Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαράκης Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαράκης Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2024

Σωτήρης Σαράκης, "Οδός Κολοκοτρώνη"





ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ


Τον είδα, χάιδευε τους θάμνους
άκρη του δρόμου, και κατάλαβα
είναι παιδί στο μακρινό
χωριό του, κι ήθελα να του πω
τ᾿ αγκάθια, πρόσεξε
θ᾿ αγκυλωθείς, μα έτσι κι αλλιώς
δε θα μ᾿ ακούσει, φαίνεται ζωηρό
παιδί, θα πληγωθεί, θα τρέξει
λίγο αίμα, τότε

θα γίνει πάλι ο συνομήλικός μου
κύριος στον δασικό
δρόμο του Υμηττού, πόσες φορές
απ᾿ το πρωί δεν έχω γίνει ο ίδιος
έξι κι εφτά χρονών κι ύστερα πάλι
ο κουρασμένος οδοιπόρος, τον βαραίνουν
τα χρόνια, τον μπερδεύουν
οι αγριελιές, τα σχίνα, η χλόη, τα μικροσκοπικά
άνθη με το βαθύ τους μπλε, σταφύλια
τα ονομάζαμε, του κούκου, κουκοστάφυλα! αυτά

όλα αυτά τα δήθεν
αθώα άνθη και φυτά, χωρίς
να σε ρωτούν, σε πάνε
κάθε τόσο εκεί, ποιος ξέρει
τις σκοτεινές προθέσεις τους, μπορεί
κάποια φορά να σε κρατήσουν
στα έξι, στα εφτά σου χρόνια οριστικά
να σε κρατήσουν.


Από την ενότητα
«Καθ’ οδόν»





ΦΩΣ


Ηθοποιός σημαίνει φως
τραγούδησε πριν από χρόνια
      ο Δημήτρης Χορν
κι αλήθεια πως μπορεί
σε σπάνιες, εννοείται, περιπτώσεις
να σημαίνει φως, όπως επίσης

και ποιητής μπορεί
σε σπάνιες, πάντα,
      περιπτώσεις να σημαίνει
σκοτάδι και ξανά
σκοτάδι, εν τέλει φως

όπως οι δύο εκείνες
αρνήσεις που παλαιόθεν
καταλήγουν σε κατάφαση.


Από την ενότητα
«Με τους νεκρούς, με τους αγέννητους»





Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ


Αργούσε απελπιστικά ο αναμενόμενος
διορισμός μου ως φαροφύλακα, ρωτούσα
τους αρμοδίους, ρωτούσα
τον πατέρα μου, τη μάνα, ύστερα
ρωτούσα τα παιδιά μου, πότε

πότε επιτέλους θά ᾿ρθει
ο αναμενόμενος διορισμός μου, πότε
θα αναλάβω υπηρεσία, πότε θα εκπληρώσω
τον επί Γης προορισμό μου· ή μήπως

ή μήπως με εξαπάτησε ο Δημιουργός ή μήπως
όλα ήταν ιδέα μου, καιρός
την αιωνία κόλαση ν᾿ αρχίσω να αποδέχομαι, όταν

ήρθε επιτέλους ο διορισμός, μα οι φάροι
είχανε πια αχρηστευτεί, η τεχνολογία
τους είχε προσπεράσει, δείγματα
μόνο ανάβανε σ᾿ απόκρημνες
ακτές για τους ρομαντικούς, περίπου αργόμισθος
θ᾿ ανέβαινα στο βράχο, ή και εξ αποστάσεως
θα διεκπεραίωνα το ρόλο μου

δέχτηκα ωστόσο το διορισμό, θ᾿ ανέβω
στον ποθητό μου βράχο, θ᾿ ατενίζω
το πέλαγος μέρα και νύχτα απολαμβάνοντας
τον δύσκολο, μονήρη βίο μου και –ποιος ξέρει–
μπορεί να γίνει και το θαύμα, ένα καράβι
στα κύματα χωρίς ελπίδα να χτυπιέται, θα το δω
και θά ᾿βρω τρόπο, αρχαίο τρόπο, θα το σώσω
μ᾿ όλους τους ναύτες του θα σώσω
το καράβι, και θα σώσω
την άτυχη ψυχή μου.


Από την ενότητα
«Τα ερωτήματα»





ΑΚΛΟΝΗΤΟΙ


Καινούργια τρέλα είν’ αυτή
φρίξαν οι συντηρητικοί, καινούργια
τρέλα, τι θα πει αναπτύσσεται
αλλάζει, αναπαράγεται, για δες
εκεί ένα ψίχουλο στεριάς, πιο μαλακό
δε γίνεται, η πρώτη πέτρα
που θα κυλήσει απάνω του το λειώνει, τι
ψάχνουν πια, τι ανόητα
πειράματα, φρίξαν
οι συντηρητικοί, εδραίοι
βράχοι, συμπαγείς
ακρίτες θαλασσόδαρτοι

ακλόνητοι
στέκουν ακόμα εκεί
και φρίττουν.


Από την ενότητα
«Κοσμο-γραφικά»





Ο ΤΟΠΟΣ


Γνωρίζει ο τόπος τη φωνή σου.
Γνωρίζει ο τόπος τη φωνή σου· όταν
δεκαετίες απανωτές μετά βρεθείς
στις ερημιές των παιδικών
και εφηβικών σου χρόνων, μέρη
απόκοσμα, καλείς
τους εντόπιους νεκρούς σου, ο τόπος

αποκρίνεται, γνωρίζει
τους νεκρούς σου και γνωρίζει
τη φωνή σου, προπαντός
γνωρίζει τη σιωπή σου, ανέκαθεν
σ’ αυτό συντονισμένοι, ώστε μπορείς

ήσυχος πια μπορείς
ν’ αποχωρήσεις, κι ας το ξέρεις
πως είναι αυτή η τελευταία επιστροφή σου.


Από την ενότητα
«Προς τη σιωπή»





Από τη συλλογή «Οδός Κολοκοτρώνη», εκδόσεις Κουκκίδα, 2024.




Ο Σωτήρης Σαράκης γεννήθηκε το 1949 στο χωριό Αμπέλια Αγρινίου. Από το 1967 ζει στην Αθήνα όπου σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Έχουν εκδοθεί δώδεκα ποιητικές συλλογές του, από τις οποίες οι επτά πρώτες βρίσκονται τώρα συγκεντρωμένες στους τόμους: Δοκιμασίες και δοκιμές (Κουκκίδα, 2011) και Στιγμή στο χάος (Κουκκίδα, 2014). Συνεργασίες του (κυρίως ποιήματα) υπάρχουν στις σελίδες γνωστών λογοτεχνικών περιοδικών. Ακόμη, ποιήματά του έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες ή αναρτηθεί στο Διαδίκτυο, ενώ αρκετά έχουν μεταφραστεί σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες.


Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

Σωτήρης Σαράκης, "Δύο ποιήματα"





ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Θα σου μιλήσω
για όλα όσα έζησα, όλα
όσα δεν έζησα, λάθη
και παραλείψεις, πότε
δισταγμοί, πότε απερισκεψία
και πάντα οι άλλοι που ασφαλώς
φταίνε για όλα, οι συγκυρίες
που ορίζουνε τον βίο μας, πίκρες
χαρές, μια ολόκληρη
ζωή και δεν τελειώνουν, σύμφωνα
με το πνεύμα των καιρών καταλεπτώς
θα τα ιστορήσω, ουδέν
κρυπτόν, κι ας είμαι, ας παραμένω
άνθρωπος άλλης εποχής, έχω τον τρόπο

έχω τον τρόπο μου, χωρίς
αναστολές, την πάσα αλήθεια,
με καθαρή φωνή, φιλομαθή
αναγνώστη, για όλα
της Αγίας Σιωπής
θα σου μιλήσω ανήμερα.





ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ


Στο ποίημα μη δίνεις εξηγήσεις.
Στο ποίημα αν μονομιάς
δε βγει το βάσανο στο φως
μην περιμένεις προκοπή, κοίτα
ν’ αλλάξεις δρόμο, σβήσε
και γράψε όσο αντέχεις, όμως αν
πάλι σκοντάφτει, πάλι αρχίζεις
εκείνη την επίμονη
πολιορκία του στόχου, μην
ενδώσεις, κι έχε
τον νου σου, κίνδυνος
μεγάλος να ξεγελαστείς, η γνώμη μου
καλύτερα άφησέ το
στη μέση του ή στην αρχή του, άφησέ το

μικρό
πολύ μικρότερο κακό από ένα
παραφορτωμένο
ποίημα που θα βολοδέρνει
μετέωρο μεταξύ
ποίησης και αφόρητης
πεζότητας, λυπήσου-το

αυτό το αδικημένο ποίημα, λυπήσου.



                                                                  Σωτήρης Σαράκης




Πηγή: Περιοδικό Σταφυλή τχ. 4, Απρίλιος 2023.

Στην επάνω εικόνα:
Vincent van Gogh, «Evening: The End of the Day» (after Millet) (1889).



Το 4ο τεύχος του περιοδικού Σταφυλή


Τρίτη 15 Ιουνίου 2021

Σωτήρης Σαράκης, "Ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη"




ΠΡΟΣ ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ


Θρηνούσε ο σκύλος μες στον ύπνο μου
τη μοίρα του, θρηνούσε
σκύλος ποιμενικός χωρίς βοσκό, χωρίς
κοπάδι, ο τελευταίος
της γενιάς του, χρόνια
στ’ ανήλιαγα της μνήμης
παραδέρνει, χρόνια
ουρλιάζει απελπισμένα, ποιος
να τον ακούσει, χάθηκε
νιώθει προδομένος, τίποτε
δεν καταλαβαίνει, προσπαθώ
να του εξηγήσω

χάθηκε ο σκύλος μας σε χρόνια
παιδικά, τίποτε
δεν καταλαβαίνει, όπως κανείς μας
τίποτε δεν καταλαβαίνει, προσπαθώ
να του εξηγήσω, τ’ ανεξήγητα
να του εξηγήσω, ώσπου
καταλαβαίνω που θρηνούσε
ο σκύλος μες στον ύπνο μου
τη μοίρα μας

θρηνούσε.




 
Η ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ


Τρεις τοίχοι για μιαν άνοιξη
βαθιά στη Σαντορίνη
κοιτάζεις με κατάνυξη
που ανθίζουνε οι κρίνοι
πετούν τα χελιδόνια
τώρα χιλιάδες χρόνια

μέσα από θρήνους, οδυρμούς
των ηφαιστείων παροξυσμούς
να βλέπεις με κατάνυξη
ανέγγιχτη την Άνοιξη!





ΚΥΠΡΟΣ 1955
            ή
Η ΕΞΗΓΗΣΗ

                                  Στον Νίκο Ορφανίδη


Φύγατε από παντού, ξέσπασε ο Έλληνας
της Κύπρου, φύγατε
απ’ τον πλανήτη, φύγατε
κι απ’ τη γειτονιά μας, μόνο
σ’ εμάς εδώ τα έχετε στυλώσει
μα τι ’ναι αυτό που σας κρατάει
με τόσο αρρωστημένο πείσμα, δεν ακούτε
που ελληνικά χτυπάει η καρδιά μας
με το ζόρι αδύνατο
να μας κρατήσετε άλλο, πότε
επιτέλους το βαρύ σας χέρι
θα πάρετε από πάνω μας; ποτέ
ήρθε κοφτή η απάντηση
ποτέ και μην τα μπλέκεις, μην ξεχνάς
πληρώσαμε για ετούτο το νησί
για κοίταξε καλά τη Συμφωνία
χρήμα ζεστό στο χέρι τού Σουλτάνου

πήγαμε αλλού με στόλο και στρατό
χάσαμε ναύτες και στρατιώτες, όμως
για ετούτο το νησί δώσαμε λίρες, χρήμα
ζεστό στο χέρι τού Σουλτάνου, αλίμονο
πονάνε τα λεφτά, ποιος δεν το ξέρει, και απορώ
τέτοια ιδέα πώς σου πέρασε απ’ τον νου
τέτοια ιδέα ν’ αφήσουμε νησί
ακριβοπληρωμένο!




 
ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ


Παιδί που χάθηκε στο δάσος
τρέχει χαρούμενο κάτω απ᾿ τα πεύκα
δεν ξέρει παίζοντας που έχει χαθεί

ή μήπως ξέρει και γι᾿ αυτό
τρέχει χαρούμενο κάτω απ᾿ τα πεύκα
γλιστράει, σκοντάφτει, δεν σταματάει
βγαίνει στα ξέφωτα, το χέρι απλώνει
φτάνει, αγγίζει τον ουρανό

ξέρει να κρύβεται, δεν θα το βρούνε
ξέρει να κρύβεται, δεν θα το μάθουν
που έχει χαθεί, καθώς απλώνει
το χέρι αγγίζει τον ουρανό

τον βλέπουν χρόνια σ᾿ ένα γραφείο
σ᾿ ένα κατάστημα, στις δεξιώσεις
κανείς δεν ξέρει που είναι παιδί
σ᾿ εκείνο το δάσος σχολικής εκδρομής
σ᾿ εκείνα τα ξέφωτα, το χέρι του απλώνει
αγγίζει, ανοίγει τον ουρανό.




 
Από τη συλλογή «Ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη», Κουκκίδα 2021.

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

Σωτήρης Σαράκης, "Η τελετή"




GRYLLUS CAMPESTRIS


Θέλω ν’ ακούσω ένα τριζόνι απόψε.
Απόψε που ’ναι η νύχτα έτσι γλυκιά και φεύγει
φεύγει κι αυτό το καλοκαίρι ώρα την ώρα
θέλω ν’ ακούσω ένα τριζόνι να επιμένει· όμως το θέλω
να ’ναι τριζόνι γνώριμο, από κείνα
των πρώτων μου καλοκαιριών, εκείνα
τα ανεξίτηλα.

Ποιος ξέρει αν
μεταναστεύουν τα τριζόνια
ζουν μοναχά ένα καλοκαίρι, ίσως αλλάζει
τόπο τον τόπο ο ήχος τους, πώς να γινόταν
ν’ ακούσω απόψε ένα τριζόνι απ’ τα δικά μου, απόγονο
εκείνων των παλιών, των παιδικών
ένα τριζόνι Αμπελιωτάκι.

Αμέτρητα γύρω απ’ το σπίτι, νύχτες μακρινές
μεγάλες νύχτες
νύχτες βαθιές ως πίσω απ’ τη ζωή
εκείνα τα εντόπια έντομα
σίγουρα βρίσκονταν εκεί πολύ προτού φανούν
οι πρώτοι της δικής μου της γενιάς
θα παραμείνουν κι όταν
θα ’χουν σκορπίσει οι τελευταίοι

θέλω ν’ ακούσω ένα τριζόνι απόψε, μακρινό
βγαίνοντας από νύχτες παιδικές να συνοδεύει
με τη σοφή του υπόκρουση το τέλος
ενός −ακόμα ενός− καλοκαιριού.





ΘΑΝΑΤΟΣ


Όντως λαμπρά, μεγάλα ονόματα
Λυκούργου και Σωκράτους
Αναξαγόρα, Ικτίνου, πιο πέρα η Σοφοκλέους, δεν
      τελειώνουν
λεροί, πλην πολυσύχναστοι
κι οι τοίχοι μαυρισμένοι αν τους κοιτάξεις
οι τοίχοι μαυρισμένοι από καπνούς
αδιάκοπων αυτοκινήτων, τ’ άλλα
πέφτουνε κάπως μακριά, δε φαίνονται από δω
ποιος Ελαιώνας και ποια θάλασσα, μα ωστόσο
νιώθεις αχνά την παρουσία τους κι ο ήλιος
περνάει, κανείς μας δεν τον βλέπει, στάζουν
τα κλιματιστικά στα μισοπεζοδρόμια, όλοι
καιγόμαστε μεγάλα καλοκαίρια, οι κάργες
έχουνε μεταμορφωθεί σε περιστέρια

κοπάδια τα βαριά τα περιστέρια στη γυμνή πλατεία
πλήθουσα η αγορά, πλούσιες όλες οι μερίδες, πάνοπλοι
οι αστυνόμοι, πρεζόνια, τσιγαρούδες, μετανάστες
πάγκοι, περίπτερα μ’ εφημερίδες, βιαστικοί
      αναγνώστες
αγνώστου επαγγέλματος, κι όσο για κείνα
      τα κρεμμύδια
πάει καιρός που απάλυναν, σχεδόν δεν καίνε
φρουρές και μπάντες ξεχασμένα, οι τράπεζες
      πυκνώνουν
δεν έχει εδώ μπαλκόνια και ζουμπούλια, μόνο
      απλώνεται
ένα μεγάλο δάσος διασπασμένο, είναι φυτά εσωτερικού
χώρου και χρόνου, όλο θεριεύουν

να μη σου τα πολυλογώ, πες μου αν μπορείς
πες μου εσύ που ξέρεις απ’ αυτά, τώρα τι κάνουμε
μ’ αυτήν εδώ την Πρέβεζα στο κέντρο της Αθήνας;





ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΥΧΑΙΑ ΠΟΙΗΤΕΣ


Δεν είμαστε τυχαία ποιητές, δεν είναι τρόπος
αυτός για να περνά η ώρα κι ούτε
θα πέφταμε σε τέτοιον παιδεμό χωρίς αιτία· σκέψου
σκέψου τις ώρες τις αμέτρητες που ’χεις βασανιστεί
να πάρεις μιαν απόφαση, κι ας γνώριζες
ας γνώριζες καλά πως είναι
παρμένη η απόφαση χιλιάδες χρόνια πριν
σκέψου λιγάκι την παράλογη ζωή μας
κι εμείς από καταβολής να ψάχνουμε
σκοπούς, να επινοούμε σχέδια
πώς να χωρέσει ο νους μας τόσο τίποτα

δεν είμαστε τυχαία ποιητές, μοχθούμε ολοζωής
το αχώνευτο λιγάκι να ξορκίσουμε.





ΕΔΙΖΗΣΑΜΗΝ...


Σε σκοτεινά υπόγεια σε γυρεύω.
Σε σκοτεινά υπόγεια σε γυρεύω, χάνομαι
σε δαιδαλώδεις διαδρομές
αναρωτιέμαι
γιατί σε ψάχνω, τι ’ναι αυτή η έγνοια

δεν πρόκειται ποτέ μου να σε βρω
δε θα σε βρω, δε θα σ’ αγγίξω μόλις
απλώνω με λαχτάρα να σε ψηλαφίσω είσαι μακριά

γιατί να κρύβεσαι, πίσω από χίλια πρόσωπα
      να κρύβεσαι και πώς
να ζήσω μ’ έναν άγνωστο ολόκληρη ζωή
πληθαίνουν τα ερωτήματα, πληθαίνουν
οι εκδοχές
περνούν τα χρόνια

περνούν τα χρόνια, μια σοφία λυτρωτική
σε σκοτεινά υπόγεια συσσωρεύω.





ΤΟ ΤΡΕΝΟ


Μπαίνεις στο τρένο, λες θα κατεβείς
στον τελευταίο σταθμό, εκεί
που θα ’χεις ως την άκρη του εξαντλήσει
το δρόμο, θα ’χεις δει τα πάντα, θα ’χεις ζήσει
αυτό το υπέροχο, μοναδικό ταξίδι
που η τύχη σου έτσι γενναιόδωρη
βουλήθηκε, τυφλή, να σου χαρίσει, όμως κάτι

κάτι συμβαίνει εκεί, στον ενδιάμεσο σταθμό
και κατεβαίνεις, άσκοπα
σε δρόμους ασαφείς περιπλανιέσαι, χάνεσαι
σ’ ερημιές ατέλειωτες, μόνο θυμάσαι

θυμάσαι ακόμα το ταξίδι που παράτησες
τον τελευταίο σταθμό που δε θα φτάσεις
ποτέ σου δε θα δεις, πόσα έχεις χάσει, μόνη
παρηγοριά σου τώρα μια υποψία
φαίνεται αυτό το τρένο πως δεν έχει
δεν έχει τελευταίο σταθμό, κανείς δε φτάνει
εκεί, τυχαία
ο κάθε ταξιδιώτης ανεβαίνει, κατεβαίνει
δεν έχει το ταξίδι αυτό λογαριασμό

δικές σου ματαιότητες, δικές σου
πλάνες οι ενθουσιασμοί, τα σχέδια, μα ωστόσο
πώς ν’ αντισταθείς, σε πνίγουν τα ερωτήματα,
     ποιος ήταν
ο ενδιάμεσος σταθμός, γιατί κατέβηκες, πού πας
ποιος σ’ έριξε σ’ αυτές τις ερημιές
πώς έμπλεξες σ’ αυτό το τρένο που δεν έχει
απάντηση καμιά, μόνο ερωτήματα
μόνο ερωτήματα και δρόμο χωρίς άκρη
χωρίς τέλος.





Από τη συλλογή «Η τελετή», εκδ. Νεφέλη, 2006.
Πηγή: «Στιγμή στο χάος (Ποιήματα 1999-2010)», εκδ. Κουκκίδα, 2014.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Σωτήρης Σαράκης, "Ψηφιδωτό από άφαντες ψηφίδες"




ΑΠΟΨΕ


Απόψε γύρισε ο καιρός.
Απόψε γύρισε ο καιρός, φυσάει
ένας δυνατός βοριάς
δεν τον ακούς
φυσάει, βουίζουν τα πλατάνια ανταρεμένα
δεν ακούς

απόψε γύρισε ο καιρός, τελειώσαν
ξαφνικά οι γαλήνιες μέρες
τις βλέπεις, φύλλα πλατανιών
μέσα στον άγριο άνεμο
τις βλέπεις, φύλλα πλατανιών
δε στέκουν πουθενά

δε στέκουν πουθενά, πού να σταθούν
πώς να σταθούν
φύλλα στη δίνη του καιρού, σκορπίζουν
χάνονται
ποιος ξέρει

ποιος ξέρει τι καιρούς, πόσον καιρό
ήσυχα οι γαλήνιες μέρες κυοφορούσαν
τη νύχτα την αποψινή
κανείς δεν ξέρει τίποτα, ποτέ

απόψε γύρισε ο καιρός, φυσάει
ένας δυνατός βοριάς
πού βρίσκεσαι, δεν τον ακούς
πού βρίσκεσαι, θα φέρει καταιγίδα

φύλλα
των πλατανιών οι μέρες μας
στη δίνη των καιρών.





ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ


Ψάχνω για μια σελίδα φως
μια αχτίδα λέξεις.
Μου πήρε μιαν ολόκληρη ζωή να ψάχνω
μια σελίδα φως να σου χαρίσω.
Τύχη να πέσεις, να βρεθείς σε τόνο αληθινό
δύσβατοι δρόμοι, δύσκολα περάσματα.
Μια ολόκληρη ζωή να προσπαθώ
με δαιδαλώδη ελληνικά να σου εξηγήσω
ν’ αγγίξω αισθήσεις στη βαριά τους νάρκη,
    κάπως ν’ αποσείσω
τα τερατώδη αυτονόητα.

Κι ίσως ποτέ δεν ένιωσες, στιγμή
του μόχθου μου η σελίδα να σου λείπει.
Όμως κι εγώ δεν ένιωσα, στιγμή
πως θα μπορούσα −επιτέλους!− και να σταματήσω.





ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΟ


Συννεφιασμένος ουρανός, Μεγάλη Πέμπτη
ανάμεσα πικρά βουνά κι έρημους κάμπους ταξιδεύεις
δυο αργά πουλιά μονάχα σε κοιτάξαν

κανείς δε ρώτησε πού πας, κανείς δεν είδε
πίσω απ’ τα μάτια σου ένα φως να σβήνει
μέρες με συννεφιά Μεγάλης Πέμπτης ταξιδεύοντας
χωρίς να φτάνεις πουθενά, χωρίς
πια να θυμάσαι πότε κίνησες, για πού
κι αν ήρθε, πέρασε η Ανάσταση, δεν το ’μαθες
ποτέ δε θα το μάθεις
μετέωρος σ’ άχρονο ταξίδι ανάμεσα σε μια
δοσμένη καταδίκη και μια σταύρωση
μετέωρος σ’ άχρονο ταξίδι απ’ την ταφή
ως τη λησμονιά

δυο αργά πουλιά, στον ουρανό
πριν σβήσουν, σε κοιτάξαν.





ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Ήρθε νωρίς αυτό το καλοκαίρι.
Ήρθε νωρίς αυτό το καλοκαίρι εδώ
με την υγρή του ζέστη, με τα φίδια
οι πυρκαγιές
ανάβουνε, κανείς
δεν είναι να τις σβήσει

ήρθε νωρίς και δε θα φύγει, όλοι το ξέρουν
μιλούνε χαμηλόφωνα
για ποτισμένους κήπους, για μελτέμια
ακούγονται
μες στη φωνή τους αναρίθμητα τζιτζίκια, μεσημέρι
της μεγάλης μέθης

ήρθε νωρίς αυτό το άγριο καλοκαίρι.





ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ


Η μέρα ήταν ακίνητη, βαριά, του φθινοπώρου
η μέρα ήταν ακίνητη, βαριά, δεν προχωρούσε
ήταν μονάχα
η γκρίζα συννεφιά της, σκέπαζε
τον ουρανό αδιαπέραστη
έτσι κύκλωνε τη γη
σε βλέπω ακόμα, βυθιζόσουν
όλο βυθιζόσουν, τότε φάνηκε
άγνωστο πώς, άγνωστο από πού
φάνηκε
ένα κίτρινο φύλλο
έπεφτε αργά σαν ξεχασμένο
έφτασε στο χέρι σου

κι ήταν εκείνη τη στιγμή
σαν όλα τα φθινόπωρα της ζωής σου
όλα σου τα φθινόπωρα εκεί
στο πρόσωπό σου εκείνη τη στιγμή.





Από τη συλλογή «Ψηφιδωτό από άφαντες ψηφίδες» (2003).
Πηγή: «Σωτήρης Σαράκης, Στιγμή στο χάος [Ποιήματα 1999-2010]»,
εκδ. Κουκκίδα, 2014.

Στην εικόνα: Vincent van Gogh, «The Mulberry Tree» (1889).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

Σωτήρης Σαράκης, "Στο σιδεράδικο της Λήμνου"



Ο ΚΛΟΟΥΝ


Ο κόσμος μ’ έχει εδώ για να γελάει, ο κόσμος
πώς ν’ αντέξει αν δε γελάει, ο κόσμος
έχει μεγάλες δυσκολίες, εγώ
το ξέρω αυτό καλά, ο κόσμος
πάσχει εκ γενετής και δεν υπάρχει
γιατρειά, κοιτάξτε
το θλιμμένο γέλιο μου, κοιτάξτε
το ασταθές μου βάδισμα, το αβέβαιο,
ακούστε, προπαντός ακούστε
τον κόσμο που γελάει, τον κόσμο
που ’ρχεται κάθε βράδυ εδώ, που μένει
εδώ, δε φεύγει, πώς να φύγει, πού
να πάει

             εδώ
είναι ο κόσμος και δεν έρχεται, δεν φεύγει, εδώ
από καταβολής και μέχρι τέλους
είναι ο κόσμος και γελάει
απεγνωσμένα.





ΗΣΟΥΝ ΕΚΕΙ


Ήθελα τόσα να σου πω
μα ήτανε στ’ όνειρο κι οι λέξεις
πήγαιναν αλλού κι εγώ
δεν ήξερα ποιος ήσουν, μάνα
ή πατέρας, αδερφός, εκείνος
ο λυτρωτικός εξομολόγος,
των δέκα χρόνων μου η καλή
δασκάλα, κάποιος άλλος, ήθελα
τόσα να σου πω γιατί περάσαν
χρόνια και χρόνια κι η ζωή
τελειώνει κι όσα μένουν
κατακάθι όλο βαραίνουν,
τα ριζικά που ορίσανε
το ριζικό μας, φτάνουν
μαζί μας ως την άκρη, ασήκωτα
μας πνίγουν, κι ήσουν
εκεί, δεν είχα τρόπο
να σου πω κι όλο μιλούσα, τίποτα
δεν έλεγα γιατί
ήμασταν στ’ όνειρο κι οι δυο
τόσο κοντά χαμένοι

έτσι συμβαίνει στ’ όνειρο, έτσι όταν
έχουν περάσει χρόνια
και χρόνια, βρίσκεσαι
στην άκρη και κανείς
δεν είναι πια κανείς που ήσουν
παιδί κι ήταν μεγάλος, πώς,
ποιος μέσα στ όνειρο ν ακούσει,
να γνωρίσει γλώσσα παιδική
φτασμένη ως τα ψελλίσματα του τέλους;





ΤΟ ΔΑΚΡΥ


Είδα καλά το δάκρυ, κύλησε
στο πρόσωπό της, μάνα,
της λέω, γιατί κλαις;
− ιδού τώρα τα δύσκολα, πώς
εξηγούνε στον εξάχρονο ότι
δεν κλαίνε μονάχα στις συμφορές! − ε, νά,
μου αποκρίνεται, είδα τ’ αδέρφια σου
να, εκεί, και πράγματι
απέναντι, μακριά, μόλις που ξεχώριζαν
ο Γιώργος με τον Δημητράκη
(στα είκοσι τέσσερα, στα δεκαοχτώ
τους χρόνια παλικάρια) ανηφορίζαν
προς τον Άη Βλάση, όμως αυτό
δεν ήταν, ασφαλώς, απάντηση κι εκείνη
συνέχισε, ε να, τα είδα κι άρχισα
να σκέφτομαι, πώς ήρθα, πότε, εδώ
πώς μεγαλώσαν τα παιδιά μου, αδύνατο
να καταλάβω το παραμικρό, έμεινα
με την απορία

                           κι έπρεπε
να περάσουν χρόνια
και χρόνια, τα δικά μου
χρόνια, για ν’ αντιληφθώ
ποια η σχέση ανάμεσα σε δυο
παιδιά που μεγαλώσαν και στο δάκρυ
της μητέρας τους, να νιώσω
από ποια βάθη ξεκινάει το δάκρυ
της μάνας που βλέπει ξαφνικά
τα δυο παιδιά της να ’χουν μεγαλώσει.





ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Το ποίημα βγαίνει απ’ το μέλλον.
Το ποίημα βγαίνει απ’ το μέλλον, όταν
το δέντρο αυτό, υπέροχο
εν μέσω των ομοίων του θα ’ναι
λουστραρισμένο έπιπλο, «σκρίνιο»
ή άλλως σύνθετο σε σαλόνι
αστών και όταν
το άλλο δέντρο, εκείνο
το φρέσκο, το λιγνό που ώρα την ώρα
υψώνεται κι απλώνει τα κλαδιά του θα ’ναι
σκόνη και στάχτη ως τα πέρατα
του κόσμου, σκόνη
και στάχτη νιόφυτο δεντράκι που ’καψε
ο κεραυνός, το ποίημα
βγαίνει απ’ το βάθος, βγαίνει
απ’ την κρυψώνα του όταν
θα ’χουν αυτά συντελεστεί, έρχεται απρόβλεπτο
έρχεται σου χτυπάει την πόρτα κι αν

αν βρίσκεσαι κι εσύ στο μέλλον, τότε
πιάνεις μολύβι και χαρτί, πιάνεις
το ποίημα.





ΑΥΤΟΣ Ο ΓΕΡΟΣ


Αυτός ο γέρος
έγραψε ποιήματα.
Αυτός ο γέρος πάλεψε πολύ
να εκφράσει στη ζωή του το ανέκφραστο.
Γνώριζε
πως δεν θα το πετύχαινε, ακόμα κι όταν
κάποιες ελάχιστες στιγμές κατάφερε
ν’ αγγίξει, φευγαλέα να ψαύσει
το ανέκφραστο, ήξερε καλά
πως πίσω θα γυρνούσε μ’ άδεια χέρια
όμως αυτός
επέμενε και τώρα

τώρα που αγγίζει πια το τέλος, φεύγει
με ήσυχη συνείδηση
και προπαντός
κρατώντας κάτι σίγουρο
στα χέρια του, τη μόνη
βεβαιότητα, γνωρίζει
πως υπάρχει το ανέκφραστο.





Από τη συλλογή «Στο σιδεράδικό της Λήμνου», εκδ. Κουκκίδα, 2017.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

Σωτήρης Σαράκης, "Στις προθήκες"




ΣΤΙΣ ΠΡΟΘΗΚΕΣ


Τιμώ, ασφαλώς, τα ένδοξα
εκθέματα που δεν αγγίζει ο χρόνος
τιμώ τον στιβαρό
Ηνίοχο στους Δελφούς, τον Δία (ή Ποσειδώνα)
–κραταιό!– του Αρτεμισίου, τον ωραίο
Ερμή του Πραξιτέλη, κι άλλα
πολλά, της τέχνης απαράμιλλα
μνημεία, πλην με τα χρόνια
απόχτησα κι ετούτο το κουσούρι
ώρες
να στέκομαι μπροστά σε μια προθήκη
με σκεύη ταπεινά, χρειώδη
του καθ’ ημέραν βίου
κι άλλα ψιλολόγια

ώρες να στέκομαι, να τα κοιτώ
είτε περίτεχνα, είτε
απλοϊκά, χοντροκομμένα
και να ρωτάω τους ξεναγούς
να γυροφέρνω

                                                  τα κοιτώ
βυθίζομαι
σ’ αυτές τις ανεξάντλητες προθήκες.





ΜΑΡΜΑΡΙΝΟ
ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΧΕΡΙΩΝ
ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ


Κάποιος το φρόντισε αυτό.
Σπάραγμα από σκηνή δεξιώσεως
επιτυμβίου αναγλύφου, κάποιος
το φρόντισε ασφαλώς.
Τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., το φρόντισαν
προσωπικώς ο Χρόνος
με τους είκοσι τρεις
αιώνες του, η Τύχη
με τις αμέτρητες συμπτώσεις της.
Μια ζεστή χειραψία
του ζωντανού με τον νεκρό, μείναν μονάχα
τα δυο σφιχτοδεμένα χέρια απ’ τον καρπό
και κάτω, τίποτε
άλλο, αν είχε
μείνει σώο το ανάγλυφο
θα το θαυμάζαμε σε θέση πιο
περίβλεπτη, όμως
έτσι όπως στέκει τώρα εδώ
αυτό το απομεινάρι, θραύσμα
ταπεινό στην ταπεινή
γωνιά του, πώς
κεραυνοβολεί το βλέμμα, πώς
το καθηλώνει!

Το φρόντισαν προσωπικώς
ο Χρόνος και η Τύχη, ίσως γι’ αυτό
φαίνεται μόλις χθεσινό και κάθε άλλο
παρά τυχαίο, και σίγουρα γι’ αυτό
μόνο γι’ αυτό
έμεινε ακριβώς όπως έπρεπε
να μείνει, μόνο το καίριο, μόνο
τα δυο σφιχτοδεμένα χέρια, η χειραψία
μόνο
το άπιαστο της τέχνης.





ΚΕΡΑΜΕΙΚΗ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ
– ΜΑΓΕΙΡΙΚΑ ΣΚΕΥΗ
                (6ος - 4ος αιώνας π.Χ.)

             τα βήματα γοργά της Ιστορίας κι εκείνο
                                       το βήμα του Κλεισθένη


Πώς θα ’θελα εδώ
μια σίγουρη χρονολογία!
Πώς θα ’θελα να ξέρω εδώ
πότε ακριβώς μπήκε η σχάρα
στη φωτιά πρώτη φορά και πότε
τελευταία!
Στην Αγορά βρισκόμαστε,
στην Αγορά, Μουσείο
Στοάς Αττάλου, εντόπια
τα σκεύη, όμως εδώ
πήρε στροφή μεγάλη ο κόσμος
εκείνον τον καιρό·
                                              πώς θα ’θελα
να ξέρω αν
καθώς ετοιμαζότανε
το δείπνο, σιγοψήνονταν
νόστιμα εδέσματα, λαχταριστά
σ’ αυτήν εδώ τη σχάρα
δίπλα ακριβώς, δυο-τρία
στενά πιο πέρα, ένα
στενό πιο κάτω, μέσα
στην εσωτερική αυλή, μέσα
στο σπίτι, γύρω
τριγύρω εδώ, στη γειτονιά
ώρα την ώρα ο κόσμος
έπαιρνε στροφή

άλλαζε ο κόσμος, άλλαζε γοργά
καθώς σιγοψηνότανε το δείπνο
σ’ αυτήν εδώ τη σχάρα!





ΑΘΥΡΜΑΤΑ


Πήλινο αηδόνι, ψεύτικο
πουλί, φυσάει το παιδί, σφυρίζει
αυτό, θέλει νερό
να κελαηδήσει.

Κόκκινο αηδόνι, πλαστικό
πουλί, τυχαίο απόκτημα
των παιδικών μου χρόνων
κελάηδησε και σφύριξε
ώρες αμέτρητες, ποιος ξέρει πού –
ποιος ξέρει πού να περιμένει
τη σκαπάνη του.

Άγνωστε φίλε, παιδικέ μου φίλε μακρινέ,
ποτέ δε θα ξεχάσω πώς
σφυρίζαμε μαζί, πώς κελαηδούσαμε
το πλαστικό, το πήλινο
αηδονάκι του ο καθένας μας
τι αγώνες κάναμε αντοχής ζαλίζοντας
οι δυο μας τους μεγάλους

όλους αυτούς τους τόσο ανόητα μεγάλους
που αδύνατο να καταλάβουν πως
βρεθήκαμε μαζί δυο ατίθασα
παιδιά με ανάμεσά μας δυομισι
χιλιάδες χρόνια, πώς
τρελά να παίζουμε και να φυσάμε
το πλαστικό, το πήλινο
αηδονάκι μας.





ΑΓΓΕΙΟ ΠΟΣΕΩΣ


Τον ξέρω αυτόν τον τύπο
τον θυμάμαι, τον έχω
συναντήσει σ’ όλα τα μουσεία
αυτόν
με κύλικα, με κάνθαρο,
με σκύφο, μ’ ασημένιο
τάσι στο δεξί του
χέρι, αργά τη νύχτα

αργά, που έμενε μόνος, είχαν σβήσει
τα τελευταία επίγεια φώτα, έβγαινε
στο μπαλκόνι του, έβγαινε
στην αυλή του, αστροφεγγιά
σήκωνε το ποτήρι του
εκστατικός στον ουρανό

κι έπινε
έπινε εκστατικός
στη υγεία του Σύμπαντος.





Από τη συλλογή «Στις προθήκες», εκδ. Κουκκίδα, 2016.