Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρώσσης Ιωάννης Σεβαστιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρώσσης Ιωάννης Σεβαστιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "«Το κύμα», «Υστερόγραφο», «Δύσκολος δρόμος»"





ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΣΕ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟ ΠΟΥΤΙΝ


Χειρότερος ο κόσμος γίνεται.
Αρκεί μια σπίθα για να σβήσει.
Και συ στο μαύρο σου σκοινί ακροβατείς.

Καμιά Ρωσία δεν λαμπρύνουν τόσοι θάνατοι.

Καμιά πατρίδα τόσο αίμα.


Αυτά σου έγραφα τότε,
ανάμεσα σε άλλα, Βλαδίμηρε.

Δεν ήτανε περίπατος.
Κρατάει κοντά τέσσερα χρόνια τώρα
ο πόλεμος. Κι εγώ επιμένω
να σου γράφω, όχι από αφέλεια
(δεν κυβερνούν
ανάκουστοι κελαηδισμοί τον κόσμο,
δεν γράφουν ποιητές την ιστορία) αλλά
από επίγνωση και άχτι για το αίμα,
το αθώο αίμα,
που τρέφει αυτό το ποίημα.

Νιώθω πως τρέφομαι με πτώματα, Βλαδίμηρε,
αντί με τα πουλιά να τραγουδώ
και των παιδιών τα γράμματα στο Ροβανιέμι
να πηγαίνω.

Ξέρω πόσους ποιητές αφάνισε το Αρχιπέλαγος
και πόσους στη σιωπή τούς καταδίκασε.
Είμ’ ένα τίποτα μπροστά σου
όπως και τόσα άλλα
σαν εμένα σύννεφα με παντελόνια.

Στον κόσμο της ζούγκλας ο λέων είσαι
κι εγώ ο χτύπος μιας καρδιάς
που πάντα σ’ έν’ άλλο στήθος
πιο φτενό θα καταφεύγει.
Και τούτο δεν αλλάζει όσα
                   κι αν κοκορίζουνε ορνίθια.

Ακόμη απορώ με όσους πιστεύουν
πιο δυνατό τ’ αηδόνι απ’ τον κίρκο.

Κόλακες του Θεού    αντί
για φίλους του Ιώβ, αληθινούς, τους λογαριάζω.

(Θυμηθείτε με.
Έρχονται αηδόνια, ποιητές
που το δικό μας θα ’χουν πρόσωπο
                                      μα όχι την καρδιά μας.
Κι εμείς
σε κάποιο Αρχιπέλαγος, παλιών καιρών φαντάσματα,
τις αλυσίδες μας θα σέρνουμε.)


                                         Μάτι, 15.11.2025





ΤΟ ΚΥΜΑ


Πάνω σε τούτη την κορφή
κοιτάζεις πίσω    τη θάλασσα
του παρελθόντος. Κι απορείς.
Μα θα ’πρεπε;

Ήταν δύσκολα τα χρόνια τότε
− και πότε δεν ήσαν.
Χελώνες αργοκίνητες οι δείχτες
στα ρολόγια. Και συ
ανυπόμονος
−ω, πόσο ανυπόμονος, Θεέ μου−
βιαζόσουν
να διαβείς τις Συμπληγάδες,
τον δύστροπο κάβο των καιρών
γοργά ν’ αφήσεις πίσω σου    λες
και τα πάθια μας τελειώνουν κάποτε
σε τούτη τη ζωή    κι αναπαμός
πριν απ’ τον θάνατο μας περιμένει
σαν παραδείσιος γιαλός τον ναυαγό
που ξέρασε
ο μανιασμένος Λεβιάθαν.

Τώρα οι ίδιες ώρες    οι ίδιοι δείχτες
συμπυκνώθηκαν σ’ ένα κύμα
τόσο σφοδρό
                        τόσο γρήγορο
που δεν κατάλαβες
πώς σ’ άρπαξε και σ’ έφερεν εδώ    τόσο κοντά,
μια ανάσα μόλις,
απ’ τον Κήπο της Ενθύμησης.


                                         Μάτι, 17.11.2025





ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ
[απ’ το ημερολόγιο του Ήφαιστου Μυρίνη]


Επειδή σ’ αγαπώ, έγινα καλόγερος, Κυρά μου.
Μέσα στον κόσμο και τον θόρυβο σε χάνω.
Ξεχύνουν τον μαύρο τους καπνό οι καμινάδες.
                                          Δεν αντέχει
κάτω από τέτοιον ουρανόν ο χορευτής.
                                Παγώνει ο χορός.
Η φωτιά σβήνει
κι ο σεπτός κύκλος των ψυχών μας γύρω της
κλονίζεται    καθώς
σαράφηδες και μεταπράτες τον πατούν.
 
Κι οι πειρασμοί
τον θησαυρό εξανεμίζουν του ανθρώπου
σ’ εφήμερα βαγιόκλαδα.
 
Κόρη απάρθενη του Μάγου
μες στις βραχείες λίστες σε στριμώχνουν
και σε σχολειά σε στέλνουν
για να μάθεις τί, ω υπερούσιο μυστικό;

Θέλει ανδρεία, τόλμη ν’ αποσύρεσαι.
Δύσκολος δρόμος
να παρακάμπτεις τις Σειρήνες,
η βλάβη να ’σαι μες στ’ αλάνθαστα ρολόγια
και παραβάτης σε χρόνους χριστιανούς.

Μα τρόπο δεν έχω άλλο
σ’ αυτούς τους άξεστους καιρούς
που οι κένταυροι πληθαίνουν    και οι άνθρωποι
μέρα τη μέρα λιγοστεύουν.

Ας χαθώ εγώ
μα εσύ Αρχόντισσα, Κυρά να παραμείνεις θέλω
κι ανάστροφο ψάρι στον καιρό.
Γι’ αυτό μες στο κελλί μου τώρα υπομένω.


                                         Μάτι, 12.12.2025

                     Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης





Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: J.M.W. Turner, «Slave Ship» (1840).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.





Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Πέντε ποιήματα"





ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΟΥΑΝ ΡΑΜΟΝ ΧΙΜΕΝΕΘ

                        Y yo me ire, y sere otro, sin hogar, sin arbol
                        verde, sin pozo blanco,
                        sin cielo azul y placido…
                        Y se quedaran los pajaros cantando.
                                                                                                                                  -
                                                        Juan Ramon
Jimenez


Καθώς περιτρέχω το άλμπουμ
με τις φωτογραφίες
ακούω τον κούκκο να φωνάζει:
Έζησε    και πέρασε
Έζησε    και πέρασε.

Κι εγώ χωρίς τόπο, χωρίς δέντρο
πράσινο, χωρίς λευκό πηγάδι,
χωρίς γαλάζιο ουρανό γαλήνιο… να διορθώνω:
Ήταν    μα δεν έζησε
Ήταν    μα δεν έζησε.


                                                Μάτι, 1.4.2025





ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΜΑ


Αυτό δεν είναι ποίημα.

Είναι ντροπή να γράφεις ποίηση μετά τη Γάζα,
θα ’λεγε κάποιος παλαιστίνιος Αντόρνο.

Είναι ντροπή να τρως    να διασκεδάζεις
ν’ αναπαύεσαι όταν παιδιά
λιμοκτονούν στην Παλαιστίνη.

Είναι ντροπή να είσαι οτιδήποτε
πέρ’ από άνθρωπος.
Είναι ντροπή να είσαι οτιδήποτε
πέρ’ από ένοχος.

Και συ, ηλίθια Χαμάς, τι πέτυχες;
Τις κάνουλες του αίματος ν’ ανοίξεις,
μια τρύπα μοναχά
στην κατακόκκινη πλημμύρα.

Τα όνειρα του Ισραήλ πραγμάτωσες,
στους μακελλάρηδες της Σιών προσφέροντας
αυτό που πάντα ήθελαν:

Μια παλαιστίνια Σοά,
μια παλαιστίνια Τελική Λύση.

                                             *

Απολαμβάνω το γεύμα μου
σαν να’ ναι πάντα το τελευταίο. Πλαγιάζω
στα καθαρά σεντόνια μου σαν να’ ναι πάντα
η ύστατη φορά.

Ο χθεσινός μικροαστός    αυριανός νομάδας, λέω.
Το χθεσινό σου σπιτικό    αυριανό ερείπιο.

Τίποτε σταθερό σ’ αυτό τον κόσμο
εξόν από τον θάνατο.
Ναι, απαισιόδοξος είμαι.
Σκοτεινός σαν τον Ηράκλειτο.

Πως δεν ακούτε την καρδιά της ζωής;
(Παραμερίστε της ομορφιάς το παραπέτασμα.
Παραμερίστε το πανέμορφο σύννεφο που καμαρώνει.
Παραμερίστε τα δέντρα    τα πουλιά,
τα γέλια των ανίδεων).
Ακούστε που χτυπά
− καμπάνα θλιμμένη στο ξόδι κάθε γέννησης.

                                             *

Δεν προσεύχομαι πια. Με τρομάζει
τόσο φως το καλοκαίρι. Το πρόσεξα.
Κάνει πιο έντονη των ουρανών την κουφαμάρα.
Καμιά λιτή δεν εισακούεται. Εκ πείρας μιλώ.
Ιούλιος ήταν
όταν πυρπόλησεν ο κεραυνός την προσευχή μου.

Ο χρόνος δεν μας ανήκει.
Είναι στα χέρια των Δυνατών. Αυτοί
του κεφαλιού μας την κάθε τρίχα έχουν μετρήσει.


                                                Μάτι, 31.5.2025





ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΙΝΑΙ

                        ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους
                                                                                                                       -
                                               Κώστας Καρυωτάκης


Καλοκαίρι είναι ο παιδικός γιαλός    λημέρι πια
των μπουκανιέρων.

Είναι οι τοίχοι που βράζουν
σαν το νερό στην κατσαρόλα.

Είναι η αποφορά
των στοιβαγμένων στα λεωφορεία.

Είναι ο άγριος άνεμος
που συναγείρει τους εμπρηστές,
συνεπαίρνει τα μπάζα    τα ξεσκλίδια
τα ξερόκλαδα.

Είναι η Ελλάδα που ερημώνει.

Είναι η ωρυγή των σειρήνων
η αγωνία των Canadair
πάνω απ’ τις καρδιές    τις ανομίες και τα δάση μας.

Είναι τα κάψαλα    οι στάχτες    η σιωπή.
Ο νοτιάς
που φέρνει τους άμμους απ’ τη Σύρτη.

Καλοκαίρι είναι τα ποντίκια που συνωστίζονται
μπροστά στους καταπέλτες των καραβιών.

Είναι οι θλιβερές οικογένειες στις παραλίες,
το μάταιο κυνήγι των διακοπών.

Είναι το Τίποτα
που λιάζεται διάσημο στη Μύκονο.

Καλοκαίρι είναι η ατέρμονη πορεία,
η παραλία που κατάντησε ανία
με ομπρέλες    φασαρία    εξουθένωση
− άρρωστη    γεμάτη ξαπλώστρες
μολυσμένη από εμπόρους και σώματα.

Καλοκαίρι είναι ο θάνατος
του φίλου    και του άστεγου,
είναι ο ψόφιος γάτος που σαπίζει
μες στα σκοίνα.

Είναι το νερό που λιγοστεύει.
Είναι η δίψα που έρχεται.

Είναι η φλόγα μέσα σου που ικετεύει τη Στύγα,
οι άγγελοι που ήρθαν νωθροί,
πρόθυμοι μόνο για χασίσι.

Είναι το Μάτι που καίγεται ακόμη,
οι νεκροί που κολυμπούν μαζί σου.

Είναι το παιδί στη Γάζα που πεθαίνει,
οι ξενόφερτοι γλαύκοι στα νερά του Αιγαίου.

Καλοκαίρι είναι η λαγνεία,
καρότο που
ο ήλιος μας πετά όταν το βίτσιο του μας ψήνει
στην άμμο    στα ξωκλήσια    μέσα
σε πορνόσπιτα της νύχτας    Ελπήνορες εμείς
μεθυσμένοι από άνομες θεές.

Κι ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.


                                                Μάτι, 30.6.2025





ΕΞΟΔΙΟΣ ΧΩΡΟΣ


Στο μεγάλο σπίτι όπου έζησα
και ζω ακόμη
έχω εξαντλήσει όλα τα δωμάτια που μου αναλογούν
εκτός από ένα.

Οι πίσω πόρτες όλες εφτασφράγιστες.
Μόνο η ανάμνηση
κάποιες φορές τις ξεκλειδώνει,
μα είναι φάντασμα    όχι σάρκα
δεν μπορεί τίποτε να διορθώσει,
σε τίποτε αίμα και πνοή να μεταδώσει.

Επώδυνη δίχως αποτέλεσμα προσπάθεια.

Κάθε τόσο οι καμπάνες
ένα ξόδι αναγγέλλουν    θυμίζοντας πως
το δωμάτιο που απόμεινε,
(αυτό το ένα)
με την πόρτα του ολάνοιχτη
όλες τις μέρες κι όλες τις νύχτες,
δεν είναι δωμάτιο αλλά εξόδιος χώρος
ένα μοτέλ για όσους αύριο
ταξιδεύουν για τη Στύγα.

Δεσμοφύλακας ο θάνατος. Αυτός κατέχει
τα κλειδιά. Αυτός
κρατάει διάπλατη την πόρτα    αυτός
και θα την κλείσει    όταν
φλεγόμενη βάρκα η ζωή σου
πίσω στο τίποτα επιστρέψει
χωρίς ποτέ να μάθεις
γιατί λυπάσαι γι’ αυτή την ξενιτειά
που παίρνει ένα τέλος πια,
γι’ αυτή την ξενιτειά που τόσο γρήγορα αφήνεις.

(Πάντα φαντάζει σύντομη κι η πιο μακρόχρονη ζωή,
σύντομος κι ο πιο μακρόσυρτος πόνος).
Παράξενο να λυπάσαι
για ό,τι παρακάλεσες τόσες φορές τον Ύπνο:
εκεί    την ώρα που κοιμάσαι,
πριν να προκάμει
τα μάγια η Ροδοδάχτυλη να ξεδιπλώσει,
αθόρυβα κι ο Μέγας Θάνατος να ’ρθει,
ο αδελφός του.

Πώς γίνεται ολάκερη ζωή
με τόσους Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες
ασκήμια κι ομορφιά
πτώσεις κι ανατάσεις    πώς γίνεται
τόσος πόνος
σ’ ένα κουτάκι να χωράει ξύλινο
σαν γομολάστιχα σε σχολική κασετίνα;


                                                Μάτι, 22.10.2025





ΚΑΝΕ ΟΠΩΣ Ο BANKSY, ΠΟΙΗΤΗ


Τί να τους κάμεις τους εκδότες,
τους στίχους σου κλεισμένους σε τόμους
κι ανθολόγια.

Βγες αόρατος τη νύχτα
και γράψε σε μαντρότοιχους ποιήματα,
σε δρόμους και πλατείες
τα σονέτα σου.

Μοίρασέ τα
όπως πουλάει ο άλλος τα κουλούρια
ή γεμίζει με φυλλάδια
τα κατώφλια των σπιτιών.

Κάνε όπως ο Banksy, ποιητή.
Ιστόρησε τίς ομιλούσες ζωγραφιές σου
σε κάθε τοίχο πρόσφορο
στην ουτοπία και το όνειρο,
σ’ ερειπωμένους πήγαινε ναούς
σε κάτασπρα ξωκλήσια ή φυλακές

ώσπου
ο ήλιος κι η βροχή    ο νόμος και η τάξη
στης Λήθης τα κατάστιχα σε γράψουν.



                                                Μάτι, 23.10.2025

                    Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: «Balloon Girl» by Banksy.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons:
«The World of Banksy 2022, Brussels» (cropped).




Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.

 

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Τέσσερα ποιήματα"





ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΖΑΝ-ΖΑΚ ΡΟΥΣΣΩ

                  Ελάχιστοι είναι οι ακέραιοι θάνατοι.
                  Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα απάτες.
                  Οι δρόμοι γεμάτοι φαντάσματα.
                                               Roberto
Juarroz


Οι ιδέες, η σκέψη του αναστάτωσαν
την εποχή του, επέδρασαν
καταλυτικά στους κατοπινούς
(ακόμη και σήμερα μιλούν    γράφουν
                                                         για κείνον)
μα κάτι σαν συρματόπλεγμα με χωρίζει
απ’ τον πολίτη της Γενεύης,
απ’ τον Νεύτωνα του ηθικού κόσμου
κατά το εύσημο του Κάντ.

Σαν πάω να διαβάσω κάποιο βιβλίο του
έρχονται στον νου μου τα πέντε του παιδιά
αυτά που εγκατέλειψε σ’ ένα ίδρυμα
                                                  για έκθετα
(ναι, καλά ακούσατε)
πράξη
που παραπέμπει στο γνωστό εκείνο:
Δάσκαλε που δίδασκες...

Πάντα αναρωτιόμουν
για την τύχη αυτών των παιδιών,
για τη ζωή τους μετά την εγκατάλειψη.
Τόσο μ’ εξόργισε ο ένδοξος Ρουσσώ
που μοίρασα
−θυμάμαι− τα βιβλία του στους φίλους μου
χωρίς να τα διαβάσω.

Δεν ήθελα τη συντροφιά τους.
Λόγια, είπα, λόγια. Δεν τα χρειάζομαι.
Οι πράξεις του
περιπαίζουν τη φωνή του.
Το θράσος του ξεπερνά τη διδαχή του.

Η αλλαγή αρχίζει πρώτα μέσα μας,
με μικρές αποφάσεις στην αρχή
που ολοένα μεγαλώνουν
ώς το βέλτιστο άλμα:
τον δικό μας ακέραιο θάνατο.

Αργότερα, μεγάλος πιά, προσπάθησα ξανά
να ξεφυλλίσω τα βιβλία του. Ο χρόνος,
βλέπετε, νερώνει το κρασί της νιότης.
H ματαιότητα
λασκάρει το σκοινί που τέντωσες.
Τα διάβασα λοιπόν ενδίδοντας στη φήμη του.
Μα δεν τ’ αγάπησα.

Ωστόσο,
                δεν παραλείπω να κοιτάζομαι
κάθε μέρα στον καθρέφτη.
Συνήθεια που με προστατεύει   και δεν χάνω ποτέ
το μικρό   αξιοθρήνητο ποντίκι
που καθρεφτίζεται στα νερά του.

Δεν είμαι το παράδειγμα για κανέναν.
Ξέρω πως δεν θα ’ναι ακέραιο το τέλος μου.

Γι’ αυτό αγαπώ τον σκοτεινό Ηράκλειτο,
τον ένθεο Εμπεδοκλή
μαζί με το πιθάρι του Διογένη
και τον Κήπο του Επίκουρου.

Κι έχω μες στην καρδιά μου πάντα τον Χριστό
συντροφιά με τον θλιμμένο πρίγκιπα
                                                       Σιντάρτα.
Μα δεν ξεχνώ
και τον Άγρυπνο Κοπεγχάγειο.
Ακέραιος στο κοιμητήρι τού Κίρκεγκωρ
                      αναπαύεται ο Σαίρεν.
                                                              Και πλάι του
ο Νίτσε, Διόνυσος Εσταυρωμένος.

Άκρατο ώς το τέλος της ζωής τους το κρασί.
Ανέρωτο. Αυτοί, ναι, δικαιούνται να μιλούν.


                                               Μάτι, 28.1.2025





ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ


Ζούσε κάποτε ψηλά στ’ αλπικά βουνά
ένα υπέροχο λουλούδι.
                                          Τάλως, τ’ όνομά του.

Ήταν όμορφο πολύ
χιονόλευκο σαν εντελβάις. Ώσπου
άνεμος σκαιός το άρπαξε
σ’ έναν ξερότοπο το πέταξε του Νότου,
στο βαλτοτόπι της Αθήνας.

Εκεί, εξόριστο
το λαμπερό όλο δροσιά λουλούδι
μονάχο πάλεψε    να ζήσει    να ριζώσει.

                                                                 Μάταια.
Ήταν του τόπου τα λουλούδια φθονερά,
στην ομορφιά τα ξεπερνούσε
(φρέσκια η ανάσα του
τον βάλτο τον δικό τους ενοχλούσε).

                                                                  Ώσπου
ρόδο κακό    ζηλόφθονο πολύ ο Δαίδαλος
από τα βράχια της Ακρόπολης εγκρέ
                                                                   μισε
τον τρυφερόν ανθό
                                     τον χιονόλευκο Τάλω.

Μα η Ευτέρπη
που το λουλούδι τούτο αγαπούσε
το παραμύθι μού τραγούδησε αυτό    κι εγώ
από μνήμης σάς το λέω.


                                               Μάτι, 28.7.2025





Η ΕΜΙΛΥ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

                  στην Emily Bronte
                  θύμηση μιας ανεμόδαρτης νύχτας


Τον έφεραν όχι τα μάτια του σκύλου,
διεσταλμένα κι ανήσυχα
για ό,τι σε λίγο θα τα σφάλιζε για πάντα,
παρά μια κούραση φιλόξενη
που καλωσόριζε τον αδελφό του ύπνου
στην αϋπνία της ζωής της.

Δεν ήθελε να τη βρει
στο κρεβάτι της αρρώστιας.
Γι’ αυτό έδιωξε τους γιατρούς.
Αρνήθηκε κάθε θεραπεία.
Ντύθηκε    χτένισε τα πλούσια
μακριά μαλλιά της
και κατέβηκε στη σάλα    όπου τον πρόσμενε
πλάι στη φωτιά όπως
ερωτευμένη τον αγαπημένο της.

Κοίταξε έξω τη λάμψη που ξέχυνε
το σμάλτο του φεγγαριού. Εκεί,
σ’ αυτό το φως, τον είδε,
ανακουφισμένη, να ξεπεζεύει
απ’ το μαύρο του άλογο.

Της φάνηκε
πως το παράστημα    οι κινήσεις του
θύμιζαν τον Μπράνγουελ    τον αδελφό της
όταν συχνά    στα όνειρά της
τον έδενε γυμνό και τον μαστίγωνε.
Τόσο οικείος.

«Ανοησία
να φοβόμαστε τον θάνατο», σκέφτηκε.
«Τον μόνο φίλο που έχουμε
σε τούτα τ’ ανεμόδαρτα υψώματα».

Είσαι έτοιμη; ρώτησεν εκείνος.

Κι η Έμιλυ ένευσε ναι    ήταν έτοιμη
καθώς την βοηθούσε ν’ ανεβεί στο άλογό του.


                                               Μάτι, 19.3.2025





L. S. LOWRY

                  I am not an artist. I am a man who paints.
                                                                L. S.
Lowry


Έχεις δίκιο.
Είναι προτιμότερο να είσαι
ένας άνθρωπος που ζωγραφίζει παρά καλλιτέχνης.
Προτιμότερο να γράφεις ποιήματα
παρά να είσαι ποιητής.

Τότε κάθε πίνακας    κάθε ποίημα
έχει τη γνησιότητα
μιας ημερολογιακής καταγραφής    μιας μαρτυρίας
ανέγγιχτης από αδόλεσχες γραφίδες
παράσιτων της τέχνης.

Όταν γεννήθηκα,
άγριος ένας άνεμος φυσούσε
απ’ τα όρη του Φόβου.
Από τότε κουβαλάω το καβούκι μου
όπως εσύ το σκιάχτρο της δικής σου μητέρας.

Όμως, πώς ζήσαμε τόσο υποταγμένοι, Λώρενς;
Πώς ανεχτήκαμε τέτοια ζωή;

Και να ’ναι πίνακες όσα ζωγράφισε
ο άνθρωπος που ήσουν;

Και να ’ναι ποιήματα όσα γράφει
ο άνθρωπος που είμαι;


                                               Μάτι, 20.4.2026

                        Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: L. S. Lowry, «Going to Work» (1943).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.





Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Έξι ποιήματα"




ΠΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

                    Στον ζωγράφο Θανάση Παναγιώτου
                    για τα ονειρικά του «μετέωρα»


Στη Νικαράγουα, Πύργους του Θεού
αποκαλούν τους ποιητές − ίσως γιατί
σαν τους ωραίους βράχους ανυψώνονται,
όπως αυτοί που ιστορείς, Αθανάσιε.

Να που τώρα έχουν φάρους και τα σύννεφα.
Έχουν βαρκούλες και σκαλούνια,
αδιόρατο καπνό που μόλις αναθρώσκει.
Βγάνουν φτερούγια τα κουπιά. Στέκουν
δίχως θάλασσα    μετέωρες οι βάρκες.

Και πού και πού, ανάμεσα σε σπίτια ή μονές,
λιγνόκορμα    σμαράγδινα δεντράκια
ξεσκαρίζουν. Κόσμοι μικροί    ακίνητοι.
Βγαλμένοι από όνειρο.
Ποιον χαιρετά
μέσ’ απ’ τη βάρκα τη μετέωρη το κοριτσάκι;

Αποσπασμένοι απ’ τους βυθούς οι βράχοι σου,
δίχως την έλξη πια στο χώμα να προσδένει
                          τη σκληράδα τους
(κάποιοι σαν άστρα μας κοιτούν ερημωμένα)
προς τα ουράνια
την απαλή εκείνη πτήση συνεχίζουν
που τρυφερός τους όρισε χρωστήρας
κι η μάγισσα παλέτα σου:

Πέτρινα μπαλόνια κι αερόστατα να γίνουν,
την ήττα εξαγγέλλοντας του Νόμου
που θέλει τα ψάρια στο νερό
κι άφτερους τους μέροπες ανθρώπους.
Σίγουρα, εκεί ψηλά ο Γκαουντί,
με των παιδιών τ’ αεροπλάνα να πετούν
τριγύρω του, ευτυχής, στους βράχους σου
μια νέα σκέφτεται Σαγράδα να υψώσει,
εγγύτερα στη θεϊκή πανάχραντη Φαμίλια.

Κόσμους μικρούς    όλο σιωπή,
αεροδρόμια
για της παιδούλας μας ψυχής τ’ αεροπλάνα.

Κι όμως, μια θλίψη τους βράχους σου συνέχει.
Τώρα που νίκησαν την έλξη
−πουλιά κρεμάμενα χωρίς φτερά−
ν’ αναρωτιούνται τάχα πού ανήκουν;

Χάσκουν δίχως πορτόφυλλα τα σπίτια    άφωνα.
Να ’ναι νωπός ακόμη ο χωρισμός
κι η θαλπωρή της γης ο μόνος κόρφος;


                                   Μάτι, 11.1.2026





«ΠΟΛΥΜΗΝΗ ΔΙΑΡΡΟΗ ΠΡΟΠΑΝΙΟΥ»

                        Τους λέγαμε μυρίζει αέριο,
                        μυρίζει αέριο, μα δεν έδιναν σημασία.
 
                        Μαρτυρία εργαζόμενης στη «Βιολάντα»



Έκοψε τη βασιλόπιτα
και μοίρασε τα κομμάτια της
στη Σταυρούλα    την Αγάπη    τη Βασιλική
την Ελένη και την Αναστασία
ντυμένος εργοδότης ο Θάνατος.

(Δούλευαν με βάρδιες τη νύχτα
μη χαραμίσουν της αγάπης τους τη μέρα).


                                   Μάτι, 29.1.2026





QUANTUM OF SOLACE


Τώρα με την άνοιξη
τί παρήγορο θέαμα οι φρέζιες,
διάσπαρτα μπουκέτα
πάνω στο μαρτιάτικο χώμα!

Είναι οι ίδιες σκέφτομαι
τότε που
μήνες μετά τη μεγάλη πυρκαγιά
τη μυρωδάτη δέσμη τους ξεδίπλωναν,
παρήγορη στάλα
στη μαύρη απ’ την ασβόλη γη.

Τί καθαρές    τί αμέριμνες που είναι, Θεέ μου!
Και πόσο μιαρό    περιδεές το πρόσωπό μου!


                                   Μάτι, 28.3.2026





ΕΙΔΟΣ ΠΡΟΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ


Ποιητής είναι αυτός
που βλέπει κάτω απ’ το δέρμα το κρανίο.
Όταν όλοι μιλούν    αυτός ακροάζεται.
Στέκει    όπου οι άλλοι προσπερνούν.
Προσπερνά    όπου οι άλλοι στέκουν.

Όλοι έχουν μιαν αποστολή
(έτσι νομίζουν    έτσι τους λένε).

Αυτός δεν πιστεύει πως έχει.
Είναι είδος πια προς εξαφάνιση.


                                   Μάτι, 11.6.2025





ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


Ακούω τις καμπάνες στάλες πηχτές
το άδειο να γεμίζουν της ψυχής μου.
Του γκιώνη θυμίζουν τη φωνή
όταν μιαν άλλη μες στη νύχτα συνοδεύει.

Λούφαξαν οι καρακάξες. Δεν γδέρνουν πια
το τζάμι του αέρα οι φωνές τους.
Μόνον ανάλγητος ο ήλιος λάμπει.
Πού ’ναι τα σύννεφα του πένθους σου, Παράκλητε;

Ο ωραιότερος άνθρωπος
κείτεται νεκρός. Τον σταύρωσαν.
Έναν αθώο παραδώσαμε    και τώρα
−υποκρισία− τον πενθούμε.

Κι ύστερα ψέμα μεγάλο:
πως αναστήθηκε θα πούμε.


                                   Μάτι, Μ. Παρασκευή, 18.4.2025





ΠΛΗΓΗ

            Τί να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
            παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
            το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
            Αιώνες φαρμάκι  γενιές φαρμάκι.

            Γιώργος Σεφέρης, «Οι γάτες του Άι Νικόλα»



Πρόσφυγες    μετανάστες    τουρίστες
και λίγα μάρμαρα.
Όσα δεν πρόλαβαν ν’ αρπάξουν οι Ελγίνοι,
όσα δεν πρόλαβαν να ξεπουλήσουνε οι Έλληνες.

Τί πληγή αγιάτρευτη αυτός ο τόπος.
Μακάρι να ήμουν. Όμως
δεν είμαι Μιθριδάτης.

Δεν συνήθισα ποτέ τον εαυτό μου στο φαρμάκι
και πιο πολύ σ’ αυτό
που με ποτίζεις κάθε μέρα
από τότε που έμαθα να συλλαβίζω τ’ όνομά σου, Ελλάδα.

Μια γάτα του Άι Νικόλα κι εγώ,
παλεύοντας με των φιδιών σου το φαρμάκι
μα ξέροντας κιόλας
πως κανείς δεν αντέχει τόσο δηλητήριο.

Με θυμώνεις    μ’ εξοργίζεις, πατρίδα.
Κι οι νεκροί κουράστηκαν. Τα έδωσαν όλα.
Δεν θέλουν πια να τους θυμόμαστε.
Δεν θέλουνε τη μνήμη μας.

Γιατί με ξέπλυμα μοιάζει βρώμικου χρήματος.
Απόπειρα ληστών να πουλήσουνε τα κλοπιμαία.

Γιατί η μνήμη είναι τα έργα    η αγωνία μας
μπροστά στην κρίση της Ιστορίας − όχι τα μνημόσυνα.

Είναι οι νεκροί που μας ρωτάνε κάθε μέρα

κι εμείς τους απαντάμε με μισόλογα,
αν όχι με σιωπή.


                                   Μάτι, 2.10.2025

                                Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Θανάσης Παναγιώτου, «Χωράφια» (2024).
Πηγή για την εικόνα: InStyle.




Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.


Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Τρία ποιήματα"

 


 
ΧΕΛΩΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ

            Οι δημιουργικές δυνάμεις σπεύδουν ολοταχώς
            όποτε η ψυχή απειλείται.
                                                 Ίνγκμαρ Μπέργκμαν


Πού ήσαν;
Ήρθαν αργά ως φαίνεται
σαν μπήκε στα νερά του ποταμού
να πνίξει τις φωνές
η Βιργινία Γουλφ.

Δεν πρόλαβαν
την πιστολιά στην Πρέβεζα
μήτε τους κόρακες
στα σταροχώραφα
της Άρλης.

Άργησαν
όταν
όμορφο στο χιόνι κύλησε
πυρρό
του Μοντιλιάνι
το κεφάλι.

Και τόσα άλλα
που πια κουράστηκα
ν’ απαριθμώ.

Γι’ αυτό
μη λέτε ψέματα σ’ αυτούς
που ονειρεύονται να ιστορήσουν,
να γράψουν στίχους
ή να σμιλέψουνε
τα μάρμαρα.

Το Σκοτάδι
τις πιο πολλές φορές
μας ξεπερνά.

Μπροστά στους Διάττοντες
είναι χελώνες
οι Δυνάμεις.

Το Δάσος
σπαράζει τον Ορφέα.


                      Μάτι, 18.1.2016





ΕΛΠΙΔΑ


Η ψυχή μου
ψηλόλιγνο κυπαρίσσι
πλάι
σε κατάλευκο μετόχι.

Άηχο υψώνεται,
στοχαστικό,
το πένθιμο δέντρο.

Μπροστά του η θάλασσα
και πίσω του ο κόσμος
των κατά φαντασίαν ζωντανών,
θόρυβοι από έγχορδα και πιάτα
σε παράλια καφωδεία,
άλυσες και κρότοι.

Περίκλειστο στέκει
τούτο το ασάλευτο κοτσύφι
που κανείς
τη μολπή του δεν ακούει,
μα πλούσιο
θάλλει
μες στην υπόγεια,
μυστική ζωή του
όπου
ωραίος ο χτύπος της αξίνας
αντηχεί.

Φύλλα δεν έχει
(στόνους ο άνεμος να εκμαιεύσει)
μόνο ένα φτέρωμα μουντό
που μαυροφέρνει
και που
σαν κόχυλα φυσούν τα χείλη της σιωπής
τις λίγες,
τις σπάνιες φορές
που ξεθαρρεύουν οι λέξεις
ενός λόγου υπέρτερου.

Κι ωστόσο ελπίζει
πως κάποτε θα γίνει χορτάρι,
πως θα χωρέσει
μες στο μικρό εκκλησιδάκι
όπως τόσα μυρμήγκια,
τόσες ψυχές.

Μα τώρα περιμένει,
πάντα εκεί,
μπροστά στη θάλασσα,
έξω απ’ τη μάντρα
που περιβάλλει το ξωκλήσι.

Και πίσω του ο κόσμος εκείνος
των αγαλμάτων:
έγχορδα και πιάτα
σε παράλια καφωδεία,
άλυσες και κρότοι.


                      Μάτι, 29.1.2016





ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑ

                            Ούτω επλάσθημεν! Ο σταθερός
                            της ευτυχίας ήλιος κουράζει,
                            το σθένος της ψυχης μας παραλύων.
                                     Αριστομένης Προβελέγγιος


Δεν προσβάλλω τους νεκρούς −τους ωραίους νεκρούς− αυτού του τόπου όταν αρνούμαι τον παρήγορο λόγο τους.
    Οι πληγές μου κακοφόρμισαν, πατρίδα! Τί να μου κάμουν τα ένδοξα μάρμαρα όταν η ζωντανή καρδιά δεν ανασαίνει!
    Μπήκε κουτσαίνοντας ο Φεβρουάριος, φλερτάροντας με την άνοιξην ασύστολα ο δύστυχος.
    Ο ήλιος ανέβηκε λαμπρός, μα δεν μου δίνει χαρά (ποτέ δεν μου έδινε ο μαύρος ιοβόλος).
    Αν υπάρχει Παράδεισος θά ’ναι φθινόπωρο, λέω, με γαλάζια λουλούδια κι απαλή βροχή.
    Τα χιόνια λιώνουν, ο χρόνος κυλάει προς την Κόλαση. Το θέρος πλησιάζει. Το μαύρο του σκυλί τρέχει να με προϋπαντήσει μ’ ένα καλάθι αστρίτες. Τρομερό να υπάρχεις!
    Τί είναι η θλίψη; Από πού έρχεται; Τί ’ναι αυτό που τινάζει αίφνης τα μυαλά ενός διάσημου σεφ; Ζούμε από αγάπη τάχα ή από φόβο; Το φως με διώχνει. Μόνο στον ήλιο σκέφτομαι τον θάνατο − ποτέ όταν βρέχει.
    Ο άνεμος σηκώνει τη σκόνη που είμαστε.
    Γιατί αντιστέκομαι στην Κυριακή όταν όλα νοσταλγούν το χώμα;
    Νιώθω το δέντρο κλεισμένο μες στο σώμα μου.
    Νιώθω τον άνθρωπο κλεισμένο μες στο δέντρο. Πότε το δέντρο θα σκοτώσει τον άνθρωπο; Πότε ο άνθρωπος θα σκοτώσει το δέντρο;
    Τούτος ο κουτσός, ανάπηρος μήνας ας μη βιαστεί στην άνοιξη να παραδώσει την ψυχή μου   μην παραιτηθεί   ας ζητήσει πίσω τη βροχή, την πάχνη που ο ήλιος τού έκλεψε (είναι σκληρή για τους ξένους η άνοιξη).
    Οι άνθρωποι μικροί   στη ροβιθιάν ανέβηκαν   τινάζουν τα ροβίθια.
Κι η φύση σκοτεινός σιδεράς: ακονίζει ρύγχη, ακονίζει στεροπές για τη Σφαγή.
    Το βράδυ στις ειδήσεις: οι απέραντοι ερειπιώνες της Συρίας, οι δουλέμποροι Λεπόρ και ντε Φερ, πτώματα παιδιών, ο χορός της βασίλισσας Μονέδας. Όλα είναι χρήμα.
    Μονάχος συδαυλίζω τη φωτιά κάτω απ’ τ’ αστέρια.


Μάτι, 10.2.2016

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση


Στην εικόνα: Vincent van Gogh, «Wheatfield with Crows» (1890).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.





Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.