Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σιώμος Γιώργος Ν.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σιώμος Γιώργος Ν.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

Γιώργος Σιώμος, "Δελτίο θυέλλης"




Δελτίο θυέλλης


Ο ήλιος λούζει τα κεραμίδια της εκκλησίας της Αγίας Άννας, πέφτει στα κίτρινα φύλλα των δέντρων, στα πράσινα ακόμα, εισχωρεί στις φυλλωσιές και καταλήγει στις πλάκες, στους κυβόλιθους και στις φαλάκρες των θαμώνων των καφέ.
    Στο τσιρτσιβί της εκκλησίας δυο γριές, με γούνες, κινητά, τσιγάρα και τις μάσκες να κρέμονται από το αυτί, μιλούν, χειρονομούν, αδιαφορούν για τον ήλιο του Οκτώβρη, ακόμα κι όταν λούζει ολόκληρη μια νέα μαμά η οποία στο ένα χέρι κρατάει ένα μπαλόνι, στο άλλο την κούπα του καφέ, το μωρό κλαίει, σκύβει να το αγκαλιάσει κι από το V της άσπρης μπλούζας πετούν δυο ολόλευκα περιστέρια.
    Μεγάθυμος ο ήλιος, ως αυτός ο αληθινός θεός, συνεχίζει Νοέμβρη μήνα, να λούζει με το γλυκό του φως, εμάς, τα σπίτια μας, τους δρόμους, τα λιβάδια, τα λιγοστά κοπάδια με τα γίδια.
    Στο τσιρτσιβί της εκκλησιάς η γριά με τη μάσκα να κρέμεται στο αφτί, ανάμεσα σε άλλες δυο γριές, καπνίζει αρειμανίως, όλες μαζί καπνίζουν και μιλούν, χειρονομούν και λένε. Τσιγάρο, καφές πικρός και μαύρα γυαλιά. Άντρας δεν έχει θέση στο τραπέζι τους.
    Ωστόσο, μια ηλιαχτίδα χτυπάει στο πλατανόφυλλο, εξοστρακίζεται, κυλάει στο κεραμίδι, γλιστράει στον κόσμο της γριάς, κι αυτή γελάει, αστειεύεται, χτυπάει τη διπλανή στην πλάτη.
    Ενώ ο ήλιος κυλάει πάλι στα κεραμίδια αμέριμνος, ζεσταίνει ολοένα και περισσότερο με το ευεργετικό του φως τις συντροφιές των ανθρώπων περασμένης ηλικίας που πίνουν τον καφέ τους, καθώς η κληματαριά και τα τέσσερα δέντρα έχουν αραιώσει αρκετά τα φύλλα τους, η γνωστή κυρία στο τσιρτσιβί με τη μάσκα στο αυτί, ήρθε, παραμέρισαν, της κάναν τόπο οι φίλες της −θα ’ναι κάποια σημαντική− σε θέση μπρος στην πόρτα κι απέναντί της όλοι εμείς εδώ οι χαζολογούντες κι ενώ, λέω, όλα είναι στη θέση τους και τίποτα δεν προμηνά μεταστροφή καμιά, η ΕΜΥ ετοιμάζει δελτίο καιρού.
    Ο ήλιος θα κρυφτεί. Πυκνά σύννεφα θα γεμίσουν τον ουρανό. Νερά θα πέσουν με ορμή. Ξερά ποτάμια θα ξεχυθούν τυφλά. Φρεάτια θα φουσκώσουν και θα πετάξουν τα καπάκια. Θα ξεσπάσουν άνεμοι γυριστοί. Θα γκρεμιστούν καμινάδες, δέντρα με ρίζες αβαθείς και ό,τι δεν είναι καρφωμένο καλά στον τόπο του.
    Ενήλικες και υπερήλικες βιδωθείτε, στερεωθείτε κι εσύ κυρία στο τσιρτσιβί, με το αυτοκρατορικό σου ύφος, άλλαξε στέκι.

Νέο Δελτίο Θυέλλης. Πρώτα θα χλομιάσει ο ήλιος. Ησυχία θα απλωθεί σε όλη την πλάση. Ύστερα ο ήλιος θα κρυφτεί πίσω από σταχτιά και μαύρα σύννεφα. Θα βουβαθεί το στερέωμα. Ο Ουρανός θα κλαίει με αναφιλητά και οι βοριάδες θα σκούζουν σαν λύκοι τα μεσάνυχτα πεινασμένοι. Τα δάκρυα τ’ ουρανού βίαια θα χυθούν σε αυλάκια, σοκάκια, χαράδρες, ακόμα και μέσα στις λεωφόρους των μεγάλων πόλεων που κάποτε ήταν ποτάμια.
    Νέοι και ενήλικες σταματήστε να γυρνάτε σαν σβούρες, καθίστε στα σπίτια σας τις ώρες που θα λείπει ο θεός.
    Θύελλα δεν υπήρξε. Ο ήλιος κρύφτηκε για λίγο πίσω από ένα παντελόνι. Οι αέρηδες μας χάιδεψαν γλυκά τα αυτιά. Τη νύχτα που κοιμόμασταν έπεσαν πέντε έξι στάλες βροχής. Ακόμα πέφτουν μερικές αυτή την ώρα στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Έδεσσας. Ο φίλος ακόμα να φανεί. Στο σταυροδρόμι στέκομαι μήπως τον δω να έρχεται από καμιά μεριά. Κάπου κερνάνε κονιάκ και πικρό καφέ. Αργεί. Μάλλον δεν θα έρθει. Σίγουρα δεν θα έρθει. Το παίρνω απόφαση πως δεν θα τον ξαναδώ. Η μνήμη του ολοζώντανη γυρνάει στον Σταθμό, στην οδό Σαρανταπόρου, στους Καταρράκτες που πωλούσε τα βιβλία του, στο σπίτι του της οδού Γ. Σεφέρη τα τελευταία χρόνια.
    Ο ήλιος που κρύφτηκε και η απαλή βροχή πάνε γάντι με την ετήσια απουσία του.



Γιώργος Σιώμος



_______
Σημείωση
Τσιρτσιβί: η αστρέχα, η άκρη άκρη της κεραμοσκεπής, από όπου πέφτουν τα νερά της βροχής, καθώς και ο από κάτω χώρος.





Ο Γιώργος Ν. Σιώμος γεννήθηκε το 1949 στη Λόχμη Γρεβενών και ζει στη Βέροια. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων: «Ο κορυδαλλός» (Αλεξάνδρεια 2012), «Το παράπονο του Εμμανουήλ Παππά» (Γαβριηλίδης 2014), «Ο κόκκινος σπάγκος» (Αλεξάνδρεια 2017) και «Μικρά πεζά» (Ενύπνιο 2021). Το τελευταίο του βιβλίο, «Όμορφα χωριά» (Παρέμβαση 2023), απαρτίζεται από διηγήματα και ποιήματα.



Πρώτη δημοσίευση


Στην εικόνα: Βέροια, η εκκλησία της Αγ. Άννης (της Αγοράς), ανάμεσα στις οδούς Πρ. Ηλία και Αντ. Τσούπελη.

Πηγή για την εικόνα: Αρχείο Ποιητικού Πυρήνα.


Τετάρτη 17 Μαΐου 2023

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Όμορφα χωριά"





Τα καυσόξυλα


Μια στοίβα καυσοξύλων, σαν σαρακατσάνικο καλύβι ή σαν πυραμίδα μικρή των αρχαίων Αιγυπτίων φθαρμένη από βροχές κι αστροπελέκια, ή σαν αλβανικό πολυβολείο επί Χότζα, με στραμμένες τις κάννες προς όλες τις κατευθύνσεις -στη βάση της συκομουριάς, μοιάζει με σμήνος μελισσών που το ’σκασε απ’ την κυψέλη και τρυγάει με βουλιμία τη γύρη των ανθών ή μ’ ένα κοπάδι πρόβατα στον ίσκιο του μεσημεριού καθώς και με συνέλευση στοχαστικών ανθρώπων.


Από την ενότητα
«Ερημία»





Οι μπουσλίκες


      Τώρα πια που δεν μου μένει παρά να γυρίζω πίσω, βάζω τα χέρια μου στις τσέπες και βρίσκω παλιά απομεινάρια μνήμης. Σε κάθε τσέπη απ’ το σακάκι ή το αμάνικο που έχει και πολλές, πιάνω μια και δυο και τρεις μπουσλίκες. Έχουν σχήμα σφαιρικό μικρού οχήματος εξωγήινων πολιτισμών με μια λωρίδα εξογκώματα μικρά στη μέση που σκίζει, όπως η νοητή γραμμή του Ισημερινού τη γη. Μοιάζουν και με γράφημα ψηφιακό του κορονοϊού, αν του αφαιρέσουμε πολλές ακτίνες απ’ τους πόλους. Καρποί είναι των θάμνων της βελανιδιάς σαν στρόγγυλα μικρά καρύδια.
    Αντί για μπίλιες που δεν είχαμε, παίζαμε τις μπουσλίκες στα διαλείμματα των μαθημάτων. Ένας, ο πιο μάγκας, ο πιο έξυπνος, ο πιο πανούργος κι επιδέξιος, την είχε καψαλίσει τη μπουσλίκα του απ’ τη μια πλευρά, σημάδευε του αντίπαλου τη μπίλια και κέρδιζε συνέχεια. Είχε αποκτήσει δυνάμεις μαγικές, υπερφυσικές, γιατί και τα κορίτσια, πάνω στα πρώτα μας σκιρτήματα, τον έβλεπαν μ’ άλλο μάτι κι αυτόν και την μπουσλίκα του. Ακόμα κι εκείνη η πιο όμορφη, η πιο θελκτική, η πιο ελκυστική που όλοι επιζητούσαμε την εύνοιά της, εκείνη η κοπελιά η αμυγδαλομάτα που τώρα από κλινική σε κλινική γυρνάει και υποφέρει, μου την θυμίζει η μπουσλίκα που κρατάω στην απαλάμη μου και τη χαϊδεύω, όπως δεν χάιδεψα ποτέ εκείνη.


17/12/’21

_________________________________________
* μπουσλίκα= ο καρπός του θάμνου της βελανιδιάς


Από την ενότητα
«Ερημιά»





Το φύλλο


«Μακάρι να ήμουν φύλλο, να πετούσα.
Κι εσύ παππού, να ήσουν φύλλο
να πετούσαμε μαζί…»
είπε ο πεντάχρονος εγγονός μου,
καθώς έβλεπε τα φύλλα της βελανιδιάς
να τα παίρνει ο άνεμος.





Τα δέντρα ανθίζουν ερήμην μας


Πρώτα οι αμυγδαλιές και οι κορομηλιές.
Έπειτα, οι κερασιές και οι αχλαδιές.
Κατόπιν, οι κυδωνιές και οι μηλιές.
Α και οι πασχαλιές… οι πασχαλιές!
Από κοντά, οι συκιές και οι καρυδιές
σκάνε πράσινα μπουμπούκια.
Εμείς μπορεί να είμαστε εδώ
ή να λείπουμε μακριά
-στη Γερμανία, στην Αυστραλία-
ή μπορεί ακόμα να είμαστε και μακαρίτες.
Μπορεί τα σπίτια μας να έχουνε ρημάξει,
όμως τα δέντρα στις αυλές μας ανθίζουν.
Ερήμην μας ανθίζουν.




Από την ενότητα
«Το κέλυφος της πλήξης»





Από το βιβλίο «Όμορφα χωριά» (27 Πεζά | 38 Ποιήματα), εκδ. Παρέμβαση, 2023.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2022

Γιώργος Σιώμος, "Υπολείμματα φρουράς των ανακτόρων"



Υπολείμματα φρουράς



Σε βαθουλώματα της γης, σε όχθες σκιερές, σε λάκκους και νεροσυρμές, εκεί τα χιόνια δεν έχουν λιώσει ακόμη. Απεγνωσμένα αμύνονται μπρος στην ορμή της άνοιξης που πλησιάζει ζωογόνα. Μοιάζουν με υπολείμματα φρουράς των ανακτόρων, που τα κατέλαβαν οι επαναστάτες τα μεσάνυχτα, κι αυτά πιστά στους άνακτες αμύνονται ματαίως.






Χυμός ροδιών



Το λάδι στο μπακάλικο που λαμπυρίζει στο μπουκάλι, είναι χυμός ροδιών που πριν τη σύνθλιψη στίλβουν πάνω στο δέντρο της ροδιάς σαν κόκκινοι πλανήτες στο στερέωμα, αντανακλώντας και διασκορπίζοντας το ηλιακό φως έτη πολλά πριν γεννηθούμε εμείς και καταστραφούν εκείνοι






Μια αγελάδα στο λιμάνι



Μια αγελάδα στο λιμάνι

σαν να δέχτηκε ακαριαίο τσίμπημα από οίστρο στα καπούλια

τινάζει ξαφνικά τα πισινά της πόδια στον αέρα

και εκσφενδονίζεται προς τη θάλασσα

Θρονιάζεται στο σκαμπό του μπαρ την ώρα που διέρχεται το καραβάκι

κι ο μπάρμαν της προσφέρει ένα δυνατό ποτό για να στανιάρει.






Δρόμοι παλιοί



Όταν παλιώνει η άσφαλτος

βγάζει κι αυτή ρυτίδες

σαν άνθρωπος που πέρασε η ζωή του

Διαβάτες δεν την πατούνε πια

μόνο λουλούδια φυτρώνουν στις σχισμές της






Οι δοκοί



Οι σιδερένιοι δοκοί που τη σκεπή στηρίζουν και δένουν το σώμα των σπιτιών, πυροβολούν τις νύχτες του καλοκαιριού.

Ζωντανά είναι τα σπίτια, με μάτια, στόμα, χέρια, ραχοκοκαλιά και πόδια. Πονούν κι αυτά όπως κι εμείς. Κουρασμένα από τη ζέστη της ημέρας, τις νύχτες που εμείς κοιμόμαστε, αυτά αγρυπνούν. Τεντώνουν το κορμί, τα γόνατά τους τρίβουν με τα χέρια, τους σπονδύλους με λάδι αλείφουν, όλες τις αρθρώσεις τους φροντίζουν και μας ξυπνούν των σκελετών τους οι τριγμοί μέσα στη νύχτα του καλοκαιριού.

Δεν ξεκουράζονται ποτέ τα σπίτια.




Γιώργος Ν. Σιώμος



Πρώτη δημοσίευση


Στην εικόνα: Emil Lugo, «Erlenbruck am Titisee» (1900).

Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

Γιώργος Σιώμος, "Απουσία"




Απουσία


I.


Οι άνθρωποι που βρίσκονται μακριά μας δεν υπάρχουν
παρά μόνον σαν αναμνήσεις μας παλιές
σαν θολές εικόνες σε κιτρινισμένες φωτογραφίες
σαν φωνές αλλοιωμένες σε πεταμένες κασέτες
Οι άνθρωποι που βρίσκονται μακριά μας
ξεθωριασμένα αποτυπώματα δακτύλων είναι
σε τζάμια εγκαταλειμμένων σπιτιών




II.

Σαν άνεμος ήρθες κι έφυγες
σαν αύρα φθινοπωρινή
δροσιά του πρωινού
Κούνα με κι άλλο κι άλλο
Με τα δυο χέρια πιο δυνατά
Και κατρακυλούσαν τα γέλια σου
γάργαρα νερά σε καταρράκτες
Λυπημένη στην καρυδιά η κούνια
περιμένει πότε θα ξανάρθεις




III.

Χάθηκες
Εντελώς ξαφνικά
Η μέρα ήταν ηλιόλουστη
Ούτ’ ένα σύννεφο στον ουρανό
Τα νερά των λιμνών έμοιαζαν με καθρέφτες
Τα ποτάμια κυλούσαν ήρεμα
Στις όχθες έβοσκαν βόδια του παλιού καιρού
Κι ένας αετός από ψηλά κατόπτευε τα πάντα
Τίποτα δεν προμήνυε χαλασμό
Κι όμως
Εσύ έφυγες
Χωρίς να πεις μια λέξη
Χωρίς κατηγορώ
Χωρίς ένα αντίο φίλε




IV.

Θα σε φιλήσω στις ρυτίδες
όταν πικρά χαμογελάς
και στις άκρες των ματιών
Κι ακόμα στο σημαδάκι στο αριστερό σου μάγουλο στων χειλιών σου την προέκταση
Χαίρομαι να σε βλέπω με τον ψηλό λαιμό
το ύφος το στοχαστικό και τα λίγο αχτένιστά σου τα μαλλιά
Καμιά δεν είναι ομορφότερη από σένα
Κι ας είσαι μια φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του ΤΕΣΤ
του περασμένου Αυγούστου




V.

Βρέχει πάλι. Ομίχλη. Τα κυδώνια έπεσαν στον κήπο σου. Κι εσύ λείπεις. Τα κλαδιά που βγαίνουν έξω από τον φράχτη ρίχνουν τα κυδώνια τους στο δρόμο κι αυτά κατρακυλούν. Τα μήλα μαράθηκαν στα δέντρα και πέφτουν μαζί με τα φύλλα. Κι εσύ λείπεις.
Τα κεράσια την άνοιξη ερήμην σου ωρίμαζαν κι εσύ πάλι έλειπες. Πεινασμένες οι γάτες σου σε προσμένουν. Έλα. Γύρνα πίσω. Η αυλή σου γέμισε απουσία κι εγκατάλειψη. Μονάχα ένα φως τις νύχτες φέγγει στο σπίτι σου σαν καντήλι σε τάφο ανθρώπου που πέθανε νέος.
Σαράντα χρόνια δεν έλειψες ούτε ένα απόγευμα. Τι έγινε ξαφνικά και χάθηκες; Έλα. Το σπίτι δεν αντέχει άλλο τη μοναξιά. Έλα. Να ανθίσουν ξανά τα δέντρα μες στον χειμώνα.




Γιώργος Ν. Σιώμος




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Winslow Homer, «Girl on a Swing» (1879).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 25 Ιουλίου 2021

Γιώργος Σιώμος, "μικρά πεζά"





Ο γριός


Δεν βλεπεις παιδικά εσύ; με ρώτησε η πεντάχρονη εγγονή μου. Μήπως επειδή είσαι γριός;
Από τα πλούσια ολόξανθα μαλλιά της πέταξε μια πεταλούδα, ενώ στα μάτια της τρεμόπαιζε μια υποψία θριάμβου.





Σκληρό καρύδι


Σκληρό καρύδι, κωσταντίκαβο το λέγαν οι γιαγιάδες μας, γιατ’ είχε την ψίχα του καλά αμπαρωμένη μες στο κέλυφος. Έπρεπε με σφυρί ή πέτρα σκληρή να το τσακίσεις και μες στα θρύμματα όστρακου και ψίχας, κόκκο τον κόκκο να διαλέξεις.
  Κόκκοι είμαστε, από την ψίχα, σκληρού κατά τα άλλα καρυδιού, συντετριμμένοι από απανωτά σφυροκοπήματα, άλλοι για καρυδόπιτα πλασμένοι κι άλλοι για τούρτες μνημοσύνων.





Του στάρς να φάου


Σ’ ένα χωριό της ενδοχώρας, τα δυο αδέρφια, περιμένοντας να παντρευτεί η μεγαλύτερη αδερφή τους, έγιναν εξηντάρηδες. Κάθε φορά που πάει ένας από τους τρεις να ταΐσει, να καθαρίσει ή να δώσει φάρμακα στη γριά μάνα που βρίσκεται στα τελευταία της, εκείνη έξαλλη ωρύεται: *του σσσστάρς να φάου.


*Του στάρς να φάου. (Τα κόλυβά σου να φάω).





Η κουτσή σκυλίτσα


Στην πιάτσα των ταξί επί της οδού Κίμωνος, κάθεται μια κουτσή σκυλίτσα. Θρονιάζεται δίπλα στην αριστερή ρόδα του πρώτου στη σειρά ταξί. Τη φροντίζουν οι ταξιτζήδες και κάποιοι κάτοικοι της γειτονιάς. Στο μεγάλο ψύχος ο φαρμακοποιός στρώνει χαρτόνια στα σκαλιά. Όταν φεύγουν τα ταξί όλα κι αδειάζει η πιάτσα, τους αναζητά στην πιάτσα της οδού Μητροπόλεως, κάτω από την πλατεία Ωρολογίου.
Δεν ενοχλεί τους ανθρώπους, αλλά είναι επιφυλακτική μαζί τους, ενώ έχει και δυο εχθρούς, έναν γέρο κι ένα αυτοκίνητο.
Είχε γεννήσει μια χρονιά, κάποιοι της πήραν τα μωρά της και τα πέταξαν. Της άφησαν μόνο ένα κουταβάκι. Μια μέρα που διέσχιζε το δρόμο, ένα αυτοκίνητο πάτησε το μωρό της και τραυμάτισε την ίδια στο πόδι. Άρχισε να ουρλιάζει για το άδικο και να κυνηγάει το αυτοκίνητο. Όταν γύρισε στον τόπο του εγκλήματος, είδε έναν γέρο να πετάει το νεκρό μωρό της στον κάδο με τα σκουπίδια. Από τότε τον γαυγίζει όταν περνάει από εκεί και κυνηγάει το αυτοκίνητο που νομίζει ότι σκότωσε το μωρό της.
Ούρλιαζε μετά το φονικό κι ένας της γειτονιάς, βαρέθηκε να την ακούει, τη φόρτωσε μια νύχτα στο αυτοκίνητό του και την πήγε πολλά χιλιόμετρα μακριά σ’ ένα χωριό προς το βορρά και την παράτησε ώστε να χάσει κάθε ίχνος και κάθε μυρωδιά και να μην γυρίσει πίσω.
Χάθηκε για μερικούς μήνες, μα κάποια μέρα, άκουσε στο Μακροχώρι μέσα όπου κατέληξε μετά από περιπλανήσεις, τον γνώριμο θόρυβο ενός ταξί της πιάτσας, που είχε πάει να αφήσει έναν πελάτη. Έτρεξε προς τα εκεί και γαύγισε. Δεν έκανε λάθος. Πού είσαι κούκλα μου; της είπε ο ταξιτζής κι άνοιξε τα χέρια του για να την αγκαλιάσει. Μπες μέσα, την πρόσταξε τρυφερά. Την έβαλε στα πίσω τα καθίσματα αλλά αυτή τρύπωσε από το κενό, στον λεβιέ κοντά των ταχυτήτων και τον φιλούσε στα χέρια, στο πρόσωπο, μύριζε τα ρούχα του, κουνούσε την ουρά, κάτσε μωρή τρελή, θα σκοτωθούμε, τη μάλωνε ο οδηγός, μα η σκυλίτσα, τον φιλούσε στα χέρια, στο πρόσωπο, γαύγιζε από χαρά, έφραζε με το σώμα της το οπτικό του πεδίο, μέχρι που έφτασαν στην πιάτσα.
Αν περάσετε από την οδό Κίμωνος, θα τη δείτε καθιστή να καμαρώνει, πλάι στην αριστερή ρόδα του μπροστινού αυτοκινήτου.





Από το βιβλίο «μικρά πεζά», Ενύπνιο 2021.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Τρία ποιήματα"




Οι ξεχασμένες γλώσσες


Καράβια είναι ακίνητα
οι ξεχασμένες γλώσσες
Θέλουν γραφιά για να γραφτούν
αυτιά να τις ακούσουν

Ατσάλινα μπράτσα γερανών
που έχουν ξεφορτώσει στο λιμάνι
οι λέξεις των γλωσσών που δεν μιλιούνται πια
Ή σαν ξεκούρδιστα βιολιά

Βαθιά μέσα στη θάλασσα
θαρρείς σαλεύουν τα καράβια
όταν ο μουσικός με το δοξάρι του
δίνει ξανά ζωή στις ξεχασμένες λέξεις





Τα κάστρα


Τα κινητά είναι κάστρα
όπλα τα πλήκτρα
κι οι οθόνες πολεμίστρες
Σθεναρά αμυνόμαστε
Λυσσαλέα
Σ’ εκείνα τα τρομερά
Τα αμείλικτα δευτερόλεπτα που μένουμε μόνοι





Το τάβλι


Ο κτύπος των ζαριών
όταν κυλούν στους ρόμβους
μοιάζει με κελαηδίσματα πουλιών
πάνω στους λόφους
μα είναι ήχος μαχαιριών
που μπήγονται στης μοναξιάς τις πλάτες



Γιώργος Ν. Σιώμος




Πρώτη Δημοσίευση

Στην εικόνα: Lancelot Blondeel, «Crane and Ship at Nieupoort Harbour».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2020

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Δεκατρία τρίστιχα"




Δεκατρία τρίστιχα


                          1.
                          Αφρόν θαλάσσης
                          κτυπάει ο έλικας
                          του καραβιού μας



                          2.
                          Άνοιξαν πάλι
                          οι ουρανοί με νερά
                          βροντές κεραυνούς



                          3.
                          Κι εσείς γυναίκες
                          που βγαίνετε για καφέ
                          λουλούδια είστε



                          4.
                          Στον ακάλυπτο
                          μια κερασιά ανθίζει
                          έγινε λεύκα



                          5.
                          Μ ένα τσεκούρι
                          έκοβαν παλιά του γουρουνιού
                          τον σβέρκο



                          6.
                          Αρνάκι λευκό
                          σου μύρισε κι εσένα
                          μήπως πασχαλιά;



                          7.
                          Η κουκουβάγια
                          στα κεραμίδια κλαίει
                          για τον πρόσφυγα



                          8.
                          Το κέλυφος του νου
                          είναι μια φούσκα που κλείνει
                          μέσα της το φως



                          9.
                          Σαν πολεμικά
                          ανακοινωθέντα
                          οι σιωπές μας



                          10.
                          Στον ώμο βαστώ
                          μια νέα ζωή γλυκά
                          που ανασαίνει!



                          11.
                          Πρόσεξες ποτέ
                          πόσο λίγο στα μάτια
                          κοιταζόμαστε;



                          12.
                          Αντί για μωρό
                          στην αγκαλιά ζέσταινε
                          έναν σκύλο



                          13.
                          Το πεύκο φέρεται
                          αλαζονικά πριν γίνει
                          ροκανίδι



Γιώργος Ν. Σιώμος



Στην εικόνα: Frank Nuderscher, "Cherry blossoms" (1914).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

Γιώργος Σιώμος, "Tο πιάνο"




Το πιάνο


Τη λέξη, πιάνο, την είχα πρωτοδεί γραμμένη στο πρόγραμμα μαθημάτων του δημοτικού σχολείου. Ανάγνωση, Αριθμητική, Ιστορία… και στο τέλος Πιάνο. «Κύριε» είπα στο δάσκαλο, «εδώ έχουν ένα λάθος, γράφουν το πιάνω με όμικρον». «Δεν είναι λάθος, το πιάνο είναι μάθημα, είναι μουσικό όργανο». «Και πού είναι το όργανο;» «Πουθενά. Δεν υπάρχει για σας». «Πώς είναι αυτό το πιάνο;» «Είναι μεγάλο σαν ντουλάπα ξαπλωτή, έχει κάτι κουμπιά που τα λένε πλήκτρα, τα πατάς και βγάζουν μουσική». «Σαν τη φλογέρα, κύριε;» «Σαν τη φλογέρα». «Και πώς θα κάνουμε μάθημα;» πετάχτηκε άλλος μαθητής, «αφού δεν έχουμε όργανο;» «Δεν θα κάνουμε». Τότε κατάλαβα για πρώτη φορά τη σημασία της λέξης «δούλεμα». Άκου μάθημα πιάνου στο σχολείο του πιο απομακρυσμένου χωριού που αγνοούσε εντελώς την ύπαρξή του.

Αργότερα, πατέρας πια, αγόρασα ένα πιάνο από μια οικογένεια Ελλήνων που είχαν έρθει από τις σοσιαλιστικές δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης μετά τη διάλυσή της, για τα παιδιά μου που σπούδαζαν βιολοντσέλο ο ένας και βιολί ή άλλη. Βρισκόντουσαν στο επίπεδο των σπουδών που έπρεπε να κάνουν πιάνο. Ήταν μάρκας Ακόρντ 4, «για τα λαϊκά στρώματα, κάθε σπίτι είχε ένα τέτοιο πιάνο» μου είπαν οι πωλητές, είχε το χρώμα του ξύλου και στην πρόσοψη μια χρυσαφένια κονκάρδα. Σε κάποιο σημείο του ένα έντομο ακουγόταν που το ροκάνιζε. Έφερα κουρδιστή, το κούρδισε, το συνέφερε. Όταν άρχισαν τα παιδιά να παίζουν και να κυλάνε οι νότες από τα πλήκτρα και να χύνονται μέσα στο σπίτι, σώπασε το σαράκι. Έπαψε να το ροκανίζει.

Τα παιδιά, πουλιά είναι και πέταξαν. Τα ρούφηξε η ζωή, οι ανάγκες, η επιβίωση, μεγαλώνουν τα δικά τους παιδιά, κάνουν άλλες δουλειές άσχετες με τη μουσική. Το βιολί είναι στο πατάρι κάπου στη Νέα Σμύρνη. Το βιολοντσέλο καμαρώνει στο σαλόνι του σπιτιού τού παραλίγο τσελίστα στην Τριανδρία. Παίζουν, τρέχουν τα μωρά του αλλά το τσέλο δεν το πειράζουν. Παράξενο. Το πιάνο ως δυσκίνητο έμεινε στο παιδικό δωμάτιο. «Καλύτερα να σας έστελνα σε παραδοσιακούς χορούς ή στον αθλητισμό, δώσαμε ένα κάρο λεφτά για δίδακτρα, για βιβλία, τετράδια, παρτιτούρες, για τα όργανα που κάθονται άπραγα τόσα χρόνια» τους είπα μια φορά. «Α όχι» είπαν με μια φωνή, «το ωδείο ήταν ένας ναός για μας, απέπνεε μια αύρα, οι μελωδίες που ακούγονταν από κάθε όργανο, τα άλλα παιδιά με τις κιθάρες και τα φλάουτα, η δασκάλα μας της θεωρίας, ο δάσκαλός μου ήταν σοφός, μου άνοιξε τα μάτια, είπε το αγόρι, κι ο δικός μου συμπλήρωσε το κορίτσι, μην το ξαναπείς αυτό, με αποπήραν, μουσικοί δεν γίναμε, αλλά γίναμε άνθρωποι, η τριβή μέσα στον χώρο του ωδείου ήταν κάτι ανεπανάληπτο, μια δυνατή εμπειρία. Στη μουσική οφείλουμε αυτό που είμαστε».
«Πουλήστε τα όργανα τουλάχιστον, είναι κρίμα να κάθονται, είναι φτιαγμένα για να τα παίζουν ανθρώπινα χέρια».
«Δεν μπορώ, δεν θέλω», απάντησε ο ένας, «Ίσως τα χρειαστούν τα δικά μας παιδιά όταν μεγαλώσουν», είπε η άλλη.

Τα παιδιά έφυγαν στα δεκαοχτώ τους χρόνια. Το σπίτι άδειασε. Τον πρώτο καιρό, οι βρύσες έσταζαν, τα κουφώματα σαν να είχαν παλιώσει ξαφνικά, οι τοίχοι φούσκωσαν, οι πόρτες έτριζαν, τα κάγκελα στα μπαλκόνια είχαν γεμίσει σκουριά.
Το πιάνο στο παιδικό δωμάτιο, είκοσι χρόνια, μένει βουβό, λυπημένο, ακούρδιστο. Μα είναι κάποιες φορές, κάποιες νύχτες, μια απροσδιόριστη ώρα, κάπου μεταξύ ύπνου, ξύπνου και ονείρου, που από τα κατάπληκτα πλήκτρα του πιάνου, κυλάνε απαλά λευκές στάλες νερού που ολοένα πληθαίνουν, οι ροές δυναμώνουν, γίνονται ρυάκια, αυλάκια, χείμαρροι, πλημμύρες, φουσκώνουν τα φρεάτια, καπάκια και κάδους παρασέρνουν, ξεριζώνουν τα δέντρα των πόλεων, καταστρέφουν τις φωλιές των πουλιών, αυτά φεύγουν για να κρυφτούν, κι ένα πουλί, μαύρο πουλί με μεγάλα κοκκινόμαυρα φτερά εφορμά προς τον ουρανό, κατευθύνεται προς τα πιο μαύρα σύννεφα, φέρνει δέκα διερευνητικούς κύκλους από ψηλά και κάνοντας μια βουτιά με κλειστά τα φτερά, γαντζώνεται αιωρούμενο φτεροκοπώντας στην κινούμενη μπαγκέτα του Ντμίτρι Σοστακόβιτς που διευθύνει τη συμφωνική ορχήστρα της Μόσχας με τα κρουστά και τα έγχορδα να έχουν οξύνει τόσο τις άκρες των νεφών που θαρρείς κεραυνοί και αργυρά ξίφη θα τρυπήσουν το στερέωμα μέχρι το πέρας του σύμπαντος.



21/8/2019
Γιώργος Σιώμος




Πρώτη δημοσίευση.

Στην εικόνα: Pierre-Auguste Renoir, «Two Young Girls at the Piano», (1892).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 2 Ιουνίου 2018

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ο γύρος της Κίνας"




Ο γύρος της Κίνας


Η Ελληνοκινέζα φωτογράφος Λίτσι Λο συνεργάζεται με τον Δανό Γιαν Τόμσεν που ζει τριάντα χρόνια στην Αθήνα. Η Λο στη φωτογραφία, ο Γιαν στο βίντεο. Σε γάμους, βαφτίσια, σπίτια, επαύλεις, κότερα, βαπόρια, υψικαμίνους… Τα βίντεο του Τόμσεν είναι μικρά έργα τέχνης. Ντύνει τον γαμπρό και τη νύφη μια μέρα νωρίτερα και τους πάει στην ακτή. Ο γαμπρός καβάλα σε μαύρο άλογο σπαθάτο, προχωρά προς το νερό, παίρνει τη νύφη στα χέρια του και με ιπποτικές κινήσεις την ανεβάζει στα καπούλια. Άλογο και ζεύγος καλπάζουν πάνω στα κύματα. Το νυφικό δίνει στο άλογο φτερά και πετάει. Άλλοτε τους πάει σε χωράφια με σιτάρια την ώρα που ένα ελαφρό αεράκι λυγίζει τα στάχυα που χρυσίζουν στον ήλιο. Βάζει το ζεύγος να χορέψει βαλς πάνω στον κυματισμό του χρυσού σιταριού.
Με την κρίση, από χρόνο σε χρόνο, λιγόστεψαν οι γάμοι, οι βαφτίσεις, έσπασαν οι δουλειές, τα παιδιά του έφυγαν για σπουδές στη Γερμανία. Οπότε ο Γιαν Τόμσεν σκέφτηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του για δουλειά.

Το όνειρο του εικοσάχρονου Γιαν Τόμσεν, από παιδί, ήταν να κάνει τον γύρο της Κίνας με ποδήλατο. Δοκίμασε πρώτα τον γύρο της χώρας του. Απόλαυση! Το επόμενο ταξίδι, ήταν ο γύρος της Ευρώπης. Φόρτωσε τα σακίδιά του στο ποδήλατο και τράβηξε προς τα νότια. Διέσχισε τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιταλία. Από την Αγκόνα με το καράβι πέρασε στην Πάτρα. Από εκεί κατηφόρισε για τον Πύργο και την Καλαμάτα.
Στα περιβόλια της Σπάρτης κάθισε να ξαποστάσει κάτω από μια πορτοκαλιά. Να φουσκώσει και το λάστιχο που έχανε αέρα. Ένας μικρός φτερωτός θεός έπαιζε με το τόξο του πάνω στα φύλλα του δέντρου ζωσμένος τη φαρέτρα του. Τέντωσε το τόξο και το ένα βέλος βρήκε τον νεαρό ποδηλάτη Γιαν Τόμσεν στην καρδιά και το άλλο μια νεαρή Σπαρτιάτισσα που περπατούσε αμέριμνη τρώγοντας ένα μανταρίνι.
Άφησε στην άκρη το αγαπημένο του ποδήλατο ο Γιαν Τόμσεν, ζευγάρωσε με την Σπαρτιάτισσα, έκανε δυο παιδιά, τα μεγάλωσε. Η λαβωματιά − μια μικρή ουλή, ένα σημαδάκι σχεδόν αόρατο − από το βέλος έκλεισε, αλλά άνοιξε άλλα ρήγματα. Τάφροι, χαντάκια, τοίχοι μικροί, τοίχοι μεγάλοι, βουνά, χαράδρες κλείνουν το δρόμο για την Κίνα.

Τον καλωσόρισαν οι πρόσχαροι συμπατριώτες του, του έδωσαν δουλειά με καλά λεφτά. Άλλος αέρας. Άλλος κόσμος. Δρόμοι καθαροί, απέραντα πάρκα αναψυχής, άνθρωποι σχεδόν ευτυχισμένοι. Ένιωσε άβολα από την ευταξία, την επανάληψη, την κανονικότητα ο Δανός. Είχε ξεμάθει από την πειθαρχία και την ανελέητη εφαρμογή των κανόνων. Νοστάλγησε τις ανοχές, το λάσκα, το χύμα των Ελλήνων. Το άνευ ορίων άνευ όρων. Τη ρήση τους ότι οι νόμοι φτιάχνονται για να κοιμούνται, για να παραβιάζονται, κι αν είναι καμιά φορά να εφαρμοστούν, τότε ας βγουν απ’ το συρτάρι.
Κάθισε έναν μήνα ο Γιαν Τόμσεν, το ζύγισε από δω το ζύγισε από εκεί κι έγραψε στη Σπαρτιάτισσα: Επιστρέφω. Πίσω από τα ευγενικά χαμόγελα των ανθρώπων δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχουν ανάγκες. Κανείς δεν χρειάζεται κανέναν. Αν γινόταν εδώ η κρίση θα είχα πεθάνει. Εκεί δεν θα με αφήσουν να πεθάνω. Επιστρέφω στην ανασφάλεια, στην ανεργία, στην αρμονία του χάους.
Υ.Γ.: Ξέρω ότι το πανηγύρι θα κρατήσει καμιά εξηνταριά χρόνια ακόμα.
Πέρασε από το ταμείο, πληρώθηκε, τους ευχαρίστησε και ξαναγύρισε στη δεύτερη πατρίδα του.

Στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» τον περίμενε, σταλμένος από την Ελληνοκινέζα φωτογράφο Λίτσι Λο, ο επιχειρηματίας Βασίλης Κουνάβης. «Σε χρειάζομαι, ξέρεις Δανέζικα και Ελληνικά, ό, τι πρέπει για την επιχείρησή μου στην Κινέτα. Εισάγω και εξάγω προϊόντα στη Δανία».
Κλεισμένος μέσα στο γραφείο, δέκα ώρες την ημέρα μπροστά σε έναν υπολογιστή ο Τόμσεν, μιλάει για συναλλαγματικές, παραγγελίες και εμπορεύματα. Στα διαλείμματα αντί να ξεκουράζεται, καβαλάει το ποδήλατο της φαντασίας του και πετιέται μέχρι την Κίνα. Τη γυρίζει ολόκληρη μια δυο φορές, σκαρφαλώνει στο μακρύ τείχος, κάνει τούμπες, ανεβαίνει σκαλιά, βλέπει τον Λάο Τσε να επιστρέφει από τον πρωινό μακρύ περίπατό του... Όταν κουράζεται να ποδηλατεί, ανεβάζει τα πόδια στο γραφείο, γέρνει το σώμα του προς τα πίσω, στηρίζει με τα χέρια του τον σβέρκο και συλλογίζεται, πόσο μοιραίο ήταν εκείνο το βέλος που τον βρήκε στην καρδιά κάτω από την πορτοκαλιά στη Σπάρτη...
Στις πιο καλές στιγμές του αισθάνεται τυχερός που μπορεί τις Κυριακές να κάνει με το ποδήλατό του τον γύρο της Κινέττας.
Όταν κατεβαίνει στη θάλασσα και βλέπει τα βαπόρια να περνούν, βαριά, επιβλητικά, «Ω υπερωκεάνιον τραγουδάς και πλέχεις...» μουρμουρίζει, καβαλάει το ποδήλατο, γλιστράει πάνω στο κύμα ανοίγει η μπουκαπόρτα, «περάστε κύριε ποδηλάτη, κι εσείς για την Κίνα; Ωραία, φύγαμε».

Γλίστρησε ξαναγλίστρησε στο νερό με το ποδήλατο ο Τόμσεν, άνοιξε την μπουκαπόρτα άπειρες φορές, έκανε υπομονή, κατάπιε συμβιβασμούς, υποχωρήσεις, μέχρι την ημέρα που το πειρατικό πνεύμα των προγόνων του Βίκιγκς εξερράγη, τον έσπρωξε πάνω στο ποδήλατό και τράβηξε για την Κίνα, στ’ αλήθεια αυτή τη φορά. «Επ, πού πας; Πρώτα από την πορτοκαλιά στη Σπάρτη, να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε».
Στον Ισθμό σταμάτησε για μια ανάσα. Πεντακόσιοι θαρραλέοι άντρες, βοηθούντος και του ανέμου, κολυμπούσαν από τη μια ως την άλλη άκρη του ισθμού. Άκατοι και κινητά νοσοκομεία για τους αθλητές με φουσκωμένα τα πανιά τούς ακολουθούσαν. Το πλήθος περίεργο και συγκινημένο κοιτούσε ψηλά από τις όχθες. Έσκυψε κι ο Τόμσεν πάνω απ’ το μεγάλο κενό, είδε τους ανθρώπους κάτω σαν μικρά άσπρα σκουλήκια να κινούνται προς την ματαιότητα κι αναρωτήθηκε: «Πού πηγαίνουν όλοι αυτοί; Τι επιδιώκουν; Να περάσουν τον ισθμό; Να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους; Να ξεπεράσουν τους άλλους; Κι εγώ; Πού πάω; Τι επιθυμία είναι αυτή; Ποια δύναμη, ποια κατάρα με σπρώχνει να βολοδέρνω ολομόναχος στην άκρη του κόσμου;».



3/3/2018
Γιώργος Ν. Σιώμος




Πηγή της εικόνας: https://www.anassatravel.gr/

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ο χάλκινος θώρακας"




Ο χάλκινος θώρακας


Το όνομα σου και τον τίτλο του βιβλίου σου είχε βάλει για επικεφαλίδα ο διαχειριστής του ιστολογίου.
Νίκος Β. Λαδάς, «Πανοπλία σε τιμή ευκαιρίας»
Από κάτω μια φωτογραφία με τον χάλκινο θώρακα και το κράνος ενός αρχαίου πολεμιστή που βρέθηκαν στον τάφο του στο Άργος. Πιο κάτω τρία ποιήματά σου. Με προϊδέασαν οι στίχοι, μα πιο πολύ οι λέξεις: Ίσκιος, χώμα, μαχαίρι, αρχάγγελος Μιχαήλ, ρομφαία, εχθρός. Κερί, καντηλανάφτης, θάνατος, θάνατος, σκιές πεθαμένων, πτώματα, αδικοσκοτωμένοι, μαυροντυμένη, τρελοί, μαχαίρι. Σκυφτός, σκοτάδι, άγρυπνος, δακρύζοντας, ουρλιαχτό.
Πιο κάτω είχε το βιογραφικό σου. Γεννήθηκες το 1953. Στα 21 σου εξέδωσες την πρώτη σου συλλογή «Πανοπλία σε τιμή ευκαιρίας». Στα 26, μες στο κατακαλόκαιρο, έδωσες τέλος στη ζωή σου. Μετά την απουσία σου εκδόθηκαν άλλες τρεις ποιητικές συλλογές. Δέκα πέντε χρόνια μετά κυκλοφόρησαν άπαντα τα ποιητικά σου και άπαντα τα πεζά σου. Αλήθεια, πότε πρόλαβες; Κι αυτός ο χάλκινος θώρακας που στέκει καμαρωτός κι ατρόμητος; το κράνος; η πανοπλία που πούλησες σε τιμή ευκαιρίας; Άχρηστα όλα;
Κάτω από το βιογραφικό σου, το λευκό ορθογώνιο πλαίσιο για τα σχόλια, είναι κενό. Άδειο. Λευκό, λευκότατο. Ένα πένθιμο λευκό. Γεμάτο αμηχανία και θλίψη. Και κάθομαι εγώ τώρα 69 χρονών, να σε πενθώ σαράντα χρόνια μετά το θάνατό σου σαν παιδί μου και σαν φίλο μου.
Τρεις δικοί μου πέθαναν φέτος μέσα σε έξι μήνες. Ο ένας έμενε στο διπλανό διαμέρισμα. Την ίδια πόρτα του ασανσέρ ανοίγαμε είκοσι πέντε χρόνια. Ο άλλος, φίλος παιδικός. Κι ο τρίτος, μαζί μου τριάντα μήνες στον στρατό. Κι όμως, δάκρυ δεν έτρεξε από τα μάτια μου. Κι εσύ με τρεις αράδες μ’ έκανες να σε πενθώ, να σε σκέφτομαι, να σου ανάβω το κερί.
Σε αγνοούσα παντελώς. Και το όνομά σου και τα ποιήματά σου. Από ποιον κάδο ανακύκλωσης ανέσυρε τη συλλογή σου ο ρακοσυλλέκτης ιστολόγος ποιητής; Σε βλέπω έντρομο μέσα στα φουσκωμένα ποτάμια σου που κατεβάζουν βενζινάκατους με πολυβόλα, στα ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια που είναι οι όχθες και κάθονται οι ψυχές των πεθαμένων και ψαρεύουν. Και δεν ξέρω πιο πολύ τι με συντάραξε, ο πρόωρος χαμός σου στα 26; τα θλιβερά ποιήματά σου; ή που σε έβγαλε από τη λήθη ο ιστολόγος; Ή μήπως ο χάλκινος θώρακας του αρχαίου Αργείου πολεμιστή που μέσα από αυτόν ζείτε κι οι δυο ακόμα;

Τι ειρωνεία! Εσύ να πουλάς, εν ζωή, την πανοπλία σου και μάλιστα σε τιμή ευκαιρίας, κι ο ιστολόγος σου να σε εξοπλίζει με τον θώρακα και το κράνος αρχαίου πολεμιστή, αφού έχεις πεθάνει. Για να αμυνθείς τάχα. Σε ποιον άραγε; Σε ποιον άυλο, ύπουλο εχθρό που δεν λογαριάζει άμυνες με ασπίδες, θώρακες και πανοπλίες;
Χρόνια καραδοκούσε ο θώρακας μες στο μουσείο. Ήρθε και θρονιάστηκε πάνω απ’ τα ποιήματά σου φοβερός και τρομερός. Όσο εσύ τον απέφευγες και τον πούλησες μάλιστα σε τιμή ευκαιρίας, άλλο τόσο αυτός επιμένει να στέκεται πλάι σου και να κομπάζει: «Να εγώ επιζώ. Πράσινος, χάλκινος, αγέρωχος μες στους αιώνες».
Κι όσο τον κοιτάζω, αναρωτιέμαι μην είναι το σώμα σου που ξεφορτώθηκες νωρίς;



13/3/2018
Γιώργος Ν. Σιώμος

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2017

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ίσως ήρθε η ώρα μου"




ΙΣΩΣ ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΜΟΥ


Είχε πατήσει τα σαράντα και πρώτη φορά θα πήγαινε σε ραντεβού με γυναίκα. Μια απ’ αυτές τις ξένες, Βουλγάρα ή Γεωργιανή, δεν τον ένοιαζε, που κρατάνε γέρους είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο και είναι και ευχαριστημένες που εξασφάλισαν στέγη, τροφή και καθαρά λεφτά, αφορολόγητα. Μαύρα. «Κατίμαυρα», που έλεγε και μια φίλη της.
Αυτός ήξερε μόνο τις άλλες γυναίκες, τις επί πληρωμή. Πήγαινε κάθε τόσο να κατασιγάσει τους πόθους του. Να φανταστείς, η μόνη φορά που ένιωσε να τον θέλει γυναίκα, ήταν τότε που αγκάλιασε με πάθος μια πουτάνα, τον αγκάλιασε κι αυτή, και το αγκάλιασμα τού φάνηκε αληθινό γιατί έβγαλε εκείνη κι έναν αναστεναγμό − αχ μωρό μου. Ποτέ δεν θα ξεχάσει εκείνο το ρίγος που τον διαπέρασε τότε. Και σκέφτηκε, άραγε οι φίλοι μου αγκαλιάζονται τόσο τρυφερά με τις γυναίκες τους; Η αναζήτηση αυτού του ρίγους και οι φαντασιώσεις του, τον έσπρωξαν να πει ναι στον φίλο που του πρότεινε γνωριμία με τη Βουλγάρα ή τη Γεωργιανή που έψαχνε έναν άντρα, καμένη από τον πρώτο, τον συμπατριώτη της, που έπινε, δεν δούλευε και την έδερνε κι από πάνω. Τώρα έβλεπε να αναποδογυρίζει το πράμα και ίσως η Βουλγάρα ή η Γεωργιανή ή η Μολδαβή, ό,τι ήταν τέλος πάντων, λόγω και της ανάγκης της, να έκανε τα στραβά μάτια και να τον πρόσεχε. Ίσως ήρθε η ώρα που θα έβρισκε έναν άνθρωπο να τον περιμένει στο σπίτι. Πού ξέρεις; Όλα μπορεί να συμβούν. Να βρέχει και να της κρατάει την ομπρέλα. Να φυσάει και να την τυλίγει με το παλτό του. Να ετοιμάζονται για έξοδο και να τον βοηθάει να φορέσει την καπαρντίνα του. (Πόσο του άρεσε αυτή η σκηνή όταν την έβλεπε στο σινεμά!) Να είναι Κυριακή πρωί, αυτή να κοιμάται ακόμα, ο ήλιος να μπαίνει από τις γρίλιες, να ζωγραφίζει με ασπρόμαυρες λωρίδες το νυχτικό της, να τρεμοπαίζουν τα ματοτσίνορά της κι αυτός να σηκώνεται, να πατάει απαλά στις μύτες των ποδιών για να καλύψει το φως, ωστόσο εκείνη να ξυπνάει από τον ελάχιστο θόρυβο του σχοινιού που κατεβαίνει, να τεντώνει το σώμα της ναζιάρικα σαν την Λιζ Τέιλορ κι ύστερα αυτός να της ψήνει τον καφέ και να της ετοιμάζει τον δίσκο με τον χυμό του πορτοκαλιού, τις φρυγανιές με το βούτυρο και το μέλι. Το πήρε απόφαση. Θα πάω, πού ξέρεις; ίσως ήρθε η ώρα μου.

Ετοιμάστηκε για το σημαντικό ραντεβού, που τους το είχε κλείσει ο φίλος του ο παιδικός, που ήξερε ότι είναι καλό παιδί και στερημένο. Πολύ στερημένο. (Στα διόδια ανοίγει την παλάμη για να αναγκαστεί η κοπέλα να τον αγγίξει. Αχ αυτό το άγγιγμα!) Τι παιδί; Άντρας. Ψηλός με σώμα γεροδεμένο αν και κάπως ελαφρά γυρτό προς τα μπρος λόγω άμυνας στα διαρκή απορριπτικά βλέμματα. Από τον λαιμό και πάνω δεν θα έλεγες ότι είναι αποκρουστικός ούτε καν άσχημος, αλλά η γυναικεία ματιά μένει μόνο κάτι κλάσματα του δευτερολέπτου κι αμέσως απομακρύνεται. Το κεφάλι είναι μικρό σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα κι έχει ένα σχήμα παράξενο. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, από μόνα τους −μάτια, φρύδια, αυτιά, μύτη, στόμα, ζυγωματικά− δεν είναι άσχημα, αλλά όλα μαζί λες και είναι τοποθετημένα σε λάθος θέση. Από μικρός κατάλαβε πως δεν πρόκειται να αγαπηθεί και το πήρε απόφαση ότι θα ζει μόνος. Ακόμα και η μάνα του όταν τον κοίταζε είχε μια δυσαρέσκεια στα μούτρα της. Σούφρωνε κάπως το στόμα και τρεμόπαιζε τη μύτη της.
Έβλεπε τους φίλους του να αγαπιούνται από τις γυναίκες, να παντρεύονται, να κάνουν παιδιά. Πήγαινε, πάντα μόνος, στις χαρές τους, στα πένθη τους, στα βαφτίσια των παιδιών τους. Μάθαινε για τους χωρισμούς τους, για τις παράλληλες αγάπες μερικών ευνοημένων που μαγνήτιζαν τα βλέμματα των γυναικών. Δόθηκε στη δουλειά του − αλουμινοκατασκευές, κάγκελα, οξυγονοκολλήσεις, ηλεκτροκολλήσεις. Καλός μάστορας.
Έβαλε τα καλά του κι ένιωθε σαν τον νεοσύλλεκτο που πάει να παρουσιαστεί φαντάρος.
«Δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί μου;» λέει στον μικρότερο αδερφό του. «Έχω τρακ. Είμαι έξω απ’ τα νερά μου».
«Έρχομαι», είπε εκείνος που ήξερε τα χούγια του.
Πάρκαρε το αυτοκίνητο έξω από το σπίτι που δούλευε η γυναίκα. «Τράβα εσύ», λέει στον μικρό, «εγώ θα πάω να πάρω λουλούδια να προσφέρουμε στο κορίτσι κι έρχομαι αμέσως».
Είπε να πιει μια μπίρα πρώτα στο καφενείο κι ύστερα να πάει για τα λουλούδια. Ήπιε μια μπίρα, δυο, έπιασε κουβέντα με τους διπλανούς για τον καιρό, για τον Ολυμπιακό και για την κρίση που δεν έχει τελειωμό, έσπασαν οι δουλειές, ποιος χτίζει τώρα σπίτι για να κάνει κάγκελα και αλουμινόπορτες και παραθύρια, οι τιμές είναι στα ύψη, μεροκάματα δεν υπάρχουν, δεν είναι καιρός για παντρειές, για το ένα και για το άλλο, οι μπίρες έγιναν πέντε, δέκα, δέκα τρεις, η ώρα πέρασε, άργησα, πάω για τα λουλούδια.
Χτύπησε το κουδούνι, του άνοιξαν κι οι δυο μαζί και στάθηκαν δίπλα δίπλα για να καταλάβει ο νεοφερμένος ότι καθυστέρησε πολύ να έρθει. Κατάλαβε, τα ’φτιαξαν κιόλας τα ζαγάρια, δεν ήξερε πού ν αφήσει τα λουλούδια.
«Πάμε να φύγουμε», είπε του μικρού.

Σταμάτησε το αυτοκίνητο στο καφενείο.
«Κάτσε να πιεις κι εσύ μια μπίρα», είπε του μικρού.
«Με πέρασε για σένα», είπε εκείνος. «Ούτε που πρόλαβα να πω ότι είμαι ο αδερφός σου. “Έχω ένα παιδί”, μου είπε, “και θέλω έναν άντρα προστάτη για κείνο και για μένα. Δεν με νοιάζει αν είναι όμορφος. Καλός θέλω να είναι. Κι εσύ μου φαίνεσαι καλός”. Τα ’λεγε με έναν τρόπο, με μια ευγένεια! Κόμπλαρα. Τι γυναίκες είναι αυτές από εκεί πάνω; Ουκρανή είναι τελικά. Λένα τη λένε. Μ’ έπιασε απ’ το χέρι. “Εσένα περίμενα”, μου είπε. Αλλά κι εσύ, αδερφέ, γιατί άργησες τόσο πολύ; Τι να κάνω εγώ τώρα;
«Να την πάρεις», είπε ο μεγάλος. «Εγώ θα σας παντρέψω».
Στον επόμενο μήνα τούς πάντρεψε. Στα πέντε χρόνια πάνω, τους βάφτισε και τα δυο παιδιά, που αγαπούν τον νονό και θείο τους τόσο που ούτε η συγχωρεμένη η μάνα του δεν τον αγαπούσε.



Γιώργος Ν. Σιώμος




Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο κόκκινος σπάγκος», εκδ. Αλεξάνδρεια, 2017.