Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαϊτάς Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαϊτάς Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Απριλίου 2022

Βασίλης Φαϊτάς, "Σκάκι με την αιωνιότητα"





ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΒΙΒΛΙΟ


Στην παρακμή του σώματος
ήρθε το πνεύμα
απ’ τις όχθες άλλης ακτής
σ’ αυτό το διάλειμμα
ενδιάμεση ανάσα του χρόνου
θα περάσω απέναντι
γράφοντας στίχους για κείνα που μας λείπουν
όσα μας χωρίζουν απ’ το βαθύτερο νόημα
μεταμορφωμένες οντότητες οι σκέψεις
περνούν την υπερκόσμια γέφυρα του χάους
στο φως του λίκνου.

Ίσως έπεσα από κάπου αλλού
μια χαμένη μάχη στα έγκατα της καρδιάς
ή
κλείνοντας ένα παλιό βιβλίο
ανέστιος και πλάνητας
παράπλευρη απώλεια της ύπαρξης
σκαλίζω τις ρίζες του αδιανόητου.





Η ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ


Καθένας αναρωτιέται για τη μοναδικότητά του
μπροστά στο άπειρο
αν έφτασε εδώ ποτέ
ό,τι έπρεπε να ’ρθεί
αν ο ίδιος είναι το νόημα
ή
η αντανάκλαση μιας θλίψης.





ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑ


Μαζί αγαπήσαμε την ανύπαρκτη όχθη
η μνήμη του ανέμου
μας προσπερνά
η αγάπη ντυμένη το άπιαστο
συντρίβει τον θάνατο
στη νιότη άλλης ακτής
θα ξαναβρεθούμε
έξω απ’ τον χρόνο.

Το αντίο κωδικός θύμησης
από σύμπαν και μοναξιά
όλα έχουν μνήμη και θυμούνται
ωκεανοί γαλαξιών στο χέρι του Θεού
οι αιωνιότητες πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται.

Κάποιος σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο
μαθαίνει να τραγουδά
προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο
με παίρνουν οι λέξεις
μ’ ανασηκώνουν ψηλά
σ’ έναν περίπατο στο θαύμα.





ΤΥΛΙΓΜΕΝΟΙ ΣΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ


Αιωνιότητα η στιγμή που βραδυπορεί στο εφήμερο
απ’ το κενό που κανείς την αρχή του δεν είδε
η απεραντοσύνη διεισδύει αφήνοντας
ίχνη και δονήσεις αξόδευτου μυστικού
πηδώντας από νύχτα σε νύχτα.

Ριγούμε ανθίζοντας
απροετοίμαστοι ν’ αποδεχθούμε τόση σοφία
τυλιγμένος στις αυταπάτες του ο καθένας
μιλά με τη σκιά του
κάτι ανάμεσα στην ηχώ που απομακρύνεται
και στον αφρό των λέξεων.

Ό,τι αιμορραγεί χάνεται
και είναι για πάντα
ανάμεσα στο μηδέν και τον θάνατο
μια δίψα ποντίζεται ακατάπαυστα.





ΤΟ ΣΚΑΚΙ


Χτες βράδυ έπαιζα σκάκι με τον χρόνο
στα βαθιά μονοπάτια του ονείρου
όλα ήταν εκεί από καιρό
στη σκακιέρα οι θέσεις των άστρων έτοιμες
από τους στρατιώτες-μνήμες ως τον βασιλιά-ήλιο.

Ο χρόνος μεταμορφωνόταν διαρκώς
σαν άνεμος
ή
μια αθέατη οικειότητα της καρδιάς
«είμαι ο κατοπτρισμός που γέννησε η ζωή
τα γηρατειά οφθαλμαπάτη
ο έρωτας πλοηγός
για το ελλείπον φως του κόσμου»
ψιθύρισε
«θα ήθελα να ξέρω για ποιον πεθαίνω
δεν έλυσα κανένα αίνιγμα»
είπα
«ούτε κι εγώ
κανείς δεν προλαβαίνει την ανταρσία
το αίνιγμα είναι
αυτός που αγαπά
ελπίζω να το κατάλαβες τώρα»
θρόισε
φεύγοντας ο άνεμος
κι έσπρωξε μπροστά μου
στην άδεια πια σκακιέρα
την αιωνιότητα.





Από τη συλλογή «Σκάκι με την αιωνιότητα», εκδ. Μανδραγόρας, 2021.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

Βασίλης Φαϊτάς, "Το δάκρυ του Ηράκλειτου"




ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ


Ποιος άφησε αυτή την ημιτελή παρτιτούρα
ανάμεσα στη νιότη και τη νύχτα
παγιδευμένη στα οδοφράγματα του νου
το έμβρυο της ύπαρξης ανθίζει απερίσκεπτα
στην εκκρεμότητα που ανυπομονεί
φυσιογνωμίες αναδύονται
φωνές τού άλλοτε φωνές της σκόνης επιμένουν
πρόσωπα υπαρκτά ή
πρόσωπα που τα πρόλαβε ο χρόνος στο μεταίχμιο
όποιος έρχεται επιστρέφει ηχώ
περνά ο καιρός
περιμέναμε πολύ να ξεκινήσουμε
σ’ ένα σπίτι ψηλά στο αθέατο
φευγαλέες αισθήσεις και λέξεις
καράβια
σαλπάρουν στο νόημα του λίκνου
γνωρίζουν τίποτα δεν είναι έξω απ’ το φως
κι αίφνης το ποτάμι που κυλά
και το δάκρυ του Ηράκλειτου.





ΤΑ ΣΤΑΧΥΑ


Περπατώ στα ερείπια της νιότης
σε κάθε βήμα η ενσάρκωση του απρόσιτου
ναύτης χωρίς το γαλάζιο της θάλασσας
εραστής αλλότριων πόθων μέχρι τον αφανισμό
ανίδεος για τον κόσμο που κυλά
το έμβρυο του θανάτου μού επέτρεψε
τη διορία της ύπαρξης
να γνωρίσω την αρτηρία του φόβου
την ειρήνη του αίματος
στις στοιχειωμένες εκατόμβες της σοφίας.

Το μηδέν πύλη
το άπειρο κρυφοκοιτάζει τον υπαρκτό κόσμο
σώματα καμινάδες ψυχών εκβάλλουν στα σύνορα
ομφάλιοι λώροι ιδεών
ιστία ονείρων
είμαστε τα στάχυα μιας άλλης ζωής.





Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΛΙΚΝΟΥ


Όσο περνάει ο καιρός διαλύομαι
θαμπές εικόνες αύρες ναυαγισμένων λέξεων
άγραφες σελίδες
από πού προς ποιον
ανίσχυρος να συναρμολογήσω
το αβέβαιο πριν που υπήρξα
το χάσμα βαθαίνει
δεν θέλω να γυρίσω πίσω
ό,τι έγραψα το πήρε ο αγέρας
δεν ξέρω αν είναι λάθος που ήρθα εδώ
αν κι άλλοι χάθηκαν μαζί μου
στο μήκος κύματος της αοριστίας
αν η αλήθεια είναι μία ή
η ιδέα ενός λίκνου
παφλασμοί του κενού με σπρώχνουν
αυτή λοιπόν είναι η αιωνιότητά μου
αβέβαιη και συνεσταλμένη
ρίγος που διαπερνά το βάθος των πραγμάτων.

Οι μέρες της σύγχυσης θα περάσουν
το φως θεριστής θα οδηγήσει τον καπνό μου ψηλά
στην αθόρυβη θάλασσα έξω από τον χρόνο.





ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ


Όταν η ψυχή μου αγγίζει το άρρητο
η σκοτεινή ενέργεια αποπροσανατολίζει
τις αποστάσεις της καρδιάς
με απομακρύνει στις φαντασιώσεις της λήθης.





ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ


Έρχεται ο υπόγειος άνεμος
ο νους μου θα είναι μια απρόσιτη μοναξιά
τα φυλλώματα των δέντρων αιχμαλωτίζουν
αντικατοπτρισμούς
απ’ τη στιγμή που αποβιβάστηκα μόνος.

Υπάρχει στο χάος μια θλίψη
ανολοκλήρωτη οδύσσεια κοιτάζει
την παρακμή των αιώνων
οι ποιητές του σύμπαντος έχουν πεθάνει από παλιά
μέσα στις λέξεις που αλλάζουν διαρκώς
νόημα
ο κόσμος δεν είναι ποτέ ίδιος
μ’ αυτό που γυρίζει
μας κοιτάζει απ’ τα βάθη
και μας παραπλανά.

Ένα ποτάμι κυλά
μακρύ σαν το ταξίδι του φωτός
όλες οι εποχές παραπόταμοί του
δεν έμαθα ν’ αποχαιρετώ τους καιρούς
αν η ύπαρξη του ανθρώπου
δεν έχει νόημα
τι κάνω εγώ εδώ πάνω
στις φλεγόμενες κορυφογραμμές
αποκρυπτογραφώντας
τις τροχιές του πεπρωμένου.





ΑΝΕΠΙΔΟΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


Εκείνο το μοναχικό δέντρο στην κορυφογραμμή
ανεπίδοτος έρωτας
γερνάει
λεηλατημένο απ’ τον άνεμο και την ερημιά
δεν γνώρισε ποτέ το θρόισμα του δάσους
τις νύχτες επιμένει ακόμα
γίνεται κύμα χιμαιρικό μονόγραμμα
τατουάζ ονείρου εισχωρεί βαθιά
στο τέλος του ορίζοντά του
μεταμορφώνεται σε μύθο
κι απομακρύνεται χτυπώντας τα φτερά του
στη φωνή που το καλεί
καθώς το σώμα πριν να φύγει
γράφει απόηχους δονήσεων στον αέρα
ουράνιες καμπύλες κατοπτρισμών.





Από τη συλλογή «Το δάκρυ του Ηράκλειτου», εκδ. Μανδραγόρας, 2018.

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Βασίλης Φαϊτάς, "Στο καφέ «Εντροπία»"




ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ


Στις αβοήθητες νύχτες η ψυχή
όταν κανείς δεν την προσέχει
κατηφορίζει στη θάλασσα θροΐζοντας
μια πεταλούδα γεννημένη απ’ τους αιώνες
μαζεύει άστρα με την απόχη της
επιστρέφοντας τα σκορπίζει
στις εποχές της γης.

Ύστερα σπαραχτικά ερωτηματικά
ο άνεμος μες στα κλωνάρια.





ΓΑΛΗΝΗ


Στον καιρό της νιότης
άλλαζα τον κόσμο
αποικίες φωτός
εκεί που γεννιούνται τα όνειρα.

Τώρα απ’ το παράθυρο της εντροπίας κοιτάζω
το πλατύ ποτάμι που περνά
πλημμυρισμένο καιρούς χώρο και αίμα.

Όμως υπάρχουν ακόμα κάτι ηττημένα πανιά
αναδύονται μόνο απ’ το κύμα
τραβούν για κει
που κανένας ποτέ δεν πήγε
τη μετέωρη αφετηρία του θαύματος.





ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Ο ουρανός σταμάτησε στη γλώσσα μου
αυτά που είναι πέρ’ απ’ το χρόνο ήρθαν
ταξίδεψαν πολλές γενιές ανάμεσα στους αιώνες
όπως η μέλισσα από λουλούδι σε λουλούδι
όσα το σώμα διέγραψε
αποκαλύπτει
το θαύμα γεννιέται μόνο από θαύμα.

Ο κόσμος είναι πιο νέος από μας
χιλιάδες χρόνια
εραστής της αθανασίας η νιότη
χιμάει όπως ο αιχμάλωτος σκύλος
μυρίζοντας τους δρόμους του χάους
σπάει τα δεσμά του και ορμά
κυνηγώντας το ανείπωτο μέσα του.

Δε μας λείπει παρά
η ώρα εκείνη που τα πουλιά πετούν
έξω απ’ τις μέρες
όταν το φως και η θάλασσα γίνουν ένα
υπάρχει ακόμα μια θημωνιά μεταμέλειες
στις αφετηρίες όλων των ονείρων
γιατί δρόμος άλλος για την άνοιξη
δεν υπάρχει.





Η ΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΕΝΟΣ


Άστατη νύχτα στον πευκώνα
ό,τι υπάρχει είναι στον άνεμο
η φωνή ακίνητη περιμένει
το σωσία του καιρού
ορθώσου μες στη συγχορδία
στη γη του κανενός απάντηση δεν έχει
πότε μεγάλωσε η θάλασσα
οι ίνες του αύριο δονούνται μες στο χώμα
το φθινόπωρο λάμνοντας πέρα διασχίζει το φως
ένας ξεριζωμένος λαβύρινθος γνωρίζει
τίποτα δεν έχει τέλος
ο κόσμος είναι ήσυχος σαν σύννεφο που κυλά.





Η ΜΑΣΚΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ


Τι χρειάζονται οι ορίζοντες
σε όποιον μετά την καταιγίδα ορθώνεται
κρεμασμένος από μια ανταύγεια
σε κείνον που περπατά αναπνέοντας
το κυάνιο τ’ ουρανού
τι παραπάνω έχουν να δώσουν
τα ταξίδια τα βιβλία τα δάκρυα
σε κείνον που ανοίγοντας την πόρτα του ένα πρωί
χάνεται στις εποχές.

Περπατά στις αποβάθρες της Σαλονίκης
στο βουερό πλήθος που δεν είναι πια εκεί
είναι αργά ν’ αγαπηθεί και το ξέρει
η σιωπή παίρνει το σχήμα του ανέμου
ετυμηγορία παλιά όσο η ζωή
ο κάθε θάνατος οδηγεί στη δική του επανάσταση
κι έτσι αόρατος καθώς είναι γνωρίζει
η νίκη άλλο δεν είναι
παρά η μάσκα της ήττας
στο βάθος του μονοπατιού.





Η ΚΙΒΩΤΟΣ


Ολόκληρη η ανθρωπότητα μια κιβωτός
στους προορισμούς του τυχαίου σπρωγμένη
από αόρατους καταρράχτες
κι εγώ στην κουπαστή αφουγκράζομαι
χτυπήματα φτερών ήχους αρχαίους
ό,τι αδάμαστο έμεινε έξω
απ’ όλες τις κιβωτούς του κόσμου.




Από τη συλλογή "Στο καφέ «Εντροπία»", εκδ. Μανδραγόρας, 2017.