Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Θανάσης Κωσταβάρας, "Στο βάθος του χρώματος"





ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ


Κατακαλόκαιρο, μεσημέρι, σε ασπρόμαυρο όνειρο.

Πέρα από τα περιβόλια και τους Μπαξέδες.
Πέρα από τʼ Αϊγιοργίτικα σπίτια.
Προς τα χωράφια που απλώνονταν ώς την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας −παιδιά− κάτω από τον ήλιο, βατόμουρα.

Κι αντίκρυ, ο αδερφός μου, άσπρος όπως το χιόνι.
Μ’ έναν αιφνίδιο τρόμο κοιτάζοντας.
Βαθιά, στο μάκρος του δρόμου·
όπου μέσα από σύννεφο σκόνης
προχωρούσε το κάρο με τα τέσσερα κατάμαυρα άλογα.

Με τον καροτσέρη πάνω αδύνατο, σχεδόν οστεώδη.
Σχεδόν δίχως πρόσωπο.
Με το πρόσωπο λιωμένο
κάτω από την καυτή αντηλιά.

Και ψηλά, πολύ ψηλά, τα γεράκια.
Σκίζοντας αργά, σάμπως ακίνητα, τον αέρα.

Κι όλα βουβά πέρα ώς πέρα και σάμπως ρευστά και τρεμώδη.
Και σάμπως φανταστικά μέσα στο θάμπος της μέρας κι ασάλευτα.

Μα ούτε λύπη μέσα μου, ούτε φόβος.
Πάρεξ μια ομορφιά μόνο, αβάσταχτη, που μου κεντούσε τα μάτια.
Και μια ευτυχία που σμίγαμε πάλι, παιδιά.

Μακριά, στα χωράφια που απλώνονταν
πριν από την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας, κάτω από έναν κάτασπρο ήλιο, βατόμουρα.





ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΓΕΥΜΑ 
ΜΕ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟ ΥΠΑΙΘΡΟ


Στρωμένα τραπέζια στη σειρά, με τη λιακάδα, στον κήπο.
Άσπρα τραπεζομάντιλα, φαγητά και κρασιά και φρέσκα λουλούδια στα βάζα.
Και το γραμμόφωνο παίζοντας αποσπάσματα από όπερες.

Ξαφνικά, περνάει γρήγορα ένα κοπάδι πουλιά.
Κι ένα μαύρο σάλεμα στον αέρα, σαν προμήνυμα μπόρας.

Κι απ’ το βάθος
φαίνεται να προβαίνει αργά
ο απρόσκλητος επισκέπτης.

Παράξενος άντρας, φορώντας άσπρο κουστούμι ξεχειλωμένο
και το πρόσωπο αθέατο.
Κρυμμένο πίσω απ’ τα φύλλα.

Μοιάζει πάντως κανένας να μην τον γνωρίζει.
Ίσως μόνο ο πατέρας, που τον κοιτάζει μ’ έναν φόβο αόριστο.

Εκείνος τον πλησιάζει και του απλώνει το χέρι.
Σαν να του λέει κιόλα κάτι, σαν να τον καλεί για έναν περίπατο.

Κι όπως, τελείως απρόθυμος, ο πατέρας σηκώνεται
αρχίζουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες.
Όχι δυνατή όμως βροχή, μια σιγανή ψιχάλα, περίπου αθόρυβη.

Παγερή σιωπή σφραγίζει τώρα τα χείλη.
Απ’ το γραμμόφωνο δεν ακούγεται παρά το ξύσιμο της βελόνας.
Όλος ο κήπος μυρίζει βρεγμένο χώμα, όλοι έχουν πια σηκωθεί.
Μερικοί ανοίγουν ομπρέλες.

Μια λύπη απλώνεται λίγο λίγο πάνω σ’ όλα τα πρόσωπα.





ΤΟΠΙΟ ΓΥΜΝΟ ΜΕ ΟΜΙΧΛΗ


Σαν να είχα κατέβει σε βαθύ κρύο πηγάδι.
Και σαν να είχα περάσει από κει στη ζοφερή χώρα της νύχτας.
Εκεί που ούτε λουλούδι ανθίζει
ούτε λαλεί ποτέ πουλί.

Παρά μόνο ένας αέρας, φτασμένος κάπου από τα βάθη, σφυρίζοντας.

Τότε είδα τον λυπημένο πάλι μπροστά μου.

Λέξη δεν είπε, όπως τότε, μόνο πάλι μου έγνεψε.
«Τι θέλεις» του είπα «και γιατί με παιδεύεις.
Και γιατί φανερώνεσαι έτσι πάντα μπροστά μου;»

Δεν μου αποκρίθηκε αμέσως.
Ώσπου βρήκα το κουράγιο και γύρισα.

«Μη φεύγεις» μου είπε τότε, σχεδόν με ικέτεψε.
«Μα μείνε λίγο ακόμα κοντά μου.
Να μου θυμίζεις όλα εκείνα που έζησα.

Για λίγο, μείναμε πετρωμένοι κι αμίλητοι.

«Ω, να μπορούσα» πρόσθεσε ύστερα·
«να μπορούσα ν’ ανέβαινα μια ψίχα μαζί σου.
Να ξαναντίκριζα το φως του ήλιου.
και τις αμέτρητες χάρες τού πάνω κόσμου να ξαναζούσα».

«Έστω ας ήταν μόνο» κατέληξε και με κοίταξε με απόγνωση
«ας ήταν μόνο μέσα από των θνητών τα εφήμερα όνειρα
σαν φευγαλέος άσαρκος άνεμος να περνούσα».

Έτσι είπε, μα εγώ κινούσα να φύγω·
καθώς εκείνος χανόταν λίγο λίγο σε μια κίτρινη πάχνη.

Κι ούτε φωνή πια ακουγόταν
ούτε ίσκιος φαινόταν την ώρα που ανέβαινα.

Παρά μόνο ένας αέρας, ένας πηχτός κρύος αέρας
χτυπώντας με δύναμη πάνω στο φως.

Βγαίνοντας σκοτεινιασμένος
μέσα από το μαύρο πηγάδι του ύπνου
σφυρίζοντας.


Από την ενότητα: «Δώδεκα απόπειρες
χρωματικής απόδοσης του σκοτεινού»





ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΖ


Χλομά κορίτσια καθισμένα στην αμμουδιά.
Μακριά από τα παιχνίδια της θάλασσας.
Με τα φτερά του έρωτα μαραμένα.

Λυπημένα κορίτσια.
Αφήνοντας πίσω τα πικρά τους δωμάτια.
Χαράζοντας με τα λεπτά δάχτυλά τους
αγαπημένα ονόματα πάνω στην άμμο.

Εγκαταλειμμένα κορίτσια· απαρηγόρητα.
Με τα μεγάλα μάτια τους συννεφιασμένα.
Ψιχαλίζοντας κάτω από τον ήλιο τα σκοτεινά τους οράματα.

Πάντως περιμένοντας, περιμένοντας πάντα.
Περιμένοντας τη χάρη.
Περιμένοντας τον άγγελο της νύχτας να βγει από το κύμα.

Να τα πάρει πάνω στη μηχανή του και να ταξιδέψουν.

Πέρα από τη λύπη, πέρα από τη θάλασσα.
Εκεί που τα λόγια δεν είναι σκληρά
και τα όνειρα δεν είναι απελπισμένα.

Ξεχασμένα κορίτσια, καθισμένα παράμερα στην αμμουδιά.


Από την ενότητα: «Οι μεταμορφώσεις
μέσα στον καθρέφτη»





Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Ή
ΤΑΠΕΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ


Θεέ της ποίησης και των ποιητών
χάρισέ μου ένα ποίημα.
Ένα απλό, στρογγυλό, ευανάγνωστο ποίημα.
Γιατί τα βαρέθηκα όλα αυτά τα στρυφνά και τα δύσπεπτα.
Σαν τα θολά ποτάμια περνούν, βαριά κι ακατάδεκτα πηγαίνουν στη θάλασσα.
Κι ούτε το τραγούδι του νερού ακούει κανένας
ούτε τη δροσιά χαίρεται του καθαρού ρυακιού.
Παρά μονάχα αναρωτιέται πόσο σκοτεινά είναι τα χρόνια που έρχονται
και πόσο δύσκολα ήταν πάντα τα περάσματα.
Κι έτσι παίρνει το δρόμο πίσω
γυρίζει πάνω στα ταπεινά φυλλαράκια τα μάτια του
και τότε σκέφτεται πως η ζωή στο βάθος είναι ωραία
πως ακόμα κι αν είναι απελπισμένος
σκίζει σαν ένα αστραφτερό σαξόφωνο
το μαύρο ντέρτι του θανάτου, ο έρωτας.


Από την ενότητα: «Εικονογραφήσεις
βιβλίων με ποιήματα»





Από τη συλλογή «Στο βάθος του χρώματος», Νεφέλη, 1993.

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Βάλια Γκέντσου, "Η έξοδος των νερών"





ένας χειμώνας ήσυχος

             (Ανεπαίσθητα σαν λύπη
                 κύλησε το καλοκαίρι.

                  − Emily Dickinson)


η Περσεφόνη που
ανεβοκατέβαινε
του Άδη το φλύαρο
φιλιατρό

η αναμονή της φύσης
αχ τι είδε και πώς
έζησε μακριά της

πια ας μην περιμένει
μάνα καμιά
στην άκρη του σπαθιού

κι έρωτες ούτε
να πηγαινοφέρνουν
τα μεγαλεία τους

έναν χειμώνα ήσυχο
λουσμένο σαμπουάν μωρού

και χάδι από φτερό
καρδερίνας




η ψίχα


όλο συχνότερα στήνει αυτί
σε τάβλες ξύλινες
και κουλουριάζεται
ακούγοντας στους ήχους των σπιτιών
το ξύλο

που φυλακίζει ψίχα τη λύπη
την κραυγή

σαν μαγεμένη γονατίζει
και προσεύχεται
στους ξαφνικούς τριγμούς
των κουφωμάτων

ο ήχος διαυλίζεται
ακούει σταθερά το βήμα του θανάτου

στο πάτωμα μνήμη από κέδρο
ύπνος ελαφοτρομαγμένου
νιφάδα σάβανο χιονιού

αδήριτη ανάγκη να καταφύγει τώρα
στης χρυσαφιάς σανίδας
την καμπύλη ράχη

ν’ αγγίξει τη δροσιά
του χρόνου

μετά προς τη νύχτα
θ’ αλλάξει σπίτι
θ’ αλλάξει κάσα
ακόμα μια φορά


από την ενότητα
«Ι. το κουτί με τις διαφάνειες»





λέγεται παρ’ όλα αυτά


πως οι μικροί τόποι
κουβαλούν τη γλύκα τους

τα γυριστά τσίνορα του πόθου
το άγουρο

σιωπή μεγαλύτερη
απ’ τη λέξη

κάτω απ’ τον εξόδιο ουρανό
με ασθενές στίγμα
επιστρέφουν

γνωρίζουν πότε να ξεκλειδώσουν
τούτη την όμορφη
απάτη




άνθρωποι κομμάτια


η γυναίκα δεν σηκώνει τα μάτια

άθλιες ζαρτινιέρες στην πλατεία
στα περίπτερα σάρκα κρεμασμένη
τσιμέντο η όλβια πόλη των καπνών

το παχουλό αγόρι δεν παίζει πια κρυφτό
στου γέλιου τα λακκάκια
ενδημεί αρρώστια

γύρω μαίνεται ο πόλεμος των υγιών

 
από την ενότητα
«ΙΙ. η αποφασιστική στιγμή»





λήψη πρώτη


της πέρασε η σκέψη να μετακομίσει
σε πόλεις με ελάχιστο ύψος
ουτοπίας
και τοπίο αχόρταγο

μια ανάσα πριν
το νιώθει
πρόκειται για την έξοδο των νερών

εντούτοις κοντοστέκεται
σε μια καλοστημένη
α κ ι ν η σ ί α

γλιστερό σημείο
το σημείο
που έρχεται
που μάτι δεν χαϊδεύει


από την ενότητα
«ΙΙΙ. με ανοιχτό διάφραγμα»





Από τη συλλογή «Η έξοδος των νερών», ΑΩ Εκδόσεις, 2026.
Φωτογραφία εξωφύλλου: Βάλια Γκέντσου.





Η Βάλια Γκέντσου γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Αγρίνιο. Σπούδασε Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε το μεταπτυχιακό της στις κλασικές σπουδές. Εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση εκπαίδευση και ως επιμελήτρια κειμένων. Ασχολείται ενεργά με την καλλιτεχνική φωτογραφία, έχοντας πραγματοποιήσει μία ατομική έκθεση (2026) και συμμετοχές σε πολλές ομαδικές. Από τις εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ έχουν εκδοθεί δύο ποιητικές συλλογές της: Ο δρόμος άνοιγε στο τέλος (2017) και Παραμύθια ανάποδα (2020). Από τις εκδόσεις «iFocus» έχει εκδοθεί το φωτογραφικό/ ποιητικό βιβλίο με τίτλο: Sensus Poetica (2023). Ποιήματά της και κριτικές έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Χριστίνα Καραντώνη, "Ενώ η τίσις αργεί"





Ενώ η τίσις αργεί


Όχι απλώς χλεύη μα
προς τους πενθούντες σιχασιά
μετά την άμετρο που ένιωσε
εξέφρασε χαρά λόγω θανάτου
− άγνωστο έως πού η μισ-
ανθρωπία να φθάσει ημπορεί
και ως τι λογίζεται αυτός που
ενόσω άταφος ακόμη ο νεκρός
αδέκαστον αναγορεύει εαυτόν
κριτή και παντογνώστη

Τα χείρονα έπονται αφού
μετ’ ου πολύ και προς ιδίαν
μόνον προβολή −όχι δεν ορρωδεί−
τον υβρισθέντ’ ανυπεράσπιστον πλέον
εκλιπόντα ως εγγυητή επι-
καλείται αξίας χωρίς αιδώ
πες χρησιμοποιεί με συν-
επίκουρους εργάτες δωρεάν
−ανέξοδ’ άλλως συνεγγυητές− όσους
πρότερον εδόκει βδελυρούς

Τώρα αγάλματα μ’ αφαιμαγμένο βλέμμα
στο λήμμα αήθης στρεφόμενα βουτούν όμως
παρά τους κραδασμούς δεν πέφτουν − δεν

Πάνω απ’ τον βούρκο αίρονται
από την Ύβρι ανέγγιχτοι
αρράγιστοι απ’ το ψέμα



                                                   4.10.2026
                                   Χριστίνα Καραντώνη




Πρώτη δημοσίευση
Στην εικόνα: Χριστίνα Καραντώνη, Φρικιών (Ακρυλικό σε χαρτί, 2017).





Η Χριστίνα Καραντώνη γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1959. Σπούδασε Φιλολογία και Φιλοσοφία στην Αθήνα και το Παρίσι. Ζει στην Πάτρα, όπου εργάστηκε ως φιλόλογος.
Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές, Κοινοτυπίες (Πλέθρον, 1989), Ακόμα χρόνος (ΑΩ Εκδόσεις, 2011), Πάθη συμφώνων (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2014), Σε κλοιό σώματος (Εκδόσεις του Φοίνικα, 2016), Παρακειμένων Εκείνων (Εκδόσεις του Φοίνικα, 2019), Από βροχή σε βροχή (Το Ροδακιό, 2021) και Αποκλιμάκωση (Κουκκίδα, 2025) − στις δύο τελευταίες συνδιαλέγονται ο ποιητικός της λόγος με τη φωτογραφική της ματιά.
Ποιήματα και κριτικά της δοκίμια έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους, ενώ το μελέτημά της Νατάσα Κεσμέτη: Ευλόγως η χαρά, εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Κουκκίδα (2022).
Επιμελήθηκε εικαστικά (περί τα 60 εξώφυλλα κοσμούνται με ζωγραφιές είτε φωτογραφίες της), αλλά και φιλολογικά, λογοτεχνικά βιβλία και περιοδικά.


Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Βερονίκη Δαλακούρα, "Άγρια αγγελική φωτιά"

 



ΑΝΙΣΗ ΜΑΧΗ


ΚΑΛΗ ΜΟΥ μοίρα κρεμασμένη
Απ’ το παράθυρο
Τώρα είσαι μια γυναίκα
Σαν όλες τις άλλες
Πολύ χλομή για να ’σαι ευτυχισμένη.
Θυμάσαι εκείνο το βράδυ
Στο καφενείο με τους μύθους;
Η νιότη πετούσε τα άνθη της
Σαν μπαλάκια από ψίχα ψωμιού.
«Ακόρεστη ώς το τέλος», ψιθύρισε.
«Μυστήριο το νησί και το μυστηριώδες καράβι
Αίνιγμα τόσος πόνος να πάει χαμένος».
Κι έπειτα οι βροχές σάπισαν
Τα βράδια που λυσσομανούσε η κραυγή
«Ακίνητος!»
Και αντιγύριζε το σκοτάδι
«Στην κόρη που έχω μαζί σου
Θα δώσεις τρία δαχτυλίδια.
Δεν υπονοώ τίποτε, είναι
Κάτι τελείως πραγματικό»
Μα πάψε, πάψε!
Ο μυτερός πράσινος βράχος
Μαλλιαρός απ’ την πίσω μεριά
Με το αδελφικό στήριγμα του ανέμου
Σεσηπώς −

Παιδιά κι ασκήμια: ακαθαρσίες που ορίζουν την ποίηση.
Δυο γυναίκες που αγαπιούνται
Και δεν θα τολμήσουν ποτέ τους να αγκαλιαστούν.





ΠΑΙΖΩ ΚΑΙ ΧΑΝΩ


ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΩΣ της σεληνιακής νύχτας ένας σκυφτός και σιωπηλός άντρας ρίχνει τα χαρτιά. Το πρόσωπό του έχει την επίμονη έκφραση του παίκτη, αυτός, όμως, χαμένος μες στους υπολογισμούς, συλλογίζεται με τη μεγαλύτερη διακριτικότητα την ημέρα.
Είναι η ωριμότητα ή η σύμπτωση που με σπρώχνει κοντά του, όση ώρα διαρκεί ο περίπατος στα βάθη της πόλης που του ανήκει;
Σκόρπιες λέξεις, παραβιάσεις, τραντάγματα καρδιάς, μια γενικότερη αταξία, κι Εκείνη, που άξεστη και θλιβερή, χτυπώντας με στο πρόσωπο, δαγκώνει τα χείλη μου αναζητώντας τι;
«Μητέρα», ψελλίζω κατάκοπη, «δεν φταίω εγώ αν χάθηκα σε κόκκινη ομίχλη. Δες!»
Αυθυπαρξία μοναδική.





ΜΙΜΙΚΑ


ΟΠΩΣ Η ΕΡΩΜΕΝΗ που τρέχοντας στον εραστή
–όχι το αντίθετο, ειδάλλως δε θ’ ακριβολογούσα–
Με οδηγό το φεγγάρι στο τέλος χάνεται
Όταν αυτό βυθίζεται σε δροσερό πλήθος νεφών,
Έτσι η σκέψη γυρνά σε σένα
Τέλεια σχέση των αποστάσεων, για να λοιδορήσει
Τον αντικατοπτρισμό μιας χλιαρής απεικόνισης.
Σκοτεινιάζει, οι αιχμές των λεπιδοφόρων λέξεων
Σε αρκετά μεγάλη απόσταση από το κέντρο
Της εικόνας που αναπλάθεται
Θα καταστρέψουν το ιδιαίτερο χρώμα
Του κόσμου που σίγουρα θα έχανε την ουσία.
Τραγουδιστό χάος λοιπόν
Η μνήμη –σημαίνον φρίκης, πηγή των ορυκτών–
Το βάθος μετρά του αισθήματος.

Βράδυ έρχεται το μεγάλο καράβι
Γεμάτα κραδασμούς τα σωθικά του
Δεν θυμάμαι κι όμως ο χρόνος ή
Η προσομοίωσή του
Επανέρχεται μέσα από τον πεζό λόγο
Που στοχάζεται και τόσο λίγο ταιριάζει
Στον ποιητή, ιδίως αν αυτός είναι γυναίκα.
Βύθισμα σε σκόρπιες εικόνες
Ασύνδετες· η χαλυβουργία του σεξ
Διευθύνει την κίνηση, είναι άλλωστε φυσικό –,
Η άφωνη φρίκη εξακολουθεί να γρυλίζει
Σε διάλεκτο που αντικαθιστά τη μουσική.
Αγαπώντας σε λοιπόν γέρο της εφηβείας
Την εμπειρία προσπαθώ να μεταφέρω
Στη φίλη της νιότης, ξεχνώντας
Πως αυτό ειδικά ποτέ δεν
Κοινοποιείται ενώ και το πιο ισχνό
Δημιούργημα μ’ αυτό μπορεί να συγκριθεί.
Μαζί του το 197.. άκουγα τη Solemnis
Οι αστράγαλοί μας δεμένοι με δερμάτινο κορδόνι
Κανείς δεν θα σκεφθεί ότι αυτές οι στιγμές
Σαν υπερμεγεθυσμένο χέρι θα προκαλέσουν σύγχυση
Όχι μόνο στον φωτογράφο αλλά και στον χαράκτη
Που ακολουθώντας τη δική του τεχνική
Τυπώνει την ίδια έμπνευση συνήθως εις πολλαπλούν
Επιβάλλοντας στους μελλοντικούς αγοραστές
Μιαν ακούσια συγγένεια μέσ’ απ’ τη μουσική
Από τη μελωδία που τον καρπό θα διεγείρει
Του πιο θλιβερού θάμνου
Ώς την επανάληψη του τυμπάνου που εξωραΐζει
Περαστικές, ιδιοφυείς σκέψεις
Μιας ηλίθιας – ή το αντίστροφο.
Ξεφυλλίσαμε τόσα βιβλία όσο διαρκούσε
Η παρακμή· τώρα στο διπλανό δωμάτιο
Που ποτέ δεν υπήρξε, κάποιος φτυαρίζει θάνατο
Υποδεχόμενος χώμα. Κλείνω τα μάτια
Αγαπητό νυχτόβιο, κατρακυλώντας
Ώς τα σύνορα αυτής της ζεστής πόλης που
Συνήθως αρνείται να δεχτεί
Τύπους σαν εμένα.





ΜΥΗΣΗ


ΟΥΤΕ ΓΚΑΣΜΠΑΡΑ ΣΤΑΜΠΑ ούτε καν μία Μαρίνα έτσι όπως ανοίγει τις εξώπορτες των πορνείων, στείρα, ν’ ακούσει τις ιαχές της γονιμότητας. Μέρες του χασισέλαιου, νύχτες του τρυπημένου πνευμονιού, ο μολυσμένος άντρας κοιμάται αμέριμνος δίπλα της, Αμετάκλητα έκτος αφού η ιδιότητα του ποιητή προϋποθέτει δστην εξοικείωση με τη σύγχυση. Όμως
 
Απαίσιο, το καθετί παρέμεινε και μετά το τέλος το ίδιο απαίσιο. Ψίθυροι όπως «Προσευχήσου για μένα» έπαιρναν τη θέση της εξομολόγησης, το μερίδιο της μάχης στο χαράκωμα της λεωφόρου. Ανέβαινε ασθμαίνοντας τα σκαλιά. Κάπου κρυβόταν ο τρελός σύζυγος ίσως στο τέρμα του δρόμου που κάποτε αγάπησε μιαν άλλη. Χειμώνας, για να υπάρξει έπρεπε τη μόλυνση να ακολουθήσει η διαφθορά. Όμως ακόμη κι αν ομολογούσε ότι με τη δική της θέληση ασελγούσαν στην ψυχή της, έπρεπε γι’ αυτό για πάντα το σώμα της να χάσει;





Από τη συλλογή «Άγρια Αγγελική Φωτιά», εκδ. Άγρα, 1997.




Η Βερονίκη Δαλακούρα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1952. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ανθρωπογεωγραφία στο Μονπελιέ (Γαλλία). Εργάστηκε ως δικηγόρος και ως μεταφράστρια. Δίδαξε ανθρωπογεωγραφία στο Πανεπιστήμιο της Κομοτηνής. Από το 1996 είναι καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ποίηση [1967-1972] (Αθήνα, 1972), Η παρακμή του έρωτα (Διογένης, 1976), Ο ύπνος (Νεφέλη, 1982), Μέρες ηδονής (Φόρμα, 1991), Άγρια αγγελική φωτιά (Άγρα, 1997), 26 Ποιήματα (Άγρα, 2004), Καρναβαλιστής (Κέδρος, 2011), Καππαδόκες (Κουκκίδα, 2020), Ευφροσύνη (Κουκκίδα, 2024), καθώς και τις συλλογές διηγημάτων: Το παιχνίδι του τέλους (Νεφέλη,1988), Ο πίνακας του Χόντλερ (Άγρα 2001) και Ένα απόγευμα στην ομίχλη (Κουκκίδα 2018). Επιπλέον, έχει μεταφράσει, Απολιναίρ, Ρεμπώ, Σταντάλ, Εξυπερύ, Μπωντλαίρ, Φλωμπέρ, Ανρί ντε Μονερλάν, Ντεσνός και άλλους συγγραφείς.

 

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Ελεγείο του μωρού με τα κάτασπρα μαλλιά"





ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ
ΜΕ ΤΑ ΚΑΤΑΣΠΡΑ ΜΑΛΛΙΑ

Ζωή μας είναι πάντα ο αποχωρισμός
κι η πιο δύσκολη παρουσία.

                Γιώργος Σεφέρης


Στον Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου


                               1.

Τώρα
είσαι ένα μωρό με κάτασπρα μαλλιά.

Μια αθωότητα
χύνεται απ’ το κεφάλι σου,
απ’ όλο σου το κορμί,
                       χτυπώντας σαν βροχή,
θολώνοντας σαν ανάσα βαριά
τη μεγάλη τζαμαρία μιας γνώσης βασιλεμένης.



                               2.

Το ρημαγμένο σου μυαλό τρέμει στα δάχτυλά σου.

Δεν αντέχω αυτό το γέλιο
(η αφθονία του μ’ ανατριχιάζει).

Ήρθε αργά.

Ευτυχία
που κανείς μας δεν θέλει.

Δεν αντέχω
το ρουφηγμένο στόμα σου.
Μοιάζει με τραύμα κακοραμμένο,
γεμάτο ούλα
                              και λιωμένες τροφές.
Χείλη νεκρά-εκεί που φώλιαζε ο λόγος ο καλός.
Το μέλι και το γάλα.



                               3.

Δεν αντέχω να σε βλέπω
να πλάθεις με τα κακά σου κουλουράκια.
Δεν αντέχω
τα χαλκοπράσινα νύχια των ποδιών σου
(σάπια κάστανα),
τον καθετήρα να κρέμεται
− λώρος από ούρα και πλαστικό.
 
Δεν αντέχω να σε βλέπω έτσι,
με τα κομμάτια του ανθρώπινου λόγου,
με τα μάτια σου χαμένα περιστέρια,
μ’ ολάκερο τ’ αδύναμο κορμί σου,
που τώρα μικραίνει,
κάτουρο να μυρίζει
                                    και κολώνια λεμόνι.

Και σφουγγάρια βουτηγμένα στο ξύδι
τα στήθη που με κράτησαν.



                               4.

Σε βρίσκω πάντα εκεί,
στην ίδια θέση,
καθισμένη στη βαθιά πολυθρόνα
να κοιτάζεις έξω απ’ το παράθυρο
με κείνη τη ματιά που μέσα της
δεν ζωντανεύει τίποτε.

                                           Κι άλλοτε
με γνωρίζεις
− ω χαρμόσυνη καμπάνα.

Κι άλλοτε με ψάχνεις,
με ψάχνεις στους καπνούς, στα χώματα
της μνήμης σου.



                               5.

Σκύβω και σε φιλώ     Κάθομαι πλάι σου     Κι εσύ μιλάς
χωρίς ειρμό     κι εγώ δεν ξέρω τι να πω     Κι αυτό το δωμάτιο
πού βρωμάει τίποτε με αρρωσταίνει

Θέλω να φύγω      να μην ξανάρθω ποτέ     Δεν κλαίω
πνίγοντας μέσα μου κραυγές     κόβοντας κορφές
κυπαρισσιών     που δεν χωράνε πια

             πάνε να τρυπήσουνε το στήθος μου



                               6.

Έτσι καθισμένος πλάι σου, καθώς
μιλάς το δικό σου, σκοτεινό αλφαβητάρι,
συλλογιέμαι τις μέρες
που ήσουν ανάμεσά μας
χωρίς καθετήρες και λιωμένες τροφές,
χωρίς νοσοκόμες,
χεσμένες κυλότες και παράξενους διαλόγους,
τότε που ξέραμε
πως μιλούσες σε μας
                                        όρθια
με τις φτερούγες σου πάνω μας ολάνοιχτες.



                               7.

Τώρα βρίσκεσαι εδώ,
σ’ αυτό τον θάλαμο
με τη γριά που με βρίζει,
με τον γέρο να ρίχνεται στις γριές,
να μοστράρει το πέος του.

Κι άλλους
κι άλλες να γκρινιάζουν,
στον διάδρομο     τρέμοντας
και βήχοντας,
προσμένοντας κάποιον.
Κι όλοι μαζί τον θάνατο.



                               8.

Σκέφτομαι τον εαυτό μου
μετά από χρόνια
στον ίδιο αυτόν διάδρομο
να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο τους γύπες.

Κι εσύ,
με μια παράξενη εμμονή,
την άκρη της ρόμπας σου διπλώνεις,
χαμογελώντας ίσως σε μια θύμηση ή
στο τίποτα,
                     παίζοντας
σάμπως μωρό με το σκοτάδι.



                               9.

Γιουχάρω τον Θεό.
 
Και ποια διαλεκτική θα με σηκώσει ψηλά
πάνω από μια τέτοια
                           όμοια μοίρα;

Ποια επανάσταση
θα δαμάσει το καθαρόαιμο της τρέλας,
της αγωνίας,
κάθε σκοτεινής δύναμης
που μέσα μας γεννάει τ’ αυγά της     και πληθαίνει
σαν άλλη,
                  εξωγήινη αίσθηση;



                               10.

Προσεύχομαι στον θάνατο
να πλαγιάσει μαζί σου
(ίδιος ο παππούς που ποτέ δεν γνώρισα),
λίγο ψωμί να μουσκέψει,
                                             μια κούπα κρασί
να σου δώσει.

Και πίνοντας,
για μένα του μιλήσεις.



                               11.

Ναι γιαγιά ο Γιάννης είμαι

Ναι γιαγιά έφαγα

Ναι γιαγιά δεν κρυώνω

Ναι γιαγιά σ’ αγαπώ

Ναι γιαγιά κοιμήσου

Ναι γιαγιά αύριο θά ’ρθω πάλι



         (Πρώτη γραφή 1978. Οριστική γραφή 2020)

                              Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Orazio Borgianni, «Head of an Old Woman».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.




Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.


Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

καρυοθραύστις. Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση Λόγου και Τέχνης. Τεύχος 22, Σεπτέμβριος 2026




καρυοθραύστις

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση Λόγου και Τέχνης
τεύχος 22
Σεπτέμβριος 2026


➱  ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ
➱  ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
➱  STEFANO DAL BIANCO
➱  ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Το νέο τεύχος 22 (Σεπτέμβριος 2026) του περιοδικού καρυοθραύστις κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, με ανανεωμένη εμφάνιση αλλά με την ίδια πάντα πλούσια λογοτεχνική ύλη, η οποία συνοδεύεται από έργα της εικαστικού Τίνας Κόντογλη.
Σ’ αυτό το τεύχος μπορείτε να διαβάσετε:
• Το αφιέρωμα στο ποιητικό έργο της Ειρήνης Μαργαρίτη, με τίτλο «ΔΙΑΥΓΗΣ ΣΤΟ ΦΛΟΥ», με τη συμμετοχή 15 λογοτεχνών και κριτικών, το οποίο συνοδεύεται από μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη της Ειρήνης Μαργαρίτη στη Λίλια Τσούβα, αλλά και από ένα ηχητικό, στο οποίο η ποιήτρια απαγγέλει ποιήματά της αποκλειστικά για το περιοδικό μας.
• Στη στήλη «ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ» ο ποιητής Στέλιος Χουρμουζιάδης παίρνει συνέντευξη και μεταφράζει ποιήματα του βραβευμένου Ιταλού ποιητή Stefano Dal Bianco.
• Στο «ΔΟΚΙΜΙΟ» ο Κρεσέντσιο Σαντζίλιο γράφει για τον Ιταλικό Φουτουρισμό, μεταφράζοντας ορισμένα αντιπροσωπευτικά ποιήματα του κινήματος, η Καθηγήτρια Μαίρη Μικέ παρουσιάζει την ποίηση της Μέλπως Αξιώτη και ο Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου μάς συστήνει την πεζογράφο Penelope Fitzgerald.
• Συνέντευξη με την εικαστικό Τίνα Κόντογλη περί τέχνης και όχι μόνο…
• Πολλές και διαφορετικές, σύγχρονες ποιητικές γραφές, ευφάνταστα πεζογραφήματα, καθώς και μεταφράσεις.
• Βιβλιοκριτικές για τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
• Ένα «IN MEMORIAM» κείμενο του Γιώργου Δελιόπουλου για τον μοναδικό Κώστα Θ. Ριζάκη.
 
Αναζητήστε το περιοδικό μας σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία Αθήνας και Θεσσαλονίκης, στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, καθώς και σε όλα τα υπόλοιπα βιβλιοπωλεία της χώρας κατόπιν παραγγελίας, αλλά και μέσα από την ιστοσελίδα των εκδόσεων ΡΩΜΗ, με δωρεάν τα έξοδα αποστολής (αντικαταβολή) με τα Elta Courier.


Περιεχόμενα


    7   ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: Πεδίο θραύσεως

ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ
  12   STEFANO DAL BIANCO: Συνέντευξη και ποιήματα (σύνταξη συνέντευξης & μετάφραση ποιημάτων: Στέλιος Χουρμουζιάδης)

ΔΙΑΥΓΗΣ ΣΤΟ ΦΛΟΥ Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ
επιμέλεια αφιερώματος: Ισιδώρα Μάλαμα, Γ. Δελιόπουλος

  24   ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ: Τρία ανέκδοτα ποιήματα
  26   ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ: Σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμα
  27   ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ − ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ: Μια συνέντευξη εφ’ όλης της ποίησης
  35   ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΩΤΗΣ: Σκηνές από την πραγματικότητα. Για την ποίηση της Ειρήνης Μαργαρίτη
  39   ΚΛΕΟΝΙΚΗ ΔΡΟΥΓΚΑ: Στιγμές που στάζουν σιωπή. Η εξομολόγηση μιας ζωής σε θραύσματα
  42   ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ: «Να είσαι πρωτόπλαστος, τι πιο πολιτικό από μια πτώση;»
  51   ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ: Ειρήνη Μαργαρίτη. Εκτός από παιδί μητέρα, από το φλου στον Λου
  57   ΡΕΝΑ ΛΟΥΝΑ: Αντίσταση και τρυφερότητα. Σκέψεις για το συννεφοκυνηγητό της Ειρήνης Μαργαρίτη
  61   ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ: Για την ποίηση της Ειρήνης Μαργαρίτη
  70   ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΜΠΙΖΕ: Πείραμα του ανέκφραστου προσώπου. Ματιές στο φλου της Ειρήνης Μαργαρίτη
  75   ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΟΤΖΑΚΗ: Κοινωνικές προεκτάσεις του προσωπικού βιώματος στο συννεφοκυνηγητό της Ειρήνης Μαργαρίτη
  82   ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ: Καθαρότητα λέξεων, εντιμότητα νοημάτων
  93   ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: Κανείς δεν υποψιάζεται τίποτα, πέσε για ύπνο σου λέω. Μερικές σημειώσεις για την ποίηση της Ειρήνης Μαργαρίτη
  99   ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ: Η κρισιμότητα της στιγμής στα ποιήματα της Ειρήνης Μαργαρίτη
107   ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ: Κριτικό σημείωμα για το συννεφοκυνηγητό της Ειρήνης Μαργαρίτη
111   ΕΛΕΝΗ ΣΙΓΑΛΟΥ: Ψηλαφώντας νέφη μελανυδρά
119   ΦΩΤΗΣ Α. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ: Για την ποιήτρια Ειρήνη Μαργαρίτη
124   ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ: «ψυχώ»

ΠΟΙΗΣΗ

126   ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ: Εποχικές εκπτώσεις
128   ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ: Το λάθος
130   ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ: Δύο ποιήματα
133   ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ: «...// πολύφυλλο κλουβί η τέχνη μου// ορυχείο βρόχινου νυγμού/ στο βράχο//...»
134   ΣΠΥΡΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ: Ανθοφορίας τέσσερα
136   ΑΣΗΜΙΝΑ ΛΑΜΠΡΑΚΟΥ: Μονοπλάνα
139   ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ: Δύο ποιήματα
141   ΑΝΤΩΝΙΑ ΜΠΟΤΟΝΑΚΗ: Τον καιρό των εκτελέσεων
142   ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Μεσημέρι κατακόρυφο
145   ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗΣ ΛΑΓΟΥΒΑΡΔΟΣ: Ο παιχνιδιάρης σπουργίτης...
146   ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ: Δύο ποιήματα
147   ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: Ο γελαστός χειμώνας
148   ΜΑΡΙΝΑ ΣΑΡΑΚΗ: Παράσιτα
150   ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΜΠΕΣΗΣ: Ο θάνατος των αστεριών
151   ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΟΥΛΙΟΣ: Δύο ποιήματα
154   ΟΜΑΡ ΑΛ-ΣΕΪΧ: Τέσσερα ποιήματα (Εισαγωγή/μετάφραση: Ευτυχία Κατελανάκη)

ΔΟΚΙΜΙΟ
158   ΚΡΕΣΕΝΤΣΙΟ ΣΑΝΤΖΙΛΙΟ: Μια περιδιάβαση στον Ιταλικό Φουτουρισμό
176   ΜΑΙΡΗ ΜΙΚΕ: Για τα Ποιήματα της Μέλπως Αξιώτη
186   ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: 22 Lipka street

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
192   ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤZH: Pax Americana
194   ΧΑΡΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ: Η εκδίκηση της κόκκινης μύγας
201   ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΙΝΤΑΠΟΓΛΟΥ: Ο άσωτος νεκρός

TRÈS GROS PLAN
ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΑ
209   ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΥΛΩΝΑ: Εμμονή

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ
212   Κάποτε και τώρα: Η ζωγράφος του τεύχους ΤΙΝΑ ΚΟΝΤΟΓΛΗ συνομιλεί με τη ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ
221   ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΑΜΙΔΙΕΛΗ: Για τα «Ηλιοτρόπια» της Τίνας Κόντογλη

ΒΙΒΛΙΟΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
224   ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ: Για την Προμηθέα (Κώστας Βούλγαρης, Η Προμηθέα, Αθήνα: Κουκκίδα, 2025)
229   ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ: Οι άλλοι να κοιτούν κι εγώ να γράφω ζωγραφίζοντας τη ζωή μου (Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Κολιμπρί, Αθήνα: Μανδραγόρας, 2025)

ΣΕ ΞΕΝΗ ΦΩΝΗ: ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΓΓΛΟΦΩΝΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
γράφει η Χριστίνα Λιναρδάκη
232   Δάσος θορύβων και δακρύων (για την ποιητική συλλογή του Παλαιστίνιου ποιητή Μοσάμπ Αμπού Τόχα, Forest of Noise, Νέα Υόρκη: Alfred A. Knofp, 2024)

ΗΛΑΚΑΤΗ ΕΝ ΣΠΟΥΔΗ
γράφει η Λίλια Τσούβα
239   Ύμνος στην αγάπη και στην ανεκτικότητα (Claire Keegan, Μικρά πράγματα σαν κι αυτά, μτφρ. Μαρίνα Ασκητοπούλου, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2022)
242   Η απόδοση ποιημάτων του Φερλινγκέτι από τη Ρούμπη Θεοφανοπούλου (Lawrence Ferlingetti, 100 Χρόνια Ποίηση, Λόρενς Φερλινγκέτι, μτφρ. Ρούμπη Θεοφανοπούλου, Αθήνα: 24 Γράμματα, 2019)
248   «Κι όμως υπήρξαν Γερμανοί που αντιστάθηκαν στη χιτλερική τρομοκρατία» (Γεώργιος Ν. Σχορετσανίτης, Η τραγική ζωή του Χανς Φάλαντα, Αθήνα: Οδός Πανός, 2023)
252   Υστεροφημίας το ανάγνωσμα (Σταύρος Θεοφανόπουλος, Υστεροφημίας το ανάγνωσμα, Αθήνα: 24 Γράμματα, 2019)

IN MEMORIAM
256   ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: Ο μοναδικός Κώστας Θ. Ριζάκης

Το παρόν τεύχος κοσμούν έργα της εικαστικού Τίνας Κόντογλη.
 
 
*  *   *

καρυοθραύστις
Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση Λόγου και Τέχνης
τεύχος 22 * Σεπτέμβριος 2026
ISSN: 2653-9772
Σελ.: 260

Ιδιοκτησία-έκδοση: Γιάννης Κιντάπογλου - Εκδόσεις Ρώμη
Διεύθυνση: Γιώργος Δελιόπουλος,  (†) Κώστας Θ. Ριζάκης
Συντακτική επιτροπή: Δήμητρα Μήττα, Ευσταθία Δήμου, Αλεξάνδρα Μυλωνά, Μαρία Δαλαμήτρου, Βέρα Κονιδάρη, Κασσιανή Μαρτινάκη
Ειδικοί συνεργάτες: Διώνη Δημητριάδου, Λίλια Τσούβα, Νεφέλη Γκάτσου, Ευτυχία Κατελανάκη, Βάσω Οικονομοπούλου, Στυλιανή Παντελιά, Νάντια Δουλαβέρα, Παναγιώτης Βούζης, Ούρσουλα Φωσκόλου, (†) Βασίλης Ιωαννίδης
Εικαστική επιμέλεια: Γλύκα Διονυσοπούλου


Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Πέτρος Βελούδας, "Έβλεπε"




ΕΒΛΕΠΕ


Έβλεπε τα δάκρυα του φεγγαριού
να γίνονται σίδερα ειρκτής
να φυλακίζουν τα συναισθήματα των ονείρων…
Έβλεπε και το πρόσωπο
της νύχτας
χαραγμένες ουλές
στην πληγή μιας σκοτεινής
της ψυχής θλίψης….
Έβλεπε και την μοναξιά
με πολύχρωμα κεντημένα
χάδια το φόρεμά της
Κάθε μέρα έβλεπε
και τον καθρέφτη του
και νόμιζε συχνά
πως άρχισαν να γερνάνε απότομα
της καρδιάς του ο κήπος
Περιφέρεται σε ένα δωμάτιο
με γκρίζες κουρτίνες
ένα μελαγχολικό
πορτατίφ στο κομοδίνο
πλάι στο κρεβάτι των σκέψεων του..
Έβλεπε και πολλά όνειρα
έβλεπε τις αναμνήσεις
να γίνονται τέρατα με κεφάλια
σαν της Λερναίας Ύδρας
Δεν άνθισαν και σήμερα
στο περιβόλι των απωθημένων του
οι μανόλιες, ούτε
οι γαρδένιες μοσχομύρισαν
σαν κάτι χρόνια
που τα καλοκαίρια
παίζαν κυνηγητό
στο κτήμα του παππού
και το φθινόπωρο
και τον χειμώνα μαζεύονταν
δίπλα στο τζάκι ακούγοντας
παραμύθια
από τα χείλη της καλής γιαγιούλας,
Έβλεπε την ζωή να κυλά γρήγορα
δίχως σταυρούς η βιωτή
δεν Ανασταίνεται
Ο Θάνατος αν και για όλους τους χοϊκούς θνητούς είναι μισητός, ωστόσο
δεν κολακεύει
την αγάπη,
την καλοσύνη
την γαλήνη
την ανάγκη της ανθρώπινης επαφής…
Ο θάνατος έρχεται
ξαφνικά όταν τα όνειρα
δεν φορούν ρούχο πόνου, κυνηγώντας υποκριτικά τους εφιάλτες
ο θάνατος είναι το πέρασμα
στου Ουρανού το χαρμόσυνο Φως!




Πέτρος Κυριάκου Βελούδας
πολιτισμολόγος, λογοτέχνης, ειδικός παιδαγωγός-επιχειρηματίας, δημοσιογράφος





Στην εικόνα: Dessin de Victor Hugo - Le phare, 1866.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.


Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Γιώργος Δελιόπουλος, "Μηλιώνας: παρόντες και φαντάσματα"





ώριμα παράπονα


Στα πεδινά της σκέψης κωλοκαθιστός
αειθαλής, κανοναρχώντας τα τζιτζίκια
σπύριζα ψημένες ρόκες καλαμπόκι
κι έσβηναν την πείνα ώριμα παράπονα

μα το ποτάμι στον ορίζοντα βαθύ
τον όγκο της γενιάς μου παρασέρνει
καθώς σε πανηγύρια φιδοσέρνεται
θολά νερά το αίνιγμα του χρόνου

έτσι αλλήθωρος ούτε που πήρα είδηση
ότι δεν έχουν πόσιμη αξία τα χωράφια
πως έσπειρα βαμβάκια και ροδακινιές
πάνω από τάφους άδειους.





ανώνυμος κλητήρας των θαυμάτων

                                         δώρημα Ιωάννη Καλτσά


Όπου κι αν στέκομαι ο κόσμος σκέτη κόλαση
κάθε καρέ που παίζεται μυρίζει πτωμαΐνη
είτε μπροστ’ από μια ταινία με τα επίκαιρα
ή στον καθρέφτη πλένοντας το πρόσωπο
ακόμη κι όταν περπατάμε χέρι-χέρι
παντού ρολά κατεβασμένα συναντώ
ένας χαφιές μ’ ακολουθεί πίσω απ’ τα κάγκελα

γι’ αυτό κι ανέβηκα στην άκρη της ταράτσας
λιποτακτώντας σε σπασμένα κεραμίδια
σαν άχυρο σε όνειρα φυσούμενο
το ’να μου πόδι στο τσιμέντο, τ’ άλλο στο κενό

εκεί ψηλά βραδιάζεις απαλά στα ροζ
όλα η σιωπή σου τα σκεπάζει, δεν κρυώνω
δεν κοιταζόμαστε μέσα από σκόπευτρα
τα μάτια ανοίγουνε και δίχως κλειδαριές

και μα τον στίχο ορκίζομαι, καλύτερα
χωρίς το κράνος, μην βαρύνει την καρδιά
στον ουρανό σου να εισέλθω ασκεπής

ανώνυμος κλητήρας των θαυμάτων.





βόμβες αποδημητικές


Εκεί που φύτρωναν οι φλόγες των ναπάλμ
στις κορυφές που άχνιζε η οργή
από τα θραύσματα όσων δεν πρόλαβαν
τα νιάτα με τον έρωτα πριν λιώσουν

ένα βουβό παράπονο σήμερα ψιχαλίζει
κι όταν στραγγίζουν οι γκρεμοί, μεταφυτεύονται
όλα τα πράσινα του κόσμου στον ανήφορο
μια κωνοφόρα θάλασσα σκεπάζει τα καμένα
κι από τα πεύκα τα τζιτζίκια της χαράς
το καλοκαίρι που τελειώνει κυμβαλίζουν

αφού τα όπλα μπήκαν στα μουσεία
και η ομίχλη των βουνών πλέον διαβάζεται
με τ’ αναμμένα φώτα των εκδρομικών
τους προβολείς των χιονοδρομικών
στην απαλή πανσέληνο της μνήμης
μυρίζει ο ύπνος ρίγανη, λεβάντα και φλαμούρι
ώς και των φυλλοβόλων η σκουριά χρυσώνεται

τώρα οι αρκούδες βγαίνουν από τα κρησφύγετα
εξημερώνονται τα ουρλιαχτά των λύκων
και τα κοπάδια βόσκουν χρώμα στις πλαγιές

τώρα οι άνθρωποι ποδηλατούν τα σύνορα
και στα πεδία των μαχών στήνουν γιορτή
κανείς δεν νοιάζεται ποιον κλαίει ο γκιώνης

σήμερα οι βόμβες των ναπάλμ καίνε μακριά
–όχι εδώ, στον Γράμμο και στο Βίτσι–
σε κάποιο άγνωστο βουνό, άκουσα στις ειδήσεις

ο πόλεμός μας συνεχίζεται.





Αν υπάρχει μια δεκαετία στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας, η οποία συμπυκνώνει και συναιρεί τις αρετές με τα πάθη, το έπος με το όνειδος, το ζενίθ με το ναδίρ, δεν είναι άλλη από τη δεκαετία του ’40. Με φόντο τον Μηλιώνα, ένα ερημωμένο χωριό των Πρεσπών, έναν τόπο μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, η βραβευμένη από το Κοινωφελές Ίδρυμα Βασιλικής και Όλγας Σταυροπούλου ποιητική σύνθεση του Γιώργου Δελιόπουλου, Μηλιώνας: παρόντες και φαντάσματα (Κάπα Εκδοτική, 2026) αποτελεί μια ποιητική περιήγηση στους παρόντες και τα φαντάσματα της δεκαετίας του 1940, που στοιχειώνουν τη σύγχρονη συλλογική μνήμη.

Από την έκδοση





Από το ποιητικό βιβλίο «Μηλιώνας: παρόντες και φαντάσματα» (ποιητική σύνθεση σε επτά σκηνές), Κάπα Εκδοτική, 2026.




Ο Γιώργος Δελιόπουλος γράφει ποίηση και δοκίμια λογοτεχνίας. Έχει εκδώσει ή συμμετάσχει σε επτά ποιητικές συλλογές. Η συλλογή Μηλιώνας: παρόντες και φαντάσματα (Κάπα Εκδοτική, 2026) είναι η πιο πρόσφατη. Από το 2019 είναι συνδιευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Καρυοθραύστις, είναι ιδρυτής του σχολικού περιοδικού Όνειρα Ψυχών (βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, 2021, βραβείο ΙΒΒΥ Ελλάδος για σχολικά περιοδικά, 2026) και συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού Σταφυλή. Είναι επίσης μέλος του Κύκλου Ποιητών και της ΕΛΘ (Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης).