Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκόρπας Θωμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκόρπας Θωμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Απριλίου 2025

Θωμάς Γκόρπας, "Κομμάτια τού άλλοτε"





ΔΟΚΙΜΗ ΓΙΑ ΛΑΪΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


Κάποτε θα γράψω μια μουσική ακουμπισμένη στα βλέφαρα δυο ματιών
όπως τ’ όνειρο στην απογευματινή βροχή
όπως το κορίτσι στο περβάζι του βραδινού παραθύρου
όπως το πρωϊνό πουλί στο ελάχιστο κλωνί της ανεξάντλητης ελπίδας.
Κάποτε θα γράψω μια μουσική ακουμπισμένη στα βλέφαρα δυο ματιών
λάδι και κρασί για τις πληγές των απαρηγόρητων αδερφών
φως και πάλι φως για το ματωμένο δρόμο της ειρήνης.





Ο ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ


Η ώρα ήταν πέντε και μισή εχάραζε
περήφανος ο Απρίλιος τίναζε
απ’ τα ξανθά μαλλιά του την ψιλή βροχή.
Πολλοί περνούσαν από κει επαναφέροντας
την κίνηση και τη βουή στο δρόμο
αλλά κανένας δεν τον πρόσεχε κανένας
δεν είχε έλλειψη από ακεφιά και τρόμο.

Κάποιος ρωτούσε τι ώρα είναι
άλλος βλαστήμαγε που πέρασε η ώρα
άλλος ρωτούσε αν θα κάνει ζέστη
άλλος ρωτούσε αν θα ξαναβρέξει
άλλος ζητούσε μιαν αφετηρία λεωφορείων
άλλος ζητούσε μιαν αφετηρία της μέρας
άλλος – ο πιο επικίνδυνος για το σιγουρεμένο καθεστώς
ζητούσε μιαν αφετηρία πουλιών…

Πάντα παράξενος ο Απρίλιος πάντα
να μας χωρίζει δίχως δισταγμό στα δύο
Άνοιξη ή Καλοκαίρι είναι τώρα;
Για το ρακοσυλλέκτη όμως συνεχιζόταν ο χειμώνας.
Κοιμόταν σαν παιδί σαν αγγελούδι σαν αρνί
μες στα κουρέλια του και μέσα στα χαρτιά του
χαμογελούσε ονειρευόταν φαίνεται ότι πετούσε
επάνω από λιβάδια σύγνεφα βουνά και θάλασσες
επάνω από εποχές χαρές και λύπες.
Χαμογελούσε ονειρευόταν φαίνεται ότι έπεφτε
από ψηλά μπαλκόνια έπεφτε απαλά στην άσφαλτο
σαν το φτερό πουλιού σαν λέξη κοριτσιού
και τίποτε δεν πάθαινε. Κοιμόταν χαμογελούσε
ονειρευότανε και δεν ξυπνούσε δεν ξυπνούσε…





ΘΑΥΜΑ


Παίρνω στα χέρια μου φυτό παίρνω πουλί παίρνω δραχμή
Γίνεται το φυτό εξοχή και πάω περίπατο με σένα
Γίνεται το πουλί μια μουσική καθόμαστε και την ακούμε
Γίνεται η δραχμή βουνό ανεβαίνουμε στην κορυφή
Πέφτεις εσύ και χάνεσαι κ’ εγώ πώς να γυρίσω πίσω…
Παίρνω στα χέρια μου μπουζούκι για να σε μοιρολογήσω
αλλά οι πεννιές σε βρίσκουν και σε φέρνουν πίσω…





Από τη συλλογή «Τα θεάματα», 1983 (ενότητα: «Κομμάτια τού άλλοτε»).

Πηγή: «Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα [1957 - 1983]», εκδ. Ποταμός, 2015.

Στην εικόνα, ο Θωμάς Γκόρπας το 1986. Φωτογραφία του Μανώλη Νταλούκα.

Πηγή για την εικόνα: Το blog του Μανώλη Νταλούκα
https://freedomgreece.blogspot.com/2014/02/blog-post_28.html


Σάββατο 1 Απριλίου 2023

Θωμάς Γκόρπας, "Παλιές ειδήσεις"





Η ΠΟΙΗΣΗ

                                    Μνήμη Δημήτρη Χριστοδούλου


Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή
να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια
παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου
σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα
παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ τη μεγάλη σου αγάπη
που γίνεται βράδι πρωί χίλια κομμάτια…


        πατάρι

Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια
οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου
για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια.
……………………………………………......
Κάποτε τέλειωσε κι αυτή η ιστορία
κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
τόσοι πουλάν στην αγορά όσο όσο τα τελευταία τους ρετάλια
τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση
        ξεγραμμένη πια.
Οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
κ’ οι φίλοι…





ΤΑ ΛΑΪΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ


Τα λαϊκά τραγούδια μοιάζουν με πουλιά
μαύρα περήφανα έρημα ωραία και προδομένα
μέσ’ απ’ τα σπλάχνα των τσιτσάνηδων πετάγονται καθώς
μέσ’ απ’ τα σπλάχνα του εργάτη: Σας μισώ
μέσ’ απ’ τα σπλάχνα του φαντάρου: Δε θέλω
καθώς μέσ’ απ’ τα σπλάχνα του εραστή πετάγεται: Τι μπορώ
να κάνω για σένα αγάπη μου; Και κλαίει…





ΠΛΗΓΕΣ


Πληγή από σίδερο πληγή από κάψιμο πληγή από χάδι
πληγή απ’ το φιλί της τρελής ξανθιάς
πληγή από σφύριγμα το βράδι
πληγή από της ερημιάς το μελαγχολικό τραγούδι
πληγή απ’ αγκάθι ρόδου
πληγή από την καλημέρα ξένου
πληγή της γειτονιάς σαν παίρνει να βραδιάζει
πληγή από ανυπόφορη αγάπη
λυσσασμένη γάτα
λυσσασμένη γυναίκα
λυσσασμένη αγαπημένη
λυσσασμένο εργοδότη
πληγή απ’ τ’ αδυσώπητο εργαλείο της δουλειάς
πληγή απ’ την καλοσύνη ανυποψίαστης αγκαλιάς
πληγή απ’ το μεγαλείο της φτωχιάς
πληγή από ανάμνηση κι από βαριά κουβέντα
απ’ το μαχαίρι του ριγμένου φίλου
απ’ το χαμόγελο του πεθαμένου φίλου
πληγή από φωτιά φωτιά κι από φωτιά ονείρου
πληγή απ’ του αποτυχημένου τη ντροπή
κι απ’ τη σιωπή του ντροπιασμένου
πληγή απ’ τα νύχια του τρομοκρατημένου
πληγή απ’ τα νύχια απ’ τα δόντια απ’ τα αχ απ’ τα φιλιά
της προδομένης που γαντζώθηκε πριν φύγει πάνω σου
και μένει εκεί για πάντα να σου γδέρνει την καρδιά
πληγή της εξορίας της φυλακής και της ελευθερίας
πληγή απ’ τη μάχη κι απ’ τη μάχη σου στο σπίτι
πληγή απ’ αυτόν που σ’ έριξε στο παζάρι
πληγή απ’ το πικρό παράπονο του αλήτη
πληγή από το στόμα της που βασανίζεται στην ξενιτιά
κι ακόμα η πληγή για την πληγή που δεν ομολογεί ποτέ
      κανένα στόμα...





ΑΓΑΠΗ


        επιστροφή

Μελαχρινό κορίτσι της αγάπης
τρυφερό σημείωμα
τυφλή γιορτή
σε περιμένω πάλι
στο σκοτεινό ακρογιάλι
με την παλιά καρδιά
με δάκρυα
και ψεύτικα φιλιά.


        γράμμα

Αγάπη μου
η λύπη μου έγινε ένα σύγνεφο και πρέπει
ν’ απιθωθεί στα μάτια σου να βρέξει.
Δεν έχω άλλον ουρανό πλην απ’ τα μάτια σου…





ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ


Αύγουστος Κυριακή η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα:
ήλιος δροσιά πεύκα φαΐ κρασί κι αγάπη.
Στο πικάπ
έπαιζε ασταμάτητα
του Τσιτσάνη η «Συννεφιασμένη Κυριακή».
Και κανείς δεν είπε ν’ αλλάξει ο δίσκος…






Από τη συλλογή «Παλιές ειδήσεις» (1966).
Πηγή: «Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα [1957-1983] Στάσεις στο μέλλον, Περνάει ο στρατός… Τα θεάματα», εκδ. Ποταμός, 2015.
 
 
Στην εικόνα: Πειραιάς, ζεϊμπέκικο σε καφενείο (1953).
Φωτογράφος: Henri Cartier-Bresson.

Πηγή για την εικόνα: http://semiotics.nured.uowm.gr/wp-content/uploads/2014/10/Bresson_from-Greece.pdf
 

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2021

Θωμάς Γκόρπας, "Πανόραμα"





ΤΡΑΓΩΔΙΑ


Κανείς δε σκέφτηκε να κλείσει φεύγοντας την πόρτα
κανείς δε σκέφτηκε τον άνεμο που θα ’ρχονταν σε λίγο
κανείς δε σκέφτηκε τι άφηνε και τι έπαιρνε κοντά του
φύλλα μαχαίρια βλέμματα ή τα τελευταία λόγια
που θα ’διναν στην παρεξήγηση ένα τέλος.
Θέλω να σ’ αγαπήσω μα δε γίνεται έχω αργήσει
θέλω να σ’ αγαπήσω όσο δε μ’ αγάπησε κανένας
να σκιστώ για σένα ν’ αλλάξω γειτονιά ν’ αλλάξω στέκια.
Τώρα πελώρια άγνωστα χέρια ασυνείδητα με δέρνουν
τώρα ξαφνικά νερά μου έκλεισαν όλους τους δρόμους
τώρα παλιά τραγούδια λαϊκά βαραίνουν τον αέρα…
Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω πού θα σε τρακάρω πάλι
σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους
ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες το τελευταίο σκοτάδι…
Και θα ’χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά;





ΕΦΕΥΡΕΣΕΙΣ


Συνεχώς βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή
ενώ εν τω μεταξύ πήζουμε μέσα μας πεθαμένους
και σαν πεθαμένους που είναι χειρότεροι κι από τους πεθαμένους.
Μεταξύ δυνατοτήτων και ονείρων τρέμει ένα φύλλο
μεταξύ δυνατοτήτων και πραγματοποιήσεως άλλο ένα
μεταξύ δυο καλοκαιριών υπάρχει ένα βαθύ κόκινο χυμένο
     κι αζήτητο
μεταξύ δυο γυναικών υπάρχει μια τρίτη που δεν ξέρει πού
     να κρυφτεί
μεταξύ δυο ιδεολογιών υπάρχει ένας διάδρομος έρημος και
     φωτεινός
αλλά και πάμπολλες είσοδοι υπηρεσίας που τις μπανοβγαίνουν
     αγεληδόν
οι διάφοροι πρώην λεβέντες μεταξύ των οποίων κι ορισμένοι
     αγαπημένοι
μεταξύ δυο πουλιών υπάρχει νερό
μεταξύ δυο χωριών δυο μάτια κλειστά που θυμούνται
μεταξύ δυο ληστών υπάρχει πάντα ένας Χριστός
αλλά ποτέ ένας ληστής μεταξύ δυο Χριστών.
Κάθε τόσο εφευρίσκονται διάφορες λησμονιές
η πλέον πρόσφατος είναι η τηλεόρασις
η πλέον παλαιά ο έρως!





ΠΟΙΟΙ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑΝΕ;


Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί
κλειστό μαγαζί της αγάπης.
Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια
σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές
θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες ουίσκια
αγρία εκμετάλλευση εχθρών και φίλων
αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κ’ ευχάριστα.
Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα
πώς θέλετε να το δείτε ανοίξτε με να το δείτε
έχω όμως κουράγιο
αδυνατώ να επενδύσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου
αδυνατώ να πιστέψω πως μ’ αγάπησε έστω και ένας έως τώρα
αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη
εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή
όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο…
Σου λέω:
Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω…
να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό
να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος
να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα.
Σου λέω:
Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω
ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…





ΑΝΑΠΟΛΗΣΗ


Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη
και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί
για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό
κ’ εσύ
να περνάς απ’ έξω.





Πανόραμα (1975).
Πηγή: «Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα [1957-1983] Στάσεις στο μέλλον, Περνάει ο στρατός… Τα θεάματα», εκδ. Ποταμός, 2015.
 
Πηγή για την εικόνα: https://diskoryxeion.blogspot.com/
 

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Θωμάς Γκόρμπας, "Σπασμένος καιρός"




ΘΕΣΗ


Στην άσφαλτο κυλάει το μεσημέρι λαβωμένο.
Όλα σπασμένα.
Σπασμένα γόνατα
                                  λαιμοί
                                               χέρια σπασμένα
σπασμένα συνθήματα
                                         σπασμένες φωνές
                                                                           σπασμένο τραγούδι
σπασμένο.
Όμως εμείς το περιμένουμε να ’ρθει μέσ’ από σημαίες κ’ αίματα
τ’ αλάβωτο μεσημέρι
μες στο σπασμένο καιρό
που λογαριάζεται κιόλας με το μέλλον.





ΠΙΚΡΗ ΕΠΟΧΗ


Σαν ήμαστε μικρά παιδιά
δεν πρόφτασαν να μας κρατήσουν οι γονείς μας απ’ το χέρι
και να μας πάνε πουθενά
ήτανε κιόλας σκοτωμένοι άρρωστοι ή χαμένοι.
Τότε αντί για καλημέρα λέγαμε
έως πότε έως πότε έως πότε
αντί για καληνύχτα σιωπούσαμε
σχεδιάζοντας μες στην αμφιβολία της νύχτας
παιγνίδια και χαρές στο νέο καιρό της λευτεριάς.

Τότε το ωραίο κορίτσι μας το λέγαμε Γιολάντα.
Η Γιολάντα
μας πότιζε πίκρα και μίσος
έτσι καθώς καμάρωνε τ’ απόγευμα απ’ το παράθυρό της
ντυμένη του προσώπου της το φως και το γαλάζιο φόρεμά της
χωρίς πληγές χωρίς καημό και αίματα
ξεχειλισμένη αληθινό φαΐ και τη γλυκιά ομορφιά της.
Τη βλέπαμε για μια στιγμή μέσα στα μάτια κ’ έλαμπε
ύστερα βλέπαμε το δρόμο που έλαμπε πάντα και μας καλούσε
για τις ουρές τις διανομής και τη σκληρή μαυραγορά
που ήτανε θέα απροσπέλαστη σαν έτοιμο μαχαίρι.

Θυμούμαστε πως στον κόρφο μας
φώλιαζε ένα πουλί
μας εκρατούσε από το χέρι η περηφάνια
μας εκρατούσε από το χέρι η οργή
και προχωρούσαμε
με τ’ όραμα μισού πέδιλου από λάστιχο αυτοκίνητου
με τ’ όραμα μισού σπυριού μπομπότας.
Δε μας εγύρισε πίσω ποτέ η βροχή
κι ο άνεμος που μας σώριαζε στο δρόμο.
Τα ξεσχισμένα πόδια μας δε χάθηκαν στη λάσπη
φυλάξαμε τα μάτια μας να μην τα σβήσει η καταχνιά
τα ξυλιασμένα χέρια μας κρατούσαν την καρδιά μας
μην τη σκοτώσει η ανημποριά μην την κερδίσει η πίκρα.
Κι όταν πούλαγε η μάνα μας τα ρούχα της και τα χρυσαφικά της
για ένα κινίνο ή δυο κλωνιά σταφίδα
εμείς μαθαίναμε να περιμένουμε τη λευτεριά.
Δεν κλάψαμε ποτέ.





ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


Η κοπέλα απέναντι στο άλσος
συνομιλεί μ’ επιθυμίες κι ατσάκιστα μυστικά.
Τα χέρια της δείχνουν τους δρόμους,
τα πόδια της προσανάβουν το τραγούδι της χλόης,
τα μάτια της καλημερίζουν το δροσερό φως.
Ο ήλιος λάμπει στο μέτωπό της,
το μέτωπό της λάμπει πιο καλά από τον ήλιο.
Τ’ ανεξάντλητα μαλλιά της μουσική
που θέλει να τρελαθεί.
Ολόκληρη είναι το καλωσόρισμα της αγάπης
ο πιο αρμόδιος τίτλος της Κυριακής.





ΑΝΑΜΝΗΣΗ


Στην πατρίδα
εσύ ξεκίναγες τη μέρα, εσύ ξεκίναγες τη νύχτα
εσύ ξεκίναγες τ’ όνειρο σε ταξίδι χωρίς επιστροφή.
Τώρα χαθήκαμε μες στη μεγάλη πολιτεία που πίνει το αίμα μου
γιατί είναι μόνο κόκαλα και θέλει να περπατήσει.
Τώρα χαθήκαμε μες στη μεγάλη πολιτεία που μου σπάει
      τα βήματα
για να με δοκιμάσει.
Πολύ απλό που χάθηκες, αγάπη μου
όπως χαθήκαν τόσα καλοκαίρια
με τους καημούς και με τα σχέδια πεθαμένα
στα δυο μου χέρια.
Ήσουν το χέρι που άγγιζε την καρδιά μου δημιουργώντας φως
πίκρα και μένα χαμηλή μουσική.
Ήσουν γιασεμί μεθυσμένο μες στο φεγγάρι
ήσουν το φεγγάρι ξαπλωμένο σε σκοτεινό σοκάκι
ήσουν σκοτεινό σοκάκι σφαγμένο μες στην καρδιά μου.
Κ εγώ πουλί να κελαηδεί καθισμένο
στ’ αριστερό σου στήθος.
Μα τώρα χαθήκαμε ο ένας για τον άλλο, αγάπη μου
σάμπως ο ένας απ’ τους δυο μας να ’ναι πεθαμένος.





Από τη συλλογή «Σπασμένος καιρός» (1957).
Πηγή: «Θωμάς Γκόρμπας, [1957-1983]. Στάσεις στο μέλλον, Περνάει ο στρατός… Τα θεάματα», εκδ. Ποταμός, 2015.

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

Θωμάς Γκόρπας, "Τα θεάματα"




ΩΡΑΙΟΤΗΣ


Κλάδεψε σε παρακαλώ τ’ άρωμά σου τα κλαδιά του τρυφερότερα κι από τα ονειρώδη μαλλιά κόρης που τη νύχτα έγινε γυναίκα και την αυγή πέθανε μπλέχτηκαν στα μαλλιά της καρδιάς μου…




ΑΞΕΧΑΣΤΗ ΕΙΚΟΝΑ


Ασημένια πέταλα εκπληκτικού αλόγου άσπρου και τρελού δρομέα της δημοσιάς γαλάζια πέταλα της νύχτας που κρυφτήκανε μες στο πηγάδι της γαλάζια πέταλα της μοναξιάς που πηγαινοέρχονται ευτυχισμένα αλλά δεν τολμούν να κάτσουν στα σχιζοφρενή μου χέρια που τα έκανε άλογα ο νταλκάς.





ΑΓΑΠΕΣ


Φύσημα των δέντρων σβήσιμο του κύματος
άναμμα των φώτων σε πόλεις παραλιακές
ωραία πράγματα στον τοίχο ωραία κι ανώνυμα
παρηκμασμένα μαγαζιά έρημοι σιδηροδρομικοί σταθμοί
τυχαία μέρη μαγικά σ’ αγνοημένα μέρη επαρχιακά.





ΞΕΝΥΧΤΙ


Ένα ξαφνικό ταξί εμφανίστηκε και μπάλωσε την πληγή
όμως είχαμε προλάβει να θυμηθούμε άλλες χίλιες
πληγές πυγολαμπίδες φευγαλέες αγάπες καλλονές τυφλές
πικρά και ανεξήγητα πράγματα…

Το ξημέρωμα φτάνει και σφραγίζει
                                                                    τα χείλη
και τα σαν ψέμα κατορθώματα…





ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟ


Πώς και δεν πέθανε ο Απολλιναίρ μέσα στην ποίησή του;
Με ποιο φακό διακρίνουμε τα σκοτεινά σημεία της αγάπης;
Βρέχει και βρέχομαι κι ο ήλιος τουρτουρίζει μέσα μου.





Από τη συλλογή «Τα θεάματα», που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Θωμάς Γκόρπας - Τα ποιήματα [1957 - 1983]», εκδ. Ποταμός, 2015