Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κασκάλη Δώρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κασκάλη Δώρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Δώρα Κασκάλη, "Εκ-μαγεία"




Επίσκεψη

                                Στον Γιώργο Χαριτόπουλο

Ήρθες εψές,
νεκρός επταετής,
κάθισες στο τραπέζι
και με κοιτούσες με το βλέμμα του παιδιού
που πάει να κάνει ζαβολιά.
Μιλούσες πάλι
κι οι χωμάτινες χορδές
έφτιαχναν μία αρχαία γλώσσα
που νιώθονταν στο σκοτεινό συκώτι.
«Θα τραγουδήσεις σ’ άλλα χρόνια επτά»
σου έγνεψα πονετικά.
Άναψες έναν Άσσο,
μα τώρα δεν σε μάλωσα.
Ισχνό έμεινε το κορμάκι σου,
οι ρίζες είναι διαιτητικές,
κάτασπρο να λαμποκοπά
μέσα στη σκάφη του καιρού και της βροχής.
«Να ’ρχεσαι να με βλέπεις,
σ’ αναζητούνε τα παιδιά·
όταν κάνει ποδήλατο,
στον ουρανό σε χαιρετά
η νεφελώδης κόρη»,
σου είπα μα δεν δάκρυσες.
Έβλεπες τα καράβια σου,
αιώνια καρφωμένα,
μες στις κορνίζες αραγμένα
να χάνουνε σιγά-σιγά τα χρώματα.
Έπλεαν όλες μας οι μνήμες
στο μέταλλο που έλιωνε
στης ίριδας τη μαύρη σαρκοφάγο.
Λίγο πριν φύγεις
το χέρι σου έχωσες στο στήθος
κι έβγαλες ένα λουλούδι χάρτινο
μούσκεμα στην πορφύρα.
«Να της το δώσεις»
κι έδειξες το πέπλο της νυφούλας
που ολονυχτίς την πάντρευε
μες στη γλυκάδα ο ύπνος.
Χάθηκες,
μα έμεινε στη θέση της σημαίας
δίπλα στη λεμονιά
στην άκρη στο μπαλκόνι,
πυγολαμπίδα φλογερή,
ο φάρος της καρδιάς σου.


*-*



Εκ-μαγεία

Ένας άντρας
πάνω απ’ τα χαρτιά του σκύβει,
προσπαθεί να χωρέσει την απώλεια
σε δυο χιλιάδες λέξεις.
Βλασταίνει ο θρήνος στα ματόκλαδά του,
διακλαδίζεται ρυάκι διάφανο στα γένια του,
σβήνει τις πρώτες του ρυτίδες
αλλάζοντας το πρόσωπο σε άγραφη σελίδα.
Ένας άντρας
βλέπεται στον καθρέφτη,
το αίμα εκρήγνυται στα μάτια του
κάτω απ το λευκό πουκάμισο
τρέχει η ζωή αγώνα δρόμου
στις χοντρές παλλόμενες φλέβες.
Ένας άντρας
στις σκάρτες λέξεις μου ενοικεί
κι αποκτά ανάσα στις παύσεις μου

φτιάχνοντας με τα δυνατά τα μπράτσα του
ψωμάκι στιβαρό των νηστικών αιώνων.


*-*



Αλιεύοντας τις λεπτομέρειες

                         Στον Γ.Ψ.

Ποιητή γιατί φωτογραφίζεις
το ελάχιστο;
Αποταμιεύεις το βλέμμα
π’ ακολουθεί την κίνηση του φύλλου,
το χωμάτινο ντύμα της όψιμης άνοιξης,
την καμένη σου αραουκάρια
που αντιστέκεται
παρότι θυμάται;

Ποια έξοδος κινδύνου σου
βγάζει στη θάλασσα
που θέλεις ν’ αλατίζει
τ’ άγρυπνο προσκεφάλι σου;
Ποιητή έτσι κερδίζεις τις λέξεις σου;
Στη γενναιοδωρία του κήπου
στο γαλακτώδες τρικύμισμα
που ακολουθεί την ένταση του κορμιού;

Ποιητή να μείνεις
δυσπρόσιτος
της άγονης γραμμής
σε τούτη την επέλαση της ευκολίας.
Άσε μας ν’ ερμηνεύουμε.
Τη δουλειά σου εσύ,
εραστής του τυχαίου,
συλλέκτης του αιώνιου.


*-*

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Δώρα Κασκάλη, "Ανταλλακτήριο ηδονών"




ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΕΝ ΚΕΝΩ

Λέξεις, έξεις, στο κενό
μ’ έχουν κρεμασμένη απ’ τον ιστό
πανάκι της οδύνης που αρμενίζω
με τα μικρά αιμάτινα ξέφτια
παραδομένα αθύρματα του Μάρτη
που αποφάσισε άγρια
να βγάλει τα τσιρότα
να σπείρει ρίγη
να ζώσει δέρμα
τσαλακωμένο σμυριδόχαρτο.
Ναι, σας ευχαριστώ
που με σκεφτόσαστε
ενίοτε·
αποκτώ σχήμα τότε
εγώ η λαθραία,
μια κάποια επιθυμία
να μ’ επιθυμείτε.
Αποσύρομαι τώρα
στον σιωπηρό γυναικωνίτη
για να σύρω μια μισοσπασμένη, αμφίβια σαΐτα
στον αργαλειό που βούλιαξε
κι έβγαλε ρίζες
ο πάτος μιας επιθυμίας
απρόκλητα υγρής.



ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

Έλα να κοιμηθούμε τις αντιφάσεις μας:
θα είναι βάπτισμα
στην απόλυτη σχετικότητα.
Έλα να ντυθούμε τα θολά μας
περι γράμματα.

Λεξικοποιούμε τους ρόλους μας
αφού δεν μπορούμε να τους ζήσουμε
με το σώμα μας.
Όταν θα πεθάνουν τα ποιήματα
όταν θα σκοτωθούν οι ήρωες των βιβλίων σου
– θα γίνει το αδύνατο, θα δεις −
εσύ, αγάπη μου, δε θα ’χεις πια ζωή να ζήσεις.


(Από την ενότητα: «Ο έρως έχει ύπαρξη»)



I.

Μην με ταράζετε, του έγραφε, για να επαναβεβαιώσετε την κυριαρχία σας πάνω μου. Είμαι ένα μετόχι που το πάτησαν οι αυθεντίες του πατέρα, του αδερφού, του εργοδότη, του κυβερνήτη. Σας παρέδωσα το πιο ατόφιο κομμάτι μου, το λίγο το δικό μου κι εσείς ζωστήκατε τα πυρομαχικά και το κάνατε πεδίο μάχης. Πηγαίνετε τώρα με τη δίδυμη καραμπίνα σας για άλλα θηράματα, το αίμα είναι πάντα το ίδιο αλλά ποτέ αρκετό. Εγώ θα ζωστώ τη σιωπή των νεκρών· έτσι λένε αυτοί που δεν ξέρουν. Όποιος έχει πεθάνει μια φορά, ξέρει ότι στα μνήματα μιλούν την άρρητη γλώσσα της αλήθειας.



Χ.

Μη μου εξηγείτε το φεγγάρι, του έγραφε. Αφήστε με να το βλέπω σα μια οπή φωτός που οξειδώνει το μαύρο. Μόνο να μου χαρίζετε τις άλλες σας τις λέξεις, να τις κοιμάμαι στα εφεδρικά κρεβάτια που δεν κατάφεραν ποτέ να με κρατήσουν. Να μου ψιθυρίζετε τις ρίμες σας, σα να φυσάτε στον κοχλία του αυτιού. Και να μου δίνετε σπάταλα τη ζωή, τόσο ωραία αφηγημένη· αυτά είναι η δική μου πανσέληνος που διαβρώνει τα ερέβη της μοναξιάς.


(Από την ενότητα: «Silentium amoris»)



ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Κάθε μέρα αποζητώ
τη γεύση του κορμιού σου.
Κάθε ανάσα μου ψάχνει μονιά
στη λόχμη του λαιμού σου.
Όλα τα σ’ αγαπώ μου τάματα
στα εύσαρκά σου χείλη.

Το σκονισμένο μου γραφείο
η απόγνωση του αγέννητου παιδιού
οι βαλίτσες στη έξοδο κινδύνου
θαμπώνουν στο ξέφωτο της αγκαλιάς σου.

Πώς να μην σ’ αγαπώ;
Είναι ο μόνος τρόπος
πια
για να υπάρχω.



ΓΕΝΕΣΙΣ

Να καθαρίσω αυτά τα μάτια
απ’ τα παλίμψηστα
που χάλασαν τα χρώματα
απ’ τα κορμιά που τα ’καψαν
με τη μοναχική παραφορά τους.
Να ξαναδώ το ελάχιστο
ν’ ανασυντεθώ στο μηδέν
κι ύστερα να σε δημιουργήσω.


(Από την ενότητα: «Λιβιδώ»)



 Από τη συλλογή «Ανταλλακτήριο ηδονών», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2014