Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πασούλη Βάννα Γ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πασούλη Βάννα Γ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαΐου 2024

Βάννα Γ. Πασούλη, "Μέρες του νόστου"





ΣΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Πώς να μιλήσω με τα δένδρα
τη γλώσσα της υπομονής εγώ,
που δεν υπέμεινα μήτε για ένα καλοκαίρι
τον δίκαιο ρυθμό του ουρανού;
Σπαταλημένη μέσα στην αχλή
φλεγόμενου και χαύνου θέρους
εξάτμιζα τον πόθο,
ώσπου της φθινοπωρινής βροχής
το πρώτο δρόσισμα
καινούργια ενυδάτωνε δράματα
κι εφύτρωνε παραμυθητική η ελπίδα
μπροστά στο έλεος της νέας ανθοφορίας.

Άπειρες διαθέσεις άλλαξε ο καιρός,
μεγάλη η σοδειά που άδειασα
μες στις χωματερές των κυκλο-
θυμικών συναλλαγών μου.

Τώρα
στου ήλιου την αναφορά
στοχάζομαι πως πρέπει απ’ την αρχή
να μάθω
τουλάχιστον προπαίδεια της θάλασσας,
για να μη κολυμπάω ανίδεη
στον ρουν των γεγονότων
με διάθεση βεβαίως ενεργητική,
ενίοτε όμως και παθητική
−βοηθούνε τα μελτέμια−
μα πάντοτε ενεστώτος χρόνου
εξακολουθητικού
από την εποχή ακόμη του Ηράκλειτου.

Παίζουν τα βότσαλα στις κοίτες των χειμάρρων
κι ακούω τα βράδια το νεράκι να με λοιδορεί:
ρει, ρει, ρει, ρει, ρει…





ΜΕΡΕΣ TOΥ ΝΟΣΤΟΥ


Στις μέρες των ερώτων
του νόστου ο έρωτας κάποτε
μας αρρώστησε
(παροξυσμός μιας νοσταλγίας πρωτόγνωρης
για την πατρίδα με τις άκοπες, αλώβητες μηλιές).
Όμως δεν ξέραμε τι πα να πει αγάπη
και κάθε δείλι ονειρευόμασταν
κάτω από διάφανο ουρανό με λίγα ξέφτια απελπισίας
νήπιοι και μωροί
παραδομένοι στην ποδιά ευφρόσυνης οδύνης.

Όταν ο χρόνος ράγισε
και σχηματίστηκαν τα πρόσωπά μας
πρισματικά, χωρίς μορφή
ήταν αργά να μάθουμε ζωή
τι πάει να πει.

Περιδινόμενοι μέσα σ’ αυτά που μας ξεκλήρισαν
σκορπίσαμε
σαν τα παιδιά των πεθαμένων πια γονιών
που δεν μπορούν
να μοιραστούνε την κληρονομιά
κι αδίκως χαραμίζουνε το κληροδότημα.


*    *    *





ΑΠΟΥΣΙΑ


Η ώρα νυχτώθηκε ξεχασμένη
στην ηδονή της ρέμβης.
Δένδρα που χαμηλώνουν
τους τελευταίους προβολείς και
καημοί των κορμών που κοιμούνται και
δάκρυ άστοχα χυμένο
στη φτέρνα της Άνοιξης.

Ολοένα παίζει τη σιωπή
ο ουρανός
υπογράφοντας την απουσία σου.


Από την ενότητα «Αλληγορίες της μνήμης»





ΚΑΙΡΙΚΑ


Ο Καιρός πολύς
ο έρωτας λίγος

άνεμος πάνω στα κύτταρα
των εποχών
φυσάει
μιαν ευωχία φυλλοβόλα
που αναρωτιέται για τον κλήρο της
μα πεινασμένο θα σ’ αφήσει τελικά,
γυμνό κλαρί.

Γυμνή φωνή
που απεκδύεται το λόγο της
και πάνω στο σώμα ασεβούν
άλαλα χείλη.

Ντύνεται τότε το βαρύ παλτό
φοράει ενισχυτικά
μη τον στοιχειώσει η παγωνιά
κόκκινη, πηχτή σαν ξεραμένο αίμα.

Τα βράδια ανατριχιάζει χωρίς φως
γυρίζει το πλευρό κι αποκοιμιέται.
Βλαστάρι αγάπης τοκισμένης
κι εξόριστος σαν ποιητής

απέναντι στο φίδι του Καιρού
που όλο διψάει       αναμετριέται.


Από την ενότητα «Θερινό μηνολόγιο»





ΤΕΛΟΣ ΧΡΟΝΟΥ


Άφησε το φτερό να του χαράξει
τα τελευταία σύμβολα επάνω στο χαρτί,
κάτι περίεργα ερπετά που σέρνονταν
έτσι όπως τα ’βλεπαν τα θολωμένα μάτια του
και αινιγματικά μισόλογα
μάταια… ματαιόπονα… η κάτι τέτοιο.

Η αποτραβηγμένη του πνοή
πρόσθεσε βάρος περιττό στο σώμα και
στο χέρι         που υποχώρησε με βία
κι έπεσε άψυχο στο μελανοδοχείο
        χύνοντας το σκοτάδι
        στον κόσμο γύρω του

                   απότομα.


Από την ενότητα «Η ηχώ της λύπης»





Από τη συλλογή «Μέρες του νόστου», εκδ. Ηριδανός, 2008.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

Βάννα Γ. Πασούλη, "Lunaris"





ΤΟ ΛΙΚΝΟ


Σαν το πλεούμενο που
ανάβει φώτα στο σκοτάδι
γύριζα και λιτάνευα τα βράδια μου.

Έπλεαν μαγεμένα στη σιωπή
κι αφουγκραζόμουνα συνωμοσία
με το φεγγάρι
ανεξιχνίαστο δισκάρι της Φαιστού
μαλαμοκαπνισμένο ασήμι

με λίκνιζε στα φώτα, στα νερά
και μ’ έδινε στον κόσμο
απ’ την αρχή κάθε φορά.


                     ~ * ~




ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΙΙ


Είδα μες στο μετρό τη Λορελάη
να χαιρετάει, να κλαίει και να γελάει.

Έβαψε τα μαλλιά της μαύρα
−αντίθεση στο άσπρο πρόσωπό της−
να ’ναι της μόδας και να ξεγελάει.

Δεν βρήκε μες στα σχολικά βιβλία
το ποίημά της, μόνο στατιστικές
και γύρισε όλο πείσμα την πλάτη της
στις πολυεθνικές.

(Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ γελάει στο πάθημά της
κι ο Χάινε με μπουρλέσκο τη φλερτάρει.)

Καπνίζει Philip Morris, πίνει μπίρες
καρφώνει ακόμα με το βλέμμα τους διαβάτες
και προσμένει
μήπως τα πλοία αλλάξουνε τη ρότα.

Δεν βλέπει πού πατά
δεν τραγουδά ερωτικά όπως πρώτα
μια τίγρη που ζαλίζεται απ’ τα φώτα
και με θολό το βλέμμα βλαστημάει
τον έρωτα, τον φόβο, τα δυο αδέλφια
στου ξυραφιού την κόψη περπατάνε
−το ξέρει θα κοπεί−
πάνω στα λόγια ισορροπεί, παραμιλάει:

κι αν έπνιγα τους ναύτες με την ομορφιά μου μια φορά
κάποτε θα με πνίξουν της αγάπης τα νερά


Από την ενότητα «Τα τραγούδια του Ρήνου»





ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΡΧΑΡΙΟΥ ΔΥΤΗ


Θάλασσα απέραντη και βουερή, υγρή μητέρα
ξέρω θα σύρεις
τ’ αλλοτινά μου είδωλα
στη σήψη ή στην οξείδωση αναμφίβολα.

Όμως εκείνα τα ακρογιάλια που ερωτεύτηκα
καθώς η ανάγκη, ανάδοχος της ένδειας
τα είχε βαφτίσει ιδανικά χωρίς να με ρωτήσει
μην τα μολύνω.
Ας μην ξεχνώ πως με την άρμη τους σιτεύτηκα.

Μένει ν’ αποτολμήσω τώρα την κατάδυση
κι ο ενδοιασμός στο ενδεχόμενο του πάτου
και στην ιδέα ενός ανάξιου θανάτου.

Μα για φαντάσου με στην ύστατη ανάδυση
κι όταν το ξόδι μου στολίζουν τ’ αρμυρίκια
την πλανεμένη μου ψυχή καθάρια και ανάλαφρη
ένα μαργαριτάρι ν’ ανασύρει από τα φύκια.


Από την ενότητα «Διαδρομές»




ΑΜΦΙΛΥΚΗ

                           Όταν παραπλανά το φως


Σαν κεράκια τρεμάμενα
οι καρδιές αναλώνονται απόψε
στο μανουάλι του αινίγματος της πρόθεσης.

Περιμένουν πριν σβήσουν
κάτι στέρεο ν’ ανατείλει στα μάτια, στα χείλη.

Διακλαδίζονται ωστόσο τα ρίγη
σαν αντένες στη θύελλα
και τα πείσματα τρίζουνε κάτω απ’ το πέλμα

Και τ’ ανείπωτα όλα εκτοξεύονται σαν τα βέλη
στα τείχη της Τροίας.

Και το σπίτι βουλιάζει.
Άραγε ξημερώνει ή βραδιάζει;

Ήδη πέρασε ύπουλα τα μαβιά της κλωνιά
η αμφιλύκη απ’ τις γρίλιες

σαν αρχαίος προφήτης
μπρος στο ανίδεο πλήθος
αναγγέλλοντας
θάνατο.


Από την ενότητα «Τα δώρα της Άτης»





AMARO
 
                      Από τα πρώτα δευτερόλεπτα της γύρης
                      Όλη η πόλη κατάμονη.
                                            Δήμητρα Χριστοδούλου


Και αν το σήμερα από το ελάχιστο καμωμένο
σαν άγριο πουλί που αιφνιδιάστηκε
στη λάμψη της υστεροβουλίας
και της μικρότητάς του
κλέβει τις μέρες μας βαλσαμωμένο
επάνω από την πάχνη των βουνών
στα μεθυσμένα μεσημέρια του χειμώνα
ασφυκτιά μεσήλικας, ασθματικός καιρός.

Ίσως το αύριο να δυναμώσει τα ισχνά του χέρια
και να συνάξει πονετικά τη βουβή
μαρμαρωμένη πάχνη επάνω από τη χώρα.
Τότε και ο Αχώρητος του ψηφιδωτού
θα μας παραχωρήσει Πλατυτέρα
που με τα κράσπεδα των ιματίων της
θα σκουπίσει τρυφερά
το δάκρυ του νηστικού παιδιού και του ληστή
τον ένοχο ιδρώτα.

Ύστερα, μέσα σε ιλαρό απόγευμα
δεν θα μπορέσουν ούτε ο τελώνης ούτε ο γραφιάς
παρά να αιχμαλωτίσουν αμήχανα
όσο που να φυσήξει τη χρυσόσκονη
από το ρούχο της η αιθρία
μικρήν αχτίδα φωτός υπερουσίου
προτού εκείνη φυγαδεύσει τις μέρες μας
κρυφά στο καραβάνι της ερήμου τους.


Από την ενότητα «Απόλογοι»





Από τη συλλογή «Lunaris», εκδόσεις Περισπωμένη 2021.

Σημείωση: Η γραφή της Βάννας Γ. Πασούλη είναι πολυτονική.



Η Βάννα Γ. Πασούλη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά και Νεοελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Γλωσσολογία σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Δίδαξε την ελληνική γλώσσα σε ξένους φοιτητές στο Διδασκαλείο της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών αλλά και στο εξωτερικό. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Μέρες του νόστου (Ηριδανός, 2008) και τη συλλογή διηγημάτων Ο εφταξούσιος (Γαβριηλίδης, 2018). Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση.