Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελισσάνθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελισσάνθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021

Μελισσάνθη, "Το φράγμα της σιωπής"





ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ


Ξεκινάμε ανάλαφροι καθώς η γύρη
που ταξιδεύει στον άνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά
γινόμαστε δέντρα που διψούν ουρανό
κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη
Μας βρίσκουν τ’ ατέλειωτα καλοκαίρια
τα μεγάλα κάματα. Οι άνεμοι, τα νερά
παίρνουν τα φύλλα μας. Αργότερα
πλακώνουν οι βαριές συννεφιές
μας τυραννούν οι χειμώνες κι οι καταιγίδες
Μα πάντα αντιστεκόμαστε, ορθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε με νέο φύλλωμα
Ωσότου, φτάνει ένας άνεμος παράξενος
−κανείς δε ξέρει πότε κι από πού ξεκινά−
μας ρίχνει κάτω μ’ όλες μας τις ρίζες στον αέρα.
Για λίγο ακόμα, μες στη φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο −να πει μια τρίλλια του
στη νύχτα που έρχεται− ένα πουλί.





Ο ΜΑΚΡΙΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ


Κάποτε κλείδωσε το άδειο του σπίτι
Με τις στοιχειωμένες του κάμαρες
κι έριξε το κλειδί του μες στο ποτάμι
(σε κάθε παράθυρο υπήρχε
ένα σιωπηλό παράπονο αρρώστου
που τον εγκαταλείπουν ολομόναχον)
Κανείς δεν τονε πρόσεξε όταν έφευγε
πίσω από το παραπέτασμα της φθινοπωρινής βροχής
Τώρα πήρε να φυσά το ξεροβόρι
ένας ξέθωρος ήλιος χειμωνιάτικος τον ζεσταίνει
δεν ξέρει πού θα τον βρει το βράδυ
ούτε ρωτά πού τελειώνει η οδοιπορία του

Καιρούς ανάσανε νοτισμένο χώμα
δεντρίσια μοναξιά και σιωπή
κατάπιε πάχνα και νυχτερινό αγιάζι
άφινε τη βροχή να τον περονιάζει ως το κόκκαλο.
Ύστερα τον έπιανε μι’ αβάσταχτη πείνα
για την ανθρώπινη ομιλία
για τα κοινά ζεστά, ανθρώπινα λόγια
Μια «Καλημέρα» ή μια «Καλησπέρα» στο χωραφόδρομο
είναι σαν μια γενναία φέτα ψωμί
γλυκό, σιταρίσιο, χωριάτικο ψωμί.

Ξαναγύριζε σε μέρη πολυσύχναστα
άνοιγαν πόρτες ξεχύνονταν κύματα από φωνές
τον έπαιρνε η ζέστα στο πρόσωπο
οι γνώριμες σπιτικές μυρουδιές
Τόσα παράθυρα ολοφώτιστα, τόσοι καινούργιοι άνθρωποι
που ξαναζούσαν από την αρχή, όσα έζησε

Κοντοστεκόταν λίγο και ύστερα πάλι
συνέχιζε την περιπλάνηση
μες στη νυχτερινή διαπεραστική παγωνιά.





ΚΥΚΛΙΚΟ


Ρωτάω το νερό – τι είμαι;
Νερό που χάνεται μέσα στη γη και πάει

Ρωτάω το χώμα – τι είμαι;
Χώμα που κρύβει τ’ απογυμνωμένα οστά

Ρωτάω τον αέρα – τι είμαι;
Αέρας, φωνή που μάταια μάχεται
με τη σιωπή και με το χιόνι

Ρωτάω τη φωτιά – τι είμαι;
Φωτιά που κατατρώει με και δεν σβύνει

Ρωτάω τον ουρανό – τι είμαι;
Ουρανός, δροσιά της κόλασής μου.





Ο ΞΕΝΟΣ


Απ’ το παράθυρο που ανοίγεται στη νύχτα
κυλάει μ’ ενάργεια στον καθρέφτη μέσα
το φως του φεγγαριού
ψυχρό κι απτό καθώς υδράργυρος.
Ποιος είναι αυτός που μ’ ατενίζει
μέσα από το κρύσταλλο
με τα δικά μου μάτια;
Καιρούς το πρόσωπό μου είχα αποστρέψει
φεύγοντας τούτο το βλέμμα
Έσκυβα πάνω από νερά βαθιά κι αφώτιστα
θολά από τις βροχές ποτάμια
Έβλεπα πίσω από τζάμια του ύπνου θαμπά
που ράγιζαν χίλια ραγίσματα
Κι ακροαζόμουν τα ίδια βήματά μου
σαν βήματα άλλου, να με καταφτάνουν
πάλι και πάλι
Όταν σ’ ονείρων λαβυρίνθους κυκλοδίωκτη
από νύχτα σε νύχτα κι από ύπνο σε ύπνο
έφερνα αλαφιασμένους γύρους.

Τώρα, το φως του φεγγαριού αναβλύζει
κυλώντας αργυρόηχα στον καθρέφτη μέσα
Καθώς ο ξένος αναδύεται ολοένα
κι ολοένα, μέσα από το κρύσταλλο.





Από τη συλλογή «Το φράγμα της σιωπής» (1965).
 
Στην εικόνα: Carl Rudolph Krafft, «Night Scene».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

Μελισσάνθη, "Προφητείες"




Ο ποιητής


Είμαι της ζωής ο αλήτης κι έχω για σκηνή
τη γαλάζια σκέπη
Φεύγουν και γλιστρούνε σαν πεντάρες οι ώρες
από τρύπια τσέπη
Πάνωθέ μου, κήποι κρεμαστοί οι ουρανοί
Στης νυχτιάς τον κλώνο
δρέπω τα όνειρά μου ξωτικές οπώρες
Απ’ τα νέφη δένω μαγικές αιώρες
και το στίχο απλώνω −νήμα τεντωτό−
από αστέρι σε άστρο για να περπατώ
Με ρυθμό χορού πηγαίνω και στο πλήθος βιαστικό
καστανιέτες κρούω τις ρίμες κι όλο τραγουδώ
Πλέκω υφάδια νεραϊδένια με το στίχο
υφαίνω σάδια
και στις δημοσιές τα στρώνω
Όπου με βολεί ξαπλώνω
οι φωνές δεν με σκοτίζουν
και φυσούν οι ιδέες χάδια
και με νανουρίζουν
Σμάρι οι κόσμοι από μελίσσια
στα ψηλά στριφογυρίζουν
Απ’ του απείρου την κυψέλη
μες στων στίχων την κερήθρα τα νοήματα περίσσια
στάζουν μέλι

Μαύρο αγκάθι αν μ’ αγκυλώσει
το φαρμάκι του ρουφάω με τα χείλη στην πληγή
και το αίμα μου κι εκείνο σαν γλυκό κρασί
που με δυναμώνει
Κι από τα μισόκλειστα ματόφυλλά μου
σαν απ’ της ψυχής μου κάποια χαραμίδα
της ζωής τα μυστικά κρυφοκοιτώ
Άστρα που κυλούνε και τα δάκρυά μου
στο λαιμό μου γύρα χάντρες τα περνώ
στη λεπτή αλυσίδα
δουλεμένου στίχου
Με το στόμα πάνω στο χρυσό μου αυλό
σαν γλυκό εραστή μου πάντα τον φιλώ
και τα πάθη σαγηνεύω φίδια με τα μάγια του ήχου

Νύχτα, με τα πόδια περπατώ γυμνά
ξεψυχούν λουλούδια
έξω απ’ τις κλεισμένες θύρες τα τραγούδια
Νύχτα δίχως φώτα η πόλη, σκοτεινά
Και περνώ κοιτώντας στ’ ουρανού τα πλάτια
τη ζωή στα μάτια.





Σφίγγες


Μέσα στα σκότη −ω, των πλασμάτων σπαραγμός−
σε τραγική είναι μόνωση οι άνθρωποι κλεισμένοι
Το σώμα ανάμεσά τους στέκεται ως φραγμός
κι αίνιγμα απρόσιτο ο ένας για τον άλλον μένει

Η απόγνωση το ερωταγκάλιασμά τους δένει
κι είναι το φίλημά τους αγωνίας λυγμός
Μα ό,τι κι αν κάνουν μένουν πάντα χωρισμένοι
μάταιος της αγάπης ο εναγκαλισμός

Κρεμιέται απ’ των ματιών την άβυσσο η ψυχή τους
βλέπει του νου να χάσκει ο απύθμενος γκρεμνός
κι ο ίλιγγος σαν κρασί μεθά την αίσθησή τους

Και μες στης νύχτας το μυστήριο τυλιγμένοι
με τ’ άστρα του καθώς τους ραίνει ο ουρανός
σαν Σφίγγες αντικρύζονται οι ερωτευμένοι.





Ησυχασμός


Της ανεμόδαρτης ψυχής μου η λίμνη ακινητεί
και λάδι απόψε χύνεται του ησυχασμού η γαλήνη
στην τρικυμία των παθών, απ’ τ’ ανοιχτό λαγήνι
που η φωτισμένη νόηση του πόνου μου κρατεί

Πλέοντας μέσα στου αχανούς την απεραντοσύνη
γαλάζιοι, απόψε, οι στοχασμοί μου ανοίγονται λωτοί
Κι ανάμεσα σε δυο άπειρα φαντάζει κρεμαστή
καθρεφτισμένη όλη η έναστρη νυχτιά σε μένα ως κλίνει

Μιας νέας επικάλυψης το φως δέχεται ο νους
στης έκστασης τους μαγικούς που υψώνεται ουρανούς
Κι όπως του κόσμου τ’ όραμα γερμένο αντιφεγγίζει

τη νύχτα αυτή στο τρομερό Μυστήριο προσεγγίζει
−Το θαύμα πότε γίνηκε κι ανάβλεψε ο τυφλός;−
Μέσα στου ανθρώπου την ψυχή γνωρίζεται ο Θεός!





Ίλιγγος


Κλεισμένη στου κρανίου μου το γρανίτη
η σκέψη μου οργιάζει και σφυρά
σκάβοντας σπήλαια κι άντρα φοβερά
με φαντασία διαβολικού τεχνίτη

Κι εμπρός σε βάραθρα που ο νους μου φρίττει
μ’ αακράτητην ορμή κατηφορά
Κάτου βογγούνε σκοτεινά νερά
σε χείμαρρου ξεχειλισμένη κοίτη

Της τρέλας ο ίλιγγος παραμονεύει
με του φιδιού το βλέμμα σαγηνεύει
και την τραβάει μαγνήτης στο γκρεμνό

Χίλια γυαλένια μάτια την κοιτούνε
λιθάρια, οι λογισμοί κατρακυλούνε
και ξαφνικά· πηδάει μες στο κενό.





Φρίκη


Απόψε ο νους μου έχει κλειστεί
μες στο κελί του το ρημάδι
Τις μαύρες σκέψεις παίρνει υφάδι
το ράσο πλέκει του ασκητή

Μα ως στημονίζει την κλωστή
του λύχνου σώνεται το λάδι
κι από των τρόμων το πηγάδι
βγαίνει φωνή μουρμουριστή

Στέκει… αφουγκράζεται… κοιτάει
πάνου στα νύχια περπατάει
Κανείς! Παντού ησυχία… Μιλιά

Μες στο σκοτάδι ανατριχιάζει
μ’ άξαφνο γέλιο τον τραντάζει
κι η τρέλα σφίγγει τη θηλιά.





Από τη συλλογή «Προφητείες» (1931).

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Μελισσάνθη, "Τρία ποιήματα"




ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ

Μέσα στο φως σου γίνομαι πουλί
και τραγουδώ όλη μέρα σαν το σπίνο.
Μιας πεταλούδας παίρνω τα φτερά
τα θεία και ολόασπρα σαν το νέο το κρίνο.

Σφαλώ τα βλέφαρα μου, εντός μου φως.
Τ’ ανοίγω· φως παντού, όλο φως τριγύρα·
και λέω: Ήλιε τι θάνατος λαμπρός
μες σε μια τέτοια, θεία φωτοπλημμύρα!




ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ

Απόψε είπα πως μ’ είχες πια κερδίσει,
που ρόδισαν οι πόθοι μου όλοι ανθοί.
«Μα πριν ή ο αλέκτωρ τρις φωνήσει»
Κύριέ μου, σε είχα πάλι απαρνηθεί.

Με κρυφοκαίνε ακόμα πάθη, μίση,
− δεν έχουν οι αμαρτίες μου πια σωθεί −
Της χάρης σου αν ανοίξει μόνο η βρύση
τότε κι η υδρία μου ίσως πληρωθεί.

Το τι μαρτύρησα απ’ τη νύχτα εκείνη,
που άδεια άφησα τη νυφική μας κλίνη
κι αρνήθηκα στα μάτια να σε δω!

Κοίταξε, αν δεν πιστεύεις, τις πληγές μου
δος μου το χέρι σου· να, εδώ, κι εδώ.
Λοιπόν, μ’ αναγνωρίζεις τώρα; πες μου;




ΤΟ ΕΞΩ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΣΑ

Αόριστα βλεπόταν στο γυαλί καθώς
το φως άναβε μιαν αντανάκλαση
μέσα στο τζάμι
κι άξαφνα, είχε μεταφερθεί μαζί με το πολύφωτο
και τα έπιπλα έξω στη βροχή
Έμπλεκαν τα μαλλιά της στα πυράκανθα
που τυραννούσε η θύελλα
κι έμεναν ανέπαφα
Άχνιζε το φλιτζάνι του τσαγιού
σκαρφαλωμένο στο κλαδί που λικνιζόταν
κι ισορροπούσε
Τα δέντρα είχαν ξετρελαθεί απ’ τον άνεμο
ενώ στα ράφια αραδιασμένα τα βιβλία
έδιναν την εικόνα
της τάξης και της θαλπωρής
μιας κάμαρας φανταστικής μεταφερμένης
στη νύχτα και το ρίγος της βροχής.




Από το δίτομο έργο «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΝΘΟΛΟΓΗΜΕΝΗ», εκδ. Ινστιτούτο Διαδόσεως Ελληνικού Βιβλίου, Αθήνα 1980.
Ανθολόγηση, σχόλια, σημειώσεις: Γαβριήλ Πεντζίκης.