Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαχτούρης Μίλτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαχτούρης Μίλτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Μίλτος Σαχτούρης, "Χρωμοτραύματα"




ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
                                    θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
                                    στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντίλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δε μπόρεσαν να
                                    τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
                                    κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα





ΣΑΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙ


*

Η Κυρα-Λένη όλη μέρα τραγουδάει
δεν το καταλαβαίνει ότι κλαίει


*

Κάθε βράδυ η μάννα μου
με ταΐζει χώμα
έγινα καθώς φαίνεται
πουλί ιστορικό


*

νεκρό πουλί ακονίζω τα μαχαίρια μου
η Ιστορία (βλέπετε) δεν κάνει διάκριση
νεκρός ή
ζωντανός.


*

Ευλογημένη Κυριακή
καταραμένη μέρα
που μ’ ένα χτύπημα
ο θεοκόπος
μ’ έσπασε στα δυο.





ΤΑ ΧΕΡΙΑ Ο ΔΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Ακόμα γυρίζουν στρατιώτες από μάχες
                                   πού χάθηκαν
ακόμα γυρίζουν στρατιώτες από μάχες
                                   που κέρδισαν

                                  γυρίζουν
                                  σα δίσκος πικ-άπ

μαζεύουν τα όνειρα στις γωνιές των δρόμων
και τους βάζουν φωτιά

μαλλιά κρέμονται ακόμα και ήλιοι που άσπρισαν
πέφτουν τρίζοντας ο ένας μετά από τον άλλο
φεγγάρια τρυπούν ξαφνικά κι από μέσα...
(φεγγάρια − είπα − όχι κουφάρια)
...κι από μέσα βγαίνουν κεφάλια
α, να το κεφάλι σου, αγάπη μου
πόσα χρόνια είχα να το ιδώ
α, να το φεγγάρι σου, αγάπη μου
πόσα χρόνια είχα να του πιάσω το χέρι

τώρα φεγγάρια δεν έχουν δυο
δεν έχουν πέντε, εκατό
χιλιάδες χέρια
χάθηκε ή αγάπη μου
με τούς στρατιώτες κουρασμένους
τους ήλιους
τα φεγγάρια

βελόνα-καρδιά
πώς να παίξει ένα δίσκο

σπασμένο
σπασμένο
σπασμένο

εδώ και χιλιάδες χρόνια





ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ


Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fraülein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν





Η ΛΑΜΨΗ


– Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.
Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά
είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.
– Όμως ­– είπε ο πρώτος:
Εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ’ το
καρφώσω το μαχαίρι.
Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ’ ένα
σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.

Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας
το άχρηστο πια χέρι του.





ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ


Μέσα στον τάφο μου
Περπατώ ταραγμένος
τ’ απάνω κάτω
τ’ απάνω κάτω

ακούω τα πράγματα τριγύρω
                           να ουρλιάζουν
ιδέες-αυτοκίνητα
αυτοκίνητα-ιδέες

ανθρώποι περνάνε
μιλούνε, γελάνε
για μένα

λένε αλήθειες
λένε ψευτιές
για μένα, για μένα!

– Μη, τους φωνάζω
μη μιλάτε
για τις νεκρές αγάπες μου

θα ξυπνήσουν
θα σας βγάλουν τα μάτια!





Από τη συλλογή «Χρωμοτραύματα» (1980).
Πηγή: «Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1998)», εκδ. Κέδρος, 2014.


Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025

Μίλτος Σαχτούρης, "Κληρονόμος πουλιών"




ΤΑ ΔΩΡΑ


Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής



Παραλογαίς, 1948







                                     Στον Θ.Ι. Ρούσσο

ΦΥΤΡΩΣΑΜΕ πάλι άγρια λουλούδια
                                                        αυτή την άνοιξη
άγρια βυσσινιά κι άγρια γαλάζια
άλλα πεθαίνουν
εμείς μεγαλώνουμε σαν τ’ αγάλματα
άγρια ζεστά λουλούδια αυτή την άνοιξη
απλώνουμε τα χέρια και φωνάζουμε
όμως η απάντηση
έρχεται ύστερα από χρόνια
και από μακριά
σαν αλυσοδεμένο φάντασμα

και σα βαρύ άδειο καράβι



Όταν σας μιλώ, 1956






ΣΚΕΨΕΙΣ

                             Στον Ε. Χ. Γονατά


Ήσυχα ύπνου φέρετρα
κρεβάτια φοβερού θανάτου
αφού τριγύρισε τον άνεμο αυτής
                                              της γης
ο άνεμος αφηνίασε και δάγκωσε
η γης γύρισε ανάποδα
απ’ τη μεριά που ανθίζανε τα πράγματα
στάθηκε τότε εκείνος
σκεφτικός
πολύχρωμος
κοντά στη θάλασσα
σα σκιάχτρο σ’ ακρογιάλι



Ο περίπατος, 1960






ΦΥΣΟΥΣΕ
 
 
Φυσούσε
λουλούδια από άλλο κόσμο
 
σαν εκκλησία
 
με μαύρα στίγματα όμως του κακού
σκορπισμένα
να καίνε κόκκινο το δέρμα
 
μέσα στον ύπνο
τραγικά
μοσχοβολούσαν
τα μαλλιά της



Τα στίγματα, 1962







                         …μα εκεί κάτω στα τεράστια της Ουαλίας
                                                                             φεγγάρια
                                  μέσα στα ολοστρόγγυλα της Ουαλίας
                                                                             φεγγάρια
             Ο ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΡΕΛΟΣ
             ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΙΖΕΙ

ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ


Σήμερα καθώς οργίζομαι και μπαίνω
εις τα πενήντα δυο μου χρόνια
με δέος και θάμβος μαζί σε χαιρετίζω
αδελφικό μου φάσμα Ντύλαν Τόμας
που τόσο νέος ήξερες
φωτιά να βάζεις μες στις λέξεις
να τις πυροδοτείς
κι αυτές με κρότο και με Θεό μαζί
να εκρήγνυνται, στο αχανές



Το σκεύος, 1971






ΠΟΡΟΣ 1985


Κι όταν εφάνη στο φλιτζάνι του καφέ μου
                                                                           η γοργόνα η μαύρη
όλη τη νύχτα αδιέξοδα και εξορίες
έξαλλος λέω στίχους του Hölderlin
στίχους του Charles Cross
και πώς λυπάμαι τον άνθρωπο με το καροτσάκι
γυρίζει
πουλάει γλειφιτζούρια −γεωμετρικά τοποθετημένα
το ένα πλάι στο άλλο στη σειρά−
κανένας δεν τα αγοράζει
κι έτσι κι αυτός είναι τώρα χρόνια πεθαμένος
τα ρούχα του έχουν λιώσει πάνω του
και πίσω του τρέχει ο άγγελός του.

Όμως παρ’ όλα αυτά ο Πόρος υπάρχει
και μ’ όλα τα χαϊμαλιά του
με την παλιά του άγκυρα μπηγμένη
                                               στην αμμουδιά
τις όμορφες τουρίστριες με τα καταπληκτικά
                                                                πόδια
και πόσους έφαγε το χώμα αυτά τα χρόνια

πάει ο Σκλάβος κι ο Καχτίτσης
ο Ιωάννου, η Μέλπω Αξιώτη
ο Αλεξάνδρου και τόσοι άλλοι.

Θεέ μου, δώσε μας ένα θάνατο
ειρηνικό.



Εκτοπλάσματα, 1986






ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΠΟΙΗΤΗ


Στο σπίτι του πεθαμένου ποιητή
είναι κολλημένες φωτογραφίες
άλλων νεκρών ποιητών
που όταν ήταν ζωντανοί
αστειεύονταν
ή τσακωνόντουσαν
με τον πεθαμένο

Τώρα μένουν ακίνητοι
κολλημένοι στους τοίχους
και μόνο ο νεκρός ποιητής
στριφογυρίζει στο κρεβάτι του
απελπισμένος.



Έκτοτε, 1996






Πηγή: «Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1998)», εκδ. Κέδρος, 2014.


Πηγή για την επάνω εικόνα: https://www.in.gr/ (Μίλτος Σαχτούρης. Από την άλλη μεριά του τοίχου).

Στη δεύτερη εικόνα: 11 Δεκεμβρίου 1979. Στιγμιότυπο από την εκπομπή Παρασκήνιο, Κληρονόμος πουλιών (Μίλτος Σαχτούρης) (2004) [Ψηφιακό αρχείο Δημόσιας Τηλεόρασης].

Πηγή για την δεύτερη εικόνα: Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα / Μίλτος Σαχτούρης
(Στον σύνδεσμο μπορείτε να διαβάσετε για τη ζωή και το έργο του ποιητή).


Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

Μίλτος Σαχτούρης, "Η λησμονημένη"

 



Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ


Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλιτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τι κούραση τι κούραση
κίτρινο φόρεμα − κεντημένος ένας αετός −
πράσινος παπαγάλος − κλείνω τα μάτια − κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τι μάτια παθιασμένα τι γυναίκες
τι έρωτες τι φωνές τι έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τι κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά





NATURA


Του ρόδινου νήπιου η μαύρη μάνα
όλη τη νύχτα με τα δέντρα με τα σύννεφα αγαπιόταν
Τ’ άλλο πρωί

νέα πουλιά ραμφίζαν ηλιαχτίδες
γεμίσανε σπυριά τα πρόσωπα στ’ αγάλματα
γύρω τους στήσανε χορό κοπέλες οργισμένες
και τραγουδήσαν με μάτια κουρασμένα άλλους ουρανούς

Όλες φορέσανε τη νέα χλόη
πήραν στα χέρια τα νήπια του κόσμου
στις αυγινές παλάμες κρατούν δροσοσταλίδες





ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΡΑΣΤΕΣ


Στις βραδινές βρεγμένες στράτες
αχνίζει ένα φως θαλασσί
πλατύ χέρι στην καρδιά
βήματα ερειπωμένα
τρεις εραστές διαβαίνουν απ’ τα χέρια πιασμένοι
                                        ο πρώτος

Κρέμασε σ’ ένα δέντρο την αγάπη του
τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω απ’ το δέντρο
να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα
να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων που λιώνουν
τα δάκρυά του στο χώμα τα πίνει ένας σκύλος
η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει
το δέντρο ουρλιάζει ο αγέρας ο σκύλος
                                        ο δεύτερος
 
Χάρισε την αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή
ο τρελός την επήρε τραγούδι
βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα
αντηχούνε οι δρόμοι τ’ ολέθριο βιολί
της αγάπης το τραγούδι το ’χουν μάθει τώρα όλοι
με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν
μόνο αυτός δεν το ξέρει
                                        ο τρίτος

Έκανε την αγάπη του καράβι
την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες
τώρα έγινε πάλι παιδί
σιάχνει πύργους με άμμο
και μαζεύει χαλίκια κοχύλια
και προσμένει να γυρίσει ξανά
το καράβι η αγάπη
 
Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δέντρο
ένα βιολί σιμά στ’ αφτί θαν τους τρελάνει
κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια





Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ


III

Η λησμονημένη απλώνει τ’ άσπρο χέρι της
παίρνει όμως ένα χρωματιστό γυαλί και τραγουδάει
− Σε φωνάζω όχι μέσα από τ’ όνειρο
αλλά μέσα από τα συντρίμμια των πολύχρωμων αυτών γυαλιών

μα συ όλο φεύγεις
τώρα ναι με φοβίζει αληθινά το πρόσωπό σου
όσο και να τα ταιριάζω τα σπασμένα αυτά γυαλιά
δε μπορώ πια να σ’ αντικρίσω ολάκερο
κάποτε φτιάχνω μόνο το κεφάλι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα άγρια κεφάλια
                                που μ’ αποξενώνουν
άλλοτε μοναχά τ’ αγαπημένο σώμα σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα κορμιά ακρωτηριασμένα
άλλοτε πάλι μοναχά το ευλογημένο χέρι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα χέρια τεντωμένα
που παιδεύουν τα πόδια μου κάτω απ’ τα φουστάνια μου
μου δένουν τα μάτια με τα μαύρα μαντίλια τους
με προστάζουν να περπατήσω να μη γυρίσω πίσω
                                                                              το κεφάλι μου
να δω τα μάτια σου να θρυμματίζονται



IV

Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της
κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα
ξεδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της
είναι μονάχα μια πνοή ένας βρόντος κανονιού
είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη
είναι ο βόγκος της καρδιάς καπνός των ορυχείων
το μίσος τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται
είναι ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής
που βρίσκονται σπαρμένοι μες στις παπαρούνες πέντε θάνατοι
είναι η σκιά τ’ αγαπημένου της που πέρασε





Από τη συλλογή «Η λησμονημένη» (1945).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μίλτος Σαχτούρης - Ποιήματα (1945-1998)»,
εκδ. Κέδρος, 2014.
 
Στην εικόνα, έργο του ζωγράφου Ιορδάνη Γιαβουρίδη (λάδι σε καμβά).
Πηγή για την εικόνα: in.gr.

Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

Μίλτος Σαχτούρης, "Τα στίγματα"





ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ


Ο ήλιος είναι πράσινος
τα δέντρα καίνε
περιμένουνε τα χελιδόνια
οι σιδερένιες μας χελιδονοφωλιές
δε μας γελάνε πια με τα λουλούδια
μας στοίχισαν τα χέρια και τα πόδια μας
τώρα τα χέρια και τα πόδια μας
κρέμονται στα δέντρα





Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

                                     στη Νόρα Αναγνωστάκη


Σα γύρισε ο καθρέφτης μου
στον ουρανό
φάνηκε
ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο
από τα κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα κεφάλι πλάι του
να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη
                                               βροχή
να λάμπει το κεφάλι
να φέγγει
καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο
                                                      η φωτιά
να ψιθυρίζει:
− Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα
                                                τα φτερά
κι ο πόνος
σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει





ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ


Με το μπαμπάκι του θανάτου
αχόρταγο

Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα
στο φεγγάρι

Ένα παιδί πεθαίνει
Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια
μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι

Έν’ άλλο παιδί
ρίχνει μια πέτρα
και σπάζει το φεγγάρι





ΚΑΤΕΒΑΙΝΕ ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΞΕΝΟΣ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟΣ


Το αίμα καίει το μυαλό
η Άνοιξη μια στιγμή φάνηκε κοντά στα
                                                  κυπαρίσσια
ωραία πουλιά πέφταν με δύναμη
                           σε κάθοδο φριχτή
κι άλλα ζεστά πουλιά μέσ’ απ’ τον ήλιο
                               βγαίναν κι ανεβαίναν

από την πόλη χάθηκαν τα περιστέρια

η μαύρη γυναίκα έστελνε
ψεύτικα
λουλούδια στους νεκρούς





ΠΟΡΤΡΕΤΟ


Μέσα σ’ ένα χρυσό κύκλο
το κεφάλι του

πάνω του πέφτει χιόνι

το στόμα του βγάζει πύρινες
πληγές
άγριες τον κυνηγάνε ανεμώνες

μία γαλάζια βέργα απλώνεται
                                   επάνω του

γύρω πετούν μικροί μαύροι
            σταυροί ανοιξιάτικοι
τα χελιδόνια





ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ


Κάποτε
θα σταματήσουμε
σε μια γαλάζια άμαξα
μες στο χρυσάφι

δε θα μετρήσουμε τα μαύρα
                                        άλογα
δε θα ’χουμε τίποτα ν’ αθροίσουμε
δε θα ’χουμε πια τίποτα
για να μοιράσουμε

κρατώντας
ένα ξύλο
θα περάσουμε
μέσ’ απ’ τη μαύρη τρύπα
                           του ήλιου
που θα καίει





Από τη συλλογή «Τα στίγματα» (1962).
Πηγή «Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1998)», εκδ. Κέδρος, 2014.

Στην εικόνα: Jacob van Maerlant, «Irundo (swallow)» [Μiniature from folio 091r from Der naturen bloeme (KB KA 16) (1340-1350)].
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Μίλτος Σαχτούρης, "Ο περίπατος"




ΒΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ AΝΟΙΞΗ


      Βαριά από την Άνοιξη
      η φλόγα
      τα μάτια ανοίξανε σαν τάφοι
      πράσινα χόρτα φύτρωσαν γύρω στο στόμα
      τα βλέφαρα χάθηκαν μακριά
      φύγανε τα μαλλιά
      μα η πληγή
      έμεινε ορθάνοιχτη
      κι ουρλιάζει





Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ


      Χρόνια
      ο ουρανός
      ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
      κρυμμένο
      μες στην τσέπη μου
      και μες στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα
      αίμα
      γιατί βροχή
      πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό
      τσακίζοντας
      κρέατα
      και κόκαλα

      Έτσι
      σαν ήρθε η Ανάσταση
      ντυμένος μαύρα
      μ’ ένα κόκκινο κερί
      βγήκα
      τρελός
      στους δρόμους

      ήμουνα ένα κίτρινο
      πουλί
      σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
      ο Modigliani
      ποτέ μου
      ποτέ μου
      δεν είχα γεννηθεί





Η ΚΑΚΗ ΕΙΚΟΝΑ


      Σκάζανε αβγά
      κι έβγαιναν στον κόσμο
      άρρωστα παιδιά
      σα σπασμένα άστρα
      μαύρα περιστέρια
      διώχνανε τον ήλιο
      με κακές πετσέτες
      μ’ άχαρες στριγκλιές
      έβραζε η θάλασσα
      καίγαν τα πουλιά της
      τα διωγμένα ψάρια
      κλαίγαν στο βουνό
      κι ένα λυσσασμένο
      κόκκινο φεγγάρι
      ούρλιαζε δεμένο
      σα σφαγμένο βόδι





ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ

                                                                    Στην Τατιάνα Milliex


      Λέει η τσιγγάνα:
       − Διαβάζω χρήματα
      μέσα στον ύπνο σου
      έχεις μια ζωή πυκνή
      γεμάτη χιόνι
      όμως δεν ξέρω
      πότε θα
      γλιστρήσεις πέρα

      λέει ο βοσκός:
       − Όταν δεν αγαπάς τ’ άστρα
      τ’ αρνιά μου θα σε μισήσουν
      κι απ’ το φεγγάρι
      σου χαρίζω το μισό
      που βγάζει φλόγες
      από τη μεριά της λύσσας

      λέει ο θάνατος:
       − Δικά μου τα χρήματα
      δικό μου και το φεγγάρι
      δικά μου το χιόνι και τ’ αρνιά
      κι οι κόκκινες φλόγες
      και
      η τσιγγάνα
      και
      ο βοσκός





ΚΑΤΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ


      Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
      χάος
      είν’ η ψυχή μου
      που έκοψε με τα δόντια του
      ο Θεός

      άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
      τα δείχνουν
      τα πουλάνε
      τ’ αγοράζουν

      εγώ δεν τα πουλώ

      οι άνθρωποι
      τα κοιτάζουν
      με ρωτάνε
      άλλοι γελάνε
      άλλοι προσπερνάνε

       εγώ δεν τα πουλώ





Από τη συλλογή «Ο περίπατος» (1960).
Πηγή «Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1998)», εκδ. Κέδρος, 2014.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Μίλτος Σαχτούρης, "Έκτοτε"





ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ


Άλογα περήφανα
οι επιθυμίες μου
γονάτισαν κάθισαν χάμω

η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι

μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν

ο ένας πήγε να βρει το Θεό
ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο
κι ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό.





ΣΑΝ ΠΕΤΡΑ


Η Άνοιξη είναι για τους ευτυχισμένους
τότε έλεγες

τώρα έγινες σκληρή
σαν πέτρα.





Ο ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΙ

                          στον Βασίλη Συρμόπουλο


Αυτή την Τίγρη
αυτό το τέρας
την ψυχή μου
(έλεγε συχνά ο Χεμινγουέι)
θα την σκοτώσω.





ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ

                                         στη Μάγδα


Περιστέρια εξόριστα
βάψαν κόκκινη τη στέγη
                                     του σπιτιού

Εξόντωση του Κύκλωπα μέσα
που χρόνια λίμαζε στο σπίτι

Στα παρτέρια έξω μπροστά στην
                                                πόρτα
φύτρωναν κίτρινα λουλούδια.





ΞΥΜΦΟΡΑ

                                Είν’ οι προσπάθειές μας
                                των συφοριασμένων·
                                είν’ οι προσπάθειές μας,
                                σαν των Τρώων.

                                              Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


Με μάγια αλλά
και με Θεό μαζί
ψάχνω
την άδική μου μοίρα

Πόσα σίδερα
και σιδεριές
πόσες κατάρες
και πόσες σφήνες
πόσες αράχνες και καρφιά
πόσες πλεκτάνες
έως τώρα
μου έχουν στήσει

την άδική μου μοίρα
τώρα ψάχνω

Πόση ακόμα μου μέλλεται
συμφορά.





Από τη συλλογή «Έκτοτε» (1996).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μίλτος Σαχτούρης - Ποιήματα (1945-1998)»,
εκδ. Κέδρος, 2014.
Πηγή για την εικόνα:
http://www.ert.gr/arxeio-afierwmata/miltos-sachtoyris-29-martioy-2005/