Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελάκη - Ρουκ Κατερίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελάκη - Ρουκ Κατερίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, "Η ανορεξία της ύπαρξης"





ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ


Τα πόδια μου ανοίγουνε
και κλείνουν στο κενό
τα χέρια μου αγκαλιάζουνε το άδειο
κι η φαντασία μου συνωμοτεί με το μηδέν.
Μα τι τρέχει, τι τρέχει
και τίποτα δεν προχωρεί;
Η καταχνιά αρνιέται να γίνει σύννεφο
η υγρασία βροχή
ο χειμωνιάτικος ήλιος αργεί να φανεί
η συντηρητική μελαγχολία
δε λέει να ξεσπάσει σε απελπισία
κι ο ανώνυμος εφιάλτης
διστάζει να ωριμάσει σε συγκεκριμένο φόβο θανάτου.
Αλλά να και μια λαμπερή σκιά:
η τελευταία μέρα μου
όλο αναβάλλει τον ερχομό της.





ΤΙ ΔΙΝΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙ ΠΑΙΡΝΕΙ


Τι δίνει η ποίηση και τι παίρνει;
Όταν κάτω από το βάρος κάποιου σύννεφου
όλο το μέσα σου σώμα γέρνει
όταν ένα μόνο βλέμμα παλιές πληγές ξύνει
όταν μια νέα αναπηρία καινούργιες πληγές ανοίγει
όταν τα φανάρια τ’ ουρανού σε κοντινή απ’ το μέλλον σου
       απόσταση λάμπουν
κι όλα τα αποθέματα ζωής που ’χεις συλλέξει δεν φτάνουν
όταν σε βασανίζει μια θλίψη που δεν ήρθε ακόμα
όταν ο πόνος δεν έχει όνομα ούτε χρώμα
τότε αγγίζει η ποίηση σαν χέρι τρυφερό το μέτωπό σου
και σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι υψηλός ο σκοπός σου
ότι οι στίχοι σου δεν τελειώνουν με τη ζωή σου
ότι η ποίηση είναι η λογοδοσία της ψυχής σου.
Πιάνεις τότε την πένα
και νομίζεις πως γίνεται ένα
με την ωραιότητα και την αθανασία.
Όμως η ποίηση ποια σου ζητάει θυσία;
Τι θέλει για αντάλλαγμα;
Μονάχα ένα πράγμα.
Απ’ τη γη που κατοικείς
τίποτα μην απαιτείς.
Ούτε η πραγματικότητα να σ’ ανταμείψει
να σε πλουτίσει
μ’ αιώνια δεσμά να σε δέσει
ή να ’ναι εκείνη όπως σ’ εσένα αρέσει.
Ένα μόνο να λαχταράς
να ’ναι ακόμα γύρω σου η πραγματικότητα και να την
       αγαπάς
να ’ναι εκεί
κι ας είναι αγέλαστη, ας είναι και στριφνή.





ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ ΤΑ ΦΙΔΙΑ


Ίσως τα φίδια που μας ζώνουν
να ’ναι πλάσματα καλά
χρήσιμα
αφού ελευθερώνουν τις υποψίες μας
γύρω από τις ψεύτικες υποσχέσεις.
Και όπως ελίσσονται
μας διδάσκουν ότι καμιά πραγματικότητα
δεν είναι πιο πολύτιμη, πιο αληθινή
απ’ την ανάσα της στιγμής.
Τι σου υποσχέθηκαν οι άνθρωποι;
Γλυκιά ζωή;
Μα θέλει μεγάλη φαντασία.
Τι σου υποσχέθηκαν οι άγιοι;
Αιώνια ζωή;
Μα θέλει μεγάλη αντοχή.





ΠΡΩΙΝΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΣΤΗ ΜΕΡΑ


Το πρόσωπό του πρωινού είχε μια έκφραση
έμπορα όταν δε διαθέτει το εμπόρευμα
που του ζητάς.
Και πώς να το ’χει, πού να βρει
ελπίδα, φτερά για μια κίνηση ψηλά
τις αλοιφές της ηδονής,
ένα σώμα θαυματουργό να σε κοιτά
πού να βρει την άλλη, τη γυαλιστερή όψη των πραγμάτων
πριν αρχίσει η δοκιμασία της επαλήθευσης
πριν αρχίσει ένα πρωινό
με μια μόνο ευχή:
τη διατήρηση μιας άνοστης υγείας
αφού τα φύλλα δε συγκινούν πια
όπως λικνίζονται στ’ αεράκι,
τα πύρινα δάκρυα του ήλιου που δύει
που πεθαίνει μαζί με τη μέρα
αδιάφορη σ’ αφήνουν
αφού κι η καινούρια να ’ρθει μέρα
τίποτ’ απ’ αυτή δεν περιμένεις.
Καλημέρα λοιπόν... με αποσιωπητικά.





ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ


Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ’ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν·
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντος μου.





Από τη συλλογή «Η ανορεξία της ύπαρξης», Καστανιώτης 2011.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, "Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα"





ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ ΜΕ ΕΛΑΧΙΣΤΑ


Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο·
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω·
να φεύγουν τα περιττά, λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.





Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΘΟΥΣ


Το υπερώο του σώματος
απ’ όπου τα χλομά λιβάδια της σάρκας
έλαμπαν ακόμη πιο ελκυστικά
μες στο σκοτάδι
όταν με μισόκλειστα μάτια
ήταν σαν ν’ άκουγες τους αγωγούς του αίματος
ν’ αδειάζουν και να ξαναγεμίζουν·

το θείο μπαλκόνι
που μόνο στον πολύ πόνο
ζάρωνε και κρυβόταν
πίσω από τα σκούρα·
το ανώγειο της καθημερινότητας
όπου άλλος αέρας φυσούσε
κι είχε τότε το φαΐ της ζωής
κάτι απ’ τη γεύση του συμβόλου·

το αίθριο με τη δική του είσοδο
την αυτόνομη σχέση του με την ψυχή
η εικονογράφηση μιας ζωής άλλης
πάντα πιο μπροστά στη μέρα
πάντα πιο θαρραλέα στη μοίρα
το άγαλμα της ελπίδας
με τις δυο εύγλωττες καμπύλες
έπεσε
γκρεμίστηκε
και βλέπω πια τη ζωή
από κάτω προς τα πάνω
βλέπω πως έχω πάντα
την ίδια διαφορά στήθους
με το άπειρο.





ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ


Να ’ταν τα φιλιά τοπία
να τα σκαρφάλωνα
να με ρουφούσαν
ρουφήχτρες τη γης
να κατρακυλούσαν τα λιθάρια χείλια
να τα ’ψαχνα, να τα ’βρισκα δροσερά
στους χάρτες των αναμνήσεων
να τα ’νιωθα ζεστά λαχανιαστά
πίσω από τους θάμνους του αισθήματος
τοπία απόκρημνα
φιλιά γκρεμοί.





Η ΑΛΛΗ ΜΟΝΑΞΙΑ


Η νέα μοναξιά ασήκωτη
κι η λύση της ακόμη πιο βαριά
αφού ο καθένας κουβαλάει τώρα
αμετάκλητη τη χρόνια πολύτιμη
αρρώστια της ύπαρξής του.
Με την ηλικία όλο μεγαλώνουν τα χάσματα
που άνοιξε ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ
κι η παρουσία του άλλου
εξισώνεται με την απουσία του·
ένας σιγανός πόνος σφίγγει
σαν να μην μπορείς να ταΐσεις
τον αγαπημένο σου σκύλο.
Κι όλα μοιάζουν από φιλάργυρο μετρημένα
και μαζί περιττά
αφού είναι πια άχρηστα στη φύση.
Αυτή να εκτελεστεί η συμφωνία μας μόνο θέλει
κι ας μην τη συνυπογράψαμε ποτέ
όπως δε θα γράψουμε ποτέ
με την πένα της ζωής
τη λέξη ΤΕΛΟΣ.





Από τη συλλογή, «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα», (2005)

Πηγή για την εικόνα: https://www.fractalart.gr/katerina-aggelaki-rouk/

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2020

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, "Λυπιού"




ΛΥΠΙΟΥ
(αποσπάσματα)


ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε·
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…




α

Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου
ως τα κρυσταλλωμένα δάκρυα
ως να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζουν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.

Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό
που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό
πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι… όχι… λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πως όταν χάνεται
χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».




β

Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιούνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.




γ

Στη Λυπιού κλαίω συνέχεια
από τότε που μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας…
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ’ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε λοιπόν κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας.
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ’ άλλο λιμάνι
όπως σ’ ένα καινούριο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, η γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντάς σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.




στ

Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που ’χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη·
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.





Από την ποιητική σύνθεση «Λυπιού» (1995).
Στην εικόνα: Louis Daguerre, «Effect of Fog and Snow Seen through a Ruined Gothic Colonnade» (1826).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, "Το σώμα είναι..."


(Augyst Ρodin, "Le penseur")


ΤΟ ΣΩΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΗΤΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ


Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων
όταν ασύστολο σαν το νερό
σηκώνετ’ απ’ τον ύπνο
με κοιμισμέν’ ακόμα τις βούλες
τις ουλές, τα τόσα τα σημάδια
τους σκούρους ελαιώνες του
ερωτευμένους
δροσερούς μέσα στη χούφτα.

Το σώμα είναι η Ήττα των ονείρων
σαν κείται μακρύ κι αδειανό
–να φωνάξεις μέσα ακούς την ηχώ–
με τις αναιμικές τριχίτσες του
ανέραστο απ’ το χρόνο
βογκάει, πλήγεται
μισεί την κίνησή του
ξεθωριάζει σταθερά
το αρχικό του μαύρο
ξυπνώντας ζεύεται την τσάντα
από δαύτη κρέμεται μαρτυρικά
ώρες μέσα στη σκόνη.

Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων
όταν βάζει το ένα πόδι μπρος στο άλλο
και κερδίζει τον συγκεκριμένο χώρο.
Ένα τόπο.
Με τράνταγμα βαρύ.
Θάνατο.
Όταν το σώμα κερδίζει τον τόπο του
με θάνατο
στην πλατεία
σαν λύκος με ρύγχος καυτό
ουρλιάζει το «θέλω»
«δεν αντέχω»
«φοβερίζω - ανατρέπω»
«πεινάει το μωρό μου».

Το σώμα γεννάει το δίκιο του
και το υπερασπίζεται.
Το σώμα φτιάχνει το λουλούδι
φτύνει το κουκούτσι-θάνατο
κατρακυλάει πετάει
ακίνητο στροβιλίζεται γύρω απ’ την καταβόθρα
–κίνηση του κόσμου–
στ’ όνειρο το σώμα θριαμβεύει
ή βρίσκεται γυμνό στους δρόμους
κι υποφέρει·
χάνει τα δόντια του
τρέμει από έρωτα
σκάει η γη του σαν καρπούζι
και τελειώνει.





Από τη συλλογή «Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό» (1974).
Πηγή: «Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ - Ποίηση [1963-2011]», εκδ. Καστανιώτης 2014.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, "Η ανορεξία της ύπαρξης"




Η ανορεξία της ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δεν βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα
για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου
η πηγή.



Από τη συλλογή "Η ανορεξία της ύπαρξης", Καστανιώτης 2011