Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστάκης Μανόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστάκης Μανόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

Μανόλης Αναγνωστάκης, "Η συνέχεια 3"




Η ΑΠΟΦΑΣΗ


Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψτε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφθείτε το καλά. Θα περιμένω.





ΣΤ’ ΑΣΤΕΙΑ ΠΑΙΖΑΜΕ…


Στ’ αστεία παίζαμε!

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις
        γυναίκες μας
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως
        της ημέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του
        ημεροδείχτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα
        μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω
        τα χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στα ψέματα παίζαμε!





ΕΣΥ ΜΟΝΟ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ…

                                                                        Η.


Εσύ μόνο το ξέρεις
Πώς χάνεσαι τώρα πώς βουλιάζεις
Μέσα στα ωραία χρόνια στ’ άσπρα πουκάμισα
Στ’ άσπρα χαμόγελα στ’ άσπρα καινούρια βιβλία

Εσύ μόνο το ξέρεις πώς βουλιάζεις
Μες στα καινούρια ρούχα στους φρέσκους δρόμους
Στα χειροκροτήματα όταν περνάς
Στους ευγενείς ψιθύρους που πληθαίνουν μπρος σου.

(«Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύαν την πτώση σου»).

Ενέδρες από χειροκροτήματα σαν κούφιες ριπές.





ΑΦΙΕΡΩΣΗ


Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε

Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια.





Από τη συλλογή «Η συνέχεια 3».
Πηγή: «Μανόλης Αναγνωστάκης - Τα ποιήματα [1941-1971]»,
εκδ. Νεφέλη, δ΄ έκδοση, 2000.

Στην εικόνα: Ο Μανόλης Αναγνωστάκης το 1952.
Πηγή για την εικόνα: http://www.greek-language.gr/ || Η Λέξη τχ. 11 (1/1982).

Κυριακή 23 Ιουνίου 2019

Μανόλης Αναγνωστάκης, "Η Συνέχεια"




ΗΡΘΕΣ ΟΤΑΝ ΕΓΩ…


Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση − Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής − πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον
       κόσμο
Στα δυο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των
       πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτε από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας
Γιατί έχει μείνει κάτι −αν έχει μείνει−
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.





ΕΔΩ…


Εδώ
Κάτω από την καρδιά μου
Καρφώθηκαν οι σφαίρες οι πρωινές
Μπήγονται ολοένα πιο βαθιά
Τώρα
(Τώρα, σιγά-σιγά, που ξημερώνει
Και θ’ ακουστεί το σφύριγμα όπου να ’ναι)
Ελάτε
Έλα εσύ Γιώργο, έλα Μιχάλη, έλα Ραούλ,
Μαζέψτε τες μια μια
Είναι δικές σας
Σήμερα το πρωί
Στις πέντε
Πριν βγει ο ήλιος
Πριν, πριν ακόμη απ’ τα καμιόνια
Τις μάζεψα για σας
Και τώρα
Ξερίζωσέ τες απ’ το στήθος μου
Σαν ένα πρωινό χαρούμενο όνειρο
Σαν ένα τέλειο παιχνίδι
Πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
Ανυποψίαστοι στου ύπνου την ενέδρα
Πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
Πριν μάθουν πως εγώ
Είναι γραμμένο για πάντα να ζήσω.





ΤΟ ΣΚΑΚΙ


Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου.
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω;
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ώς την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.





ΟΤΑΝ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ…


Όταν τα βράδια
Τρυπάς το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι
Και ψάχνεις να βρεις
Εδώ ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Εκεί ένα καφενείο που το λέγαμε η «Συνάντηση»
Εκεί ένα σούρουπο ή ένα κρυμμένο βιβλίο −
Όχι, μα δεν την είχα εγώ αγαπήσει.
Αύριο, το ξέρεις, πως δε θα ’μαστε πια εμείς
Κι ύστερα θα σβηστεί κι η θύμησή μας
Και μια γυναίκα θα γερνά ύστερα από χρόνια
Μ’ ένα φορτίο ζωής αβάσταχτο ατέλειωτο
Και μια γυναίκα ίσως να κλαίει σε μια γωνιά
Το στήθος της να το τρυπά μ’ ένα μαχαίρι
Να ψάχνει να ’βρει έναν περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Ένα βιβλίο κρυμμένο ή ένα σούρουπο.

(Και δε θα ’ναι για σένα, ούτε για μένα).





ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ…


Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους
Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες
−Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.

(Ασήμαντες
Απαριθμήσεις
−Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.

Μα πού τελειώνει η μοναξιά;).





Από τη συλλογή «Η συνέχεια».
Πηγή: «Μανόλης Αναγνωστάκης - Τα ποιήματα [1941-1971]», εκδ. Νεφέλη, δ΄ έκδοση, 2000.

Πηγή για την εικόνα: naftemporiki.gr

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Μανόλης Αναγνωστάκης, "Παρενθέσεις"




Τοπίο

Ερειπωμένοι τοίχοι. Εγκατάλειψη.
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δω μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς επιστροφή
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν Άνοιξη.
Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16

Το πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή.




Επιτύμβιον

Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φευγε μια μέρα από κοντά μας
Απρόσιτος, έστω, χειρονομούσε με κινήσεις ανέλπιδες
Ίσως αξιαγάπητος, ίσως −ή μάλλον− συμπαθητικός
Μέσα σ’ εναντιότητες, σ’ αβλεψίες, μ’ αξιοπρέπεια
Με μια χλαμύδα οδύνης ανιστόρητης
Καλλιεργώντας με σύνεση μαραμένα τριαντάφυλλα
Σε σχήμα καρδιάς ή ξεθωριασμένων αναμνήσεων.
Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φευγε μια μέρα από κοντά μας
Τόσο μονήρης, άψογος, κύριος μέσα σε κάθε αποτυχία
Μ’ έναν ήχο αναπότρεπτο −ολέθριος επίλογος−
Ο τελευταίος, αναντίρρητα, μιας παρακμής.




Στον Νίκο Ε… 1949


Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια

Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες.
Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;).





Από τη συλλογή «Παρενθέσεις», 1956

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Μανόλης Αναγνωστάκης, "Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ."




Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.

Στην οδό Αιγύπτου —πρώτη πάροδος δεξιά—
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που
         περνούνε
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά
         τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται η Τράπεζα Συναλλαγών
—εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται—
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
—εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν—
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.



Από τη συλλογή «Ο στόχος», 1970





Η δεύτερη βραδιά της 4ης Λογοτεχνικής Σκηνής (Θεσσαλονίκη 12/12/2015, θέατρο «Άνετον»), ξεκίνησε με την ανάγνωση και δραματοποιημένη απόδοση του παραπάνω ποιήματος του Μανόλη Αναγνωστάκη, σε σκηνοθεσία Άλκη Σπυρόπουλου και Ιωάννας Μήτσικα.
Συμμετείχαν οι σπουδαστές της δραματικής σχολής του θεάτρου Ανδρέας Βουτσινάς, του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών Α.Π.Θ. και του Θεάτρου Τ: Κατερίνα Βαφειάδου, Κυριάκος Βιολάρης, Λάζαρος Βρουλάκος, Δημήτρης Γαλανάκης, Δανάη Γραμμένου, Ιωάννα Θεοδοσιάδου, Βιβή Κατσαρού, Σοφία Κοπαΐδου, Εύη Κρητικού, Νίνα Μαζάνη, Ανδρονίκη Μανουρά, Μαριέλλα Παναγιώτου, Παυλίνα Παπαδοπούλου, Κορνηλία Προκοπίου, Μάκης Σεμερτζίδης, Βίκη Σκορδά, Μαριαλένα Στεργίου, Χρύσα Τσετάκη.
Καθώς το 2015 (έτος Αναγνωστάκη), πλησιάζει στο τέλος του, η ανάρτηση λαμβάνει χώρα για να τιμήσει την προσπάθεια των παραπάνω καλλιτεχνών και να υπογραμμίσει την ευεργετική δύναμη των Τεχνών όταν συνδέονται υπέροχα μεταξύ τους.


Φωτογραφίες: Νώντας Στυλιανίδης

Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Μνήμη Μανόλη Αναγνωστάκη




[Η αγάπη είναι ο φόβος...]

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μάς ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιός θά ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιός θα μετρήσει μια μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.



Από τη συλλογή «Εποχές 3» (α΄ έκδ. 1951)




[Μιλώ...]

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.



Από τη συλλογή «Η συνέχεια 2» (α΄ εκδ. 1956)

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Μανόλης Αναγνωστάκης, "Ο στόχος"




Ποιητική

Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεοτέρους.

Το τι δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.




Ο ουρανός

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν’ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν αποδώ ξυλοκόποι.




Επιτύμβιον

Πέθανες — κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνη, δεν θα ’ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ’σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.




Νέοι της Σιδώνος, 1970

Κανονικά δεν πρέπει να ’χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά — αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην Ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό — κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

(Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;).




Κριτική

Και βασικά, λείπουν οι προεκτάσεις

Αυτή η γοητευτική ασάφεια που υποβάλλει
Δεύτερα πλάνα και απρόσμενες προοπτικές
Που θέτει θέματα ερμηνείας, συζητήσεων,
Υποδηλώνει δομές και αποκαλύπτει ουσίες
Λείπει η παρθενικότητα στην έκφραση, το
άλλοΕντέλει η πρισματικότης των πραγμάτων — λες
Κι έχετε στο χέρι ένα σφυρί και σαν τους γύφτους
Σφυροκοπάτε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι.

Σαν τους γύφτους
σφυροκοπάμε
αδιάκοπα
στο ίδιο αμόνι.



Επίλογος

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα».

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.




Από τη συλλογή «Ο στόχος», 1970
Πηγή: http://www.greek-language.gr/Resources/literature/tools/concordance/index.html?cnd_id=2