Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδάκη Καίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδάκη Καίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Καίτη Παπαδάκη, "Δύο ποιήματα"




Χέρια ακίνητα


Περιεργάζεται με έκπληξη
τα σχοινιά στις πλάτες
των περαστικών.
Με τρόμο διαπιστώνει
πως περνούν  κλωστή απ’ το κρανίο.
πως κεντούν στον νου
το μονόγραμμα του νόμου,
της παραίτησης.

Τραβάνε ύστερα τον σπάγκο
μέχρι τους ώμους.
Η επιστήμη προχωρά.
Μπορείς πια:
1. Να κινείσαι
2. Να πετάς
3. Να κρεμιέσαι απ’ το ταβάνι
Είναι λεπτή κλωστή
και δεν πονάει.
Όμως, κάποιες νύχτες,
όπως  συζητά
με τους άλλους κρεμασμένους,
ακούει την αποσύνθεση
να σέρνεται
ανάμεσα στις λέξεις,
στα όνειρα
και στις φωνές.
Κάποιες νύχτες
χοντραίνει το σχοινί,
οχιά τυλίγεται
στον λαιμό και τα πόδια.

Τότε   απ’ τα χείλη της βγάζει
ατσάλινες λεπίδες.
Μα όταν πάει να τις μοιράσει,
με  μεγαλύτερη έκπληξη,
αντικρίζει παντού
χέρια ακίνητα,
γάγγραινα…





θαύματα φυλακισμένα


σε τετράγωνη σπηλιά,
δεν έχεις πια να εξιστορήσεις
παραμύθια για τέρατα, για μαγικούς αυλούς.
Παλεύεις μ’ ό,τι απέμεινε:
μ ένα γοβάκι ξεσκισμένο,
μ’ ένα λέπι άγριου δράκου,
με το νύχι της νύχτας.


Δεν έχεις  πια να εξιστορήσεις.
Το γαλανό μόνο σε σκόνη τέμπερας.
Το καλοκαίρι σκοτώθηκε
στην τελευταία πυρηνική καταστροφή.
Τα πάθη των ανθρώπων συρρικνώθηκαν
σε στιγμιαία τρέιλερ λίγο πριν τις ειδήσεις.


Τώρα που ο Ιερώνυμος  ανακατεύει  πάλι  τα χρώματα,
τώρα που ο κήπος  βάφτηκε με αίμα,
η καρέκλα μου στένεψε ξαφνικά.
Τα χαρτιά τσαλακώθηκαν
και  το στόμα μου πετάει άγουρα μήλα.


Όξινη  η γεύση της αλήθειας
στα χείλη των περαστικών,
που η πείνα τους τολμά
κι αγγίζει τη γλώσσα μου.
Όξινη η  γεύση  των θαυμάτων
που δραπετεύουν
δειλά απ’ το αρχαίο κάδρο.



Καίτη Παπαδάκη



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Hieronymus Bosch, «The Garden of Earthly Delights» (detail).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Καίτη Παπαδάκη, "Αλλά δεν μπορούμε ν' αγαπήσουμε"




Αλλά δεν μπορούμε ν αγαπήσουμε


Κι έτσι, καταδικάσαμε τα βλέφαρα
να μη γέρνουν,
τα κορμιά να μην πλαγιάζουν,
να σέρνονται από κούραση τα εικοσιτετράωρα.
Κι έτσι, τα όνειρα άσπρα σεντόνια.
Από κάτω εμείς, υποκίτρινοι,
με ανεπαίσθητη οσμή ψαριού.
Ακίνητη άσπρη μέρα
στα εργοστάσια,
στα γραφεία,
στα πολυκαταστήματα.
Λιώσανε οι λέξεις στο μέταλλο,
η φωνή χάθηκε στην αιθάλη.
Στο μυαλό λαίμαργο φως,
δεν έχει
πρωί, μεσημέρι, σούρουπο, έλεος.
Ωράριο συνεχές.
Ορθάνοιχτα μάτια.
Κοφτές κινήσεις.
Βιταμινούχα χάπια, κολλαγόνο,
λάδωμα στις αρθρώσεις,
λάδωμα στα όνειρα,
μην τρίζουν κι ενοχλούν.


Κι έτσι, ύστερα τίποτα δεν ξαναείπαμε,
δεν είχαμε θέμα συζήτησης...





Το ράγισμα της επιφάνειας


   Στο δωμάτιο φωνές θροΐζουν. Όταν ανοίγω το παράθυρο,
   Δυο-τρεις τσίχλες κι ένα χελιδόνι χτίζουν φωλιές επάνω τους.

   Κοιτάζω στο μαξιλάρι το λεκέ απ’ τα κιτρινισμένα όνειρα.
   Εκεί, καταμεσής, ένα πουλί άφησε το κάτασπρο αβγό του.
   Μέρες τώρα το ζεσταίνω με το θερμό φτερό της προσδοκίας.

     Καφετής νεοσσός τρυπάει την επιφάνεια.
     Ξεπηδά, χοπ-χοπ, η γέννηση.
     Το χωμάτινο χρώμα της, χρυσό της γης.
     Μεγαλώνει με ηλιόσπορο και φύτρες από λέξεις





Η κόρη


Κάτω απ’ τη σελήνη
γυναίκα καθώς ρίχνεις
δίχτυα στη λίμνη,
ελευθέρωσε την κόρη απ’ το φαρδύ σου μέτωπο.

Άσε την να βουτήξει,
ν’ ακολουθήσει τα βατράχια,
όσα αρνήθηκαν το στέμμα.
Άσε την να φωλιάσει ανάμεσα στους πάπυρους,
να κρύψει στη φυλλωσιά
την ανάσα της.
Όταν ανέβει ο ήλιος, φύλα την
στο στόμα του πιο μικρού ψαριού
και βγες στο δρόμο.

Κάποιοι περαστικοί προτιμούν τα μικρότερα ψάρια.
Ζυγίζουν όσο ένα φτερό και σπαρταράνε
τόσο δυνατά που συγκλονίζουν το σώμα σου.





Σπίτια στις Κυκλάδες


Τα δόντια σου καθώς χαμογελάς,
μοιάζουνε σπίτια στις Κυκλάδες.
Φωνή παφλάζει ανάμεσα
λόγια ασημένια ψάρια
ξεχύνονται
στα σκαλοπάτια
στις αυλές
στις πόρτες
των χειλιών σου.

Κι είναι τόσο σπαρταριστά ετούτα τα ψάρια,
τόσο λαμπερά και λυπημένα
έτσι όπως σβήνουν
πάνω στο άπλετο λευκό και στ’ οξυγόνο.



Καίτη Παπαδάκη




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Paul Klee, «Fish Magic», (1925).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 13 Απριλίου 2019

Καίτη Παπαδάκη, "Τρία ποιήματα"





Κάθε μέρα πρασινίζουν


και μακραίνουν
οι άκρες των δαχτύλων μου.
Χθες είδα να φωλιάζουν πάνω τους
τα πρώτα χελιδόνια.
Κάθε νύχτα το κορμί
γεμίζει νεογέννητα ερωτάκια,
ενδημικά της προσδοκίας…

Φοβάμαι κάθε μέρα πιο πολύ
πως τρέμετε
μήπως κάποτε βγάλω κλαδιά,
η άνοιξή μου μήπως σκαρφαλώσει
στα κλωνάρια.
Μήπως δεν ριζώσω
στο στενό δυάρι
και κλεφτώ με κάποιο φαύνο
ή κανέναν τσαλαπετεινό...





Έρως και Ήβη


Διχαλωτό ποτάμι
σκόρπιζε στα βότσαλα,
κάτω απ’ το φως,
γέλια κυλούσαν
στις πράσινες όχθες
σάλιο ανήλικου φιδιού
ψαρεύαμε

τόσο ερωτευμένοι,
που ο θάνατος  κοκκίνιζε

Όσο τον χάναμε
το αγκίστρι  άρπαζε.
Φούσκωνε ο χείμαρρος
xαμήλωνε ο ήλιος
το δηλητήριο ωρίμαζε
τα μήλα σου
πρώτη φορά
κάθε φορά
σαν πρώτη...





Δυο πέτρες


Κυλάει στον κήπο ο καιρός. Αδιάκοπα
δουλεύουν τα μυρμήγκια.
Οι γαιοσκώληκες τρυπούν
τον χρόνο. Βουβό εργοτάξιο...

Όταν στο γρασίδι λιαζόμαστε,
μ’ αγγίζουν τα χέρια σου.
Εγώ χέρια δεν έχω, σε φιλώ.
Τότε φαντάζομαι πως είμαστε δυο πέτρες ,
μισοκρυμμένοι μάρτυρες στη λάσπη.

Τα τζιτζίκια αφήνουν πατημασιές στις πλάτες .
Στη βροχή αργά στρογγυλεύουμε.
Πρασινίζουμε.
Μπλεκόμαστε με το πυκνό χορτάρι.

Δίπλα-δίπλα, ολοένα βυθιζόμαστε στο έδαφος.
Μικραίνουμε.
Χαιρετάμε τα σκουλήκια που μας γνέφουν.
Αύριο χώμα,
εσύ κι εγώ.



Καίτη Παπαδάκη



Πρώτη δημοσίευση.

Στην εικόνα:
Edward Burne Jones, «Phyllis and Demophoon» (1870). Λεπτομέρεια.
Πηγή για την εικόνα: https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Edward_Burne-Jones_Phyllis_and_Demophoon_1870.jpg

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Καίτη Παπαδάκη, "Νέο έτος"




Νέο έτος


Σήμερα ας μη διαβάσουμε ποιήματα.
Σπάνια θα βρεις κάποιο αισιόδοξο.
Σήμερα ας μη διηγηθούμε όνειρα.
Σκοτεινό μέσα τους
το δάσος των παιδικών παραμυθιών.
Σήμερα, νομίζω, δεν χρειάζονται τραγούδια.
Κούρασαν οι νότες απ’ τα κάλαντα.

Μπορούμε λίγο να καθίσουμε;
Λίγο, έτσι, δίχως να μιλάμε.
Εγώ τη γάτα θα κοιτάζω που κοιμάται.
Εσύ έξω απ’ το παράθυρο το χιόνι.
Στον καναπέ θα περιμένει μια κουβέρτα.
Εκεί να καταστρώσουμε σχέδια ήσυχα…
Ας μείνουμε όλη μέρα τυλιγμένοι
ο ένας με τον άλλο.

Σήμερα ας μην κοιταχτούμε στα μάτια.
Τυφλοί ας μείνουμε,
νεογέννητοι.





Χωρίς


Κι άλλη μέρα χωρίς λόγια.
Γαβγίσματα μόνο
ενός σκυλιού νωχελικού
σαν χώμα βρεγμένο.
Κι άλλη μέρα χωρίς φωνή.
Θόρυβοι, θόρυβοι αταυτοποίητοι.
Ψάχνεις πίσω απ’ τα έπιπλα
να δεις τι κινήθηκε.
Όλα ακούγονται
βήματα κύκλωπα
σπίτι άδειο
αντίλαλος
ιδέα σου θα ’ναι.
Άλλη μια μέρα
χωρίς
χωριστά
χωρίστρα είχες  λίγο στραβή,
γελούσα.
Χωρίς θέμα αυτό το ποίημα.
Λέξεις μου ’ρχονται βροχή.
Η σιωπή τις θρέφει.
Το γάβγισμα επαληθεύει
την ανάγκη τους.
Σταγόνες χοντρές
οι ήχοι χαστουκίζουν
χωρίς να σε λυπούνται
ή να σε…
κι εγώ δεν ξέρω…





Μαζί


Όπως καθόμαστε αντίκρυ
στις δυο κόψεις
της ελπίδας
τραβάμε ο ένας τον άλλο
απ’ τα χέρια
με δύναμη.
Προσπαθώντας πιο κοντά
να ’ρθούμε,
τεμαχιζόμαστε.
Το μισό σώμα σου
έλκεται απ’ το μισό μου.
Η ένωση ισχυρή, μα όχι τέλεια.
Εσύ ήσουν πάντα πιο παχύς
και αρκετά ψηλότερος.
Η πληγή δεν επουλώνεται εντελώς.
Κάπου-κάπου στάζει
αίμα ανάμεικτο.

Μια μέρα ας ήτανε να φύγω μακριά σου…



Καίτη Παπαδάκη



Τα ποιήματα της Καίτης Παπαδάκη δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα: Γιώργος Ιακωβίδης, "Ρόδια"

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Καίτη Παπαδάκη, "Τρία ποιήματα"




Ανακαίνιση


Καθώς έπλενα σήμερα ρούχα,
σκέφτηκα,
όταν φύγεις,
θ’ αλλάξω όλα τα πλακάκια
− ίσως βάλω κρεμ, γυαλιστερά.
Στο υποσχέθηκα, θα γίνω άλλη.
Θα λειάνω τις αδρές γραμμές μου.
Όμως εσύ,
σε υποσχέσεις δεν πιστεύεις…
(το βλέπω, γύρισες ήδη πλάτη).
Όταν θα φύγεις,
θ’ αγοράσω μια ρόμπα,
θα υποδέχομαι μ’ εκείνη τους τεχνίτες
− μπορεί να βάψω ροζ τους τοίχους −
και θα φοράω ρόλεϋ στα μαλλιά.
Όταν θα φύγεις,
μην αφήσεις γράμμα
πως τάχα ανεκπλήρωτες μένουνε οι αγάπες
και πως πιστεύω, θα τα καταφέρεις,
γιατί στην ανακαίνιση κάπου θα παραπέσει.
Θα το ανακαλύψουν κάποτε τα εγγόνια.
Θα το φυλάξουν σε συρτάρι κλειδωμένο
− κειμήλιο οικογενειακό!
Μα δεν μ’ αρέσουν εμένα
οι εγκλωβισμένες λέξεις.
Γι’ αυτό, όταν θα φύγεις,
μην βγεις από την πόρτα.
Μην μπεις στον πειρασμό
να μου πετάξεις
από τη χαραμάδα δύο λόγια.
Καλύτερα να βγεις από το μπάνιο:
Θα ξεκολλήσεις μερικά πλακάκια,
σιωπηλά στο χρόνο θα γλιστρήσεις,
απ’ το πέρασμα
που ο έρωτας το σκάει.
Όταν ξυπνήσω,
θα ’χει μείνει μόνο η τρύπα.
Θα την αγγίξω σα να σε χαϊδεύω στο κεφάλι.
Τηλέφωνο μετά θα πάρω τους τεχνίτες…
Όταν θα φύγεις,
πάρε όλα τα ρούχα.
Κυρίως το τζιν το μαύρο
που φορούσα.
Κλωστές θ’ αφήνει
στα γυαλιστερά πλακάκια.




Διάλειμμα


Εκείνο το πρωί, θυμάσαι;
Γέλια σούσουρο κυλούσαν βιαστικά.
Πουλί πολύχρωμο, γαντζωμένο στη μαύρη πέτρα
έπινε κι έπινε.
Χαρούμενοι ήμασταν
κάτω απ’ το φως
διχαλωτό άνοιγε ποτάμι.
Λαίμαργα ρουφούσε  φόβους,
σκόρπιζε στα βότσαλα,
στις πράσινες όχθες
σάλιο ανήλικου φιδιού.

Εκείνο το πρωί. Ατέλειωτη άνοιξη.
Οκλαδόν ψαρεύαμε θαύματα.
Ιχθύες ζευγάρωναν αναπηδώντας στα νερά.
Τόσο ερωτευμένοι,
που ο θάνατος  κοκκίνιζε,
κρυβόταν πίσω απ' τα πλατάνια.
Γελούσαμε
όσο τον χάναμε από τα μάτια
το αγκίστρι άρπαζε κι άρπαζε...
Φούσκωνε ο χείμαρρος,
χαμήλωνε ο ήλιος.
«Τις πετονιές, τις απόχες!» γελούσαμε.
Ωρίμαζε το δηλητήριο, ξερνούσε το ποτάμι
χρωματιστά πουλιά και φόβο.

Μα ακόμα κρατούσαν τα μάγια…

Ανεξήγητο, είπες.
Νομίζεις πως δεν υπάρχει θάνατος
− φωλιάζει στα δέντρα −
διάφανα νήματα ρίχνει
στα βράγχια της χαράς.




Αρχές Αυγούστου


                                    Ως πότε η έλξη του μεσημεριού και τα κρυφά μυστικά
                                              του νερού
                                    Θα φεύγουν από μέσα μας;

                                                Δ. Παπαδίτσας, Απ’ το βυθό


Το καλοκαίρι μεγάλωσε και δεν χωράει
σε μια κόλλα χαρτί
να το τυλίξεις
σαν πετσέτα στους ώμους.

Άλλο ήλιο δεν χωράει
αυτός ο βράχος,
που κύματα τον σκάλισαν
για να σου μοιάζει.

Δεν χωράει το φως η μέρα.
Πειρατών βήματα στην άμμο
θρυμματίζουν τις αντανακλάσεις
της μορφής σου.

Το στόμα, τα σκληρά σου γένια
δεν χωρέσανε ποτέ
στο χαρτί που ’χω στα χέρια
στριμμένο σαν χωνάκι
το γεμίζω
κατακερματισμένες λάμψεις
από Περσείδες
και άλλους διάττοντες.



Καίτη Παπαδάκη


Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Καίτη Παπαδάκη, "Πέντε ποιήματα"


(Marc Chagall, "Blue landscape")


Ας μείνουμε

Μέχρι να μας βρέξει τα πόδια το καλοκαίρι,
ας μείνουμε
η θάλασσα ένα βήμα απ το σπίτι.
Εγώ σκαλοπάτι, εσύ σκεπή
γύρω οι τοίχοι καλαμιές,
το κύμα ν’ ακούμε
μέχρι να μας βρέξει τα δάχτυλα, τους αστραγάλους,
ας μείνουμε
Ύστερα μια βουτιά … να ’σαι στο απέναντι νησί.
Ας μείνουμε ως τότε,
ας μείνουμε
μέχρι το πρώτο κύμα να φέρει στα χείλη αμυδρή γεύση λήθης.




Το Σπίτι

Θέλω να χτίσω ένα σπίτι
περίπου το χω σχεδιάσει
στην άκρη του λιμανιού,
πάνω στο βράχο.

Θα σ’ ακούω ν’ ανεβαίνεις
τα πενηνταδυό σκαλιά ένα-ένα,
το σούρουπο,
σαν σε καλώ πολύ συχνά
στη θύμηση.

Πρώτα περνάς απ’ το μικρό μπαλκόνι και κόβεις ένα γιασεμί.
Όταν πια φτάνεις στο παράθυρο, το φεγγάρι μόνος οδηγός σου.

Κινούμενη μαγνητικά θ’ ανοίγεις και θα μπαίνεις.
Στην έλξη της Σελήνης θα αφήνεσαι.
Κι όπως τα κύματα τυφλά την υπακούν,
διάφανη πάλι θα γίνεσαι...

Στης θάλασσας το μαύρο θα επιστρέφεις...




Αναχωρήσεις

Γιατί ήσουν εσύ κι ήσουν εκεί.
Ίσως δεν έχει γιατί.
Έφτασε απλώς ο χρόνος ο καλός και μας βρήκε να κοιτιόμαστε.

Ένα καράβι της γραμμής μας προσπέρασε σφυρίζοντας,
καθώς έμπαινε στο πολύβουο λιμάνι.
Επιβάτες, αποσκευές, ανακοινώσεις, αδιάκοπη κίνηση...

Ούτε τρόπος υπάρχει.
Ίδια βλέμματα είχαμε θυμάμαι,
ενώ ψάχναμε ο ένας τον άλλο στο χαμό.

Μόνο μη σε πάρουν τα κύματα...

Αν ήξερα να ταξιδεύω δίπλα σου!
Αν ήξερα να ταξιδεύω...
Αν ήξερα να μένω δίπλα σου,
ταξιδιάρης ή αδρανής...

Θα κριθώ και θα κριθείς.
Από τα κύματα,
απ’ τα καράβια,
από τον κόσμο, που γυρνά όπως εμείς.

Θα αγαπήσω
θ’ αγαπηθείς

Μην ξεχαστείς...

Να φανείς

κάποτε

πάλι.




Ανάμνηση

Το νησί που περπάτησες
πήρε την κορμοστασιά σου.
Θα θυμίζει εσένα να γέρνεις στο πλευρό μου,
όταν λικνίζεται στον άνεμο.
Θα μυρίζει από σένα τα φωτεινά πρωϊνά.
Θα είναι πια, στη μέση της θάλασσας, φιγούρα οικεία
καθώς θα καλπάζει στα κύματα...




Έφηβη Πηνελόπη

Έστω πως ποτέ του δεν γύρισε.
Τον καπνό της δεν είδε ξανά.
Κι ούτε στη μορφή της το χρόνο να περνά.
Μέσα του υπήρξε ποθητή ως το γήρας,
καθώς στους κόρφους λιμανιών εκοιμούνταν,
το άρωμά της εκείνο,
του κορμιού της τη χάρη μιμούνταν,
που ως έφηβος κάποτε μύρισε.


Καίτη Παπαδάκη