Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θασίτης Πάνος Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θασίτης Πάνος Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Αυγούστου 2021

Πάνος Κ. Θασίτης, "Πράγματα (2) - Αριθμοί"





ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2)


Ο ΣΟΒΑΣ


Σώριασαν τα χαρτιά
επάνω στα χαρτιά
λόγια και λόγια
στα λόγια·
τις παλιές σκεπάσαν
με καινούριες μάσκες
με άλλον ασβέστη
τον ασβέστη.

Είπαν φωλιές
τους τάφους των πουλιών,
ψηλά σκορπίσαν τα φτερά τους
κι είπαν −φωνάζαν− πως είναι
πουλιά
οι άδειοι ίσκιοι.

                            *

Μόνο τ’ αγάλματα
μείναν αγάλματα
δείχνουν ποιοι είμαστε
μας παίρνουν, αμίλητοι άγγελοι,
τις νύχτες στα φτερά τους.





ΤΟ ΦΩΣ


Τώρα το φως το ρίχνουν στα κασόνια
το καρφώνουν και το πάνε.
Οι πράκτορες εισπράττουν τα ναύλα
χωρίς να το δουν· οι παραλήπτες το μοιράζουν
χωρίς να το δουν

Αθέατα χέρια
το συνάζουν πάλι στα κατώγια.





ΑΙΝΙΓΜΑ


−Είναι πολύ ψηλά ή πολύ βαθιά;
Στέκεται ή περπατεί μπροστά ή πίσω πάει;
Μέσα στα ρούχα του είναι ή στον ίσκιο του μέσα
κι είναι δικός του ο ίσκιος
είν’ αληθινός −μια μαύρη ψαλιδιά που χαίνει
στ’ άσπρο και το ξεγυμνώνει;

Και τ’ άσπρο, υπάρχει τ’ άσπρο;

Βρίσκεται δω που στεκόμαστε δενόμαστε χτιζόμαστε
επιμένουμε ώς το απαίσιο τέλος
συνεχιζόμαστε κι αρχίζει πάλι ο πανάρχαιος γύρος
Ή εδώ ποτέ δεν ήταν;

Αυτό που λες ή αυτό που κρύβεις είναι;
Η αόριστη κατατομή, ιερή, πίσω από τον βαθύ της Νύχτας τοίχο
που μαντεύεις ή ό,τι ορατό θριαμβεύει, πάνω απ’ όλους
τους ορίζοντες ψηλά;
Ποιο το χρώμα και η φύση του
Πούθε αρχίζει ποιο το τέλος του
Είναι ψάρι πουλί ή φωτιά;

                            *

−Ηχώ των όλων, πίσω απ’ του φεγγαριού τις μάντρες
Αόρατες,

Η αλήθεια.






ΑΡΙΘΜΟΙ


Διάφανες υδρίες τ’ ουρανού
παραμυθούνε τη λειψή ζωή μας,
σμίγοντας μες στο παρθένο φως
το χρόνο με τη στάχτη·
στα λίκνα των στοιχείων τ’ άλυπα
κοιμίζοντας, για λίγο, τις βαριές
ανάποδες ψυχές μας.




Ι

Του ήλιου η νέα λάμψη φτάνει.
Όμως ακόμη το παλιό του φως, επάνω
στις ασάλευτες μορφές των νομισμάτων.
Το νέο φως να ’ρθει!
Απ’ άλλον ουρανό, μαζί με τους τυφλούς
αλύγιστους αγγέλους.
Να τραβηχτούν οι στέγες μας, οι τοίχοι
που μας χώρισαν να πέσουν, πάλι στους δρόμους
να βρεθούμε· στ’ αχνάρια των πηγών
να βρούμε πάλι τη φωνή μας, αρχαία
φωνή των αριθμών
όμοια με κείνη που έλαμψε
μες απ’ τη φλεγομένη βάτο.
«Να μην αγαπήσεις  Πηγάδι η αγάπη
δροσίζει και πνίγει  Το μίσος
πηγάδι που πνίγει
Μην επιθυμήσεις  Όσα βαθιά λαχταρούμε είναι τα όνειρα
Ίσκιοι πουλιών τα όνειρα
φευγάτοι
Μην πιστέψεις  Άσωτη σε ζώνει νύχτα
Ο δαυλός το φανάρι ο λαμπτήρας
τη μετατοπίζουν
Λοφοσειρές τα σώματα
ένα μες στ’ άλλο από το φως
στη σκιά περνούν
Βαθιά σαλεύει ο πηλός, του πηλού η φωνή,
το πήλινο αίμα
Τ’ άνθη είναι τ’ ουρανού
κι ο ουρανός τα παίρνει».




IX

Τα φωτεινά μας είδωλα είν’ οι άγγελοι
που τα ποντίσαμε στον ουρανό
απ’ τα ανοιχτά παράθυρά μας·
και τώρα ακούεται ο βόμβος τους
στ’ αστέρια γύρω
−η άλλη ποθητή ζωή μας.

Ουρανός υπάρχει γιατί υπάρχει γη
κι άνθρωποι τη στολίζουν.





Από τη συλλογή «Πράγματα (2) - Αριθμοί» (1962).
Πηγή: «Πάνος Κ. Θασίτης, Τα ποιήματα», εκδ. Νεφέλη, 2011.

Στην εικόνα: Winslow Homer, «Moonlight» (1874).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Πάνος Κ. Θασίτης, "Πράγματα"




ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ


Ερχόμαστε από πολύ μακριά.
Φορούμε χιτώνια που άνθρωποι καλοί μας δώσανε στο δρόμο.
Δεν τραγουδάμε, δεν ονειρευόμαστε, δεν κοιτάζουμε πίσω·
περπατούμε.

Τα βράδια στην περίμετρο της πόλης
ένθ’ αμαυρούται και σιγά η ζωή,
πάνω στα χέρια μας περνούμε γυμνό
μιας φρίκης σταθερής το σώμα
που τ’ αντέχουμε μόνο εμείς.

Με αριθμούς διαλύουμε τη μαγεία της νιότης
του έρωτα τη μαγεία.
Μες στο σκληρό μυαλό μας σηκώνουμε
το είδωλο του κόσμου αληθινό.

                                                            *

Φως πραγμάτων περιρρέει τη ζωή μας που αποσύρθηκε
όταν η αρετή σκοτώθηκε κι απ’ το καλό κι απ’ το κακό.





ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο
τμήματα σπιτιών και δρόμων,
ακούω φωνές, αποσπάσματα ομιλιών,
στίγματα που αναζητά η αίσθησή μου, απαθή·
αθανασία ασήμαντη πραγμάτων χωρίς μνήμη
που δεν περνούν, καθώς εμείς οι άνθρωποι περνούμε.

Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο...

Πόσο πουλάνε τα μαντίλια στο λιμάνι;
Μαντίλια γι’ αποχαιρετισμούς που φεύγουν
απ’ τα χέρια σαν πουλιά
σαν άνθρωποι που γίνανε πουλιά και μας γυρεύουν
άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια και μεις δεν τους αποζητούμε·
άνθρωποι μαντίλια άνθρωποι.





ΧΡΟΝΙΚΟ


Εδώ η ζωή σκότωσε τη ζωή.
Μέσα στους δρόμους μας δεν περπατούν γενναίοι.
Συντροφιές δολοφόνων περισφίγγουν τους αστερισμούς.

Απ’ τους εξώστες των εφημερίδων βγαίνουν κάτι τρομεροί κύριοι
γράφουν στον ουρανό μεγάλα μαύρα γράμματα
κι αποσύρονται.

Από χέρι σε χέρι ξένο, διασχίζουμε το μέλλον
περίπου ασφαλώς,
άνθρωποι ξοφλημένοι
αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας δίχως φρίκη πια
μέσα σ’ αυτά τα στεγανά ομοιώματα
που περιφράζουν τον ουρανό
μέσα σ’ αυτούς που ανταλλάξαν τη ζωή
με μια διαδοχή συμμετρικών τακτοποιήσεων.





ΦΩΝΕΣ ΦΤΑΝΟΥΝ


Φωνές φτάνουν ώς εμάς, από τους ίδιους τους εαυτούς μας.
Πονούν.
Κομματιασμένοι.
Γεμάτοι καρφιά.
Σε σκοτεινούς διαδρόμους μέσα.
Ποιος θα τους σώσει;

                                                     *

Εμείς αλλάξαμε σιγά-σιγά (υπάρχει βέβαια δικαιολογία)
πρώτα με χειρονομίες και ροπές ακαθόριστες
μέσα σε μαγαζιά και μέσα σ εκκλησίες
με γυμνές γυναίκες κι άγιους −συγχρόνως−
με προδοσίες και πράξεις υψηλές·
με μικροπράγματα στο τέλος
στα χέρια και στα πόδια και στο νου
αδρανούμε μες στη νύχτα του ζώου.





ΔΙΑΡΚΕΙΑ


Ο έρωτας θρηνεί μέσα στο άλλο φύλο.
− Ποιος θα μας χωρίσει;
− Μήτε ο θάνατος
(θα μας χωρίσει αυτός σκέφτομαι)
μήτε ο θάνατος
δεν κόβει στα δυο την αγάπη·
την κόβει στα τέσσερα.





Από τη συλλογή «Πράγματα» (1957).
Πηγή: «Πάνος Κ. Θασίτης, Τα ποιήματα», εκδ. Νεφέλη, 2011.

Στην εικόνα: Γιάννης Ζήκας, «Άγγελος - Πάμφτωχος», 1973, (μικτή τεχνική σε χαρτί).

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Πάνος Κ. Θασίτης, "Δίχως κιβωτό"




ΠΡΩΙΝΟ

Γύφτισσα ζωή
Με χιλιάδες κουδουνάκια στ’ ανεμισμένα παρδαλά φουστάνια σου
Μοσκοβολάς χωράφι και φιλί
Και σε περνούν στις χαίτες τους χαράματα στην πόλη
Άλογα γοργά ζεμένα σε γλυκοτριζάτες σούστες.

Χείμαρρε από μήλα που αλογάριαστα κατρακυλάς
Στους παχνισμένους δρόμους
Ανάμεσα στα χρυσά κρόσσια της αυγής
Και στις ξυπόλητες πατούσες των παιδιών
Γερό το χέρι να ’ναι πάντα
Ζωή για να σ’ αδράχνει
Καθώς η χούφτα τ’ ανυπόταχτο βυζί.




ΤΩΡΑ

Τώρα που κάθε ανθός πλαγιάζει στο κλαδί του
Και κανένα θρόισμα δεν πάει χαμένο
Τώρα που κανείς δε βιάζεται
Δέξου με κάτω απ’ τα θολωτά τα χέρια σου
Σαν το παλιό καμπαναριό που ανοίγεται
Στο στερνό στο πιο πιστό και στο μόνο περιστέρι του.




ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ’ΡΘΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

Πρέπει να ’ρθει η άνοιξη με τ’ αμέτρητα άγουρα στηθάκια της
Και με τα σκουλαρίκια της τα κρυσταλλένια
Με τα γοργά της βήματα που ξυπνάνε τις ελπίδες
Με τη γαλάζια κραυγή της
Γιατί δεν πρέπει τώρα να φωνάξω
Κι εσύ δεν πρέπει τίποτα να ψιθυρίσεις
Τίποτα δεν πρέπει ν’ ακουστεί για την ερημιά των ματιών σου
Όπου παγώνει ασάλευτη το σχήμα της η απελπισία
Για το νεκρό σου δέρμα για τα νεκρά μαλλιά σου
Για του κρεβατιού σου τα τέσσερα σίδερα
Γι’ αυτά τα νιάτα που κρέμονται στον ίσκιο σαν τ' άδεια ρούχα
               εκείνων που πέθαναν
Γι’ αυτόν τον απερίγραπτο χειμώνα.




ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Είμαστε δυο άνεμοι νυχτερινοί
Πουθενά πάνω σ’ εμάς δε βρίσκεται ένας δρόμος
Ένα τέλος μια αρχή ένα σχήμα.

Υποθέτοντας τους εαυτούς μας αγαπιόμαστε
Για τον τρόμο και τον ίλιγγο του αγνώστου μας
Για τη μοναχική συνάντησή μας πέρ’ απ’ το χνούδι του Κόσμου.
Αγάπη μου
Σεισμέ του νου μου.




ΑΠΟΓΕΜΑ

Ανεπίληπτος ουρανός
Ακίνητος
Τέλειος σαν κύκλος: απελπίζει
Απρόσιτη απόλαψη για μένα που τον βλέπω
Μες από ένα ύφασμα
Όπου καθίζει η στέρηση κι η φρίκη.

Και στο βάθος αόριστα
Να περνάς ανάγλυφο κάτ’ απ’ το χνούδι τ’ ουρανού
Σαν αιφνίδια ταραχή πίσω απ’ τις κουρτίνες
Σώμα αγαπημένο
Πιο μακρινό πιο ανύπαρχτο απ’ τ’ απόγεμα που σβήνει.




Από τη συλλογή «Δίχως κιβωτό» (1951), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Πάνος Κ. Θασίτης, Τα ποιήματα», εκδ. Νεφέλη 2011.