Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαχτούρης Μίλτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαχτούρης Μίλτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025

Μίλτος Σαχτούρης, "Κληρονόμος πουλιών"




ΤΑ ΔΩΡΑ


Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής



Παραλογαίς, 1948







                                     Στον Θ.Ι. Ρούσσο

ΦΥΤΡΩΣΑΜΕ πάλι άγρια λουλούδια
                                                        αυτή την άνοιξη
άγρια βυσσινιά κι άγρια γαλάζια
άλλα πεθαίνουν
εμείς μεγαλώνουμε σαν τ’ αγάλματα
άγρια ζεστά λουλούδια αυτή την άνοιξη
απλώνουμε τα χέρια και φωνάζουμε
όμως η απάντηση
έρχεται ύστερα από χρόνια
και από μακριά
σαν αλυσοδεμένο φάντασμα

και σα βαρύ άδειο καράβι



Όταν σας μιλώ, 1956






ΣΚΕΨΕΙΣ

                             Στον Ε. Χ. Γονατά


Ήσυχα ύπνου φέρετρα
κρεβάτια φοβερού θανάτου
αφού τριγύρισε τον άνεμο αυτής
                                              της γης
ο άνεμος αφηνίασε και δάγκωσε
η γης γύρισε ανάποδα
απ’ τη μεριά που ανθίζανε τα πράγματα
στάθηκε τότε εκείνος
σκεφτικός
πολύχρωμος
κοντά στη θάλασσα
σα σκιάχτρο σ’ ακρογιάλι



Ο περίπατος, 1960






ΦΥΣΟΥΣΕ
 
 
Φυσούσε
λουλούδια από άλλο κόσμο
 
σαν εκκλησία
 
με μαύρα στίγματα όμως του κακού
σκορπισμένα
να καίνε κόκκινο το δέρμα
 
μέσα στον ύπνο
τραγικά
μοσχοβολούσαν
τα μαλλιά της



Τα στίγματα, 1962







                         …μα εκεί κάτω στα τεράστια της Ουαλίας
                                                                             φεγγάρια
                                  μέσα στα ολοστρόγγυλα της Ουαλίας
                                                                             φεγγάρια
             Ο ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΡΕΛΟΣ
             ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΙΖΕΙ

ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ


Σήμερα καθώς οργίζομαι και μπαίνω
εις τα πενήντα δυο μου χρόνια
με δέος και θάμβος μαζί σε χαιρετίζω
αδελφικό μου φάσμα Ντύλαν Τόμας
που τόσο νέος ήξερες
φωτιά να βάζεις μες στις λέξεις
να τις πυροδοτείς
κι αυτές με κρότο και με Θεό μαζί
να εκρήγνυνται, στο αχανές



Το σκεύος, 1971






ΠΟΡΟΣ 1985


Κι όταν εφάνη στο φλιτζάνι του καφέ μου
                                                                           η γοργόνα η μαύρη
όλη τη νύχτα αδιέξοδα και εξορίες
έξαλλος λέω στίχους του Hölderlin
στίχους του Charles Cross
και πώς λυπάμαι τον άνθρωπο με το καροτσάκι
γυρίζει
πουλάει γλειφιτζούρια −γεωμετρικά τοποθετημένα
το ένα πλάι στο άλλο στη σειρά−
κανένας δεν τα αγοράζει
κι έτσι κι αυτός είναι τώρα χρόνια πεθαμένος
τα ρούχα του έχουν λιώσει πάνω του
και πίσω του τρέχει ο άγγελός του.

Όμως παρ’ όλα αυτά ο Πόρος υπάρχει
και μ’ όλα τα χαϊμαλιά του
με την παλιά του άγκυρα μπηγμένη
                                               στην αμμουδιά
τις όμορφες τουρίστριες με τα καταπληκτικά
                                                                πόδια
και πόσους έφαγε το χώμα αυτά τα χρόνια

πάει ο Σκλάβος κι ο Καχτίτσης
ο Ιωάννου, η Μέλπω Αξιώτη
ο Αλεξάνδρου και τόσοι άλλοι.

Θεέ μου, δώσε μας ένα θάνατο
ειρηνικό.



Εκτοπλάσματα, 1986






ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΠΟΙΗΤΗ


Στο σπίτι του πεθαμένου ποιητή
είναι κολλημένες φωτογραφίες
άλλων νεκρών ποιητών
που όταν ήταν ζωντανοί
αστειεύονταν
ή τσακωνόντουσαν
με τον πεθαμένο

Τώρα μένουν ακίνητοι
κολλημένοι στους τοίχους
και μόνο ο νεκρός ποιητής
στριφογυρίζει στο κρεβάτι του
απελπισμένος.



Έκτοτε, 1996






Πηγή: «Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1998)», εκδ. Κέδρος, 2014.


Πηγή για την επάνω εικόνα: https://www.in.gr/ (Μίλτος Σαχτούρης. Από την άλλη μεριά του τοίχου).

Στη δεύτερη εικόνα: 11 Δεκεμβρίου 1979. Στιγμιότυπο από την εκπομπή Παρασκήνιο, Κληρονόμος πουλιών (Μίλτος Σαχτούρης) (2004) [Ψηφιακό αρχείο Δημόσιας Τηλεόρασης].

Πηγή για την δεύτερη εικόνα: Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα / Μίλτος Σαχτούρης
(Στον σύνδεσμο μπορείτε να διαβάσετε για τη ζωή και το έργο του ποιητή).


Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

Μίλτος Σαχτούρης, "Η λησμονημένη"

 



Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ


Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλιτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τι κούραση τι κούραση
κίτρινο φόρεμα − κεντημένος ένας αετός −
πράσινος παπαγάλος − κλείνω τα μάτια − κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τι μάτια παθιασμένα τι γυναίκες
τι έρωτες τι φωνές τι έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τι κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά





NATURA


Του ρόδινου νήπιου η μαύρη μάνα
όλη τη νύχτα με τα δέντρα με τα σύννεφα αγαπιόταν
Τ’ άλλο πρωί

νέα πουλιά ραμφίζαν ηλιαχτίδες
γεμίσανε σπυριά τα πρόσωπα στ’ αγάλματα
γύρω τους στήσανε χορό κοπέλες οργισμένες
και τραγουδήσαν με μάτια κουρασμένα άλλους ουρανούς

Όλες φορέσανε τη νέα χλόη
πήραν στα χέρια τα νήπια του κόσμου
στις αυγινές παλάμες κρατούν δροσοσταλίδες





ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΡΑΣΤΕΣ


Στις βραδινές βρεγμένες στράτες
αχνίζει ένα φως θαλασσί
πλατύ χέρι στην καρδιά
βήματα ερειπωμένα
τρεις εραστές διαβαίνουν απ’ τα χέρια πιασμένοι
                                        ο πρώτος

Κρέμασε σ’ ένα δέντρο την αγάπη του
τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω απ’ το δέντρο
να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα
να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων που λιώνουν
τα δάκρυά του στο χώμα τα πίνει ένας σκύλος
η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει
το δέντρο ουρλιάζει ο αγέρας ο σκύλος
                                        ο δεύτερος
 
Χάρισε την αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή
ο τρελός την επήρε τραγούδι
βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα
αντηχούνε οι δρόμοι τ’ ολέθριο βιολί
της αγάπης το τραγούδι το ’χουν μάθει τώρα όλοι
με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν
μόνο αυτός δεν το ξέρει
                                        ο τρίτος

Έκανε την αγάπη του καράβι
την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες
τώρα έγινε πάλι παιδί
σιάχνει πύργους με άμμο
και μαζεύει χαλίκια κοχύλια
και προσμένει να γυρίσει ξανά
το καράβι η αγάπη
 
Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δέντρο
ένα βιολί σιμά στ’ αφτί θαν τους τρελάνει
κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια





Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ


III

Η λησμονημένη απλώνει τ’ άσπρο χέρι της
παίρνει όμως ένα χρωματιστό γυαλί και τραγουδάει
− Σε φωνάζω όχι μέσα από τ’ όνειρο
αλλά μέσα από τα συντρίμμια των πολύχρωμων αυτών γυαλιών

μα συ όλο φεύγεις
τώρα ναι με φοβίζει αληθινά το πρόσωπό σου
όσο και να τα ταιριάζω τα σπασμένα αυτά γυαλιά
δε μπορώ πια να σ’ αντικρίσω ολάκερο
κάποτε φτιάχνω μόνο το κεφάλι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα άγρια κεφάλια
                                που μ’ αποξενώνουν
άλλοτε μοναχά τ’ αγαπημένο σώμα σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα κορμιά ακρωτηριασμένα
άλλοτε πάλι μοναχά το ευλογημένο χέρι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα χέρια τεντωμένα
που παιδεύουν τα πόδια μου κάτω απ’ τα φουστάνια μου
μου δένουν τα μάτια με τα μαύρα μαντίλια τους
με προστάζουν να περπατήσω να μη γυρίσω πίσω
                                                                              το κεφάλι μου
να δω τα μάτια σου να θρυμματίζονται



IV

Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της
κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα
ξεδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της
είναι μονάχα μια πνοή ένας βρόντος κανονιού
είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη
είναι ο βόγκος της καρδιάς καπνός των ορυχείων
το μίσος τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται
είναι ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής
που βρίσκονται σπαρμένοι μες στις παπαρούνες πέντε θάνατοι
είναι η σκιά τ’ αγαπημένου της που πέρασε





Από τη συλλογή «Η λησμονημένη» (1945).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μίλτος Σαχτούρης - Ποιήματα (1945-1998)»,
εκδ. Κέδρος, 2014.
 
Στην εικόνα, έργο του ζωγράφου Ιορδάνη Γιαβουρίδη (λάδι σε καμβά).
Πηγή για την εικόνα: in.gr.

Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

Μίλτος Σαχτούρης, "Τα στίγματα"





ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ


Ο ήλιος είναι πράσινος
τα δέντρα καίνε
περιμένουνε τα χελιδόνια
οι σιδερένιες μας χελιδονοφωλιές
δε μας γελάνε πια με τα λουλούδια
μας στοίχισαν τα χέρια και τα πόδια μας
τώρα τα χέρια και τα πόδια μας
κρέμονται στα δέντρα





Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

                                     στη Νόρα Αναγνωστάκη


Σα γύρισε ο καθρέφτης μου
στον ουρανό
φάνηκε
ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο
από τα κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα κεφάλι πλάι του
να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη
                                               βροχή
να λάμπει το κεφάλι
να φέγγει
καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο
                                                      η φωτιά
να ψιθυρίζει:
− Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα
                                                τα φτερά
κι ο πόνος
σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει





ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ


Με το μπαμπάκι του θανάτου
αχόρταγο

Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα
στο φεγγάρι

Ένα παιδί πεθαίνει
Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια
μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι

Έν’ άλλο παιδί
ρίχνει μια πέτρα
και σπάζει το φεγγάρι





ΚΑΤΕΒΑΙΝΕ ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΞΕΝΟΣ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟΣ


Το αίμα καίει το μυαλό
η Άνοιξη μια στιγμή φάνηκε κοντά στα
                                                  κυπαρίσσια
ωραία πουλιά πέφταν με δύναμη
                           σε κάθοδο φριχτή
κι άλλα ζεστά πουλιά μέσ’ απ’ τον ήλιο
                               βγαίναν κι ανεβαίναν

από την πόλη χάθηκαν τα περιστέρια

η μαύρη γυναίκα έστελνε
ψεύτικα
λουλούδια στους νεκρούς





ΠΟΡΤΡΕΤΟ


Μέσα σ’ ένα χρυσό κύκλο
το κεφάλι του

πάνω του πέφτει χιόνι

το στόμα του βγάζει πύρινες
πληγές
άγριες τον κυνηγάνε ανεμώνες

μία γαλάζια βέργα απλώνεται
                                   επάνω του

γύρω πετούν μικροί μαύροι
            σταυροί ανοιξιάτικοι
τα χελιδόνια





ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ


Κάποτε
θα σταματήσουμε
σε μια γαλάζια άμαξα
μες στο χρυσάφι

δε θα μετρήσουμε τα μαύρα
                                        άλογα
δε θα ’χουμε τίποτα ν’ αθροίσουμε
δε θα ’χουμε πια τίποτα
για να μοιράσουμε

κρατώντας
ένα ξύλο
θα περάσουμε
μέσ’ απ’ τη μαύρη τρύπα
                           του ήλιου
που θα καίει





Από τη συλλογή «Τα στίγματα» (1962).
Πηγή «Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1998)», εκδ. Κέδρος, 2014.

Στην εικόνα: Jacob van Maerlant, «Irundo (swallow)» [Μiniature from folio 091r from Der naturen bloeme (KB KA 16) (1340-1350)].
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Μίλτος Σαχτούρης, "Ο περίπατος"




ΒΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ AΝΟΙΞΗ


      Βαριά από την Άνοιξη
      η φλόγα
      τα μάτια ανοίξανε σαν τάφοι
      πράσινα χόρτα φύτρωσαν γύρω στο στόμα
      τα βλέφαρα χάθηκαν μακριά
      φύγανε τα μαλλιά
      μα η πληγή
      έμεινε ορθάνοιχτη
      κι ουρλιάζει





Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ


      Χρόνια
      ο ουρανός
      ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
      κρυμμένο
      μες στην τσέπη μου
      και μες στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα
      αίμα
      γιατί βροχή
      πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό
      τσακίζοντας
      κρέατα
      και κόκαλα

      Έτσι
      σαν ήρθε η Ανάσταση
      ντυμένος μαύρα
      μ’ ένα κόκκινο κερί
      βγήκα
      τρελός
      στους δρόμους

      ήμουνα ένα κίτρινο
      πουλί
      σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
      ο Modigliani
      ποτέ μου
      ποτέ μου
      δεν είχα γεννηθεί





Η ΚΑΚΗ ΕΙΚΟΝΑ


      Σκάζανε αβγά
      κι έβγαιναν στον κόσμο
      άρρωστα παιδιά
      σα σπασμένα άστρα
      μαύρα περιστέρια
      διώχνανε τον ήλιο
      με κακές πετσέτες
      μ’ άχαρες στριγκλιές
      έβραζε η θάλασσα
      καίγαν τα πουλιά της
      τα διωγμένα ψάρια
      κλαίγαν στο βουνό
      κι ένα λυσσασμένο
      κόκκινο φεγγάρι
      ούρλιαζε δεμένο
      σα σφαγμένο βόδι





ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ

                                                                    Στην Τατιάνα Milliex


      Λέει η τσιγγάνα:
       − Διαβάζω χρήματα
      μέσα στον ύπνο σου
      έχεις μια ζωή πυκνή
      γεμάτη χιόνι
      όμως δεν ξέρω
      πότε θα
      γλιστρήσεις πέρα

      λέει ο βοσκός:
       − Όταν δεν αγαπάς τ’ άστρα
      τ’ αρνιά μου θα σε μισήσουν
      κι απ’ το φεγγάρι
      σου χαρίζω το μισό
      που βγάζει φλόγες
      από τη μεριά της λύσσας

      λέει ο θάνατος:
       − Δικά μου τα χρήματα
      δικό μου και το φεγγάρι
      δικά μου το χιόνι και τ’ αρνιά
      κι οι κόκκινες φλόγες
      και
      η τσιγγάνα
      και
      ο βοσκός





ΚΑΤΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ


      Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
      χάος
      είν’ η ψυχή μου
      που έκοψε με τα δόντια του
      ο Θεός

      άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
      τα δείχνουν
      τα πουλάνε
      τ’ αγοράζουν

      εγώ δεν τα πουλώ

      οι άνθρωποι
      τα κοιτάζουν
      με ρωτάνε
      άλλοι γελάνε
      άλλοι προσπερνάνε

       εγώ δεν τα πουλώ





Από τη συλλογή «Ο περίπατος» (1960).
Πηγή «Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1998)», εκδ. Κέδρος, 2014.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Μίλτος Σαχτούρης, "Έκτοτε"





ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ


Άλογα περήφανα
οι επιθυμίες μου
γονάτισαν κάθισαν χάμω

η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι

μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν

ο ένας πήγε να βρει το Θεό
ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο
κι ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό.





ΣΑΝ ΠΕΤΡΑ


Η Άνοιξη είναι για τους ευτυχισμένους
τότε έλεγες

τώρα έγινες σκληρή
σαν πέτρα.





Ο ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΙ

                          στον Βασίλη Συρμόπουλο


Αυτή την Τίγρη
αυτό το τέρας
την ψυχή μου
(έλεγε συχνά ο Χεμινγουέι)
θα την σκοτώσω.





ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ

                                         στη Μάγδα


Περιστέρια εξόριστα
βάψαν κόκκινη τη στέγη
                                     του σπιτιού

Εξόντωση του Κύκλωπα μέσα
που χρόνια λίμαζε στο σπίτι

Στα παρτέρια έξω μπροστά στην
                                                πόρτα
φύτρωναν κίτρινα λουλούδια.





ΞΥΜΦΟΡΑ

                                Είν’ οι προσπάθειές μας
                                των συφοριασμένων·
                                είν’ οι προσπάθειές μας,
                                σαν των Τρώων.

                                              Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


Με μάγια αλλά
και με Θεό μαζί
ψάχνω
την άδική μου μοίρα

Πόσα σίδερα
και σιδεριές
πόσες κατάρες
και πόσες σφήνες
πόσες αράχνες και καρφιά
πόσες πλεκτάνες
έως τώρα
μου έχουν στήσει

την άδική μου μοίρα
τώρα ψάχνω

Πόση ακόμα μου μέλλεται
συμφορά.





Από τη συλλογή «Έκτοτε» (1996).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μίλτος Σαχτούρης - Ποιήματα (1945-1998)»,
εκδ. Κέδρος, 2014.
Πηγή για την εικόνα:
http://www.ert.gr/arxeio-afierwmata/miltos-sachtoyris-29-martioy-2005/

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Μίλτος Σαχτούρης, "Με το πρόσωπο στον τοίχο"



ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ


Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια
θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι
θα σου δώσω ένα λαγήνι
θα σου δώσω κι ένα κοντάρι
θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις

Θα σε φέρω σ’ άλλα λιμάνια
να δεις τα βαπόρια πώς τρώνε
                                   τις άγκυρες
που σπάζουν στα δυο τα κατάρτια
κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες

Θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι
να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ
θα σου βρω πάλι το σπασμένο μπαλκόνι
και το σκύλο ουρανό
που βαστούσε τη βροχή στο πηγάδι

Θα σου βρω πάλι τους ίδιους
                               στρατιώτες
αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια
με την τρύπα πάνω απ’ το μάτι
κι αυτόν που χτυπούσε τη νύχτα τις
                                                   πόρτες
με κομμένο το χέρι

Θα σου βρω πάλι το σάπιο το μήλο

Μη φεύγεις θηρίο
θηρίο με τα σιδερένια δόντια





Η ΣΚΗΝΗ


Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τούς είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά

Σπάγκοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες
τις πλευρές
δε θα ’ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τους σπάγκους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η δυστυχία απ έξω
έγδερνε τις πόρτες





ΣΑΒΒΑΤΟ


Οι νεκροί δυο βήματα πλάι μας
ησυχάζουν
ή κάθονται ήσυχα
στα σκαλοπάτια
με μια σκούπα ματωμένη στο χέρι
όμως οι ζωντανοί
έχουν κάτι τεράστια κεφάλια
γεμάτα πετρέλαιο
και τα χέρια τους λιγδωμένα
με λίπος
φτιάχνουν βάρκες με μαύρα χαρτιά
που φεύγουν
μία μία
και δίχως ήλιο
για το μαύρο ουρανό





ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ


Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα
                                              και σχήματα αράχνη
τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά
μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους
                                                                   καρφωμένα
αίμα
τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια
η βροχή
και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της
το σώμα της και τ’ ανοιχτό στόμα της
μακριά βαθιά πάνω στο βουνό

Το μυαλό μου κουρασμένο
κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο
ρολόγια πέφτουν ολοένα και
σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο
σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη
απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι
μες στον καθρέφτη φάνηκε έν’ άλλο χέρι
έδερναν τα μεσάνυχτα
μακριά ακουγόταν ένα βογκητό

Όλα όσα βλέπω
τα παράξενα σπίτια μού θυμίζουν εσένα
η νύχτα μού θυμίζει εσένα
ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει
                                                            εσένα
κι ο τάφος μού θυμίζει εσένα
τα ψάρια τα λουλούδια μού θυμίζουν εσένα
όλες οι φωτογραφίες όλα τα χρώματα
όλα μού θυμίζουν εσένα
κι όλα τ’ αγαπώ για σένα





Η ΑΠΟΚΡΙΑ


Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                                       η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
                                                    που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο με παγωμένα δόντια

Το βράδυ βρήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                                       η αποκριά





Από τη συλλογή «Με το πρόσωπο στον τοίχο», (1952).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μίλτος Σαχτούρης - Ποιήματα (1945-1998)»,
εκδ. Κέδρος, 2014.
Στην εικόνα: "Ο Σαχτούρης στο BRAZILIAN", σκίτσο του Αλέκου Φασιανού.
Πηγή: https://anthologio.wordpress.com/