμος που φυσά σε άδεια τοπία… και τότε, κάνοντας έναν πικρό απολογισμό, νιώθεις πόσο αδίκησες εκείνες τις μέρες −σου πρόσφεραν καρπούς που τότε δεν εκτιμούσες στο βαθμό που έπρεπε. Ίσως απέναντι σε αυτήν την προσφορά επιδείκνυες μια αφελή και ανώριμη έπαρση.



===



Όσο ήμουν νέος, νόμιζα πως όταν έκλεβα ένα χάδι από μια γυναίκα, έπρεπε να απολογηθώ για τις καλές μου προθέσεις, να της πω ότι δεν την κοροϊδεύω, ότι το χάδι και το φιλί θα είναι λάφυρα αφοσίωσης και όχι προδοσίας. Τώρα, τα χάδια έγιναν πιο απροκάλυπτα και χωρίς προσχήματα. Εκείνη μου λέει ότι προσφέρω υπηρεσίες για τις οποίες μου χρωστά ευγνωμοσύνη. Προσθέτει ότι δεν είναι υποχρεωμένη να με αποζημιώσει με τη δική της αφοσίωση.



===



Το τρέμουλο κι ύστερα το άδειασμα που μου μουδιάζει τα μέλη κι η σκέψη αν τελικά αξίζει τόσος κόπος
γι’ αυτή τη μέθη…
Κάποιες φορές αξίζει −όπως τώρα−, άλλοτε πάλι δεν αξίζει... Και την ώρα που λυγίζω, εκείνη σκύβει μπροστά στα γόνατά μου, με σκορπίζει στο τίποτα, ένα σμήνος από φτερά και σκόνη, μια σάρκα που διαλύθηκε σε πλήθος μαραμένα νούφαρα, μέχρι να ξαναγίνει σάρκα.



===



Εκείνη είπε: «Πειράζει που άναβα πιο πολύ όταν άρχισες να με δέρνεις;»



===



Όπως εκείνη μιλά για το παρελθόν της, για εραστές που πέρασαν από τη ζωή της, κι ενώ δε ρωτώ, ολοένα προκύπτουν περισσότεροι, όσο επιμένει να μιλά γι’ αυτά, είναι σα να μιλά για τη δική μου άδεια ζωή, για βήματα που ανακυκλώνονταν και δεν έβρισκαν την  παραμικρή αγκαλιά... Πρέπει να περάσω το σκόπελο και να μη τη μισήσω.



===



Θα έχουν προηγηθεί μέρες αιθρίας, με τον ουρανό καταγάλανο,
τον ήλιο κίτρινο και καυτό,
τα χωράφια με το στόμα διψασμένο, τους ηλίανθους ξερούς, το χώμα στεγνό να αναδεικνύει τις πέτρες…
Και είναι σίγουρο, μα απόλυτα σίγουρο −δε θα το ομολογήσει ποτέ πως το κάνει σκόπιμα−
πως την ώρα που θα με προσκαλέσει, θα έχουν μαζευτεί βαριά σύννεφα, η καταιγίδα θα ξεκινά και όσο θα οδηγώ θα δυναμώνει η μαύρη αντάρα κι η πυκνή λυσσασμένη βροχή δε θα με αφήνει να βλέπω στο ένα μέτρο. Χαλάζι θα πέφτει τώρα και χείμαρροι νερού θα με προσπερνούν και θα με ακολουθούν μέχρι να φτάσω στο μυστήριο εξοχικό της. Εκείνη με περιμένει κι οριακά, λίγο πριν πλημμυρίσουν όλα και χαθούν ζωές, θα προλάβω να μπω στην πόρτα που μου ανοίγει διάπλατα. Το πρώτο φιλί, το δέρμα που είναι λευκό και γυμνό. «Μια άλλη πλημμύρα» μου λέει τώρα, «μια άλλη καταιγίδα» επιμένει, κι έπειτα «φοβάσαι καθόλου;» κι απάντηση δεν παίρνει κι αφήνεται σε βογγητά που δε μοιάζουν με τις βροντές ενώ οι αστραπές που προηγούνται, φωτίζουν τη γύμνια της...



===



Αυτό το δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες, να δείχνουν τις ατέλειες στο σώμα το δικό της το δικό μου, να αναδεικνύουν τη φαιδρή πλευρά της συνουσίας, πόσο αστείος μοιάζω όπως γυμνός βολοδέρνω πάνω της, κι ύστερα μια καταχνιά, όπως είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι δίπλα της, το θολό μου πρόσωπο με τα γκρίζα μαλλιά, το άδειο μου βλέμμα, το σώμα μου μια διεστραμμένη ηδονή, ένα κρυφτούλι με έγχρωμες εικόνες που με ψάχνουν και δεν θέλω να με ανακαλύψουν σε μια τόσο αδύναμη ώρα.



===



Όταν εκείνη θα αρχίσει να σου λέει καλά λόγια, πρώτα για την μπλούζα που φοράς σήμερα κι ύστερα για σένα, για το ζεστό σου χαμόγελο, για όσα της πρόσφερες, ακόμα και για τις ερωτικές σου επιδόσεις κι έπειτα θα αρχίσει να θυμάται τη γιορτή ή τα γενέθλιά σου και θα σου στέλνει χρόνια πολλά, όταν όλα αποκατασταθούν στο βαθμό που έπρεπε, ήδη είναι αλλού, βγαίνει με κάποιον άλλον.



===



«Βγες από το παραμύθι σου». Αυτό ήταν το μόνιμο ρεφρέν στις τελευταίες συναντήσεις μας…
−Έτυχε, μου είπε ένα μεσημέρι.
Σιωπή και συνεχίζει:
−Μια μέρα που πήγα μόνη μου στην αγορά, σ’ ένα κατάστημα, τον γνώρισα.
Κι οι λεπτομέρειες αποκαλυπτικές, ωμές, δύσκολες στη χώνεψη.
−Βρισκόταν στην ουρά στο ταμείο, δίπλα μου. Ζήτησα να μάθω την ώρα κι έτσι γνωριστήκαμε.
Κι έπειτα:
−Πήγαμε πρώτα για φαγητό και τη νύχτα κοιμήθηκα στο σπίτι του, όλη τη νύχτα, μια νύχτα μαζί του.
Ήταν μια γνώριμη σκηνή −σκεφτόμουν. Απλά άλλαξε ο παρτενέρ. Τόσο απλά, τόσο φυσικά, τόσο απέριττα.



===



«Ο χειμώνας μού αρέσει πιο πολύ, γιατί μπορείς να κρύβεσαι», είπε.
Ήταν μια φράση που τη βρήκα υπέροχη, βάλσαμο πραγματικό, ξαφνικά ένιωσα το χειμώνα που ερχόταν πιο ελαφρύ, καθόλου δυσβάσταχτο και μελαγχολικό.
Εκείνη απορούσε που βρήκα τόσο σημαντικό αυτό που είπε, γιατί δε συνειδητοποιούσε πόσο καλοκαιρινή ήταν η φύση μου, τόσο γεμάτη θέρος που ο χειμώνας πάντα λειτουργούσε σαν αντίστροφη μέτρηση για το καλοκαίρι. Τη ρώτησα σκόπιμα να μου εξηγήσει τι εννοούσε με το "μπορείς να κρύβεσαι".
«Εννοώ ότι δεν υπάρχει πλέον κόσμος στη φύση, όλοι είναι στα σπίτια τους, οπότε μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, χωρίς να σε βλέπουν».
Κι η εξήγηση που έδωσε, έκανε ακόμα πιο έντονη την επήρεια που είχε η φράση της πάνω μου.
Ξαφνικά το κρύο, η βροχή, ο άνεμος, η παγωνιά −δε με επηρέαζαν τόσο πολύ, δεν ήταν πλέον εχθροί μου. Ο σκοτεινός ουρανός δε φώλιαζε στην ψυχή μου. Το βαρύ τοπίο δεν είχε καταθλιπτική επίδραση πάνω μου, ήταν καθαρά διακοσμητικό, σχεδόν φιλικό.

(Όμως εκείνη που με ενέπνεε τόσο πολύ, ήταν η ίδια που με βύθιζε στο ζόφο, στο μαύρο σκοτάδι. Την ίδια στιγμή που με γοήτευε, μου έβαζε μια θηλιά στο λαιμό).





Στην εικόνα: "La sieste" του Νίκου Δραγούμη.