Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανάς Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανάς Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

Μιχάλης Γκανάς, "Χριστουγεννιάτικη ιστορία"




ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ τον βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα να ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχονο
                                           στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
                                                      πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
                                                           να παρηγορηθούνε.





Από τη συλλογή «Γυάλινα Γιάννενα» (1989), που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Μιχάλης Γκανάς - Ποιήματα, 1978-2012», εκδ. Μελάνι, 2013.

Στην εικόνα: Pieter Bruegel the Elder, “Hunters in Snow (Jäger im Schnee)”, 1565.

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Μιχάλης Γκανάς, "Ακάθιστος δείπνος"





ΑΝΤΙΤΙΜΟ


Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει
ν’ αλλάζεις το πετσί σου,
γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι.





ΑΤΑΦΗ


Παράξενη λιτανεία μυστικών αγίων
στους δρόμους μιας πολιτείας πόρνης.
Τα μάτια τους βαθιά, φωσφορίζοντα,
τρελαίνουν τα σκυλιά και τους νοικοκυραίους.
Μια φυλή ονείρων επαναπατρίζεται στο αίμα μου,
λίκνο της πιο μεγάλης ξενιτιάς,
πονεί το αίμα μου σαν μυρμήγκι πληγωμένο,
απαρατήρητο, υπόγειο, εργατικό,
το αίμα μου αποκρίνεται σε καθετί που αγγίζω.

Βαθαίνεις την αφή μου ανυπόφορα,
μουσική πατρίδα,
άταφη σ’ όλα τα τραγούδια μου.





ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

                                           στην Πόπη


Μπακίρι από Γιαννιώτη γανωτζή
να φέγγει να σπιθοβολάει το γέλιο σου,
τα λόγια σου να σκάνε μέσα μου
σαν τις χειρομπομπίδες.
Κορμί που λάχτιζες σαν αγριμάκι
προτού σε πάρει ο ύπνος,
τρεις νύχτες τώρα με διπλό προσκέφαλο
αχνίζω νικοτίνη,
τρέχω με ογδόντα πυρετό
ύστερα με διακόσια
τρελαίνομαι στις δημοσιές.
Κι η μοναξιά ένα μάθημα πικρό
κι ο θάνατος μια μαύρη κουβαρίστρα,
έλα με την αγάπη,
έλα με το νερό.
Μη λείψεις άλλο μη μ’ αφήσεις
παλάμη διάφανη κι ορθή καρδιά,
που σ’ αγαπώ που με τρομάζεις,
που μου ’δωσες ψωμί κι αστροφεγγιά
το μέταλλο του στήθους πάλι
και του κορμιού το κοιμισμένο τύμπανο.





ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Να σ’ έχω δίπλα μου, να σ’ ανασαίνω
σα δημητριακό Ιούλη μήνα,
να ’σαι κοντά μου θημωνιά, πουλί
έκπληξη καθημερινή, έτσι που ανεβαίνεις
από τα μπάζα της φωνής σου
στο λυγμό.

Τραγούδι μου
κι εσύ μανάβη της φωνής μου,
ανάβεις σπίρτα μες στο αίμα μου,
ανάβεις το ξερό χορτάρι,
πέτρινο το γεφύρι πέτρινο
δεν καίγεται μαυρίζει.





ΕΥΝΟΙΑ


Στο σούρουπο
στα κρύα του Νοέμβρη
τα σπίτια μηρυκάζουν κούτσουρα.
Γροθιές σφιγμένες τα πουλιά
βρεγμένα, κρυωμένα
αλλά στη μέσα τσέπη της ζωής.






Από τη συλλογή «Ακάθιστος δείπνος» (1978), που συμπεριλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο «Μιχάλης Γκανάς - Ποιήματα, 1978-2012», εκδ. Μελάνι, 2013.

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Μιχάλης Γκανάς, "Βήματα πίσω"





ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΜΟΥ ΤΟΝ ΘΕΛΩ ΣΤΑ ΧΑΥΤΕΙΑ


Αφίσες με τραβούν απ’ το μανίκι,
Αθήνα μου γεμάτη καλλιστεία.
Τον τάφο μου τον θέλω στα Χαυτεία,
είκοσι χρόνια σού πληρώνω νοίκι.

Στον ύπνο να περνούν βουνά και δάση,
νεράιδες φασκιωμένες μαύρα ρούχα.
Κάτι σαν άχτι μουλαριού που σου ’χα
σε ποιο λεωφορείο το ’χω χάσει.

Ποια τρέλα, πες μου, με χτυπάει στις φτέρνες
και φεύγω και κυλάω σαν το τόπι,
με γήπεδα μουγγά και με ταβέρνες

στα σωθικά. Οι άνθρωποι κι οι τόποι,
ξένοι που μοιάζουν στις φωτογραφίες
που βγάζαμε σε άλλες ηλικίες.





ΑΝΙΣΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ


Άλλη μια νύχτα με σκυμμένους ώμους,
με νάιλον σακούλες και τσαντάκια.
Των διαβάσεων τα φαναράκια
ηλιοβασίλεμα θυμίζουνε και δρόμους,

που παίρναμε παιδιά και δε μας βγάζαν
στο σπίτι με την άγκυρα στον πάτο,
αλλά γραμμή στον Πόντιο Πιλάτο.
Τα χέρια του δυο ζώα που νυστάζαν.

Ω συμπολίτες, ω πικροί μου φίλοι
άνισα δικαιώματα ζητήστε
κι αν πιάσει της ψυχής σας το φυτίλι,

όλους τους βουλευτές καταψηφίστε
και βγείτε με το μπόι του ο καθένας,
να λάμψει ο κρυμμένος σας πυθμένας.





ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ

                                  στον Θεόφιλο Σωτηρίου


Πνιγμένος τόσα χρόνια κι είσαι πάντα
μπηγμένος αχινός στον ουρανό σου.
Περνούσε χθες επάνω στο κανό σου,
άηχη των Φιλιατών η μπάντα.

Στη θάλασσα, στο χώμα θα ’ταν ίδια
άσπρα τα κόκαλά σου και γλειμμένα.
Όλα βουβά και όλα μιλημένα,
λόγια μου λυπημένα κατοικίδια.

Το χέρι που στα φύκια σ’ έχει ρίξει,
να το ’κοβα ψηλά μ’ ένα δρεπάνι,
ο κόσμος σαν μυλόπετρα να τρίξει,

να βγουν απ’ το θεόρατο τηγάνι,
τα ψάρια του καλόγερου και πίσω
την πόρτα ανάμεσά μας να μην κλείσω.





Από τη συλλογή «Μαύρα λιθάρια».
Πηγή: «Μιχάλης Γκανάς, Ποιήματα, 1978-2012», εκδ Μελανι 2013.

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Μιχάλης Γκανάς, "Παραλογή"




Κοιτάζω ένα πηγάδι. Με κοιτάζει.
Κοιταζόμαστε ώρα πολλή
σαν μαλωμένα αδέρφια.
Μονόφθαλμο σκοτάδι με τραβάει
και κατεβαίνω πέτρα πέτρα
απόκρημνη ζωγραφική.

Σωτήρη. Με τα δικά σου δάχτυλα κρατιέμαι
με το δικό μου σώμα κινδυνεύω
γλιστρώ και με φωνάζεις Κωνσταντίνο.
Μου πέφτουν τα σγουρά μαλλιά και το ξανθό μουστάκι
σαν άρρωστο παιδάκι ψιθυρίζω
τη βραδινή μου προσευχή



Απόσπασμα από τη συλλογή «Παραλογή», Καστανιώτης 1998