Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λυμπέρη Κλεοπάτρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λυμπέρη Κλεοπάτρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, "Το μηδέν σε φωλιά"




1

ΠΕΡΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ


Le dur desir de durer

Εν δυο, εν δυο, βαδίζω πάνω στη λέξη διάρκεια. Η διάρκεια είναι κάτι άλλο από τη λέξη διάρκεια. Η διάρκεια είναι ιλιγγιώδης. Σαν το μηδέν ιλιγγιώδης. Τόνος του μηδενός και ρυθμός. Η διάρκεια διαρκώς πεινάει. Τρώει τα κόκαλα του χρόνου. Κρατάει όλο το αλφάβητο στην κοιλιά της. Ακόμα κι ο θάνατος τη φοβάται. Τα βιβλία κατατροπώνουν τον θάνατο, έχει γράψει ο T.S.E. Τα βιβλία τρώνε τα κόκαλα του χρόνου. (Για να πούμε του στραβού το δίκιο, η αθανασία δεν πρέπει να ’ναι υπόθεση για λίγους· πάντα υπάρχει κάτι − μια πράξη, μια συμπεριφορά, ένα σχέδιο − που αξίζει να περισωθεί, ν’ αθανατιστεί· ίσως αυτό ακριβώς που δεν έχει πρόθεση να θαυμαστεί. Ενώ η φράση, Το βασικό κίνητρο τον καλλιτέχνη είναι η σταθερή επιθυμία της διάρκειας, ποδηλατεί προς βέβαιη λακκούβα). Άλλα ας μην πω για το κενό.


Το μηδέν κατοικεί σε φωλιά − πτηνά καλλικέλαδα
οι τόσες διάρκειες, οι μικρές οι μεγάλες.




Το αποθανείν και η διάρκεια

Σίβυλλα τι θέλεις; Αποθανείν θέλω
ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ

Μα γιατί τόση φασαρία για τον θάνατο;
Το αποθανείν είναι η σοφία του σώματος που
γλιστράει ως την πιο φυσική του κατάσταση·
δηλαδή, στο μηδέν. Άλλωστε, το σώμα
εξαρχής ετοιμάζεται για τούτο το σχέδιο
δένοντας με σχοινί τη λέξη «σώμα» − ναι,
είναι λέξη πιο βέβαιη από την αθανασία
(της αθανασίας το κύρος, ως γνωστόν,
τίθεται διαρκώς υπό αίρεσιν).

Ενώ το σώμα όλοι το πιστεύουν. Το σώμα
κουβαλάει το αποθανείν σαν το σπίτι του·
εκεί τρώει· κοιμάται· εκεί απλώνει τη χλόη
όπου κυλιούνται οι εραστές
που μόνο για μια στιγμή ανασταίνονται
(η στιγμή αυτή θορυβώδης, σαν το μισοφαγωμένο
αχλάδι στο σχετικό πίνακα του Ντύρερ).

Το αποθανείν θα ονομάσω φυσικό φαινόμενο.
Ενώ το αγαπώ, φυσική αθανασία· κοτζάμ
κωδωνοστάσιο − μια ορθοστασία της ύπαρξης·
ουσία που αναβλύζει πράξεις, λόγους, ασφοδέλους,
φλογερά γεγονότα μέσα στο κερασμένο χάδι
(κύριε Φρόυντ, έχετε αντίρρηση;)





9

ΠΕΡΙ ΕΥΦΩΝΙΑΣ


Λιθοξόος στα λόγια ο φιλόσοφος.
Έχει ξεχάσει: το σύμπαν τέμνεται οριζοντίως και καθέτως
από ιδέες που αναιρούν η μια την άλλη



Ο ποιητής καταλήγει σε συμπεράσματα:

Το επί ματαίω συχνά πυκνά τινάζεται
μπροστά στα μάτια μας σαν τίγρης της Βεγγάλης
− ή σαν μηχανάκι μ’ όλα τα γκάζια ερεβώδη −
εις μάτην έρχεται ξανάρχεται βοά βουίζει
τρυπάει το αυτί      όμως
αποσιωπάται η κάθε του κίνηση, η ορμή του
κρύπτεται υπό, λανθάνει, υποφώσκει
(να φέρνει χαλασμό θα έπρεπε - αντί γι’ αυτό
η ύπαρξη το διώχνει).

Ο ποιητής είναι ανθοπώλης  ( Ποιος αγοράζει;)





10

ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ



          Mens agital melem
Πνεύμα ανακινεί τον υλικό σωρό, γράφει ο
Βιργίλιος. Ο Βολταίρος συμφωνεί. Αλλά ο
έρως είναι μια αιωνιότητα έτσι κι αλλιώς, μέρος
ακανθώδες, σφαίρα πυρός από μόνος του,
κάθε εσπέρα χαμηλωμένο βλέφαρο χωρίς θέα.
Οι πλανήτες ταράζονται από τους εραστές
– στο αγκάλιασμά τους, η αρμονία αναπηδά
στην αγχόνη·
όμως μ’ ένα φιλί, η λέξη άπειρο παρουσιάζεται,
γεμίζει άρωμα το μπουκαλάκι της ένωσης·
(ως γνωστόν, υπό κανονικές συνθήκες
δυο σώματα δεν χωράνε το ένα στο άλλο).
Κι άλλες πολλές αιωνιότητες φτιάχνει η φθαρτή
σάρκα – αυτό το παράδοξο ποιος θα μου
το εξηγήσει;





12

ΠΕΡΙ ΕΝΤΙΜΟΥ ΒΙΟΥ


Cercato ho sempre solitaria vita

Πάντα έψαχνε τη μοναχική ζωή ο
Πετράρχης· αλλά ποιος θα ορίσει τον κτήτορα
του αληθινού; Το να συνυπάρχεις με τους άλλους
μήπως είναι μια ευκαιρία να μάθεις ποιος είσαι;
Κάποιοι συναντιούνται για να πλήττουν
όλοι μαζί – θα απαντούσε ο Σοπενχάουερ.
(Ιδού μια φιλοσοφική εκδοχή που συναινεί
με τον προαναφερθέντα ποιητή.)
Το μόνο σίγουρο, φυσικά, ο θάνατος·
αλλά να ’ναι η φιλία ο αθάνατος κρίνος,
απ’ όπου η μυρωδιά των αιώνων αναδύεται
σαν την μπεσαμέλ της πιο καλής νοικοκυράς;
Λέω να μείνω σπίτι απόψε· ως η πλέον
αναρμόδια, θα εξετάσω τα παραπάνω ερωτήματα·
και ίσως στο τέλος απλώς αναφωνήσω:
δεν υπάρχει λωτός δίχως μίσχο.



Σημειώσεις κουζίνας (VIII)

Είμαι αυτό που μιλά ή ένα άλλο;
(Το ερώτημα παλιό· επανέρχεται με καλπασμό).





16

ΠΕΡΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ


Δωμάτιο με θέα

Ο ποιητής κοιτάζεται στα πράγματα μέσα στο σπίτι· η φύση του σπιτιού ξέρει ν’ αλλάζει συνεχώς· πέφτουν καρέκλες και τσακίζονται, πηδάνε άλογα στις πολυθρόνες. Οι νύχτες βόσκουν στα πατώματα. (Αν τις ταΐσεις ποιήματα θα χορτάσουν;) Λάμπα μου φέξε, το σώμα κόβεται σε πολλές λέξεις, οι λέξεις βγάζουν τα ρούχα τους. (Τη νύχτα που πέθανε ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, ήρθε στον ύπνο μου και μου είπε: Τα ποιήματα είναι οι σκιές των δασών).




(Η όραση συνήθως αυταπατάται; O Mπόρχες νομίζω θα έλεγε: η όραση είναι βιβλιοθήκη· ομοίως κι αυτή περισυλλέγει το ένα το άλλο. Πολλές φορές γλιστράει και φεύγει χωρίς να βλέπει αυτό που συμβαίνει. Μια βιβλιοθήκη δεν είναι βοσκός αλλά δοχείο με φτερουγίσματα. Όμως το ζητούμενο, η σοφία, πάντα εχθρεύεται τα τοπία της σκόνης· ζει κρεμασμένη σε μια αιώρα που δεν περιμένει τον κουνιστή της αλλά την αδαμάντινη χαρά τού ουδέν οίδα.)





18

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου

Ποίημα, σε λίγο θα φύγεις, θα πάρεις
τους δρόμους σαν σκύλος
σαν ντάλια κομμένη – τι θα έχω τότε,
ποιος θα είμαι; σε τι κατοικίες θα πλαγιάζω
χωρίς φαΐ, χωρίς νερό, χωρίς κορμί;

Ποίημα, μου ρίχνεις τόσους σκοτωμένους
να με σκεπάσουν όλα τα υπαρκτά
και τα κατεβατά της ερήμου
όλοι οι άνεμοι, οι σχηματισμοί πτηνών και οι
φωλιές τους, οι θύελλες οι αισθηματικές τους.

Ποίημα, συ ο παρών, ο ενεδρεύων
σε κάμπους πίσω από μάτια και μυαλά,
σε όλα τα λόγια που με διώχνουν από τη
φωλιά, σε οράματα που φτύνουν στο στόμα μου
όπως οι σαμάνοι
μα και σε ουρλιαχτά των Άλπεων
(τόσο πολύ χιόνι μαζεύεται όταν λείπεις)

Ποίημα, ποιος είσαι; Ποιοι είμαστε όλοι οι
κρυμμένοι στον έναν αυτόν που τώρα μιλά;
Αν γίνεις ο ρυθμός, το σχήμα, το ρίγος
το στήθος των φτερωτών ζηλωτών των γλωσσών
σαν λαμπάδα του Πάσχα θ’ ανάψεις
σαν έρως του Ενός
−μνήσθητί μου, Ποίημα, όταν έρθεις εν τη
βασιλεία σου στο σπίτι του Κανενός.




(Μούσα συμπλήρωσε εσύ ό,τι χρειάζεται να συμπληρωθεί)



Το ωραίο είναι ατίθασο σαν ξίφος





Από τη συλλογή «Το μηδέν σε φωλιά», εκδ, Γαβριηλίδης 2018.

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, "Ποιήματα"





Η χαμένη ζωή της Κατερίνας Β.


Όχι δεν είναι χαμένη αλλά ξοδεμένη.
Γιατί χάνω σημαίνει απόλλυμι
κι εγώ δεν απώλεσα τίποτε πιστέψτε με.
Καρποί μου τα αναρίθμητα σώματα
βλέφαρα, ευωδιές κήπων, μηλιές
πτηνά που πετούσαν χαμηλά
ταξιδεύοντας στην ιερή μοναξιά μου.
Τι βίος ενάρετος αυτές οι επαρχίες
να κρύβεσαι, να κρύβεις, να σε κρύβουν
με ραπτομηχανές να διηγείσαι
την αιδώ που φέγγει στις λαγόνες.
Όμως τις νύχτες δεν απώλεσα πιστέψτε με.
Όταν τα δώματα βυθίζονται στο σκότος
τότε καλπάζει ο αναμενόμενος
μες στις πτυχές του φουστανιού μου
τότε κοχλάζουν τα νερά
και τρέμει η Αχερουσία.


                (από τη συλλογή «Ο μοτοσικλετιστής θάνατος»
                 Εκδόσεις Κάβειρος 1990)





Ος τα πανθ’ ορα


Ο αφέντης έρωτας και κύριός μου
ος τα πανθ’ ορά κι εξουσιάζει
αυτός αυτός υψώνει το φονικό εγχειρίδιο
αποσπώντας εκ του σώματος τον τράχηλο
δήμιος αυτός με χεράκι φιλότιμα.
Έτσι το πλήρες αντηχεί
στο θρόισμα και στην αφή μισοφοριού
όταν τεντώνουνε σχοινιά
και πιάνεται σε δόκανο το τέρας.
Βαθιά βαθιά στη νύχτα των στομάτων
βαθιά με τους νεκρούς μου μαζεμένους
στο χαλινό της γλώσσας
στριγκές φωνές ναυαγοσωστικών.
Βούιζε το κρεβάτι σου
σαν Ιορδάνης ποταμός
πέφταν σεντόνια σχίζοντας το σκότος
απόσπασμα σύντομο του βίου μου
ενθύμιο της σάρκας
αίμα μου φαρμακωμένο.
Δέρμα πάνω στο δέρμα
κατάσαρκα να σε φορώ
ότι γυμνό και πένη μ’ άφησες
μες στην πυρά να ξαναβρώ τα μέτρα μου
στιγμές που με κατείχε η αθωότητας
προτού χαλάσω με έργα και με λόγια.


                (Από τη συλλογή «Μικρή Φιλαρμονική»
                 Εκδόσεις Ίκαρος 1993)





Η Χρησιμότης των λέξεων


Μπαίνοντας στα πάθη κι από πάθη βγαίνοντας
βρέθηκα χωρισμένος απ’ τη φύση μου
με τις σάρκες στα δόντια των σκύλων
άκουσα τότε τον κρυφό μου πολυέλαιο
να θορυβεί, νύχτα στους εξώστες.
Έτσι εξέρχονται τα ποιήματα, πάμφωτα,
σαν χριστουγεννιάτικα δέντρα
μεγαλωμένα στη φρίκη της γιορτής
κι απ’ τους δεσμούς των λέξεων, ο εχθρός
ξεβράζεται πνιγμένος
μέσα στην τόση προετοιμασία.


                (Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό
                 Ποίηση, 2ο τεύχος, 1993)





Ωδή στη Σύλβια Πλαθ


Στο σκοτεινό κάδο των ερώτων, το κεφάλι της
Σύλβια είχε αποκοπεί απ’ το σώμα.
Εκείνη, μια πεταλούδα από φίλντισι, σχεδόν καμένη
(ζώο φτιαγμένο από στάχτη ή από το δεν είμαι ακόμα)
ναύαρχος της οργής, επίμονη δύτης, γι’ αυτό
συχνά πυκνά αποκεφαλιζόμενη.

Λέει: Μην κοιτάτε την τρέλα μου, είναι πρόσχημα
ποιητικό· για να γράφω, επιστρέφω πάντα στη στάχτη·
η τρέλα είναι τόσο βολική· η τρέλα είναι γεμάτη θαύματα·
εκτινάξεις στο μαύρο τετράγωνο του Μάλεβιτς·
πιάνομαι στη απόχη του θανάτου·
το ηλεκτροσόκ, σκέτο υπερθέαμα·
ακάνθινο στεφάνι – σαν αεροπόρος βουτάς
χαμηλά, ψηλά, δεξιά, αριστερά – όλα τα
καλύπτει η άγρια μοναξιά.

Μετά αμμουδιές, φλοίσβοι, βατόμουρα στον
κήπο μου τον παιδικό, μετά η συντριβή, η ιαχή·
σε κάθε πραξικόπημα του μυαλού
συνήθως υπάρχουν νικητές-ηττημένοι·
η τρέλα είναι κόκκινη μπίλια· με παίζει στο
κόκκινο – μια κερδίζει μια χάνει·
το γκάζι είναι πέρασμα για ψυχές
–ανοίγεις το κουμπί, περιμένεις·


                (Από τη σελίδα της ποιήτριας στο facebook, 2017)





Αν η Έμιλυ ήταν λιγότερο λυπημένη

                  Είμαι ο Κανένας. Εσύ ποιος είσαι;
                                   Είσαι κι εσύ ο Κανένας;
                                     ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ


Ο ποιητής καλπάζω με ίππο τις σελίδες
πάνω στη χλόη της Έμιλυ – είμαι κι εγώ ο Κανένας;
Αχ Έμιλυ, πόσο απαλή η ματαιότητα
όταν σε σέρνει στον εαυτό σου.
Αλλά συνήθως ο κανένας είναι κάτι – ίσως το
άλογο που κουβαλάει τον αναβάτη, ίσως το σύννεφο
στο πάνω μέρος του πίνακα
ή στήθος που ξαφνικά τρυπάει και πέφτεις
στο πιο βαθύ σου σώμα.

Αν είμαι ο κανένας που δεν έγινα ο υπάρχων
αν είμαι ο ιππεύων που δεν έγινα ο
επόπτης στις αβύσσους, θα πει πως η λέξη αγαπώ
γέρασε μέσα μου πριν τη γεννήσω
(δηλαδή, πως δεν ξανάφτιαξα το σύμπαν)
γι’ αυτό και μένω στην κοιλιά του αλόγου μου
σαν περιττή αλογόμυγα.

Αν είμαι ο αγαπών ίσως να είμαι ο Κανένας
που η κάθε πράξη του έσωσε τις λέξεις.
Έτσι όμως η ποίηση μάλλον δεν ωφελείται
(πάνω σε τέτοιον ίππο ποιος ποιητής να καλπάσει;)
Γι αυτό ας συντρέχουν ο αναβάτης και ο ίππος
στ’ αγκάθια, στους γκρεμούς, στα φριχτά μονοπάτια
γι’ αυτό ας κουτσαίνει το άλογο
ώσπου ο ιππεύων να υποταχτεί
στην κακή μοίρα που τον έχρισε ποιητή


                (Από τη συλλογή «Το μηδεν σε φωλιά»
                 Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2018)





Στην εικόνα: Arnold Böcklin, «Isle of the Dead», (3rd version) 1883.
(Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons).