Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2025

Νίκος Προσκεφαλάς, "Ο ουρανός ξέρει πέντε πράγματα παραπάνω"




Από το Α΄ Μέρος
Εντός των τειχών οι μάχες



Πίσω από την πόρτα


Κάθε φορά που μισανοίγει
απ’ τον αέρα
η πόρτα
άλλη η εικόνα πίσω της
Τη μια φορά
ένα τασάκι με αποτσίγαρα
την άλλη μια άδεια μπαταρία
άλλοτε ένα πλαστικό λουλούδι
ένα ποτήρι μισοάδειο
κι ένα μολύβι που εξαντλήθηκε να σημειώνει
Πιο σπάνια η εικόνα
του Αϊ-Νικόλα με τα φιλάνθρωπα γένια
να σώζει στις ρυτίδες του μετώπου του
άβρεχτους τους ναυαγούς
και πόσους να προλάβει

Κάθε φορά που μισανοίγει η πόρτα
ένα παιδί πίσω της
που ψήνεται στον πυρετό
και πότε σπαρταρά μέσα στις παραισθήσεις του
ψάρι πιασμένο στα δίχτυα ανυποψίαστο
κι αλαφιασμένο
πότε άντρας γίνεται
δένει το σάκο του στον ώμο
και ξαναρχίζει την πορεία του
στην κόψη της χαράδρας





Γενόσημα δάκρυα


Ακόμα και τα δάκρυα
σε μικροσκοπικές αμπούλες
κυκλοφορούν στις μέρες μας
σε φαρμακεία διανυκτερεύοντα
κυρίως
αποκλειστικά για εισερχόμενη
χρήση

Γενόσημα δάκρυα
εργαστηρίου
ταχείας εξάτμισης
γρήγορα ξεψυχούν σε λίμνες
αποξηραμένες





Συνομιλία


Κρυώνω του είπε
αγκάλιασέ με
Μα είναι Μάιος
προχωρημένη άνοιξη
της είπε
πώς και κρυώνεις
Του φάνηκε αυτή η δικαιολογία
η πειστικότερη
Αργότερα άρχισε να της μιλά
εκείνη τίποτα δεν άκουγε
Δεν είναι πως δεν ήθελε να ακούσει
Είναι που μία μία
κάτω έπεφταν
οι λέξεις του
τσακίζονταν έσπαζαν
σε χίλια δυο
κομμάτια.





Από το Β΄ Μέρος
Χαραμάδα φυλακισμένη



Επ’ αυτοφώρω


Βρέθηκε τελικά ο τρελός
που άφηνε κάθε πρωί
μοβ χρυσάνθεμα στις εξώπορτες των σπιτιών
γιατί είχε στην αυλή του
−όπως έδειξε η έρευνα−
όλα τα είδη στα χρώματα όλα
Δίκαια θεωρήθηκε ύποπτος
ανταρσίας
Στην απολογία του επικαλέστηκε εξάρτηση
από απαγορευμένες ουσίες
θάρρος ελπίδα τέτοια πράγματα
μα δεν τον πίστεψαν

Συνελήφθη εντέλει
όπως ακούστηκε
για της απελπισίας
τη δημοσία προσβολή





Το ίδιο παραμύθι


Έρχεται κάθε βράδυ
και μου διαβάζει με επιμονή
το ίδιο παραμύθι
για μια ψυχή που κάποιος την αγάπησε
κι από τέρας που ήταν
έγινε πεντάμορφη

Μόλις ξημερώσει
μπροστά στην πόρτα μου
το παραμύθι σπαράζει ματώνει
Βρυχάται και λυσσάει
της ημέρας το τέρας
Πεντάμορφες ψυχές δαγκώνει
στάζει απ’ το στόμα του
το αίμα
Μα εκείνη σαν τίποτα να μην συνέβη ποτέ
επιμένει
να μου διαβάζει
το ίδιο κάθε βράδυ
παραμύθι





Το τελευταίο ποίημα


Ελάτε λοιπόν σας προκαλώ
ελάτε να δείξουμε όλοι τα σημάδια μας
έτσι όπως χαράχτηκαν στον χάρτη
του κορμιού μας
ελάτε τις ουλές τους να αγγίξουμε
το βάθος καθεμιάς χαράδρας
να μετρήσουμε
βαθιά στο στήθος μέσα να τρυπώσουμε
να γυμνωθούμε όσο αντέχουμε
ο ένας εμπρός στα μάτια του άλλου
κι έπειτα γύρω απ’ τη φωτιά κατάματα
να κοιταχτούμε επιτέλους
δεν έφταιγα δεν έφταιγες να πούμε
να λυτρωθούμε από τις μαύρες πύλες
που περάσαμε

Κι όταν εξαντληθούμε
από την τόση αλήθεια όταν συντριβούμε
κι αποκάνουμε
με τη βροχή του με το έλεός του
τη φωτιά μας να σβήσει
άκακος σπλαχνικός ουρανός
κι ένα μεγάλο να μας υπαγορεύσει ποίημα
το τελευταίο το πλέον αληθινό





Εκείνο που υποψιάζεσαι και σε ξυπνά στον ύπνο, εκείνο που αγνοείς αλλά βαθιά το ξέρεις, εκείνο που αισθάνεσαι μα αδυνατείς να περιγράψεις, εκείνο που σε περιβάλλει και ανασαίνεις μέσα του, εκείνο που σου λείπει και το ψάχνεις, εκείνο που στερείσαι και ποθείς, εκείνο που τις νύχτες θόλος ανοίγει διάπλατος και σε σηκώνει, εκείνο που σε πλακώνει αλλά του δίνεσαιγια να σωθείς από του μηδενός την μαύρη λήθη
το είπαν ουρανό.
Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης





Από τη συλλογή «Ο ουρανός ξέρει πέντε πράγματα παραπάνω», εκδ. Εύμαρος, 2024.



Ο Νίκος Προσκεφαλάς γεννήθηκε το 1970 στην Πάτρα. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Κείμενά του, ποιητικά και πεζά, έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και ιστότοπους (artinews, περί ου, fractal, frear), ενώ άλλα έχουν συμπεριληφθεί σε ποιητικές ανθολογίες (Ό,τι Χαρτοκόπτει, εν τω άμα, Χαρτογραφεί, εκδ. Ρώμη 2021 και Εφ’ ενός γίγνεσθαι, Ανθολόγιο 2022, εκδ. Ρώμη 2023). Η κριτική κειμένων αποτελεί επίσης ένα από τα πεδία των ενδιαφερόντων του. Κριτικά του κείμενα έχουν δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Σταφυλή και Καρυοθραύστις, αλλά και στους παραπάνω ηλεκτρονικούς ιστότοπους.
Ζει και εργάζεται στην Πάτρα, ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση.

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Χριστίνα Γεωργιάδου, "(Γ)ράμματα"





Απόδειπνο


Έχω μέσα μου ένα πορτοκάλι·
στάζει χυμούς στ’ απόδειπνο
            την ώρα των νεκρών
                          ώρα που τα φαντάσματα
            βγαίνουνε απ’ τους τάφους

Ένας ολόχρυσος καρπός
            απλώνει ρίζες
                          στα όνειρά μου
στοιχειώνει τα σπλάχνα μου
πνίγεται στο αίμα μου

Δίχως του
οι οργασμοί μου σάπιοι

Κάποιες βραδιές
στα σπάργανα το τυλίγω
            το νανουρίζω
            τρομαγμένη
                          μη χαθεί

μη νεκρωθούν
οι κάλπικοι παράδεισοί του


Από την ενότητα «Γράμματα σ’ εμένα»





Η απόκοσμη ευγένεια του κενού


            Έτσι όπως
σκιρτούν τα δέντρα
κάτω απ’ το βάρος του χιονιού
κι η νύχτα τρεμοπαίζει
στο άγγιγμα χίλιων κεριών
Όπως ανορθόδοξα αγαπώ
            να λιώσω
στις κρυστάλλινες φλέβες σου
και τo μωβ των χειλιών σου
            να μουδιάσει
            τη σκέψη μου

έτσι
αθόρυβα υποκύπτω
στην απόκοσμη ευγένεια
του κενού


Από την ενότητα «Γράμματα σ’ εσένα»





Μετασκέψη


Βάλε στο κενό
πέντε δέντρα
έναν ουρανό
και λίγο ήλιο
κι έχεις μια γη

Έτσι.
Μην περπατάς
κατάμονος
σε μια απέραντη ευθεία


Από την ενότητα «Γράμματα στον κόσμο»





Μαριονέτες


Παίζουμε όλοι σε μια σκηνή
Σκηνή αποπλάνησης ή βιασμού
Σκηνή θανάτου ή σκηνή πάθους
Μύριες σκηνές
Χειροκροτούμε εκστασιασμένοι
εαυτούς και αλλήλους
στο τέλος κάθε έργου

Κι όμως
είμαστε άθλιοι ηθοποιοί
Χάνουμε συχνά τα λόγια
Αγνοούμε πού πρέπει να μπούμε ή να βγούμε
καθώς και πώς

Αλλάζουμε τις ατάκες·
κάποτε και τους ρόλους

Οι μόνοι που παίζουνε καλά
είναι κάτι απατεώνες,
συγγραφείς (γράφουνε μόνοι τους τους ρόλους),
και λίγοι − ελάχιστοι −
ευνοημένοι από τη μοίρα
Πώς ξέφυγαν αυτοί
του πεπρωμένου
αγνοώ

Χειροκροτήστε τους όμως
Είναι αξιομνημόνευτοι
− οι μόνοι


Από την ενότητα «Γράμματα στο μπουκάλι»





Μούσα


Όταν είναι να γεννηθεί
ένας ποιητής
το έτερόν του ήμισυ
μένει αγέννητο

Ξεκολλάει από πάνω του
κάπου εκεί στην εφηβεία
Του δίνει στα χέρια
              μία πένα

Του κάνει έρωτα κρυφά
μες στο σκοτάδι
(μοιάζει μ’ ονείρωξη η όλη ιστορία)

Τα μάτια του θολώνει
να βλέπει κάθε διάσταση

Πτώματα σπέρνει στο διάβα του
               να θυμηθεί το επέκεινα

Δεν έχει άλλες ζωές
Μόνο αυτή


Από την ενότητα «Γράμματα στην ποίηση»





(Απο)χωρισμός


Πρώτα πρέπει
ν’ αφήσουμε πίσω
τους νεκρούς μας
Να τους βάλουμε
               για ύπνο
να τους σκεπάσουμε
να τους φιλήσουμε
               για καληνύχτα

Κι υστέρα
να τιμήσουμε το χώμα
που πάτησαν
Να τρέξουμε,
να παίξουμε,
να χορέψουμε
πάνω του

Και να φυτέψουμε
λουλούδια.
Πολλά λουλούδια.
Να ρουφήξουν
από το χώμα
όλους τους χυμούς
Να μας χαρίσουν
               ήλιο


Από την υποενότητα «Τρία Υστερόγραφα»





Κραδαίνει συχνά η ποίηση σπαθιά, όχι λουλούδια. Λύνεται η γλώσσα και ξαμολιέται να πει την ιστορία της και την ιστορία του κόσμου. Κι αυτό γίνεται σε περιόδους μακρύ χειμώνα. Όταν στον κόσμο βρέχει βόμβες. Όταν η κυριαρχία του παραλόγου αυξαίνει. Όταν τα κορμιά γεμίζουν πληγές. Όταν οι ψυχές γεμίζουν πληγές. Όταν τα μυαλά γεμίζουν πληγές. Τότε τα γράμματα γίνονται ράμματα.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)





Από τη συλλογή «(Γ)ράμματα», Έναστρον, 2025.
Εικόνα εξωφύλλου: Γιάννης Πρώιος, Ότι εγεννήθην ως ασκός
(από τον κύκλο Νεκρώσιμος Ακολουθία Εικόνων).




Η Χριστίνα Γεωργιάδου σπούδασε Αγγλική Φιλολογία, Γαλλική Φιλολογία, καθώς και Μετάφραση. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη ως καθηγήτρια αγγλικών. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές. Η ποιητική συλλογή Σπορά εκδόθηκε το 2016 από τις εκδόσεις Κυριακίδη και έλαβε το βραβείο Μαρία Πολυδούρη 2017 στα Θ΄ Πολυδούρεια. Η ποιητική συλλογή Γόος εκδόθηκε το 2019 από τις εκδόσεις Δωδώνη.
Το παραμύθι Αχ παππού παραμυθά τιμήθηκε με έπαινο από το Σωματείο Λόγου και Τέχνης Αλκυονίδες στο πλαίσιο του Πανελλήνιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος και Παραμυθιού το 2018. Εκδόθηκε από τις εκδόσεις Έναστρον το 2022.
Από τον Νοέμβριο του 2023 είναι ραδιοφωνική παραγωγός στον 904. Συμπαρουσιάζει με τη Σίσσυ Πολυκάρπου τη ραδιοφωνική εκπομπή Λογοτεχνικοί Παλμοί της Θεσσαλονίκης.
Η συλλογή (Γ)ράμματα (Έναστρον, 2025) είναι το τρίτο ποιητικό της βιβλίο.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

Ρία Φελεκίδου, "Ο ασφαλής ποιητής"





ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ


Με το φθινόπωρο δεν πολυμιλώ
Δε σηκώνουν οι βροχές εξομολογήσεις
Πέφτουν επάνω τους βίαια
Ένα γίνονται με το χώμα τα μυστικά
Ψάχνεις να βρεις το χαμένο όνομα μες στις λάσπες
Τη μυρωδιά του σε σωρούς από φύλλα

Με το φθινόπωρο πολλά πολλά δεν έχω
Όλο ακούσιες επιστροφές και αντίο
Δεν ξέρει υποσχέσεις να μοιράζει
Από το τίποτα να χτίζει κόσμους
Ο αέρας του σφυρίζει ανάμεσα
Στους πύργους που αντέχουν απ’ το καλοκαίρι
Το νέο σκηνικό της άμμου εγκαθίσταται στα μάτια
Έγινε πια αόρατη εικόνα που τα τσούζει
Ό,τι περισσεύει διαλύεται στο φως που χαμηλώνει

Χρόνια και ψάχνω επίμονα τις εκδοχές του
Τόσοι το ύμνησαν
Κλείνω τ’ αυτιά μου στα κελεύσματα του ατόφιου ήλιου
Τα μάτια μου στα γαλανά της κάλλη
Στο κίτρινο ανοίγομαι με απλωτές μεγάλες
Ο καιρός βοηθάει
Ούτε κρύο ούτε ζέστη
Αυτό είναι το φθινόπωρο
Ένας χρυσός μέσος όρος της θλίψης
Ευλογία όταν μετριέσαι με
Το κενό επαναλαμβάνω ακούραστα
 
Τι τα θέλεις
Έρχεται η νύχτα αποφασισμένη
Να σφραγίσει τα στόματα
Να παίξει έναν ρόλο
Το σκοτάδι ευεργετούσε πάντα τους χαμένους
Τους ποιητές και τους αριθμομνήμονες
Δε χάνουν δευτερόλεπτο της μεταμόρφωσης
Μετρώντας από μέσα

Μα τι τα θέλεις
Η νύχτα φτάνει γρήγορα
και δίχως τυμπανοκρουσίες
Δεν προλαβαίνεις να θλιβείς ή ν’ ανανήψεις
Να πιεις απ’ το μελάνι της για να πετάξεις
Ή χίλιοι κόμποι να σε δέσουν από λέξεις
Ψέματα ή μάγια

(Είναι απλώς μια ακόμη νύχτα φθινοπώρου
Μια επίπεδη απουσία φωτός στον χρόνο)





ΜΕΡΕΣ ΑΠΟ ΠΙΞΕΛ


Οι μέρες μας είναι φτιαγμένες από πίξελ
Σε ορθογώνιες πληροφορίες διαιρούνται τα κορμιά μας
Πλατφόρμες με επιλογές αναβοσβήνουνε μπροστά μας
Εισάγουμε στιγμές και ανασύρουμε τις μνήμες

Ολόιδια ολογράμματα περιφερόμαστε διαμέσου
Κρατώντας τον ρυθμό σαν κουρδισμένοι
Κι αφού τακτοποιηθούνε οι αισθήσεις στα ντουλάπια
Μια νέα βιοποικιλότητα ανθίζει στα γραφεία

Λιπαίνεται από τα κομποστοποιημένα λόγια
Αναπληρώνει υγρασία απ’ των μισόλογων τα σάλια
Και μέσα στον πολτό των άνευ σημασίας
Ανέλπιδα ψυχομαχούν οι πρώην δωρικές αλήθειες.

Υ.Γ. Αν κάτι ξέφυγε είναι μια ανάγκη

Ένα θολό πτηνό
Ένα απροσδιόριστο στον χώρο
Χορεύει με αθωότητα ζητάει
Μια εκκρεμότητα ορφανή
Μες τους καιρούς τσαλαβουτάει
Μα –αυτό δεν κρύβεται–
Μοιάζει να στροβιλίζεται τυφλό χωρίς ελπίδα.



Από την ενότητα «Έκκεντρα»





ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ;


Να βγάλεις τα δόντια της Ποίησης
Είναι μια κοπιαστική δουλειά

Στην επικεφαλίδα
Στρίβεις εκατέρωθεν την τανάλια
Κι όπως τεμαχίζονται οι συλλαβές
Χαμηλότονες οιμωγές
Από ξέμπαρκα φωνήεντα

Ζωηρές υλακές
Σύμφωνα αιμόφυρτα
Διανθίζουν τον κάματο με ηδονή
Εκτέλεση μετά μουσικής
Η αρχή τόσο εύκολη πάντα

Το κύριο σώμα πιο συμπαγές
Ή πιο απροσδιόριστο δείχνει
Με κρεμάμενες λέξεις
Και κρεμασμένα όνειρα
Φίλιους γλωσσοδέτες
Κι ανοίκεια περάσματα
Στο φως ή το σκοτάδι

Ένα σχέδιο χθόνιο
Κρυμμένο στο κωδικό βλέμμα
Του Ποιητή
Αυτό το αίνιγμα
Πρέπει να αποκεφαλίσεις
Πριν σε καταπιεί

Και εκεί μπορεί να βρεις τα σκούρα
Ανάμεσα στους δόλιους στίχους
Γκρέμνια και δαίδαλοι

Πάλεψε είναι μόνο λέξεις
Ο Ποιητής πάντοτε δραπετεύει
Στις νεώτερες όσο τις χτίζει

Πάλεψε έχει τον τρόπο
Για τον θάνατο η τανάλια
Εκτός αν ίσως
Βρούνε απάγκιο στον μυχό της

Δίνουνε κάποτε οι Ποιητές στις λέξεις
Γενετικές πληροφορίες για τις μάχες
Να κάνεις την τανάλ-ι-α φωλιά σου
Το πιο πανούργο απ’ τα ποιητικά τεχνάσματα.

ΥΓ.
Ό,τι και να γίνει όμως
Οι ποιητές −όλοι το ξέρουν−
Κολυμπούν στις θαμπάδες των γυαλιών τους
Κι είναι φορές που πνίγονται
Από καθημερινά κύματα σκόνης
Κρύβουν τα δάχτυλά τους
Στις ποντικοπαγίδες
Κάθε ξεφωνητό ένας καινούργιος στίχος
Μόνο όταν μαθαίνουνε τη μυρωδιά τους
Τα τρωκτικά δεν καταδέχονται
Τα τελευταία δάχτυλα
Αυτά θέτουν εν τέλει
Επί τον τύπον των ήλων

(Πόση ζημιά να κάνεις
Με τα κουρέλια των χεριών.)



Από την ενότητα «Ποιητικολογώ»





ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΦΤΕΡΑ

                                           Για την κόρη μου


Κι ήξερα πως όταν λέω «κοτσύφι»
Γλιστρώ σημαίνει στο κουκούλι της λέξης
Αλλάζω σε κάμπια εγκυμονούσα
τα τρυφερά της σύμφωνα
το όνειρο της χαμηλής πτήσης

Κι ήθελα να αθροίζω γέλια
Ακριβά υλικά στο κρησφύγετό της
Χοάνη άχρονες εκπλήξεις στο μαξιλάρι της
Σε ένα σούσουρο νότες σοφές
Ένα σπιτάκι με θηλιές από αγάπη

Κι ήτανε πριν βγούμε στη σκηνή με τα φώτα
Για να ντυθούμε τις καινούργιες μας πράξεις
Ήσυχα να ξεχειμωνιάσω στον τοσοδούλη λοβό της
Να γεννήσω −το έταξα− ώς την άνοιξη
     τα καινούργια φτερά της

(Να με βρίσκει πεταλούδα άφτερη να τριγυρνώ
     στη σκιά απ’ το φως της.)





ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ


Όλα τα σηκώνουν οι καιροί.
Έκαναν μπράτσα γερά από τις βαριές θλίψεις
Αστείρευτες τραγωδίες σέρνονται στα πλακάκια

Γλύφει το αίμα τις ακμές παρόν πάντα
Κι άλλοτε σα νεροποντή
Τις μικρές πνίγει μαργαρίτες
Πριν προλάβει να τις στολιστεί
η στρατιά των παιδιών που χάνεται
στη χειμωνιάτικη αποστροφή των δρόμων

Περπατούν κατάμονα σε σκονισμένες μέρες
Περπατούν σε όρθια αγκάθια
Γυρίζουν το κεφάλι στα θυμωμένα σύννεφα
Δεν είναι με το μέρος τους ο καιρός
Μοιάζουν κι οι αστροφεγγιές να τα εμπαίζουν

Περπατούν όμως περπατούν
Πότε ένα ένα πότε πολλά μαζί
Πότε με τους δήμιούς τους αντάμα
Πότε με την ερημιά
Πότε πλάι πλάι με την αντάρα
Πότε δοκιμάζοντας να αντιγράψουν τη φωνή των πουλιών
Κι είναι μια γλώσσα ατέλειωτη
Ένα επίμονο τιτίβισμα στο βάθος του μυαλού
Στη βάση του λαιμού τους
Στήνει αντίσκηνο με βαθιούς λαρυγγισμούς

Θα γίνει ο τρόπος τους να διηγούνται

Κι είναι ένα ταξίδι τραχύ το ταξίδι τους
Λίγο Οδύσσεια λίγο τρόμος λίγο θάνατος
Κι είναι ένα αλλοπαρμένο ζώο το ταξίδι τους
Στο τέλος γίνεται φίλος τους
Ή τα καταπίνει
Και κάποτε φτάνουν
Πάντα κάπου φτάνουν
Πάνω ή κάτω απ’ τη γη ξαποσταίνουν
Τα μάτια τους έχουν μεγαλώσει
Πνίγονται από τις εικόνες
Από τα παραμύθια που κύλησαν στις πέτρες
Εκεί τα συνάντησα

Εκεί πήραν μια ανάσα κι άρχισαν
Να μας λένε την ιστορία τους
Να πιάνουν απ’ την αρχή τη ζωή τους

Στη βαθιά ακατανόητη γλώσσα των πουλιών.



Από την ενότητα «Ξόρκια»





Από τη συλλογή «Ο ασφαλής ποιητής», Εκδόσεις Κουκκίδα, 2025.
Εικόνα εξωφύλλου: Φωτεινή Χαμιδιελή.





Η Ρία Φελεκίδου σπούδασε νομικα στο ΑΠΘ και δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Πτυχιούχος του Μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, του ετήσιου προγράμματος παιδαγωγικής κατάρτισης της ΑΣΠΑΙΤΕ, και απόφοιτος της Σχολής Σεναρίου του Αντέννα.
Εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος στη Λάρισα και στη Θεσσαλονίκη.
Σήμερα, εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με εμπειρία στη διαπολιτισμική εκπαίδευση.
Εξέδωσε δεκατρία παιδικά βιβλία, τρεις ποιητικές συλλογές και μία νουβέλα.
Αυτή είναι η πρώτη διπλή της συνεργασία με τις εκδόσεις Κουκκίδα.


Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025

Τόλης Νικηφόρου, "μια νύχτα κι ένα όνειρο"





η μαγική στιγμή


απρόσμενα αναδύθηκε στο φως
και με κοίταξε ίσια στα μάτια
μ’ ένα γλυκό παιδικό χαμόγελο

μα ήταν πολύ άβολη η στιγμή
κι εγώ κάπως το κράτησα στο νου
με σκοπό να το αγκαλιάσω αργότερα

αργότερα όμως και δεύτερη φορά
το ποίημα σπάνια αναγνωρίζει
έμεινε πικραμένο κι εξατμίστηκε
προς το καταφύγιο των θαυμάτων

αν χάσεις εκείνη τη μαγική στιγμή
ανώφελα θα είναι μετά τα δάκρυά σου





άγριος ποταμός


στέκομαι μπροστά στο ράφι
με τα πενήντα τόσα βιβλία μου
και θυμάμαι στην εφηβεία
να δηλώνω με βλέμμα σκοτεινό
κανένας δεν μπορεί να με εμποδίσει
να κάνω αυτό που θέλω
μόνο ο ίδιος μου ο εαυτός
και αυτό που θέλω μια για πάντα
είναι να ταξιδέψω, να ερωτευτώ
και να γράψω ένα ράφι βιβλία

στο πεπρωμένο μου πηγάζει
ένας άγριος ποταμός
που σαρώνει όλα τα εμπόδια





μια παράξενη βροχή


όταν μέρες ανέφελες του φθινοπώρου
πέφτει αργά μια επίμονη βροχή
εκεί που αγριολούλουδα φυτρώνουν
είναι τα αδικαίωτα σ’ αγαπώ
στο μυστικό επουράνιο καταφύγιο
που θυμούνται και δακρύζουν





παλιά και νέα γειτονιά


στη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων
ήταν γιορτή
ένα τέταρτο με νοικιασμένο ποδήλατο
όπως και μια πάστα στο χαρτί
όλοι ήταν σχεδόν φτωχοί
αλλά κανένας δεν παραπονιόταν

στη γειτονιά της ωριμότητάς μου
το αυτοκίνητο είναι συνηθισμένο
όπως και ένα ταξίδι στο εξωτερικό
όλοι είναι σχεδόν πλούσιοι
αλλά συχνά παραπονιούνται

η απληστία κάνει τα πάντα να χάνουν
την αξία, τη γεύση και το άρωμά τους





μια νύχτα κι ένα όνειρο


όνειρα έβλεπα όλη τη νύχτα
εφτά η ώρα ξύπνησα
Δεκέμβρη μήνα με την παγωνιά
και μέσα στο σκοτάδι ανασηκώθηκα
πήγα στο μπάνιο σκουντουφλώντας
έριξα κρύο νερό στο πρόσωπο
και όταν σήκωσα τα μάτια
είδα ρυτίδες κι άσπρα μαλλιά
μια θλίψη στον καθρέφτη

έμεινα σαν παράλυτος εκεί
δεν καταλάβαινα τι μου συμβαίνει
αφού το περασμένο βράδυ
είχα βγει ραντεβού στην ερημιά
δεκαοχτώ χρονών με το κορίτσι μου

και ξαφνικά θυμήθηκα τα όνειρα
που έβλεπα όλη τη νύχτα
σπουδές δουλειά ταξίδια έρωτες
λες κι ήταν όλη μου η ζωή
μια νύχτα μονάχα κι ένα όνειρο

μια νύχτα κι ένα όνειρο





Από τη συλλογή «μια νύχτα κι ένα όνειρο», εκδ. Μανδραγόρας, 2025.
Έργο εξωφύλλου: Paul Nash.

 

Κυριακή 17 Αυγούστου 2025

Ιωάννα Ευθυμιάδου, "Είναι κι αυτή η ομοιότης"





Αίνιγμα Ι


σε παρατατικούς κατοίκησα
κοιτώντας πάντ’ από φεγγίτη
τον ενεστώτα να διαφεύγει διαρκώς
κι ούτε λόγος για μέλλοντες
λοιμούς και καταποντισμούς

στο γκρίζο χόρτο εναπέθετα
οριζοντίως και καθέτως
το ανεμπόδιστο

έτσι τώρα αφηγούμαι στα παιδιά
τους τρεις τυφλούς μου εραστές
τον Όμηρο
τον Τειρεσία
τον Οιδίποδα

πως δραπετεύουν τα χαράματα
στο φως φυτεύουν λέξεις
σε χώμα υγρό

αιώνες επανέρχονται
με τους χρησμούς των δέντρων
πάνω στη γλώσσα τους
μιλούν με τα πουλιά ή

ανοίγουν του αινίγματος την πόρτα





Το τραγούδι της Ανατολής


ξυπνώ τα βράδια βίαια
απ’ του ονείρου τον ιδρώτα
κουρασμένη

υπνοβατώ στην έρημο Σαχάρα
τώρα
ζωή δική μου
σ’ ονομάζω

απλώνω τρυφερά τα χέρια
άστρα αγγίζω
με πόδια πιο βαθιά στην άμμο

πάει καιρός που δεν μυρίζει
Αύγουστο το σπίτι

(εκείνο το αργόσυρτο τραγούδι της
Ανατολής πεθύμησα)





Εκλάμψεις


Κρατώ μια συστολή στη χούφτα
ασπίδα εκείνη φαίνεται τις μέρες
καθώς το εφήμερο πλανεύει τη σκιά μου

τότε μπρος στου Αρθούρου
τ’ απορημένα μάτια
σκυφτή η θλίψη
συγχώρεση ζητά
όχι γιατί γητεύτηκε
−διόλου κάτι τέτοιο δε συμβαίνει−

αλλ’ επειδή τα δάκρυα
δεν έγιναν πότε γλυκό
νερό να πλύνουν την πληγή του





Μια δόση λήθης


στα άνθη του λωτού
την προφητεία ανεκπλήρωτη
εναποθέτω

εκεί που το μηδέν κι ο θάνατος
στήνουν χορό ανεξήγητο
οι δε νεκροί τους ζωντανούς
λυπούνται

εκεί που η αγάπη χρεωκόπησε
κι απάντηση δεν έχει το
       «τις πταίει;»

του κόσμου το βιβλίο ξεφυλλίζοντας
μια στη χαρά μια στην οδύνη
το βλέμμα πέφτει ανεπαίσθητα
−μια δόση λήθης με νικά−

με χέρια ελαφρώς τρεμάμενα
το πρόσωπό σου αγγίζω
και από αυτό το άγγιγμα
το ποίημα ξυπνάει





Souvenirs degotism


Σκαρφάλωνα τη νύχτα στο όνειρο
σε δύσβατη πλαγιά
να φτάσω ήθελα στον ουρανό
κρυφτό να παίζω με τα σύννεφα

Πάσχιζα μήπως φτερά
στην πλάτη μου φυτρώσουν
ο δρόμος να ναι εύκολος

να μπαινοβγαίνω άφοβα
στων λέξεων τον ποταμό

να εμβαπτίζομαι
στο χρώμα
τον ρυθμό τους

έμβρυο να γίνομαι
να σε μαθαίνω, Ποίηση,
συλλαβιστά
αθόρυβα
χωρίς παρεμβολή της σκέψης

μόνο να σε θηλάζω
να γίνομαι ποτάμι

σε συνεχή ροή
χωρίς τα στάσιμα νερά του βίου

το μόνο που κατάφερα
να φτάσω στον κρατήρα
ξημέρωμα με ομίχλη

να βυθιστώ στα έγκατα
βίου ανώφελου

η λάβα να με καταπιεί
το μέσα μου ποτάμι
να το σβήσει

Έτσι ξυπνώ τα πρωινά
κοίτη ασθμαίνουσα
και άδεια





Από τη συλλογή «Είναι κι αυτή η ομοιότης», Εκδόσεις Κουκκίδα, 2025.
Έργο εξωφύλλου: Φωτεινή Χαμιδιελή.





Η Ιωάννα Ευθυμιάδου γεννήθηκε στην επαρχία Βοΐου της Δυτικής Μακεδονίας. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη ως φιλόλογος, με αρκετούς ενδιάμεσους σταθμούς: από τη Σύμη στη Βεγγάζη, από την Κυρηναϊκή στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη και το ταξίδι συνεχίζεται. Σπούδασε φιλολογία και θέατρο στο ΑΠΘ. Είναι τελειόφοιτος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Το θεατρικό της κείμενο, Την Περσεφόνη την πετάξαμε στα σκουπίδια, απέσπασε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό του Θεατρικού Εργαστηρίου Καρδίτσας, Τέχνης Παίδευσις. Είναι μέλος των θεατρικών ομάδων Ενδοχώρα και Παραβάτες της Σκηνής, και έχει συμμετάσχει σε πλήθος θεατρικών έργων, ενώ δραστηριοποιείται στις ομάδες και ως σκηνοθέτρια. Υπήρξε, επίσης, μέλος επί σειρά ετών του Φωτογραφικού Κέντρου Θεσσαλονίκης. Το 2020 εξέδωσε την ποιητική συλλογή με τον τίτλο, Ώσπου να χορτάσει χώμα η βροχή, εκδόσεις Ρώμη, ενώ κριτικά της κείμενα και ποιήματα δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Χειμωνιάτικη θάλασσα"





ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


Από ψηλά την κοιτάζω
απέραντη ανάσα γκρίζου και λευκού.
Στέκω εκεί
μόνος με τις σκέψεις μου,
το βλέμμα χαμένο στα κύματα.

Όχι, καμιά Ταϊτή δεν συλλογίζομαι,
κανένα σέλας. Μου αρκεί
το παγκάκι αυτό
κάτω απ’ τους φοίνικες της Νέας Μάκρης,
τα λιγοστά καΐκια στο μικρό λιμάνι.
Μου αρκεί ο δυνατός βοριάς,
η απουσία του ήλιου,
το γκρίζο παραπέτασμα των σύννεφων
(από παιδί ανακούφιζε τη θλίψη μου).

Γέρασε η νοσταλγία μου.
Επέστρεψε πια παράτησε
τη ζωή στη θάλασσα.
Δεν την ξεγελά κανένα πλοίο
με τ’ όνομα ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ.
Μη ρωτήσεις λοιπόν τί περιμένω.
Έναν ήσυχο θάνατο,
αυτό περιμένω.

Τα κύματα υψώνονται,
αγγίζουν την άκρη του ορίζοντα
όπως αγγίξαμε κάποτε τα όνειρα−
με δισταγμό   με πυρετό
χωρίς ποτέ να τα κρατήσουμε.

Ο χρόνος στάζει αργά.
Κι η σκέψη μου καράβι χάρτινο
           έτοιμο να βουλιάξει. Το βαραίνουν
           οι άγκυρες τόσων φαντασμάτων.

           Ο άνεμος μιλάει γλώσσες
που δεν καταλαβαίνουμε.
Κι η θάλασσα κάτω
δεν είναι θάλασσα.
Είναι μάτι ψυχρό   ψαρίσιο
κάλεσμα χωρίς φωνή.

Μα κάτι από μας
−κάποιο βλέμμα μια ανάσα−
επιμένει να υπάρχει
στην παγωμένη της μανία.

Το κρύο περνάει μέσα μου.
Πού είναι
το ζεστό γάντι του χεριού σου;
το κεφάλι σου που έγερνε στον ώμο μου;

Παράξενο. Πρώτη φορά
δεν με τρομάζει το φως που μεγαλώνει.
Το μαγκάνι του χρόνου
γυρίζει μόνο του.
Παραμορφώνει
τους ανόητους Νάρκισσους.
Πώς να σταματήσεις με μάσκες ομορφιάς
την κλεψύδρα;
Ας έρθει λέω κι αυτό το καλοκαίρι
κι ας περάσει λιγότερο σκληρό
γι’ αυτούς που η θλίψη δυναστεύει.

Ο άνεμος φέρνει τ’ όνομά σου
σπασμένο   μισοειπωμένο
σαν το σκέλεθρο αυτής
της ψάθινης καρέκλας
πεταμένης στην άμμο.
Ήσουν ποτέ εδώ; Η μήπως
σε γέννησε η καταιγίδα;

Η μέρα σκαρφαλώνει αργά
δίχως να με βλέπει.
Ο ουρανός σκίζεται στα δυο.
Το κρύο περνάει μέσα μου.
Πού είναι
το ζεστό γάντι του χεριού σου;
το κεφάλι σου που έγερνε στον ώμο μου;

Πού είναι τα μαύρα μας μαλλιά;


                                            Μάτι, 8.2.2025
                   Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης



Πρώτη δημοσίευση.

Στην εικόνα:
Tom Jolliffe, «Metal bench, looking out to sea below Sugar Loaf».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Κυριακή 27 Ιουλίου 2025

Κώστας Θ. Ριζάκης, "προστημένο"





προστημένο


«σβήσε τώρα το φως» δίκην κι αφού αυστηράς
επιταγής στενών εν γένει περιθωρίων ώστε
μη εναλλακτικής ορίζουσας θα υπάκουσες
έκτοτε γλώσσα στο μισοσκόταδον δεν έβαλε ο

λιγούρης κι όπα οι φελλοί σαμπάνιας φουλ το
«πλαφ-πλουφ» τυφλά έως ταβανιού σκουντάφτει
στο «αγάπη κέρασμα είν’ αυτό;» ή «αψήφησα το
βολικόν απέφυγα τον σάλο» καθώς σαλεύει κάπου ε-

δώθε ο αυτουργός αγέρας το μείζον δε ανεπίδεκτον

στο έλασσον να ενδώσει κλωτσάς μα εκτός προσδόκιμου
                                                        ‒δοκάρι αντίς για δίχτυα‒



                                                                   Κώστας Θ. Ριζάκης




Ο ποιητής Κώστας Θ. Ριζάκης (Λαμία, 1960) εξέδωσε δεκαεπτά συλλογές, τη μία συγκεντρωτική (των εξ πρώτων ‒ γ΄ επαν. Κουκκίδα 2020). Διηύθυνε ή και συνδιηύθυνε επτά έως τώρα (σε εννέα εν συνόλω περ.) λογ. περιοδικά. Επίσης, επιμελήθηκε περί τα 220 βιβλία (ιδία ποιητικά), αρκετά αφιερώματα σε έντυπα άλλων, καθώς και τιμητικούς τόμους σε μορφές (Κ.Ε. Τσιρόπουλο, Γ. Πέγκλη, Μ. Μέσκο, Ο. Αλεξάκη, Σ. Σαράκη, Ζ. Σαμαρά, Β.Π. Καραγιάννη, Δ. Αγγελή, Γ.Χ. Θεοχάρη, Κ.Α. Κρεμμύδα, Σ.Σ. Σταμπόγλη ‒ τα τελευταία 2 υπό έκδοσιν) τής λογοτεχνίας μας. Ενασχολείται δε και συνεχίζει, με τη σύγχρονη γυναικεία γραφή (Ζ. Δαράκη, Λ. Παππά, Μ. Καραγιάννη, Κ. Κούσουλα, Χ. Κουτσουμπέλη, Έ. Λάγκε, Έ. Κορνέτη, Ν. Κεσμέτη, Κ. Ρουκ, Μ. Κουγιουμτζή, Α. Μπακονίκα, Ά. Γρίβα, Δ. Δημητριάδου, Ν. Χαλκιαδάκη, Δ. Μήττα, Η. Νικοπούλου, Λ. Καλλέργη). Πρόσεξε πολύ όσους νεώτερους άξιους. Τελευταία του συλλογή (με τον Σταύρο Σταμπόγλη) η, πυξίδα ουρανομήκης, εκδ. Παρέμβαση 2023. Έχουν γραφεί και εκδοθεί πολυάριθμα μελετήματα για το ποιητικό του έργο.



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: René Magritte, «Les Amants», 1928.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

Μαρία Πολίτου, "Στο σώμα σου κήπος"





Η ΕΛΙΑ


Μέρες και νύχτες
τώρα σκαλίζω
τόπους σκληρούς
άνυδρες πέτρες.

Των καιρών τις στάλες
στις χούφτες μου κρατώ
μήπως και σβήσω κάποτε
τη δίψα της γης μου
μήπως κι ανθίσουν
ιβίσκοι κόκκινοι
στα περιβόλια.

Μα η ρίζα της ελιάς
βαθαίνει ασάλευτη
αήττητη απλώνεται
αμείλικτα στον κήπο.

Λουλούδια εφήμερα
να μη ζητάς
Εσύ τόσους καρπούς
αιώνιους που δρέπεις.

Στο ξύλο έγειρα
και παραδόθηκα
γυμνή.
Είμαι η Μέρα
κι η Νύχτα
με πολιορκεί.





ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Τρέχουν οι ώρες διψασμένες
πάνω στην πυρωμένη άσφαλτο
ανάμεσα σε βρώμικους τοίχους.

Θλιβερά συρματοπλέγματα σέρνονται
κουβάρια λαβωμένα από ήλιο κυλούν
παράδεισο φεγγαρόλουστο γυρεύουν
δροσοσταλιές νερού στα φύλλα.

Τυφλά παιδιά μωρά
ακριβοδίκαιο κυνηγητό
θαρρούν πως παίζουν
με το αδάμαστο
του χρόνου το μπαλόνι.

Και δε βλέπουν.

Δε βλέπουν πώς θέριεψαν
τα αγκάθια στον κήπο.
Δε βλέπουν
πως δεν υπάρχει
επιστροφή.



*     *     *



ΠΝΙΓΜΟΣ I


Ήρθες ακριβοδίκαια
Σαν λέξη
Μαχαίρι και βέλος.
Πυρακτωμένο καρφί.
 
Τα μάτια σου θάλασσα
Μία με γεννά
Και μία με πνίγει
 
Αν είναι να πεθάνω
Ας είναι στα μάτια σου
 
Δίχως εκκρεμότητες
και χρονοτριβές.
 
Χορτάτη.
 
 
 
 
 
ΚΑΙ ΘΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Κι όταν εσύ θα φύγεις
Όταν θα χαθείς
Θα γράψω ένα ποίημα αληθινό
Θα γράψω ένα ποίημα κόκκινο
ζεστό σαν αίμα

που θα διαβάζουν οι άνθρωποι και θα κλαίνε
που θα διαβάζουν οι άνθρωποι και θα λένε

μια φορά κι έναν καιρό
μια γυναίκα κι ένας άνδρας
αγκαλιάστηκαν τόσο δυνατά
που έλιωσαν ο ένας μέσα στον άλλον

Εκείνος πήρε το σχήμα των χεριών της
κι έγινε μαύρο πουλί
που τριγυρνά τις νύχτες σαν σκιά

Εκείνη το χρώμα της καρδιάς του πήρε
και γράφει ακόμη ποιήματα γι’ αυτόν
να πιει και να γυρίσει.

Και τα διαβάζουν οι άνθρωποι και κλαίνε
και τα διαβάζουν οι άνθρωποι
και για αγάπη λένε.





ΑΝΘΟΦΟΡΙΑ


Κι αν με αγαπήσεις ολόκληρος
Χωρίς σκιές
Τότε ίσως θα ξέρω
ότι άξιζε κάθε ράγισμα
Τότε ίσως ν’ ανθίσει
απ’ τις ρωγμές το τραύμα.





Από τη συλλογή «Στο σώμα σου κήπος», Ρώμη 2024.
Έργο εξωφύλλου / σχέδια βιβλίου: Ηλιάνα-Φιλαρέτη Κουφογεώργου.



H Μαρία Πολίτου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Απόφοιτος του Κλασικού Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής και του Τμήματος Θεατρολογίας της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ. Κάτοχος μεταπτυχιακών τίτλων, του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΔΠΜΣ) «Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού» ΑΠΘ και του ΔΠΜΣ «Φιλοσοφία: Κείμενα, Ερμηνείες, Πρακτικές» των τμημάτων Φιλοσοφίας & Παιδαγωγικής και Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ. Από το 2017 είναι διευθύντρια στο 2ο ΓΕΛ Εχεδώρου στα Διαβατά Θεσσαλονίκης. Κριτικές και ποιήματά της δημοσιεύονται σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει συμμετάσχει σε συλλογικούς τόμους και ανθολογίες. Έχει εκδώσει ως τώρα τρεις ποιητικές συλλογές: Εφήμερη στην Πένα του Θεού (2014), επιτέλους αποβίβαση (2018), Στο σώμα σου κήπος (2024).