Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2021

Κώστας Κουκούλης, "Μικρό αφιέρωμα στην ποίησή του" (Επιμέλεια - ανθολόγηση: Χρήστος Τουμανίδης)






Ο ποιητής Κώστας Κουκούλης
(15 Ιανουαρίου 1955 - 18 Φεβρουαρίου 2021)


Μια πρώτη γνωριμία

γράφει ο Χρήστος Τουμανίδης

Ο ποιητής Κώστας Κουκούλης έζησε τα πιο πολλά από τα 65 χρόνια της ζωής του εκτός Ελλάδας, στη Σουηδία και εξ αυτού κυρίως του λόγου, αλλά και της ιδιαίτερης φύσης του (σεμνός, μοναχικός, απέφευγε συνειδητά την προβολή) είναι σχεδόν άγνωστος στην πατρίδα του. Αυτό ακριβώς το κενό έρχεται να καλύψει, μεταθανάτια, αυτό το πρώτο αφιέρωμα στη σπουδαία, όπως θα διαπιστώσετε, ποίηση του. Αλλά, δεν θα μείνουμε μόνο σ’ αυτό, θα ακολουθήσει αργότερα ένα πιο εκτενές και πιο πλήρες αφιέρωμα (που ετοιμάζεται ήδη) και που θα περιλαμβάνει εκτός από την ποίηση του και τις άλλες πτυχές της δημιουργίας του, που αφορούν το δοκίμιο, την κριτική, τις μελέτες και την μετάφραση. Πολύτιμες, ασφαλώς, όλες οι πνευματικές καταθέσεις του.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
     Ο Κώστας Κουκούλης γεννήθηκε στο Αγρίνιο στις 15 Ιανουαρίου 1955, όπου  έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια, μέχρι και την πρώτη Τάξη Δημοτικού. Το 1963, η πολυμελής οικογένεια Ευαγγέλου και Ρωμαλέας Κουκούλη με τα πέντε κορίτσια και τα δύο αγόρια που απέκτησαν θα μετοικήσει στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση. Στην πρωτεύουσα, ο Κώστας, που ήταν ο μικρότερος γιος της οικογένειας, θα ολοκληρώσει τη στοιχειώδη εκπαίδευση του και στη συνέχεια θα φοιτήσει αρχικά σε ημερήσιο και μετά σε νυκτερινό γυμνάσιο-λύκειο, απ’ όπου θα πάρει και το απολυτήριο της μέσης εκπαίδευσης.
     Ο Κουκούλης, υπήρξε ανήσυχο πνεύμα, με πολλά καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα και από νωρίς μάλιστα έδειξε την κλίση του στην ποίηση, στα γράμματα γενικότερα και στη ζωγραφική. Έτσι, για να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες και τη μόρφωση του, το 1983 θα βρεθεί στη Σουηδία, για να σπουδάσει φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Ουψάλας. Εκεί θα έχει στήριγμα και πολύτιμο συμπαραστάτη τον μεγαλύτερο αδερφό του Χριστόφορο, ο οποίος βρισκόταν ήδη στην πόλη αυτή από το 1978.
      Ο Κώστας σε σύντομο χρονικό διάστημα θα προσαρμοστεί στη νέα του ζωή, θα μάθει τη σουηδική γλώσσα, συμπληρώνοντας παράλληλα και τα αγγλικά του και θα συνδεθεί  με τους εκεί Έλληνες συμπατριώτες του αναπτύσσοντας διάφορες συλλογικές δραστηριότητες, σε θέματα κυρίως λογοτεχνικά, ποίησης, θεάτρου και εικαστικών τεχνών. Ταυτόχρονα με τις σπουδές του, όπως συνέβαινε με όλους τους ξένους φοιτητές της Σουηδίας, εργαζόταν περιστασιακά σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, για να συμπληρώνει έτσι τα απαραίτητα για τον βιοπορισμό του χρήματα. Αργότερα θα εργαστεί και ως δάσκαλος της ελληνικής γλώσσας, ενώ όλο αυτό το διάστημα, όπως ήταν φυσικό, θα γράφει ποίηση, δοκίμια, άρθρα, μελέτες και, όταν πλέον θα μάθει με επάρκεια τα σουηδικά, θα ασχοληθεί με ζήλο και με τη μετάφραση, μεταφράζοντας κείμενα από τα ελληνικά στα σουηδικά και αντίστροφα. Υπήρξε σημαντικός παράγοντας στα πολιτιστικά δρώμενα της ελληνικής παροικίας στην Ουψάλα και με την ποιότητα του χαρακτήρα του, το πηγαίο χιούμορ που διέθετε, και την πνευματική καλλιέργεια του, θα κερδίσει την αγάπη και τον θαυμασμό όλων των συμπατριωτών του, αλλά και πολλών Σουηδών της Ουψάλας και της Στοκχόλμης.
     Με το παρόν σύντομο αφιέρωμα στον Κώστα Κουκούλη, ευελπιστούμε πως ο αναγνώστης θα πάρει μια αρκετά καλή γεύση της ποίησης του, αλλά και της πνευματικής ιδιαιτερότητας του, και είμαστε βέβαιοι πως η γνωριμία αυτή θα γίνει πλατύτερη και βαθύτερη μέσα από το επόμενο, όπως είπαμε και πιο πάνω, δεύτερο και πληρέστερο Αφιέρωμα που ετοιμάζουμε αυτό τον καιρό, όλοι εμείς οι φίλοι του.
 
Κλείνοντας το παρόν σημείωμα αξίζει πιστεύω να αναφέρουμε δυο λόγια σχετικά με το αδόκητο και άδικο τέλος του τιμώμενου. Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του (2019-2020), ο ποιητής, σκεφτόταν σοβαρά την παλιννόστηση του και είχε πάρει μάλιστα τη μεγάλη απόφαση, να επιστρέψει στην Ελλάδα. Πλην όμως δεν επέστρεψε… Τον πρόλαβαν, μας πρόλαβαν τα γεγονότα και ενώ είχε προμηθευτεί από νωρίς το αεροπορικό του εισιτήριο, τον βρήκε όπως βρήκε και όλους εμάς, η Πανδημία και ο συνακόλουθος Εγκλεισμός. Ματαίωσε λοιπόν το ταξίδι για την πατρίδα του, και τι θλιβερό!... έκανε, ξαφνικά το «άλλο ταξίδι», το Τελευταίο της ζωής του, αυτό που δεν έχει γυρισμό, μέσα στο ασθενοφόρο που τον μετέφερε εσπευσμένα στο νοσοκομείο της Ουψάλας, όπου ήρθε το μοιραίο! Τον πρόδωσε, και σταμάτησε εκεί ακριβώς, η τρυφερή και απέραντη καρδιά του!
     Ο Κώστας Κουκούλης όμως είναι εδώ, και θα είναι για πάντα μαζί μας μέσα από την ξεχωριστή και δυνατή ποίηση του. Καλή ανάγνωση λοιπόν!


===============================================


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
 
Ποίηση
 
1. Δύο Κύκλοι Ποιημάτων (1972-1984), Αθήνα, 1984
2. Μεσιτεία της Νύχτας, Αθήνα, 1986
3. Κομιστής του Παρόντος, Αθήνα, 1988
4. Κάτοπτρα και Αντηχήσεις (21 τραγούδια), Στοκχόλμη, 1997
5. Ειδωλοσκόπιο, Αθήνα/Στοκχόλμη, 1999
6. Med nattens Formedliving/Dikter, Uppsala, 1975
(Εκλογή ποίησης του, στα σουηδικά)

--------------------------------------------------------------------------------

Δοκίμιο, μελέτες, έρευνα

1. Γιάννης Ρίτσος, Μία προσέγγιση στη ζωή και στο έργο του,
                                                                                    Στοκχόλμη 1994
2. Γιάννης Ρίτσος, Μια προσέγγιση (δεύτερη έκδοση, επαυξημένο)
                                                                                    Στοκχόλμη, 2009
 
3. Οδυσσέας Ελύτης, Ένα περίγραμμα, Στοκχόλμη, 1997
 
4. Σκιαγράφημα Διονυσίου Σολωμού (1798-1857),
                                                                                    Στοκχόλμη, 2000
---------------------------------------------------------------------------------
Μεταφράσεις
1, Χερεμίας Πενάγιο, Ρουλίτο, Ουψάλα, 1997
2, Christos Toumanidis, Stundernas Mytologi/Dikter, Stockholm, 1997
2. Κώστας Κουκούλης-Ξενοφων Παγκαλιάς, Lars Noren Nattvarden (Η Αγρυπνία), Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη, Χανιά, 2010
---------------------
Έγραψε ακόμη μια σειρά άρθρων και δοκιμίων, λογοτεχνικού περιεχομένου, σε ελληνικά περιοδικά.
Επίσης, επιμελήθηκε βιβλία και θεατρικά έργα.

============================================
 


 
Ανθολόγιο ποίησης του Κώστα Κουκούλη

=================================


Από τις συλλογές του:
 
1. ΔΥΟ ΚΥΚΛΟΙ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ (1972-1984), 1984

2. ΜΕΣΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, 1986

3. ΚΟΜΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ, 1988

4. ΕΙΔΩΛΟΣΚΟΠΙΟ, 1999


======


1

ΔΥΟ ΚΥΚΛΟΙ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ
(1972-1984)

 
ΚΑΘΕ ΑΥΓΗ

Ελλάδα,
κάθε που χαράζει πάνω από το σώμα σου
καμιόνια παίρνουν τα όνειρά σου στα κρυφά
σε σκουπιδότοπους απρόσιτους για να τα πάνε.
Τα δειλινά σου στέκουν
σαν να μη βαφτίστηκαν ποτέ
                   σε κολυμπήθρες ποίησης
κι ευνουχισμένα τα σήμαντρα όπου στο κράμα τους
ο μέλλοντας χρόνος σου αντηχούσε.

Έρρει τα κάλα. Τα μάρμαρα μαύρισαν,
τα αγάλματα μετανάστευσαν
και το φαράγγι στροβιλίζει στο χάσμα του
τη φθίνουσα ηχώ μιας αρχαίας φωνής.

Και τώρα το άγγελμα, ποιο;

Κάτι περιστέρια απόμειναν
ραμφίζοντας τη λίγη ψίχα φως
στον δίσκο τού ήλιου
καθώς πέφτει.

(Μόνο τα δέντρα και το χόρτο ξέρουν:

Η μέρα του Ανθρώπου, η μέρα σου η αληθινή
μυρίζει χώμα. Και βροχή.)


--------



ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΩΡΩΝ

Πάγωσε η Νύχτα, σκέπασε τις στέγες
κλείσαν οι καρδιές μας τα μεγάλα φώτα.
Ποιος κρατάει εδώ τα μυριάδες άστρα
πάνω απ’ το σκοτάδι;

Μας πληγώνουν όρκοι που δώσαμ’ ένα δείλι
στους λευκούς μας κύκνους, στις παλιές εικόνες.
Φέρνουν τώρα οι ξένοι στις βαθιές τις φούχτες
τ’ άστοργα λιθάρια.

Η φωνή εστάθη. Στο αλύχτισμά της
πάγωσαν οι φλέβες μιας χαράς μας άλλης
ίσως πιο μεγάλης
πάνω από τη Νύχτα, πιο κοντά στ’ αστέρια.

Θα σημάνουν κρίνοι Ανθισμένη Ώρα
θα λυθούν οι μέρες (όχι όπως πρώτα)
να συντρίψουν τείχη, να χαράξουν δρόμους
με το κόκκινο αίμα να βάψουν ουρανούς.


--------



ΠΟΡΕΙΑ

Νυχτώνει.
Η πολιτεία στην ίδια θέση πάντα. Αμετακίνητη.
Στις φλέβες τού πληθυσμού γαλήνη.
Αργόσυρτα ένας ψίθυρος την έννοιά του αποκτάει ―
Το να υποδαυλίζεις, λέει,
μιαν επανάσταση ενάντια στη μοναξιά
ενώ δεν έχεις σπίρτα ν’ ανάψεις το τσιγάρο σου,
μοιάζει επίλογος αντί προλόγου.
(Ήσουν εσύ; Είσαι εσύ;
Πού έλειψες; Και τώρα, πώς να δείχνεις;)

Μυριάδες υποκείμενα δωροδοκούν τον Ύπνο.
 
Τα οδόσημα αχνοφαίνονται και χάνονται αμέσως.
Ανοίγω χαραμάδες. Ανοίγω χαραμάδες
στο σκοτάδι. Να περάσω.
……………………………………………….
Η Ποίηση, είπα,
δεν είναι όνειρο μέσα στον ύπνο
είναι ένα τεράστιο φορτηγό βαπόρι
που μανουβράρει μες στην αχλύ τής ανοιχτής θάλασσας
και, είναι να πάμε μακριά τόσο,
        όσο μπορεί να φτάσει ένα ταξίδι.
Έπειτα καημούς κατέβασα στους δρόμους ― μα
το σκοτάδι με ξεγέλασε. Στον έρανο που έκανα
τ’ αστέρια με γέμισαν δαχτυλικά αποτυπώματα.
Απέτυχε η γιορτή. Θυμάμαι, τους ανθρώπους είδα
υπνωτισμένοι να περνούν ανάμεσ’ από δεντροστοιχίες
διατρέχοντας τον κίνδυνο τροχαίου ατυχήματος ―
να φεύγουν, να διαφεύγουν
υπνοβάτες αλλόκοτοι, καθένας με τις επωμίδες του
και τα παιδιά του-τύψεις.
Είπα, μόνος και πάλι θα διαβώ τον Εύριπο των αισθημάτων.
Άλλα δυο βήματα στον χώρο. Ακόμη μια προσπάθεια.
Ποιος δρόμος;
Και τα δέντρα, ισχνά ― σύμβολα στίχων.
Στη σκοτεινή γωνία εκεί
στον εαυτό του κλεισμένος ένας μύθος
από αιώνες φώτιζε θαμπά το καφενείο.
Στους τοίχους του επάνω και στις καρέκλες του άλλοι καιροί, έδιναν
στίγμα, οστά και πρόσωπο αποκτούσαν, ρούχο ― απόμακροι καιροί,
σαν κοιμητήρια υγρά, που ’ναι βαθιά στη λήθη χωνεμένα.
Στα χνώτα των τζαμιών του σχεδίαζε το νυν η εφηβεία
και άναβε με του δικού της πόνου το κερί ένα τσιγάρο
ενώ στην άπνοια της νύχτας αργά αργά ο καπνός
ταξίδευε κατά το μέλλον το μήνυμα.
Παράμερα, σε μια λακκούβα σκοτεινό νερό, ένα αστέρι μακρινό,
ναρκισσευόταν ― αντικατοπτρισμός μοναξιάς και
κάπου, βυθισμένα στο μυαλό, τα νησιά
πράσινα, λευκά, γαλάζια
και αυτά τη νέα να προσμένουν αριθμητική μας.
Στην ησυχία κάποτε
θόρυβοι από γυαλιά που έσπαζαν
τη νύχτα κομματιάζοντας –δεν ξεχώριζες το σκοτάδι
απ’ το αίμα– ή και φωνές, ζητωκραυγές που έρχονταν
και έφευγαν, που ξανάρχονταν και αναιρούνταν.
Ρώτησα, ποιος είν’ εκείνος που δωροδοκεί;
Και η μνήμη, Κυνέγειρος, πάσχιζε να συγκρατήσει
κάποιες στιγμές και λάμψεις.
……………………………………………….
Σε λίγο, μια νέα θα ανθίσει μέρα
η πρωινή κυκλοφορία θα βουΐσει
θα βάλει τα καλά της η καθημερινότητα.
Εγώ, με μισόσβηστα τ’ άυπνα μάτια μου
θα εξακολουθώ να ωθούμαι προς μια νέα διέξοδο.

Η καρδιά μου στο σώμα μου θα πάλλει
ποίημα επίμονο
μέσα σ’ ένα κλονιζόμενο, παλιό λεωφορείο.


===============================



Προμετωπίδα από τη "Μεσιτεία της Νύχτας"

2

ΜΕΣΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
1986


ΕΡΧΟΜΟΣ

Όμορφη απόψε η Αθήνα.
Από τσιμέντο και σελήνη.

Μέσα στη μυστηριακή της μάζα να εισχωρείς
Όπως θα ερχόσουν από πλανήτη άλλο
Ή, καθώς θα επέστρεφες μια νύχτα στο χωριό σου.

Οι σακούλες με τα σκουπίδια πλάι στην είσοδο.
Μια γάτα τις μυρίζει. Ψάχνει, γλείφει.

Άφαντος ένας σκύλος αλυχτάει τη σκοτεινιά.

Έτσι γεννιέται το ποίημα.


--------



ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ

                          Στον Κωστή Παπακόγκο

Γύριζε σε όλα τα χωριά.
Μιλούσε τη γλώσσα των ανθρώπων.
Αυτοί, χωριάτες, θρήσκοι χωρίς λόγο
Μπερδεύουν τον ουρανό με τη γη.
Δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Τώρα, τον γυροφέρνουν
Στην κρύα τσιμεντένια πλάκα
Που τον έχουν αποθέσει μισόγυμνο.
Ολόκληρη μια ζωή, κατάκοποι.
Δεν έχουν δέος. Κι ο Χριστός, ή θα ’ναι
Ιουδαίος, ή δε θα ’ναι Χριστός.

Καίγεται εκεί μπροστά τους.
Τον γυροφέρνουν. Κανείς τους -
Δεν απλώνει κανείς να σφαλίσει
Τα μάτια του Τσε Γκουεβάρα.
                       Τότε κι αυτός
Σαν αθέατος, σηκώνεται
Μειλίχιος ανάβει το πούρο του, και
Ήσυχα παίρνει το βήμα του
Κατά του βλέμματος του τη φορά:
Τον ανηφορικό χωματόδρομο που τραβάει
Ψηλά πολύ πιο πάνω από τις καλύβες
                          και τη βλάστηση.

Στις τρεις μέρες, θα ξανάρθει.


--------



ΑΙΩΡΗΣΗ

Από ψηλά κοιτάζοντας σαν έτοιμος να πέσεις
Ή να πεις μια περίληψη της ζωής σου.
Μόνος, μ’ ένα νόημα σκληρό.

Από ψηλά κοιτάζοντας. Μια στέγη, δυο στέγες
Όπως θα μέτραγες τις ώρες τις ακάλυπτες
Άλλων ημερών.

Στυγνή στιγμή.
Και το χάσμα της απόστασης
Μεγεθυμένο αίσθημα.

Στρέφεις ψηλά στο γαλάζιο
                          – να! το μέλλον, λες
Με το μικρό του σύννεφο. Κι ακόμη
Ένα σημείο απροσδιόριστο μέσα στις εποχές.

Η φευγαλέα ματιά και η φευγάτη ελπίδα.

Κρατάς τα γκέμια
Καταμεσής της γκρεμισμένης γέφυρας.

Αιώρηση πάνω απ’ το ποτάμι.

Χαλασμένος καιρός.


--------



ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΜΑΣ

                                    Στον Χρήστο Τουμανίδη

Όταν τα δειλινά του φθινοπώρου σβήνουν, περνάει
Ο άνεμος κι αφήνει άηχους κλυδωνισμούς σημάντρων.
Μια εμπεριστατωμένη σιωπή.
Και είναι πάλι η ώρα οχτώ των σταθμών
Με τον ευθύ προβολέα
                       που σέρνει πίσω του τα μαύρα βαγόνια.
Το τρένο. Το τρισυπόστατο σφύριγμα.
Και πάντα για την Κατερίνη.
Φτάνεις και δεν αποβιβάζεσαι. Με το ‘να πόδι μετέωρο.
Αστάθμητος. Και τότε, μονοδιάστατος ήχος
Η παραλυτική φωνή του παγονιού
                          τροχιά διαγράφοντας πάνω απ’ την πόλη
Έρχεται το βέλος τη φλέβα σου να τρυπήσει.
Στην άλλη άκρη ξέρω, στην άλλη άκρη ξέρεις:
Το τρένο δε θ’ αλλάξει πορεία στην επιστροφή.

Μεσ’ απ’ τους ατμούς της μηχανής, σκυφτός ο αγωγιάτης
Εκεί όπου καρφώθηκες, έτσι όπως στέκεις
                            σου ξαναφέρνει τις αποσκευές:
Μηνύματα που άφησε ο άνεμος
Πριν τη θραυσμένη σιωπή.

Το σφύριγμα του τρένου και η κραυγή του παγονιού.
Η παγωμένη νύχτα με τα τραύματα. Με τα φράγματα.
Κι όλα που τώρα πιο ευδιάκριτα τ’ ακούς
Μες στο σκοτάδι να σου λένε: «Δεν έχουμε ρίζες!»
Τ’ ακούς; Ρίζες δεν έχουμε!
«Από μακριά και από ψηλά και από το βάθος της αιτίας».


====================================================



3

ΚΟΜΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΌΝΤΟΣ
1988


Ήρθε λοιπόν, μια ξαφνική, μια σκοτεινή στιγμή καλοκαιριού
και άρχισε να μας λέει παλιές, τριμμένες ιστορίες,
όπως κι αυτές που σήμαιναν τα χνάρια που άφησαν στην άμμο
τσιγγάνες πιο όμορφες κι από αστέρια.
Παλιές, τριμμένες ιστορίες, που όμως, δεν τις είχαμε
ακούσει ποτέ· μονάχα που ξέραμε την ύπαρξη τους·
ότι είχαν ειπωθεί χιλιάδες φορές.
Και είχαν πράγματι ειπωθεί από στόματα αγαθά
χιλιάδες φορές μέσα στο κύλισμα του χρόνου
                      και των σκοταδιών.
Εικόνες με περιστέρια και κρύσταλλα
και περιστέρια με όνειρα
και κρύσταλλα με εκλάμψεις φωτός χωρίς αιτία, χωρίς πηγή
― όπως, στο κηροπήγιο το αναμμένο το κερί:
αιτία του εαυτού του, ο εαυτός του·
αιτία της λάμψης του, η λάμψη του.

Μια φλόγα μικρή η φωνή του, ανάδιδε το βραδινό καλοκαίρι
και ήταν ο κόσμος που οι λέξεις του στοίχειωναν,
                       το φεγγάρι.
Και το φεγγάρι, όπως μυστηριακά υπαρκτό πνεύμα
απαλά κυματίζοντας μες στο νυχτερινό νερό.

Νερένια νύχτα καλοκαιρινή, σαν σ’ έναν κόσμο άλλο.

Κι έτσι ακούστηκε αυτός με τη φλογέρα
να μιλάει για τη ζωή του―


--------



Ποιητική αδεία, μπαίνω στον κόσμο αλλιώς.

Μετρώ το βάρος μου και στους ανέμους αφήνομαι―
Μέσα στα σύννεφα τραβώ και πληθαίνω.
Γνωρίζω τ’ αλώνια όλων των καιρών ―και
πότε πότε έρχομαι πουλί στης νύχτας το παράθυρο
για να διαβάζω των νήπιων τον ύπνο τον βαθύ.
Ξέρει το κάθε αγκάθι η όψη μου.

Μπορώ να πλέω στων εποχών τις πολυδαίδαλες συρμές
τους χτύπους ν’ ακούω των βυθισμένων ρολογιών
και να κεντώ αστέρια στο δέρμα των ωρών.
Τις νύχτες είμαι πάλι εγώ που ακούγομαι
να χτυπάω τα τύμπανα σε ρυθμό βροχών τροπικών
και να ρίχνω τα δέντρα που σάπισαν.

Με εγχαράγματα παλαιών χαραμάτων στη μνήμη
με μια πληγή κάτω από τα λευκά μου άμφια
η σκοτεινιά που μ’ έχει νοτίσει ως το κόκαλο
σε ισορροπία στου μελλοθάνατου το τεντωμένο σκοινί
υπνοβατώντας έρχομαι βαθιά από τα δάση
με λάσπη θαυμάτων στα χέρια μου.

Καθώς κοιμάστε, αλείφω τα σφαλιστά σας βλέφαρα
μήπως και δείτε όνειρα ―τα πιο όμορφα.

Σαν ξημερώνει, η όραση σας ένα ποτάμι
με παρασέρνει ορμητικά. Ίδιον πάντα.


--------


ΕΥΡΥΦΑΕΣΣΑ

Ωκεάνιος ουρανός
μ’ έναν ήρεμο λευκό καπνό το γαλάζιο του ν’ ανεβαίνει.
Απροσδόκητα περνάει ένα πουλί
                                       ―καθώς κοιτάζω
το πλαίσιο του παραθύρου μεγεθύνεται
                       και του ρολογιού ο άδειος χτύπος
                      ούτε που ψυχραίνει το κόκκινο αίμα.

Από το μέσα βλέποντας―

                    Είσαι αυτά τα πρόσωπα.
                    Είσαι αυτό το φως.
Στα μάτια σου η θάλασσα
                       τα στιλπνά της βότσαλα κροταλίζει
κι απλώνουνται γαλήνια τοπία του χιονιού
ως μέσα στα βάθη του μυαλού σου τα φωτεινά
όπου οι σκέψεις εξορύσσονται.

Μήτρα των πράσινων ημερών του Δεκεμβρίου
                         που δεν γνωρίζεις το καλό
                        ούτε και το κακό
                        καταλυτική είσαι―
Πράξη φωτός
πάνω σε ήμερες ράχες αρνιών και λόφων
στο πέρασμα το γρήγορο ενός αυτοκινήτου, δυνατή
και εκθαμβωτική στο τζάμι τού απέναντι σπιτιού
                           καθώς αυτό ανοίγει απότομα―

Στο ακαριαίο χτύπημα του κεραυνού
                              γεννάς μια καταιγίδα
ανάβεις τ’ άστρα των παιδιών και τον έρωτα φέγγεις.
Ο υδράργυρος δεν μπορεί ν’ ανέβει το σώμα σου.

Στο στόμα σου ο κόσμος γίνεται ενάρετος.


==============================================
 
 
Κώστας Κουκούλης, Χρήστος Τουμανίδης


4
 
ΕΙΔΩΛΟΣΚΟΠΙΟ
1999


ΤΟ ΕΝΟΧΟ ΤΟΠΙΟ

η διάταξη φθόγγων μουσικής
η αφαίμαξη των αγγείων χρωμάτων…

Φθινόπωρο έμοιαζε
εποχή δίχως το ύφος της πληρότητας
από μυριάδες πτώσεις χρυσίζουσες
μια συνηχία

και ’συ, μακριά στην απόσταση ένιωθες
την ακριτόμιθη βροχή που νότιζε
τον ύπνο των βρεφών

θα ’ρθει η ώρα… η ώρα έρχεται…
η ώρα ήρθε… είναι η ώρα…

Πού να βρίσκονταν θαμμένοι
οι θησαυροί του πρώτου εκείνου ύπνου σου;

Πορεύτηκες, εξέτασες.

κούφια των δέντρων τα κορμιά
και τα θολάμια άδεια…

Έστριψες. Τα χνάρια σου
άφαντα στη λάσπη. Και ολόγυρα
ρυάκια και λιμνούλες. Νερά νεκρά
του υποσχεμένου.

                                                                       Σεπτέμβριος ’93


--------



ΜΟΥ ΑΡΕΣΟΥΝ  τα βουνά επειδή διαρκούν
αγαπώ τις θάλασσες γιατί μου μιλάνε»
και αν λατρεύω τον ουρανό
είναι που κάνει τη γη αισθητότερη.


--------



ΑΝΑΜΕΣΑ στον ουρανό και τα μάτια μου
φυτρώνει πότε πότε ένα λουλούδι. Όταν νυχτώνει
αυτό αλλάζει όνομα καταγωγή και σχήμα ―
το πλησιάζω το αγγίζω και του λέω:
Βλαστήσαμε μαζί Soledad.
Μπορώ να χαϊδεύω αδιάκοπα τον ύπερο σου.
Τα πέταλα μοσχοβολάνε.

(Από την άλλη, κάτι τέτοιες ώρες
βρίσκω πως θα ήταν εξ ίσου ρομαντικό
και το να σφάξεις λόγου χάρη, έναν σκύλο)
 

--------



ΡΟΗ

Μπροστά στον καθρέφτη
           ξετυλίγεις τις γάζες
                       γύρω από τους καρπούς σου

όμως
την ίδια στιγμή
στο βάθος του καθρέφτη
όπου η θερμοκρασία κατέρχεται επικίνδυνα
πίνεις δόσεις υδραργύρου
και φαίνεται
μηχανικά να τις τυλίγεις πάλι.

Άλλοτε σε βρίσκει βράδυ κόκκινο βαθύ
μέσα στη μήτρα
           της ίδιας υπομονετικής πολυκατοικίας
μ’ ένα κομμάτι από τον ίδιο καθρέφτη
να ξεκοιλιάζεις σύννεφα.

                                               Νοέμβριος, ’93


===============

 
Χρήστος Τουμανίδης
(Δεκέμβριος 2021)


===================================================


Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2021

Αλέξανδρος Βαναργιώτης, [Επιγράμματα από την Παλατινή Ανθολογία]




ΗΡΙΝΝΑ

Η Ήριννα (ή Ήρινα) ήταν μια λυρική ποιήτρια της αρχαίας Ελλάδας, της οποίας το έργο έχει σχεδόν εξ ολοκλήρου χαθεί. Θεωρούταν στην Αρχαιότητα ισάξια της Σαπφώς. Το όνομα Ήριννα είναι υποκοριστικό του έαρ (άνοιξη) και σημαίνει «ανοιξιάτικη». Το λεξικό Σούδα αναφέρει ότι ήταν σύγχρονη με τη Σαπφώ, της οποίας φέρεται να υπήρξε φίλη και μαθήτρια, και ότι έζησε τον 6ο π.Χ. αιώνα. Από την άλλη πλευρά, ο γνωστός εκκλησιαστικός συγγραφέας Ευσέβιος της Καισάρειας την τοποθετεί στον 4ο αιώνα π.Χ., άποψη που στις μέρες μας θεωρείται ορθότερη από τους ειδικούς. Πιθανότατα να καταγόταν από τη νήσο Τήλο.
      Ελάχιστα είναι γνωστά για τη ζωή και το έργο της. Το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα για τη ζωή της είναι ότι πέθανε πολύ νέα, στα δεκαεννέα της, από μαρασμό, επειδή η μητέρα της δεν την άφηνε να ασχολείται με την ποίηση, αλλά την ανάγκαζε να γνέθει και να υφαίνει. Η Ήριννα τα κατάφερνε όμως και έγραφε κρυφά.
    Τραυματική εμπειρία στη σύντομη ζωή της Ήριννας και αφορμή για την ενασχόλησή της με την ποίηση φέρεται να ήταν ο θάνατος της Βαυκίδας, μιας παιδικής της φίλης που πέθανε λίγο μετά το γάμο της. Η ποιήτρια τη μνημονεύει στο έπος της «Ηλακάτη» και σε δύο της επιγράμματα.


Στᾶλαι, καὶ Σειρῆνες ἐμαί, καὶ πένθιμε κρωσσέ,
ὅστις ἔχεις Ἀίδα τὰν ὀλίγαν σποδιάν,
τοῖς ἐμὸν ἐρχομένοισι παρ᾽ ἠρίον εἴπατε χαίρειν,
αἴτ᾽ ἀστοὶ τελέθωντ᾽, αἴθ᾽ ἑτέρας πόλιος·
χὤτι με νύμφαν εὖσαν ἔχει τάφος, εἴπατε καὶ τό·
χὤτι πατήρ μ᾽ ἐκάλει Βαυκίδα, χὤτι γένος
Τηλία, ὡς εἰδῶντι· καὶ ὅττι μοι ἁ συνεταιρὶς
Ἤρινν᾽ ἐν τύμβῳ γράμμ᾽ ἐχάραξε τόδε.
                                                                      Π.Α.7.710


Απόδοση

Στήλες του τάφου και Σειρήνες λατρευτές,
υδρία πένθιμη που μέσα σου κρατάς
τις λιγοστές τις στάχτες μου εκεί στον άλλο κόσμο
να χαιρετάτε όσους περνούν κοντά από το μνήμα
είτ᾽ είναι απ τα μέρη μας είτε απ άλλα μέρη.
Νυφούλα, πείτε, μ έβαλαν εμένα μες στον τάφο
και ότι ο πατέρας μου με φώναζε Βαυκίδα.
Και αν να μάθουν θέλουνε, κατάγομ απ᾽ την Τήλο
κι η Ήριννα, η φίλη μου η πολυαγαπημένη,
πάνω στον τάφο έγραψε για μένα αυτά τα λόγια.





ΑΝΑΚΡΕΩΝ

Ο Ανακρέων ο Τήιος (περίπου 572 π.Χ. - 485 π.Χ.) είναι ο γνωστός αρχαίος Έλληνας λυρικός ποιητής. Του αποδόθηκαν και κάποια επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας που όμως τα αμφισβήτησαν πολλοί.


Καὶ σέ, Κλεηνορίδη, πόθος ὤλεσε πατρίδος αἴης
θαρσήσαντα Νότου λαίλαπι χειμερίῃ.
Ὥρη γάρ σε πέδησεν ἀνέγγυος· ὑγρὰ δὲ τὴν σὴν
κύματ᾽ ἀφ᾽ ἱμερτὴν ἔκλυσεν ἡλικίην.
                                                                      Π.Α.7.263


Απόδοση

Σε σκότωσε κι εσένα, Κλεηνορίδη,
της πατρικής της γης ο πόθος,
γιατί στο καταχείμωνο
δεν δείλιασες μπροστά
στον άγριο ζοφερό καιρό
και στου νοτιά τη λύσσα.
Κι ήρθε η ώρα η κακιά
και σου κοψε τον δρόμο·
φούσκωσ η θάλασσα και όρμησε
στη ζηλευτή σου νιότη.





ΚΡΑΤΗΣ

Ο Κράτης γεννήθηκε περίπου το 365 π.Χ. στη Θήβα, ήταν κυνικός φιλόσοφος. Κληρονόμησε τεράστια περιουσία, την οποία απαρνήθηκε για να ζήσει μια ζωή «εντίμου πενίας» στην Αθήνα. Πέθανε το 285 π.Χ. Έμεινε γνωστός ως ο δάσκαλος του Ζήνωνα του Κιτιέα, του δημιουργού του Στωικισμού.


Ταῦτ ἔχω ὅσσ ἔμαθον καὶ ἐφρόντισα καὶ μετὰ Μουσῶν
σέμν ἐδάην· τὰ δὲ πολλὰ καὶ ὄλβια τῦφος ἔμαρψεν.
                                                                      Π.Α.7.326


Απόδοση

Όσα έμαθα κι απασχόλησαν τη σκέψη μου
και τα σπουδαία που με δίδαξαν οι Μούσες, αυτά κρατώ.
Όλα τα άλλα και τα πλούτη σαν τον καπνό σκορπίσαν.


_________________
Σ.τ.Μ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το επίγραμμα αυτό ήταν απάντηση στο περίφημο επιτύμβιο του βασιλιά των Ασσυρίων Σαρδανάπαλου (7ος αι. π.Χ.), στο οποίο προβάλλεται ένας τρόπος ζωής γεμάτος απολαύσεις και φιληδονία. Με το επίγραμμά του ο Κράτης αντιπροτείνει την ομορφιά και την ηδονή των πνευματικών αναζητήσεων.

         Το επίγραμμα για τον Σαρδανάπαλο:
         ΑΝΩΝΥΜΟΣ

         εἰς τὸν Σαρδανάπαλλον
         Τόσσ᾽ ἔχω ὅσσ ἔφαγον καὶ ἔπιον, καὶ μετ᾽ ἐρώτων
         τέρπν᾽ ἐδάην τὰ δὲ πολλὰ καὶ ὄλβια πάντα λέλειπται.
                                                                                 Π.Α.7.325

         Απόδοση
         Τόσα μου έμειναν, όσα έφαγα και ήπια
         και οι απολαύσεις που απ τους έρωτες γεύτηκα.
         Τα άλλα όλα και τα πλούτη έχουν χαθεί.





ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΑΡΑΝΤΙΝΟΣ

Ο Λεωνίδας ο Ταραντίνος ήταν αρχαίος Έλληνας ποιητής επιγραμμάτων από τον Τάραντα, που άκμασε μεταξύ του 300 και του 250 π.Χ. Σώθηκαν πολλά επιγράμματά του· πάνω από εκατό στην Παλατινή Ανθολογία. Μιμείται την Ανύτη από την Τεγέα. Τα έργα του αναφέρονται στο μεγαλύτερο μέρος τους στον εργαζόμενο λαό.


Μαρωνὶς ἡ φίλοινος, ἡ πίθων σποδός,
ἐνταῦθα κεῖται γρῆϋς, ἧς ὑπὲρ τάφου
γνωστὸν πρόκειται πᾶσιν Ἀττικὴ κύλιξ.
στένει δὲ καὶ γᾶς νέρθεν, οὐχ ὑπὲρ τέκνων,
οὐδ᾽ ἀνδρός, οὓς λέλοιπεν ἐνδεεῖς βίου·
ἓν δ᾽ ἀντὶ πάντων, οὕνεχ᾽ ἡ κύλιξ κενή.
                                                                      Π.Α.7.455


Απόδοση

Η Μαρωνίδα, η γρια μπεκρού,
που στράγγιζε απ το κρασί τους πίθους
είναι θαμμένη εδώ.
Στον τάφο της επάνω έχει μπει
−κι αυτό το ξέρουν όλοι−
ένα μεγάλο κρασοπότηρο αττικό.
Βογγάει και κάτω από τη γη αυτή
όχι για τα παιδιά
ούτε και για τον άντρα της
που ζουν μέσα στη φτώχεια·
ένα μονάχα την πονά·
που ν το ποτήρι άδειο.


_________________
Σ.τ.Μ: Αττική κύλιξ: το αττικό κρασοπότηρο.

Εσωτερικό λευκής κύλικας με παράσταση Απόλλωνα, 5ος αι. π.Χ.
Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών




ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ

Ο Θεαίτητος ο Κυρηναίος ήταν Έλληνας ποιητής, φίλος και συμπατριώτης του Καλλίμαχου. Περιλαμβανόταν στον Στέφανο του Μελεάγρου και στην Παλατινή Ανθολογία διασώθηκαν τέσσερα τουλάχιστον επιγράμματά του. Η επιγραμματική του ποίηση είχε μεγαλύτερη επιτυχία στην εποχή του, από τα δραματικά του έργα. Έζησε περίπου το 270 π.Χ.


Nαυτίλοι ὦ πλώοντες, ὁ Κυμηναῖος Ἀρίστων
πάντας ὑπὲρ Ξενίου λίσσεται ὔμμε Διός,
εἰπεῖν πατρὶ Μένωνι, παρ᾽ Ἰκαρίαις ὅτι πέτραις
κεῖται, ἐν Αἰγαίῳ θυμὸν ἀφεὶς πελάγει.
                                                                      Π.Α.7.499


Απόδοση

Ναύτες που ταξιδεύετε,
ο Κυρηναίος Αρίστων
όλους εσάς παρακαλεί,
χάριν του Δία του Ξένιου,
στον Μένωνα πατέρα του
πως κείτεται να πείτε
στους βράχους τους Ικάριους,
αφού στο Αιγαίο Πέλαγος
έχασε τη ζωή του.





ΑΔΑΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ

Ο Αδαίος ή Αδδαίος ο Μυτιληναίος (3ος αι. π.Χ.) ήταν συγγραφέας δύο συγγραμμάτων σχετικών με την τέχνη, τα οποία μνημονεύει ο Αθήναιος. Στο πρώτο από αυτά, στο Περί διαθέσεων, ο Αδαίος πραγματευόταν μάλλον το θέμα του χώρου στην αρχιτεκτονική, ενώ το δεύτερο, το Περί αγαλματοποιών, το επέκρινε έντονα ο Πολέμων ο Ιλιεύς (στο Πρός Αδαίον και Αντίγονον πολεμικό του έργο). Κανένα από τα έργα του Αδαίου δεν έχει διασωθεί. Διασώζεται όμως ένα επίγραμμα στο 7ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας που φέρει το όνομά του.


ὁ γριπεὺς Διότιμος, ὁ κύμασιν ὁλκάδα πιστὴν
κἠν χθονὶ τὴν αὐτὴν οἶκον ἔχων πενίης,
νήγρετον ὑπνώσας Ἀΐδαν τὸν ἀμείλιχον ἷκτο
αὐτερέτης, ἰδίῃ νηὶ κομιζόμενος·
ἣν γὰρ ἔχε ζωῆς παραμύθιον, ἔσχεν ὁ πρέσβυς
καὶ φθίμενος πύματον πυρκαϊῆς ὄφελος.
                                                                      Π.Α.7.305


Απόδοση

Το ίδιο το πλοιάριο στην πάλη με τα κύματα
σύντροφο αξιόπιστο είχε ο ψαράς Διότιμος
και στη στεριά σαν το σερνε ήταν το φτωχικό του.
Όταν αποκοιμήθηκε τον ύπνο τον αιώνιο
έφτασε με τη βάρκα του, μόνος κωπηλατώντας,
στον Άδη τον αμείλικτο.
Η βάρκα ήταν παρηγοριά στον γέροντα όσο ζούσε
μα και βοήθεια έσχατη σαν έκλεισε τα μάτια,
γιατί πάνω στα ξύλα της έκαψαν τη σορό του.





ΔΑΜΑΓΗΤΟΣ

Με το όνομα Δαμάγητος επιγράφονται δεκατρία (Smith, 1870) ή έντεκα επιγράμματα. Δέκα βρίσκονται στη ΠΑ (VI 277, VII 9, 231, 355, 432, 438, 497, 540, 541, 735) και ένα στην Ανθολογία Πλανούδη. Από το περιεχόμενό τους εκτιμάται ότι γραφτήκανε προς το τέλος του 3ου αι. π.Χ. Τα επιγράμματα αυτά ήταν μέρος του Στεφάνου του Μελεάγρου. Δεν είναι γνωστό αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που αναφέρει ο Στέφανος ο Βυζάντιος. Τ όνομά δίνεται κι από τον Σχολιαστή στον Απολλώνιο τον Ρόδιο με τη μορφή Δημάγητος.


Ὑστάτιον, Φώκαια, κλυτὴ πόλι, τοῦτο Θεανὼ
εἶπεν ἐς ἀτρύγετον νύκτα κατερχομένη:
οἴμοι ἐγὼ δύστηνος· Ἀπέλλιχε, ποῖον, ὅμευνε,
ποῖον ἐπ᾽ ὠκείῃ νηὶ περᾷς πέλαγος;
Αὐτὰρ ἐμεῦ σχεδόθεν μόρος ἵσταται. Ὡς ὄφελόν γε
χειρὶ φίλην τὴν σὴν χεῖρα λαβοῦσα θανεῖν.
                                                                      Π.Α. 7.735


Απόδοση

Φώκαια, πόλη ξακουστή,
αυτά εδώ της Θεανώς,
καθώς κατέβαινε στο σκότος των νεκρών,
είναι τα τελευταία της τα λόγια:
«Αλίμονο σ εμένα τη φτωχή·
ποιο, σύζυγέ μου Απέλλιχε,
πάνω σε πλοίο γρήγορο,
ποιο πέλαγος περνάς;
Πλάι μου στέκει ο θάνατος.
Κι εγώ πολύ θα ήθελα,
φεύγοντας να κρατώ
στο χέρι μου το αγαπημένο σου
το χέρι.





ΖΩΝΑ ΣΑΡΔΙΑΝΟΥ, τοῦ καὶ ΔΙΟΔΩΡΟΥ

Ο Διόδωρος Ζωνάς (ή Διόδωρος ο Σάρδιος ή Ζωνάς ο Σαρδιανός όπως εμφανίζεται στην Παλατινή Ανθολογία) υπήρξε επιφανής ρήτορας από τις Σάρδεις την εποχή των Μιθριδατικών πολέμων (84-64 π.Χ.).


Ἀίδῃ ὃς ταύτης καλαμώδεος ὕδατι λίμνης
κωπεύεις νεκύων βᾶριν ἐλαυνόδυνον,
τῷ Κινύρου τὴν χεῖρα βατηρίδος ἐκβαίνοντι
κλίμακος ἐκτείνας δέξο, κελαινὲ Χάρον·
πλάζει γὰρ τὸν παῖδα τὰ σάνδαλα, γυμνὰ δὲ θεῖναι
ἴχνια δειμαίνει ψάμμον ἐπ ᾐονίην.
                                                                      Π.Α.7.365


Απόδοση
 
Χάροντα μαύρε, που μπροστά
με τα κουπιά σπρώχνεις τη βάρκα,
τη φορτωμένη με τη θλίψη των νεκρών,
ανάμεσα στις καλαμιές
μες στα νερά αυτής της λίμνης,
σκύψε απ τη σκάλα που ψηλά
στον Άδη ανεβάζει τις ψυχές
κι από το χέρι πιάσε του Κινύρα το παιδί,
γιατί γλιστρά με τα σανδάλια ο μικρός
και νιώθει φόβο με τα πόδια του γυμνά
πάνω στην όχθη την αμμώδη να πατήσει.





ΚΡΙΝΑΓΟΡΑΣ

Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και έζησε στη Ρώμη (70 ή 65 π.Χ. - 10 μ.Χ.). Προσκολλήθηκε στην οικογένεια του Αυγούστου και αφιέρωσε πολλά του επιγράμματα σε μέλη της. Θεωρείται από ορισμένους ως ένας από τους καλύτερους ποιητές της Παλατινής Ανθολογίας, ενώ ο Ελύτης τον θεωρεί ελάσσονα ποιητή, στον οποίο πάτρωνες ανέθεταν τη συγγραφή επιγραμμάτων, από τα οποία λιγοστά μόνον φέρουν ίχνη αυθεντικής ποιητικής φωνής. Σώζονται 52 του επιγράμματα, από τον Στέφανο του Φιλίππου.


Εἰ καὶ τὸ σῆμα λυγδίνης ἀπὸ πλακὸς
καὶ ξεστὸν ὀρθῇ λαοτέκτονος στάθμῃ,
οὐκ ἀνδρὸς ἐσθλοῦ. Μὴ λίθῳ τεκμαίρεο,
ὦ λῷστε, τὸν θανόντα. Κωφὸν ἡ λίθος,
τῇ καὶ ζοφώδης ἀμφιέννυται νέκυς.
Κεῖται δὲ τῇδε τὠλιγηπελὲς ῥάκος
Εὐνικίδαο, σήπεται δ᾽ ὑπὸ σποδῷ.
                                                                      Π.Α.7.380


Απόδοση

Το μνήμα είναι από μάρμαρο λευκό
φτιαγμένο με ακρίβεια κι αλφάδι λιθοξόου,
μ ανήκει σ έναν άθλιο.
Μην κρίνεις απ’ την πέτρα τον νεκρό,
φίλε καλέ. Βουβή η πέτρα·
ένδυμα μόνο των νεκρών
στου Άδη τα σκοτάδια.
Κείτεται εδώ τ ανίσχυρο
λείψανο του Ευνικίδη
παραδομένο στη φθορά
κάτω από το χώμα.





ΑΠΟΛΛΩΝΙΔΗΣ

Ο Απολλωνίδης γεννήθηκε στη Σμύρνη και έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Στην Παλατινή Ανθολογία επιγραμμάτων διασώζονται τριάντα ένα επιγράμματα με αυτό το όνομα.


Σύρου καὶ Δήλοιο κλύδων μέσος υἷα Μενοίτην
σὺν φόρτῳ Σαμίου κρύψε Διαφανέος,
εἰς ὅσιον σπεύδοντα πλόου τάχος· ἀλλὰ θάλασσα
ἐχθρὴ καὶ νούσῳ πατρὸς ἐπειγομένοις.
                                                                      Π.Α.7.642


Απόδοση

Ανάμεσα σε Σύρο και σε Δήλο
θαλασσοταραχή βύθισε τον Μενοίτη,
μ όλο του το εμπόρευμα μαζί.
Ήταν ο γιος του Διοφάνη.
Έπλεε με ταχύτητα μεγάλη
και είχε πρόθεση καλή·
όμως η θάλασσα χάρες δεν κάνει
ακόμη και σ εκείνους
που η βιασύνη,
είναι γιατ᾽ έχουν άρρωστο πατέρα.



Αλέξανδρος Βαναργιώτης

 


Ο Αλέξανδρος Βαναργιώτης γεννήθηκε στα Τρίκαλα Θεσσαλίας το 1966. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Μέση Δημόσια Εκπαίδευση. Διηγήματα ή ποιήματά του δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά «Πλανόδιον», «Μπιλιέτο», «Εντευκτήριο», «Οροπέδιο», «Πανδώρα», «Κηρήθρες», «Εμβόλιμον» και «Ραπόρτο». Δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο το 2009 με τίτλο «Διηγήματα για το τέλος της μέρας», εκδόσεις Λογείον.



Μπορείτε ακόμη να διαβάσετε:

Αλέξανδρος Βαναργιώτης |  ΧΙ Επιγράμματα από την Παλατινή Ανθολογία
https://exitirion.wordpress.com/2021/09/16/alexandros-vanargiotis-xi-epigrammata-apo-tin-palatini-anthologia/

[ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ] Του Αλέξανδρου Βαναργιώτη
https://www.bibliotheque.gr/article/82033



Στην πάνω εικόνα: Ο «κιθαρωδός» Απόλλωνας, νωπογραφία στην οικία του Αυγούστου, 
Ρώμη, περ. 20 π.Χ.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Κώστας Στεργιόπουλος, "Ποιήματα"



…Θ’ αφήσω πάλι την ελπίδα να περάσει μέσα από «κεφαλή βελόνης».
Κώστας Στεργιόπουλος (1926-2016)


Παιδί Δημοτικού όταν διάβαινα, κάθε βδομάδα, την πόρτα στο σπίτι των Στεργιόπουλων. Δασκάλες μου, η γυναίκα και η κόρη του Κώστα Στεργιόπουλου, στο πιάνο και τα αγγλικά.
Η συρόμενη πόρτα του γραφείου σχεδόν πάντα κλειστή κι ο Στεργιόπουλος μέσα να εργάζεται σε απόλυτη σιωπή. Ευγενικός, καλοσυνάτος κι απόμακρος. Στο γραφείο του δεν συγκρατώ στη μνήμη μου να μπήκα πάνω από μία φορά όλη κι όλη.
Όμως στην κάμαρη, στην πλευρά που αυτός κοιμόταν, την αριστερή, υπήρχε ένα κομοδίνο.
Εκεί πάνω υπήρχε το αντικείμενο του πόθου μου...


Μικρά, τόσο δα μικρά, μολυβάκια, καλοξυσμένα πάντα κι ακουμπισμένα τακτικά.
Τα βράδια, ξυπνούσε ο Στεργιόπουλος. Με τα απομεινάρια αυτά κρατούσε στο χαρτί μες στο σκοτάδι τους στίχους να μη του ξεφύγουν. Τα ήθελα μα με απόπαιρνε η δασκάλα μου: «άστα, θα τα ψάχνει ο Στεργιόπουλος και θα φωνάζει αν δεν τα βρει», ώσπου μία μέρα ήρθε και μου χάρισε μία χούφτα από αυτά.

Κλεοπάτρα Χαρίτου


Ποιήματα


Ο Άγνωστος

Στα σκοτεινά έγκατά μας κατοικεί
κάποιος που το κλειδί κρατάει της ύπαρξής μας,
χαμένος πάντα, μοναχός κι ανεξιχνίαστος,
με μνήμη πιο παλιά απ’ τον κόσμο, φορτωμένος
με τις πληγές μας όλες και τις τύψεις μας.

Θλιμμένος, περιπαιχτικός ή και χαρούμενος,
αόρατος μας κυβερνά:
δέχεται απ’ έξω τον αντίχτυπο
και δίνει την απάντηση.
Τα παρελθόντα μας θυμίζει
και τα μέλλοντα μας προμηνά.

Κάποτε, ωστόσο, μας αφήνει ανυποψίαστους.
Κι εκεί που ανίδεοι σχεδιάζουμε νέες εξορμήσεις,
εκείνος γέρνει πια κατάκοπος, έχει νυστάξει
κι είν’ έτοιμος ν’ αποδημήσει, αδιαφορώντας
για τα δικά μας τα εφήμερα επίγεια σχέδια.


Από τη συλλογή «Η σκιά και το φως» (1960)




Τα πράγματα

Τα πράγματα παλιώνουνε πριν από μας,
τα έπιπλα και τα παλιά μας σπίτια.
Κι αν ζούνε πιο πολύ, ζούνε νεκρά.

(Αν είχαμε μείνει ακόμα εκεί,
θα ’χαμε πλακωθεί κάτω απ’ τα ερείπια.)

Πριν από μας παλιώνουν και γερνούν.
Δεν είναι σαν τα δέντρα, που ανα-
        πνέουν με τα φύλλα τους
και σπρώχνουνε βαθιά τις ρίζες.

Τα πράγματα παλιώνουν και ερειπώνονται.
Μένουν ακίνητα, γιαυτό πεθαίνουν.


Από τη συλλογή «Το χάραμα του μύθου» (1963)




Παραμορφωτικοί καθρέφτες

Όπως μπαίνεις και προχωρείς στην αίθουσα,
σαρπάζουν οι καθρέφτες
και σου τραβούν τη μύτη και τ αφτιά.

Σου χώνουν το κεφάλι μες στους ώμους,
σου παίρνουν το κεφάλι από τους ώμους.
μακραίνεις και μικραίνεις ετοιμόρροπος
στην κορυφή δυο ξύλινων ποδιών.

Κάποια στιγμή, καθώς σαλεύεις,
        χάνεσαι.
Ξαφνιάζεσαι, γυρνάς και πας να φύγεις.
Μα τότε το άλλο σου είδωλο,
τεράστιο, εκτρωματικό έρχεται
       καταπάνω σου.

Σώνεσαι κλείνοντας τα μάτια.


Από τη συλλογή «Ο κίνδυνος» (1965, νέα έκδοση συμπληρωμένη 1972)




Οι μεταμορφώσεις του ειδώλου

ΙΙ

Αν φυσούσα πάνω σε ξερά φρύγανα,
θα ’πιαναν φωτιά.

Από ποιες άφαντες ραγισματιές γλίστρησες μέσα μου,
κι είμαι όπως τρέμουν τα λουλούδια και τα φύλλα,
όταν περνάει ο αέρας;

Σε ποιες υπόγειες κρύπτες ρίζωσες έτσι βαθιά
κι ολόκληρο με κατακλύζεις,
πάνω απ’ όσο μπορώ και πάνω απ’ όσο θέλω;

Σαν αύρα ξαφνική σ ακύμαντα νερά,
με διαπερνάς και με διατρέχεις.
Με δυναστεύεις κάθετα και καταλυτικά.

Το σώμα μου πάνω στο σώμα σου
η ψυχή σου πάνω στην ψυχή μου.

Αν με φωνάξεις,
κι αν ακόμα έχω πεθάνει,
θ’ αναστηθώ.


Από τη συλλογή «Ο ήλιος του μεσονυκτίου», 1991





Ο Κώστας Στεργιόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Εργάστηκε στη δημόσια και ιδιωτική Εκπαίδευση και δίδαξε στη Σχολή Κινηματογράφου και Θεάτρου του Λ. Σταυράκου. Εργάστηκε ως λέκτορας στην έδρα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (1966-1969), έως ότου καταργήθηκε ο θεσμός των λεκτόρων. Αμέσως μετά εργάστηκε ως βοηθός στο Σπουδαστήριο Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, (1969-1972), αλλά παύτηκε από τη Χούντα. Τέλος, υπηρέτησε ως καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων από το 1974 ως το 1984, και αποχώρησε με εθελουσία έξοδο. Το 1986 αναγορεύτηκε ομότιμος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τις στήλες της Νέας Εστίας το 1943 και το 1949 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, Χινοπωρινά. Ακολούθησε μια πλούσια ποιητική, πεζογραφική, δοκιμιακή και φιλολογική παραγωγή. Το έργο του Κώστα Στεργιόπουλου εντάσσεται στο γενικότερο ρεύμα ανανέωσης του συμβολισμού και κύρια χαρακτηριστικά του είναι η ελεγχόμενη συγκίνηση και η στοχαστική διάθεση, που εκφραστικά υλοποιούνται με ιδιαίτερα λιτά μέσα.
Συνεργάστηκε ως κριτικός της λογοτεχνίας με τα περιοδικά Ξεκίνημα (1946-1947) και Εποχές (1963-1967) και με την εφημερίδα Νίκη (1962-1963).
Αναφέρουμε ενδεικτικά τις ποιητικές συλλογές του Τα τοπία του φεγγαριού, Η σκιά και το φως, Το χάραμα του μύθου, Ο κίνδυνος, Τα τοπία του ήλιου, Έκλειψη, Αλλαγή φωτισμού.
Πρέπει να σημειώσουμε επίσης τη σημαντική συμβολή του στη μελέτη της νεοελληνικής γραμματείας, με κριτικά έργα και μελετήματα, όπως Ο Τέλλος Άγρας και το πνεύμα της παρακμής, Από το συμβολισμό στη Νέα ποίηση, Οι επιδράσεις στο έργο του Καρυωτάκη, Από τον Κάλβο στον Παπατσώνη κ.ά.
Τιμήθηκε με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1961, το Α' Κρατικό Βραβείο Κριτικής Μελέτης Δοκιμίου 1974, το Βραβείο Κριτικής Μελέτης της "Ομάδας των 12" του 1963 και το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1993. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας.
Έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, πολωνικά, ιταλικά και σουηδικά.
Το σημαντικότερο μέρος του φιλολογικού έργου του περιλαμβάνεται στους έξι τόμους με γενικό τίτλο Περιδιαβάζοντας.


Το αφιέρωμα στον Κώστα Στεργιόπουλο, ύστατο χαίρε για τον πρόσφατο θάνατό του στις 11-1-2016.
Πρόλογος, επιμέλεια: Κλεοπάτρα Χαρίτου