Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκόπουλος Θανάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκόπουλος Θανάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Απριλίου 2023

Θανάσης Μαρκόπουλος, "Βροχές Βερμίου"





Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΚΑΙΡΟΥ


Ανάμεσα σε τείχη από χιόνι
και γοφιά σπασμένα
όπως ορίσει ο Θεός ψιθύρισε
με τη σοφία του ζώου
η ανήμπορη μάνα
όταν κάποια στιγμή
το δάσος μπούκαρε απ’ το παράθυρο
κι άστραψαν τα δόντια του λύκου
στο σούρουπο των ματιών της





ΣΤΙΣ ΠΛΑΓΙΕΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ


Παιδί γυμνό μια σπιθαμή
σαλαγάει το κοπάδι
πίνει αφρισμένο γάλα
κρύο νερό στο πηγάδι

Και η σκύλα μπασιούρα
πέτρα πιστή
στο έμπα της στάνης





Η ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ


Ι. Ο ποιητής

Όπου το πόδι του
εκεί κι ο γκρεμός


ΙΙ. Το ποίημα

Απάτητο βουνό δασωμένο
και πού το γεράκι πού το φαράγγι
πού το ελάφι και πού η πηγή
ο αμάραντος και το κυκλάμινο
η νάρκη κι ο κεραυνός


ΙΙ. Ο αναγνώστης

Η τέχνη της λέξης
δεν έχει αυταπάτες
Έχει όμως το δικαίωμα
σαν κάθε κορίτσι
να ονειρεύεται τον καλό της




ΒΡΑΔΙΑ ΒΕΡΜΙΟΥ


Χτίσαμε τις προάλλες μια όμορφη βραδιά μ’ έναν καλό μας ποιητή να φυσήξει Βέρμιο είπαμε να δροσίσει λίγο 

Η εκδήλωση παρότι επιτυχής δεν πήγε καλά

Απουσίασε ο γιατρός ο φανοποιός ο δικηγόρος μου απουσίασαν τα μέσα ενημέρωσης και οι επίτροποι της ενορίας μου απουσίασε ο μανάβης κι ο βιβλιοπώλης μου ο διευθυντής της δημόσιας βιβλιοθήκης και ο περιπτεράς της συνοικίας μου απουσίασαν οι Αρχές και οι οδοκαθαριστές απουσίασαν οι μαθητές ως και οι συνάδελφοί μου απουσίασαν

Προς στιγμήν κλονίστηκα γρήγορα όμως αναθάρρησα
Πού διάολο θα χωρούσαν όλοι αυτοί αναλογίστηκα




ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ

στα άγρια παιδιά που υπήρξαμε


Κι όταν που λέτε σίμωνε η ώρα μάς ανέθεταν την εκτέλεση ενψυχρώ κι εμείς ένα τσούρμο αλάνια σέρναμε χαρωπά το ανήμπορο ζωντανό και χαρωπά το ρίχναμε στον γκρεμό τηρώντας το παμπάλαιο έθος

Κι έπεφταν οι πέτρες βροχή από τον ουρανό ώσπου καράβι πέτρινο υψώνονταν στα μάτια μας το τσακισμένο σώμα

Το παίρναμε τότε μαζί μας και μαζί πλαγιάζαμε μαζί ξυπνούσαμε παίζαμε ματώναμε μαζί κι αργότερα το περιφέραμε στη ζωή μας κάτω απ’ το δέρμα κι αν καμιά φορά αναδύονταν στην επιφάνεια το καταχωνιάζαμε πάλι στο υπόγειο ή το ανεβοκατεβάζαμε στο σαλόνι και μονάχα κάτι λίγοι ελάχιστοι ζητούσαμε έλεος γονατιστοί μπροστά στην οδύνη του

Και δεν πα να λένε οι άσχετοι
Πάντα από πέτρα ήταν τα παιδιά



                                  Θανάσης Μαρκόπουλος





Από τη συλλογή «Βροχές Βερμίου», εκδ. Μελάνι, 2022.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Θανάσης Μαρκόπουλος, "Χαμηλά ποτάμια"






Η ΧΕΙΡΑΨΙΑ

Αν ήταν κάτι να κρατήσω
απ’ όλα τα μουσεία της μνήμης μου
θα κρατούσα μονάχα
μια επιτύμβια χειραψία με χέρια κομμένα
που είδαμε ένα καλοκαίρι στο Δίο
τότε που απεγνωσμένα σμίξαμε
θεόγυμνοι στο κύμα




ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΑΠ’ ΤΗ ΒΕΡΓΙΝΑ

Δυο μίσχους μονάχα να στηρίζουν
την απουσία του σώματος κι ένα σκύλο
να παίζει μες στο χαμένο βλέμμα του
μας άφησε στων ματιών τις προθήκες
ο μικρός Ηρακλείδης ο γιος του Φίλωνα
εκεί που άλλοι τρανοί και σπουδαίοι
μας άφησαν μονάχα
χρυσάφια και λάρνακες κι οξειδωμένο αίμα

Και τη λεζάντα βέβαια με τ’ όνομά του
να μην ξοδευόμαστε σε εικασίες




Θανάσης Μαρκόπουλος, "Χαμηλά ποτάμια", Αθήνα 2015, εκδ. Μελάνι

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Θανάσης Μαρκόπουλος, "Το περίστροφο της σιωπής"




ΤΩΡΑ Η ΜΟΝΑΞΙΑ

Τώρα η μοναξιά
δεν είναι η κοπέλα του αλλοτινού καιρού
με το ελάχιστο κοκκινάδι στο μάγουλο
που την έπαιρνες το κατόπι
εκλιπαρώντας το βλέμμα της
κι όταν την κέρδιζες στο κίτρινο του φεγγαριού
αφηνόσουν σαν αμμουδιά στα κύματα των χεριών της

Τώρα η μοναξιά
σε στριμώχνει καταμεσής του δρόμου
στον αγοραίο συνωστισμό
σου δίνεται απεγνωσμένα
και δεν πα να ουρλιάζεις σα ζώο εσύ
εκείνη επιτελεί το έργο της ενψυχρώ
κι ύστερα αποσύρεται στη γωνιά
γλείφοντας τα ματωμένα της δάχτυλα




ΟΙ ΦΙΛΟΙ

Μακρινοί μου φίλοι
να ξέρατε πόσο άβολα νιώθω
όταν σας τηλεφωνώ πότε πότε
και καταστρέφω σιωπές από κρύσταλλο
με μικρές τρικυμίες
ρωτώντας σας πράγματα ανούσια
όπως τι κάνετε ή πώς πάνε οι δουλειές
ενώ τα μάτια μιας ενοχής φεγγίζουν εντός μου
δεν είναι η αγάπη λοιπόν που με φέρνει κοντά σας
κι όλα δεν είναι λοιπόν παρά ένα πρόσχημα
καθώς την ώρα που εσείς απαντάτε
στις ερωτήσεις δολώματα
εγώ με την πετονιά της φωνής σας
ανασύρω απ’ το βυθό του μυαλού
τη ναυαγισμένη μου νιότη




ΑΠΟΨΕ

Δεν μπορεί
κάποιο στάχυ θα ξέχασες
στην οδό Μελενίκου
δεν μπορεί
θα ’χεις κι εσύ τη φτέρνα σου
παρά τη στεγανότητα των Coplam
μια ρωγμή αδιόρατη ας πούμε
να τρέξει η μνήμη
το ζωντανό σου σώμα
από τον όρμο του Λιμνιώνα
στο φωτεινό φεγγάρι του Αυγούστου
που δόλωμα το πόντισα
στο βυθό των ματιών σου απόψε




ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Πάει πια η εποχή της οξείας κραυγής
του τεντωμένου χεριού
η εποχή του περίστροφου πέρασε
πομφόλυγες σκάνε χαλάνε τον κόσμο
και ποιος ν’ ακούσει
την πιστολιά που θα σπάσει
το θυμωμένο σου κρόταφο

Σήμερα το περίστροφο
έχει το σχήμα της σιωπής





Από τη συλλογή «Το περίστροφο της σιωπής», τα τραμάκια, 1996

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Θανάσης Μαρκόπουλος, "Μικρές ανάσες"




Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΤΑΧΤΗ

Με την ανάληψη των καθηκόντων
είπε ως νέος διαχειριστής ν’ αλλάξει το κλίμα
τον ύπνο των ενοίκων να ταράξει
κι ανάρτησε ένα ποίημα στα διερχόμενα βλέμματα

«Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα κι έβαψε το δικό μου»

Την άλλη μέρα
μια όμορφη γυναίκα πυρπολούσε το ποίημα
κι άφηνε πίσω της κόκκινη στάχτη

Έκτοτε είναι αυτός που έχασε τον ύπνο του
αναζητώντας τα χείλη της
με δήθεν αδιάφορες ερωτήσεις και καθόδους τυχαίες
στην είσοδο της πολυκατοικίας
στον κήπο στον καυστήρα
στο σκοτεινό υπόγειο της φοβερής λαχτάρας




ΤΕΧΝΗΤΗ ΒΡΟΧΗ

                                                Ιανός 21 Φεβρουαρίου 2007
                                       Αφιέρωμα του Β΄ Προγράμματος
                                                                  στο Μιχάλη Γκανά

Πήρα τις βρύσες των πουλιών
τις λέξεις τις χειρομπομπίδες
Κατέβασα πρόσωπα από τη μνήμη
ανέβασα άλλα απ’ τον γκρεμό
κουβάλησα και το ναό της Σταδίου
κι όλα μαζί τα έστησα με ευλάβεια
κάτω απ’ τον ίσκιο του Βερμίου
Ύστερα άνοιξα τις φλέβες στον καιρό
και γλίστρησα στις φυλλωσιές σας
κοτσύφι στα γόνατα

Βροχή βροχούλα του μυαλού
με σκάβει με νεροφαγιές
με χτίζει με γεφύρια




Από τη συλλογή, «Μικρές Ανάσες», εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2010 

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Θανάσης Μαρκόπουλος, "Τέλος εποχής"



ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Γιώργος Ν. Σιώμος
Ο κορυδαλλός
Διηγήματα, «Αλεξάνδρεια», Αθήνα 2012, σελ. 160


ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ

Ο Γιώργος Σιώμος γεννήθηκε το 1949 στη Λόχμη Γρεβενών και σπούδασε στην Ανωτέρα Σχολή Υπομηχανικών Θεσσαλονίκης (1967-1971). Εργάστηκε στη ΔΕΗ για τριάντα δύο χρόνια, ενώ από το 1992 ζει στη Βέροια. Ο κορυδαλλός είναι η πρώτη του έκδοση, η οποία έρχεται μάλλον αργά, όσο κι αν οι πεζογράφοι εμφανίζονται συνήθως σε μεγάλη ηλικία.
Η συλλογή, η οποία στον πρόλογό της οριοθετεί το χωροχρονικό πλαίσιο των κειμένων (επαρχία Γρεβενών, 1950-1967), περιλαμβάνει 21 διηγήματα, από τα οποία τα 18 κινούνται εντός του δηλωμένου πλαισίου και τα τρία εκτός. Με άλλους όρους, στα 18 διηγήματα ο ήρωας αφηγητής είναι ανήλικος, παιδί ή έφηβος, ενώ στα υπόλοιπα ώριμος άντρας. Ας δούμε όμως σύντομα τα χαρακτηριστικά του κόσμου που αναπαρίσταται.
Οι βασικές ασχολίες των κατοίκων στην περιοχή Γρεβενών τις δύο πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο είναι αγροτικές και κτηνοτροφικές. Οι δουλειές των αντρών στα κτήματα και τα γιδοπρόβατα είναι σκληρές, χειρωνακτικές, η θέση της γυναίκας υποβαθμισμένη, οι προκαταλήψεις και αναστολές πλήθος, η σχέση των ανθρώπων με τα ζώα στενή, αν και δεν σπανίζουν οι βάναυσες συμπεριφορές. Είναι ένας κόσμος της φτώχειας και της ανάγκης, συμφιλιωμένος με τη φύση και το θάνατο. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον τα παιδιά ζουν κάτω από τη σκιά των μεγάλων και είναι φυσικό να μιμούνται τόσο τη σκέψη όσο και τη δράση τους. Βόσκουν αρνιά και κατσίκια, τρέχουν στα χωράφια, πηγαίνουν στο σχολείο, κάνουν πλάκες, ερωτεύονται, ελεύθερα μέχρι ασυδοσίας. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των μικρών μαθητών, οι οποίοι στέλνονται από το δάσκαλο στην κατασκήνωση, όπου είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα κι εκείνοι άλλο δεν έχουν στο νου τους παρά πώς θα δραπετεύσουν, μια και, καθώς πολύ σωστά λέει ένας ήρωας, «Ήμασταν ανθρώπ’ κι εγινάμι πρόβατα. Αυτά που έκαμνάμι ιμείς στ’αρνιά τα κάν’ αυτοί σι μας»(σ.54). Αλλά κι όταν πηγαίνουν στο γυμνάσιο, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη: αλλαγές σπιτιών, πείνα, κρύο, δυσκολίες στη μάθηση. Παράλληλα η εφηβεία ξυπνάει εντονότερα τη λίμπιντο και δυσχεραίνει τη θέση τους ακόμα περισσότερο. Όλα αυτά θα τελειώσουν με τον ερχομό των γεωργικών μηχανημάτων και την ενηλικίωση του ήρωα αφηγητή, με το πέρασμα εντέλει σε μια άλλη, βιομηχανική και καταναλωτική πια, εποχή.

Η αφήγηση είναι ρεαλιστική και κατά βάση ευθύγραμμη. Αυτό καταρχήν σημαίνει πως αναπαριστά περιστατικά αληθινά ή, έστω, αληθοφανή και μάλιστα στη φυσική τους τάξη, παρόλο που δεν λείπουν και τα πισωγυρίσματα.
Εντελώς εξαιρετική είναι η περίπτωση του ακροτελεύτιου διηγήματος με τον άνευ νοήματος τίτλο «Ιλιμπούμνιε», όπου όλα κινούνται μέσα στη ρευστότητα και την αυθαιρεσία του ονείρου.
Ορισμένες φορές τα διηγήματα εισάγονται με μια παρατήρηση γενικότερου χαρακτήρα, η οποία ακολούθως στοιχειοθετείται με συγκεκριμένα συμβάντα. Ακόμα, η αφήγηση διανθίζεται με χιούμορ και θυμόσοφες ρήσεις αλλά και στίχους, κυρίως τραγουδιών, ενώ αξιοποιεί και το διάλογο, ο οποίος όμως διεξάγεται στο τοπικό ιδίωμα, παρότι η ίδια ακολουθεί την κοινή νεοελληνική.
Αυτές τις αφηγηματικές τεχνικές βέβαια επιβάλλει το ίδιο το δραματικό υλικό, το οποίο όμως, όντας ηθογραφικό, διατρέχει τον κίνδυνο να εκτεθεί γραφικά, καθώς η ισχυρή νοσταλγία τείνει να το εξωραΐζει και να το καθηλώνει στο παρελθόν, κίνδυνο που δεν αποφεύγεται πάντοτε.
Ο ήρωας αφηγητής πάλι προτιμά να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο κι από διήγημα σε διήγημα φαίνεται να είναι ο ίδιος. Η αναγνωστική εντύπωση είναι προφανής. Τα χαρακτηριστικά του αφηγητή, σε συνδυασμό με τους χώρους, τους χρόνους και τους επανερχόμενους ήρωες, δείχνουν πως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, το οποίο αφηγείται γεγονότα που έζησε και σημάδεψαν τη μνήμη και τον ψυχισμό του.
Στις διηγήσεις αυτού του είδους, τις αυτοβιογραφικές, ο αφηγητής, ως γνωστόν, είναι διφυής, καθώς ζει την ιστορία σαν παιδί, αλλά τη διηγείται ως ενήλικας. Η διττή υπόσταση διαφαίνεται στην οπτική του, η οποία άλλοτε διακρίνεται για την αθωότητα και την αγνότητά της κι άλλοτε για την εμπειρία και τη σοφία της.
Η αλήθεια βέβαια είναι πως όλα τα περιστατικά δεν έχουν το ίδιο ενδιαφέρον ή δεν καταφέρνει πάντα η αφήγηση να τους προσδώσει ενδιαφέρον. Στις καλύτερες περιπτώσεις όμως, όταν από το συμβάν αντλείται η μονιμότερη αλήθεια και ο αφηγητής βλέπει πιο πολύ εντός παρά εκτός, τα κείμενα βρίσκουν το δρόμο τους, όπως συμβαίνει λ.χ. στα διηγήματα «Κρέμασμα στην κληματαριά», «Ο Μούλης», «Η κατασκήνωση», «Ερωτικό», «Ο τρόπος του πατέρα», «Ο υποψήφιος», «Η ερημία». Το τελευταίο είναι, νομίζω, ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής και συνιστά ρέκβιεμ μιας ολόκληρης εποχής κι ένα προσκλητήριο νεκρών. Αστός και ενήλικας πια ο αφηγητής, κάθε που επιστρέφει στο χωριό, περνάει από το νεκροταφείο κι ανάβει τα καντήλια των γονιών και των άλλων γνωστών του, ενώ ταυτόχρονα αναθυμάται στιγμές από τη ζωή τους. Στο τέλος φτάνει στο πατρικό του, όπου η ερημιά είναι τόσο εκκωφαντική, ώστε νιώθει την ανάγκη να τηλεφωνήσει στη γυναίκα του, μόνο και μόνο για να ακούσει φωνή όχι ανθρώπου αλλά τη δική του φωνή.
Τέλος ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το μοτίβο του κορυδαλλού, δεδομένου ότι επιγράφει και τη συλλογή. Ο κορυδαλλός είναι το πιο χαρούμενο πουλί από όλα όσα φτερουγίζουν στις ιστορίες του Σιώμου, γι’ αυτό προφανώς και ονοματίζει το βιβλίο. Το πουλί αυτό, που άλλωστε υμνήθηκε ιδιαίτερα στην ποίηση, είναι για τον ήρωα αφηγητή σύμβολο ευφορίας κι ανάτασης και ειδικότερα σύμβολο του έρωτα και της ελευθερίας. Όταν ο αφηγητής, ύπτιος στα χόρτα, ονειρεύεται την αυριανή ζωή του με τη μικρή Αντιγόνη, ένας κορυδαλλός πετάει ψηλά και κελαηδάει χαρούμενα, ενώ κάποια στιγμή γίνονται και οι δύο κορυδαλλοί («Ο κορυδαλλός»).
Όταν πάλι, μαθητής γυμνασίου, ερωτεύεται μια μαθήτρια, ένας κορυδαλλός «φτεροκοπάει στο στήθος του», ενώ, όταν εκτίθεται το αίσθημά του, ο ίδιος κορυδαλλός μαραζώνει και σωπαίνει για πάντα («Ερωτικό», σσ. 93,96). Κι όταν τέλος ο αφηγητής επιστρατεύεται αίφνης το 1974, ενώ κουβαλάει σακιά του θερισμού, δραπετεύει από τη σκλαβιά του, «όπως ο κορυδαλλός όταν ψηλά πετά» («Ο έγκλειστος», σ.139). Ευλόγως λοιπόν το πετούμενο αυτό ανεβαίνει στον τίτλο, αναδεικνύοντας τις ευτυχείς στιγμές τόσο του έρωτα όσο και της λύτρωσης από την ανάγκη.

Θανάσης Μαρκόπουλος



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Μανδραγόρας", τεύχος 49, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2013

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΞΙ ΘΕΡΜΕΣ ΧΕΙΡΑΨΙΕΣ
(Μικρή Ανθολογία)



ΝΟΣΤΟΙ ΜΕΣΗΛΙΚΟΣ

Κάθε που γυρίζω στη μικρή πατρίδα
πληθαίνουν τα άγνωστα πρόσωπα
οι σκιές στους δρόμους
τα σπίτια που μπάζουν νερά της βροχής
τα μνημόσυνα του Σαββάτου

Κάθε που επιστρέφω στη μικρή πατρίδα
όλο και πιο λίγο φθείρεται η παλάμη μου
από θερμές χειραψίες


Μικρές ανάσες, εκδ. Μελάνι,2010




Ο ΓΚΕΒΑΡΑ

                      Με αφορμή μια φωτογραφία

Σε ατμοσφαιρικό μπαράκι
πίνεις γουλιά γουλιά την οδύνη
κόσκινο κάνοντας τη σιωπή
με αναμμένα τσιγάρα
Στο άλλο τραπέζι ο Γκεβάρα
θερισμένος κάμπος
Νύχτα φυσάει στα μαλλιά του
σβήνουν γύρω τ’ αστέρια τα κίτρινα
Από μια άποψη ήσουν τυχερός
δικέ μου Τσε
Έπαιξες κι έχασες
Εμάς έλα να δεις
που χάνουμε χωρίς να παίζουμε



Η ΠΕΙΝΑ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ

                              Ώρα να πηγαίνω
                              δεν έχω άλλο στήθος
                                        Νίκος Καρούζος

Πεινασμένο λευκό
δεν έχω άλλη νύχτα να σου δώσω
Τώρα ξέρεις δε βασιλεύει ο ήλιος
στις οροφές που τον καρφώσαν
έτσι ποτέ δε νυχτώνει
κι η φτώχεια μου δε λέγεται
Δεν έχω καν μια στάμνα σιωπής
να μαζέψω τις σκέψεις μου
ένα κλαδάκι έρεβος
για να πλανέψω τ’ όνειρο
ένα τριζόνι έστω
να συντροφέψω τον καημό
Ένα ψίχουλο νύχτα δεν έχω πια
να φιλέψω την αγάπη
κι η λύπη μου δε λέγεται


Ανοιγμένη φλέβα, εκδ. Παρατηρητής, 1991



ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΨΕΜΑ

Ως το λαιμό
ίσαμε τη σχισμή των χειλιών
στα σπήλαια της ανάσας
μπαινοβγαίνοντας
να παίζει η στάθμη των ερειπίων
και της πηχτής απόγνωσης
η μνήμη η αιμόφυρτη
των βυθισμένων ιδεολογιών
ώσπου να χαμηλώσει κράνος
ο ουρανός του βλέμματος
και να πεινάσει το φως

Τότε ανάψτε του το επόμενο ψέμα


Το περίστροφο της σιωπής, εκδ. Τα τραμάκια, 1996



Ο ΕΝΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ

Αν τύχει και τηλεφωνήσετε σε άνθρωπο περασμένης ηλικίας που ξέρετε πως ζει μονάχος του μη βιαστείτε να κλείσετε όσο πολύτιμος κι αν είναι ο χρόνος σας όσο ανυπόμονους κι αν σας έκανε η ζωή μην πείτε βγήκε ή ίσως πέθανε γιατί τότε δεν τρέχει τίποτα θέμα υπάρχει αν ζει κι είναι στο σπίτι του μην κλείσετε λοιπόν δεν ξέρετε μπορεί εκείνος στη λίγη συγκατάβαση που θα δείξετε ανήμπορος να σέρνεται φίδι στο θερισμένο δάπεδο και να προφτάσει ο δύστυχος δεν ξέρετε έτσι μ’ ένα τίποτα σώζεται ο άνθρωπος


Τεστ κοπώσεως, εκδ. Τα τραμάκια, 2002



ΦΟΒΑΜΑΙ

Φοβάμαι
τις βαθιές πολυθρόνες
το χτύπημα στον ώμο
το υποκριτικό χαμόγελο
υπάλληλων κι επιδομάτων
τη λείανση της αθλιότητας
φοβάμαι

Τρέμω
τα ογκώδη πρωτόκολλα
τη λογική των εκθέσεων
τις προσκλήσεις σε γεύματα
κι επίσημες δοξολογίες
Στη στοίχιση
με την εξουσία πιράνχας
πανικοβάλλομαι


Του ανταποκριτή μας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985


ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ - ΦΟΒΑΜΑΙ