Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρώσσης Ιωάννης Σεβαστιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρώσσης Ιωάννης Σεβαστιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Χειμωνιάτικη θάλασσα"





ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


Από ψηλά την κοιτάζω
απέραντη ανάσα γκρίζου και λευκού.
Στέκω εκεί
μόνος με τις σκέψεις μου,
το βλέμμα χαμένο στα κύματα.

Όχι, καμιά Ταϊτή δεν συλλογίζομαι,
κανένα σέλας. Μου αρκεί
το παγκάκι αυτό
κάτω απ’ τους φοίνικες της Νέας Μάκρης,
τα λιγοστά καΐκια στο μικρό λιμάνι.
Μου αρκεί ο δυνατός βοριάς,
η απουσία του ήλιου,
το γκρίζο παραπέτασμα των σύννεφων
(από παιδί ανακούφιζε τη θλίψη μου).

Γέρασε η νοσταλγία μου.
Επέστρεψε πια παράτησε
τη ζωή στη θάλασσα.
Δεν την ξεγελά κανένα πλοίο
με τ’ όνομα ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ.
Μη ρωτήσεις λοιπόν τί περιμένω.
Έναν ήσυχο θάνατο,
αυτό περιμένω.

Τα κύματα υψώνονται,
αγγίζουν την άκρη του ορίζοντα
όπως αγγίξαμε κάποτε τα όνειρα−
με δισταγμό   με πυρετό
χωρίς ποτέ να τα κρατήσουμε.

Ο χρόνος στάζει αργά.
Κι η σκέψη μου καράβι χάρτινο
           έτοιμο να βουλιάξει. Το βαραίνουν
           οι άγκυρες τόσων φαντασμάτων.

           Ο άνεμος μιλάει γλώσσες
που δεν καταλαβαίνουμε.
Κι η θάλασσα κάτω
δεν είναι θάλασσα.
Είναι μάτι ψυχρό   ψαρίσιο
κάλεσμα χωρίς φωνή.

Μα κάτι από μας
−κάποιο βλέμμα μια ανάσα−
επιμένει να υπάρχει
στην παγωμένη της μανία.

Το κρύο περνάει μέσα μου.
Πού είναι
το ζεστό γάντι του χεριού σου;
το κεφάλι σου που έγερνε στον ώμο μου;

Παράξενο. Πρώτη φορά
δεν με τρομάζει το φως που μεγαλώνει.
Το μαγκάνι του χρόνου
γυρίζει μόνο του.
Παραμορφώνει
τους ανόητους Νάρκισσους.
Πώς να σταματήσεις με μάσκες ομορφιάς
την κλεψύδρα;
Ας έρθει λέω κι αυτό το καλοκαίρι
κι ας περάσει λιγότερο σκληρό
γι’ αυτούς που η θλίψη δυναστεύει.

Ο άνεμος φέρνει τ’ όνομά σου
σπασμένο   μισοειπωμένο
σαν το σκέλεθρο αυτής
της ψάθινης καρέκλας
πεταμένης στην άμμο.
Ήσουν ποτέ εδώ; Η μήπως
σε γέννησε η καταιγίδα;

Η μέρα σκαρφαλώνει αργά
δίχως να με βλέπει.
Ο ουρανός σκίζεται στα δυο.
Το κρύο περνάει μέσα μου.
Πού είναι
το ζεστό γάντι του χεριού σου;
το κεφάλι σου που έγερνε στον ώμο μου;

Πού είναι τα μαύρα μας μαλλιά;


                                            Μάτι, 8.2.2025
                   Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης



Πρώτη δημοσίευση.

Στην εικόνα:
Tom Jolliffe, «Metal bench, looking out to sea below Sugar Loaf».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Το πανηγύρι της Άνοιξης"




ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

                              μνήμη Δημήτρη Ιορδ. Καρασάββα

                              Σωσμένος πια αποθέτεις
                              το Τάμα Σου στο Βωμό της Λύτρωσης
                              Κομματιασμένα ποιήματα
                              αφημένα ευλαβικά...
                                          Δ.I. Καρασάββας



Γύρω μου θρασομανάει
της άνοιξης το πανηγύρι. Όλα εδώ ξανά
το ηχηρό φωνάζοντας  π α ρ ώ ν:
Οι φρέζιες    τα σαλκίμια    οι μανταλίδες
φτενά χαμομηλάκια
(τρέμω μην τα πατήσω)
και λευκά
λιγνόκορμα σαμντάνια τα σπερδούκλια
όλα εδώ:
των τριφυλλιών τα κίτρινα ανθάκια    οι παπαρούνες
τον ερχομό της Κόρης να γιορτάσουν
και μόνο εσύ απών
                                    παλιέ μου φίλε.

Την κακόφωνη ακούω καρακάξα
αντί γι’ ανάκουστο πουλάκι.
Οι άλλοι την μπερδεύουν με την κίσσα.
Μα όχι εμείς, Δημήτρη.
 
Το τελευταίο σου βιβλίο πάλι ξεφυλλίζω.
Σίγουρα ξέρεις πια τί είναι η Βέρροια
με δύο ρο. Θα έμαθες
                           όπως κι εγώ
τί είναι ο ποιητής: κύνας
αμέριμνος μπροστά στον Μεγαλέξανδρο.
Ήφαιστος μόνος
ευτυχισμένος στη σπηλιά του.

Στην ύστατη αφιέρωση σε μένα
τη φιλία σου πάλι ανασαίνω    πριν
τους πικρούς μου στίχους σαν αγέρι ψιθυρίσω
στα φύλλα τα καινούργια της συκιάς.

Ακέραιο ποίημα το δικό μου    αφημένο ευλαβικά
στην παρουσία σου.

Με αγάπη τη Βέρροια θυμάμαι. Στο χέρι σου
τους ξέγνοιαστους «Καιρούς» σου να κρατάς.


                                                     Μάτι, 4.4.2025
                            Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης





Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Sandro Botticelli, «Primavera».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Το δέντρο και ο άνεμος"





ΛΕΥΚΟ ΜΑΚΟ


Ήταν κοντά μου. Δυο βήματα μόνο
απ’ την καρδιά μου η μακρινή γαλήνη.
Ανόητε θα πει το φως που χύνει
ανάριες στάλες γύρω. Και ματώνω.

Δυο φιλαράκια το άγνωστο, λιακάδα,
καφές, σκαλιά της Πλάκας, στενορρύμια.
Άργησες, γέρο μου, να δεις συντρίμμια
το Παρίσι· ας πάει μες στην ασπράδα

την αέρινη του μάρμαρου να γείρει.
Τόσο απλό να ζεις. Με το λευκό μακό
την άνοιξη να πίνεις. Αχ, το κακό
σ’ ένα γλαυκό βυθίζεις παραθύρι.

Κανείς να πει τη νιότη σου δεν ξέρει.
Μονάχο ήσουν κατασκότεινο αστέρι.





Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ


Το σπίτι του Παναγία των Βιβλίων.

Αυτός καμπούρης
έρημος
χάιδευε μιλούσε
στα βιβλία που τον τρέλαναν

Είναι κι αυτά ένα πάθος
όπως τ’ αφιόνι όπως ο έρωτας.

Τις νύχτες ξυπνούσε
και τα σκέπαζε δακρύζοντας
στη σκέψη
                   του θανάτου.
Ονειρευόταν μέρες καλύτερες
μιαν όμορφη απέραντη
βιβλιοθήκη μες στο φως.

Σαν βράδιαζε
                         τρύπωνε στα σκοτεινά
βιβλιοπωλεία
γυρεύοντας τη δόση του
καθώς παλιά —παιδί— στα υπόγεια
της Βάθης
                   τη Λιλίθ.

Γλυκές μεταφράσεις της αυγής
στα βλέφαρα που ανοίγαν
να διαβάσουν στίχους
                        παράδεισων χαμένων.
Κι ο Θάνατος
γελούσε
με όλα τούτα τα βιβλία γύρω του.





ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ


Σίγουρα θα χρειάζεται, αφού μου λείπει·
το θάρρος να ξεκάνω τη ζωή μου.
Όχι τίποτα κύματα ή σάλτα
πολυώροφα μα κάτι ανάλαφρο

σα σιροπάκι· ωστόσο
δραστικό σαν έχιδνα. Βουβό
το σπίτι. Νιώθεις πιο έντονα τη νύχτα.
Κι ανάβεις την TV. Έλα, λοιπόν, τρώγε.

Ν’ αναζητάς μιαν έκρηξη καθώς
ανοίγεις κάθε τόσο το ψυγείο; το θάνατο
που ξέπεσε στη βουλιμία; Πάρε
το υπνωτικό σου δάκρυ.

Αύριο θα πας θα ξαναζήσεις το ίδιο χέρι
να σκιρτά στη φρίκη και τ’ αγέρι.





Από τη συλλογή «Το δέντρο και ο άνεμος», Πλανόδιον 2004.


GRAHAM NASH - And So It Goes


Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Δύσκολο μάθημα"




ΔΥΣΚΟΛΟ ΜΑΘΗΜΑ


Μας σκάβουν σαν τα βουνά

Και το μάρμαρο
ώς πότε
θα υπάρχει;
Ως πότε θ αντιμάχεται
την ειρωνεία;

Φυσάει απόψε όπως
τις νύχτες σου
στα βάθη τού Γκραν
της Παρθίας
                         των Κουάδων
τόσα που δε θέλεις
ωστόσο
στήνεις τη σκηνή σου
ανάβεις το λυχνάρι
ευλαβικά
                  στο δαίμονα

Βλέπεις
                (άρρωστος
μ αφρούς στο στόμα
και την τύχη να σε θέλγει
ακατανίκητη)
                          τα μάτια
της Ναστάσια Φιλίπποβνα

Και γράφεις




Από τη συλλογή "Η μόνη φλόγα", Πλανόδιον 2001.