Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2019

Κώστας Θ. Ριζάκης, "Χώμα με χώμα η μάχη"




απόκληρος


το βράδυ βγαίνω τριγυρνώ στους άδειους δρόμους
κάποιο αδέσποτο σκυλί με ακολουθεί
ο χάρος το ’στειλε κοντά; και ξεμακραίνω
γύρω λιμνάζουν οι φωνές κεκοιμημένων
γύρω σκιές που μ’ αλαφιάζουν στις γωνιές
στεγνή κι στέρνα της πλατείας −να πηδήξω;
τόσα παράθυρα κλειστά κι εγώ πού πάω
σκούρα τα βρίσκω όσο επιστρέφω σ’ εποχές

κ’ ύστερα τρέχοντας κλειδώνομαι στο σπίτι
απ’ όπου βέβαια δεν ξέφυγα παρά
να επισημάνω σ’ έν’ ακόμα ποίημά μου

ότι ο κόσμος σας με αρνήθηκε ξανά!


[περ. η Παρέμβαση]





θ’ ανατείλεις ξανά


μια οθόνη τα μάτια σου θερινού σινεμά
μια αλάνα σπαρμένη με βρώμικους βώλους
(δες ο ψίθυρος στίχος τη φωνή σου πώς άντεξε
λίγη χλόη και φύτρωνες στην ακλόνητη πίστη
− α η ανάσα σου φίλε πολύ με τυράννησε)

μια οθόνη τα μάτια σου να προβάλουν το φόβο
του θανάτου ενδεχόμενα ν’ απειλούν την αλάνα
− το παιδί που υπήρξα μην πιστέψεις πως χάθηκε

μεγαλώνει η απόσταση και πετρώνει ο χρόνος
στην καρδιά μου στηρίχτηκε προαιώνιος εχθρός
παγωμένο το αίμα μου άλλα πάλι σού γράφω

νοτισμένο το χώμα μου
θ’ ανατείλεις ξανά!


[με τον τρόπο του Αινεία, 1986]





ονομάζω τη θλίψη


όλα ήσαν θλιβερά σ’ αυτό το σπίτι
η σκονισμένη δυτική αυλή αρχικά
οι ραχλιασμένες μέσα κάμαρες
ο υποτυπώδης πάντα φωτισμός
τα ποταπά ρηχά τα ξεφτισμένα

και μόνο ο άγγελος ζωγράφιζε
−ιδίως τις δύσκολες τις νύχτες−
μία λάμψη στο τυφλό παράθυρο
σαν ξεχασμένο φέρετρο του λόγου
μια βίαιη σπίθα που συχνά μπορεί

και ποίημα να την πείτε τη ζωή μου!


[περ. Εντευκτήριο]





ονομάτων πληγές (η)


σφηνωμένα στα πόρτα τα πλοία μου
πυρπολούν τις ελπίδες τους
βιδωμένες σε φλόγες αδούλωτες
βλέπω πως:

μένει μόνο η ζωή καραβόπανο
σημαδεύει η αρμύρα της θάλασσας
πόσο λίγο ταξίδεψα −

πόσο μάταια με κρύβει
των χεριών μου το μπάλωμα


[τα επόμενα πένθη, 1997]





το δάνειο της πέτρας


είχες να μου χτυπήσεις χρόνια Ναζωραίε
πέρασε μέσα το σκαμνί σε περιμένει
τι να σου ειπώ πώς γίνηκεν εδώ; ήδη
καλά τα ξέρεις τρέχουν λοιπόν αχλύ
τα βλέφαρα χαλάλιζα στα όνειρά μου
του Χάρου τη χαρά δέσμιος διάγω
δές με πως γονατίζω σου μπροστά
                                                           έλα·
και με χαμόγελο πάρε μου το κεφάλι

(ξυπόλυσεν όλο το έλεόν σου εν σιωπή
τη λύπη γλύκανε που πελεκάω στο ποίημα)

σ’ ανήφορου σκυφτή μια ράχη η υποταγή
θα σ’ ακουμπά: όχι γι’ αυτήν Θεάνθρωπε
                                                            − μα κοίταξε
να χτίσεις το ταχύτερον του δούλου σου ναό

τόσα ζεμπίλια ξόφλησα αντεκδικήσεις πέτρες!


[ανέκδοτο]





Πηγή: «Κώστας Θ. Ριζάκης, χώμα με χώμα η μάχη. Επιλεγμένα ποιήματα 1985-2018».
Επιλογή & επίμετρο Πέτρος Γκολίτσης. Εκδ. Ρώμη, 2019.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Γιάννης Ρίτσος, "Το νεκρό σπίτι"




ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΠΙΤΙ

Φανταστική κι αυθεντική ιστορία
μιας πανάρχαιης ελληνικής οικογένειας


(Απ’ όλη τη φαμίλια απόμειναν μονάχα δυο αδελφές. Κ’ η μια τρελάθηκε. Φαντάστηκε πως το σπίτι τους είχε μεταφερθεί κάπου στην αρχαία Θήβα, ή, μάλλον, στο Άργος — σύγχυζε τη μυθολογία, την ιστορία και την ιδιαίτερη ζωή της, το παρελθόν και το παρόν, όχι το μέλλον. Αυτό μόνον. Αργότερα συνήλθε. Κ’ είναι αυτή που μου μίλησε το βράδυ που τους έφερα απ’ την ξενιτιά ένα μήνυμα του θείου τους — αδελφού του πατέρα τους. Η άλλη δεν παρουσιάστηκε καθόλου. Πότε-πότε μονάχα ακουγόταν σιγανό περπάτημα με παντόφλες στη διπλανή κάμαρα, όσο μιλούσε η μεγάλη):


Τώρα γυρίζουμε μονάχες οι δυο μικρές αδελφές μέσα σε τούτο το απέραντο σπίτι —
μικρές, που λέει ο λόγος, — από χρόνια γεράσαμε κ’ εμείς,
είμαστε οι μικρότερες της φαμίλιας κ’ οι μόνες, άλλωστε, που απομείναμε. Δεν ξέρουμε
πώς να βολέψουμε τούτο το σπίτι, πώς να βολευτούμε·
να το πουλήσουμε μας έρχεται άσκημο — μια ζωή περάσαμε δω μέσα —
είναι κι ο χώρος των νεκρών μας εδώ — δεν μπορείς να τους πουλήσεις —
κι άλλωστε ποιος τους παίρνει τους νεκρούς; Μα πάλι να τους κουβαλάμε
απ’ το ’να σπίτι στ’ άλλο, απ’ τη μια συνοικία στην άλλη, —
πολύ κουραστικό κ’ επικίνδυνο· — βολεύτηκαν εδώ
άλλος στον ίσκιο της κουρτίνας, άλλος κάτω απ’ το τραπέζι,
άλλος πίσω απ’ τη ντουλάπα ή πίσω απ’ τα τζάμια της βιβλιοθήκης,
άλλος μες στο γυαλί της λάμπας — τόσο σεμνός κι ολιγαρκής όπως πάντα του,
άλλος χαμογελώντας διακριτικά πίσω απ’ τους δυο λεπτούς, σταυρωτούς ίσκιους
που γράφουν στο μεσότοιχο οι καλτσοβελόνες της μικρής αδελφής μου.

(...)

Κάθε σκιά στο βάθος του καθρέφτη, κάθε τρίξιμο
απ’ τα μικρά δόντια του ξυλοφάγου ή του σκόρου,
συνεχίζεται απέραντα ώς τα λεπτότατα, ινοειδή αγγεία της σιωπής, ώς μέσα στις φλέβες
της πιο απίθανης παραίσθησης. Ακούγεται ευδιάκριτα
ο χτύπος απ’ τον αργαλειό της πιο μικρής αράχνης, κάτω στα υπόγεια, ανάμεσα στα κιούπια,
ή το πριόνι της σκουριάς στο χέρι των μαχαιροπίρουνων
κι άξαφνα ο μέγας γδούπος στον κάτω προθάλαμο
όταν ένα κομμάτι από λιωμένη τσόχα ξεκολλάει και πέφτει
σα να γκρεμίζεται ένα αρχαίο, αγαπημένο κτίριο.

(...)

Κι αυτά τα δυο δωμάτια που κρατήσαμε
τα πιο ψυχρά, τα πιο συχνά, τα πιο ψηλά, είναι ίσως
για να κοιτάζουμε τα πράγματα από πάνω
κι από κάπως μακριά, για να ’χουμε την αίσθηση
πως εποπτεύουμε και δεσπόζουμε τη μοίρα μας· προπάντων
την ώρα που βραδιάζει κι όλα σκύβουν χαμηλά στο ζεστό χώμα,
εδώ το ψύχος είναι οξύ σαν ένα ξίφος
να κόψεις την επιθυμία μιας νέας σύμβασης ή την ελπίδα
για μια απραγματοποίητη συνάντηση· κ’ είναι σχεδόν μια υγεία
μέσα σε τούτο το ακατάδεχτο, καθάριο κρύο.
Κι αυτά τα δυο δωμάτια κρέμονται μες στην απέραντη νύχτα
σα δυο σβηστά φανάρια της πιο έρημης παραλίας,
μονάχα η αστραπή για μια στιγμή τ’ ανάβει και τα σβήνει,
τα διαπερνάει και τα καρφώνει διάφανα μες στο κενό, κενά κ’ εκείνα.

(...)

Κι όχι πως συνηθίσαμε και πάλι ολότελα —μα τί να κάνεις;— Όλα μας παράτησαν —
τους παρατήσαμε κ’ εμείς — έτσι αποκαταστάθηκε
μια ισορροπία δίκαιη σχεδόν, χωρίς αμοιβαία μνησικακία,
χωρίς τύψη και χωρίς θλίψη, μάλιστα, — πώς αλλιώς να γινόταν;

Μείναμε τώρα εδώ, σαν όταν κόβεις μες στο σούρουπο λουλούδια απ’ τον κήπο,
πολλά λουλούδια για τα βάζα της τραπεζαρίας και για τα υπνοδωμάτια των πεθαμένων
και μένουν στα χέρια σου κίτρινοι λεκέδες απ’ τη γύρη
και σκόνη του δρόμου που μπαίνει απ’ το κιγκλίδωμα και πασπαλίζει τους μίσχους
και κάτι ελάχιστα ζωύφια, φτερωτά ή όχι,
και κάτι λίγες χλιαρές δροσοστάλες,
μαζί μ’ αυτές τις αναπότρεπτες, λεπτότατες αράχνες
που διαμένουν πάντα στα λουλούδια, κι όπως σβήνει ρόδινο το δείλι στα τζάμια
έχεις την αίσθηση του κοφτερού μαχαιριού που στομώνει
απ’ το αίμα και το γάλα των λουλουδιών —μια σύνθετη, παράξενη αίσθηση
τρόμου και φόνου— μια τυφλή, ευγενική, μυρωμένη κι απέραντη ωραιότητα,
μια ολόγυμνη απουσία. Έτσι είναι. Όλα μάς παράτησαν.

(...)

Α, τίποτα δεν είδα ούτε θυμάμαι· μόνο εκείνη η εξαίσια αίσθηση,
τόσο λεπταίσθητη, που μας χορήγησε ο θάνατος, να βλέπουμε το θάνατο
ώς το διάφανο βάθος του. Κ’ η μουσική εξακολουθούσε
όπως καμιά φορά το χάραμα που ξυπνάμε νωρίς χωρίς λόγο
κ’ η ατμόσφαιρα έξω είναι υπερβολικά πυκνή απ’ τα κελαηδήματα
χιλιάδων αόρατων πουλιών —τόσο πυκνή κι ατμώδης
που δε χωράει στον κόσμο τίποτ’ άλλο —πίκρα, ελπίδα, τύψη, μνήμη—
κι ο χρόνος είναι αδιάφορος και ξένος
σαν κάποιος άγνωστος που πέρασε ήσυχα στο δρόμο απέναντι
χωρίς καθόλου ν’ αναμετρήσει ή να κοιτάξει το σπίτι μας,
κρατώντας κάτω απ’ τη μασχάλη του μια στοίβα αδιαφανή κι άπλυτα ακόμη τζάμια
δίχως να ξέρεις τι τα θέλει, πού τα πάει,
τι νόημα έχουν και για ποια παράθυρα προορίζονται
και μάλιστα ούτε καν το αναρωτιέσαι κι ούτε κ’ εσύ τον βλέπεις που χάνεται
διακριτικός κι αμίλητος στην τελευταία στροφή του δρόμου.

(...)

Ο μικρός αδελφός μας ζωγραφίζει πάντα
μες στο εργαστήρι με τους αργαλειούς, λεπτότατες υδατογραφίες
μ’ ένα γούστο διακοσμητικό της Κνωσού — ποτέ δε μας έδειξε τις ζωγραφιές του —
ή σχεδιάζει στο εργαστήρι της αγγειοπλαστικής, σε μικρά και μεγάλα λαγήνια
με μαύρες ή κεραμιδιές γραμμές προσποιητής αυστηρότητας
πολεμιστές εφήβους ή χορευτές κρυμμένους ολότελα
πίσω από τεράστιες ασπίδες — τόσο που αν δεν προσέξεις
θαρρείς πως είναι μόνο κύκλοι - κύκλοι, μια μαύρη αλυσίδα. Ο μεγάλος αδελφός μας
υπέβαλε πια την παραίτησή του στο βασιλικό ναυτικό· τώρα
πάντα του σοβαρός διαβάζει στη διπλανή κάμαρα. Μέσα στην ησυχία του χρόνου
ακούγεται η σελίδα που γυρίζει σα ν’ ανοίγει μια μυστική πόρτα
σ’ ένα άσπρο, διάφανο τοπίο. Κι αλήθεια

κείνη την ώρα ανοίγει μια πόρτα. Έρχεται ο πατέρας.
Στρώνουν το τραπέζι. Μας φωνάζουν.
Κατεβαίνουμε όλοι την εσωτερική σκάλα.
Καθόμαστε στο τραπέζι και τρώμε, ακούγοντας έξω στην αυλή
τα μικρά γαβγίσματα των σκυλιών και τη φωνή του επιστάτη.

Τόσον απλή λοιπόν είναι η ζωή. Τόσο όμορφη.
Η μητέρα σκύβει στο πιάτο της και κλαίει.
Ο πατέρας ακουμπάει το χέρι της στον ώμο της.
«Είναι απ’ την ευτυχία», δικαιολογείται εκείνη.
Κι εμείς κοιτάμε απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα
την απέραντη διάφανη νύχτα με το λεπτό φεγγάρι
σαν ένα δάχτυλο λησμονημένο ανάμεσα
στις γαλάζιες σελίδες ενός ήσυχου, κλεισμένου βιβλίου.

(...)

Αν φύγετε, πείτε, παρακαλώ, στο θείο μας να μην ανησυχεί για μας. Καλά τα περνάμε.
Κι ο θάνατος είναι μαλακός σαν ένα στρώμα που το συνηθίσαμε
από μαλλί, μπαμπάκι, πούπουλο ή άχυρο· — το στρώμα
έχει πάρει το σχήμα του κορμιού μας, βολικό, — ένας ολότελα δικός μας θάνατος —
αυτός τουλάχιστο δε μας απατά κι ούτε μας αποφεύγει — είναι βέβαιος,
βέβαιοι κι εμείς για κείνον — η αυστηρή κ’ εξαίσια βεβαιότητα.

Αν πάλι δε φύγετε απ’ το Άργος, θα μας έκανε μεγάλη ευχαρίστηση
να σας δούμε ξανά στο σπιτικό μας. Για χατήρι σας μάλιστα θα ξεκαρφώσω μια πόρτα
να σας δείξω το οπλοστάσιο του πατέρα,
να σας δείξω κ’ εκείνην την ασπίδα που πάνω στο μαύρο της μέταλλο
μένουν ακόμη τυπωμένες οι ανταύγειες από χιλιάδες στάσεις σκοτωμένων,
να σας δείξω τις δαχτυλιές του αίματος και τη βρύση του αίματος
και την υπόγεια σήραγγα απ’ όπου δραπέτευσαν μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες
οι δώδεκα γενειοφόροι πολέμαρχοι με τον χλωμό αρχηγό τους,
που, αν και νεκρός, τους οδήγησε αλάθευτα στην έξοδο.
Απ’ τ’ άλλο μέρος έμεινε ανοιχτό το στόμιο
βουβό, βαθύ και σκοτεινό σαν άγνωστο λάθος.

(...)

Και, ναι, σας βεβαιώνω, αν και νεκρός τους οδήγησε αλάθευτα στην έξοδο, —
όσο κι αν ξέρουμε πως κ’ η έξοδος, τις πιο πολλές φορές,
είναι ένας άλλος, αναγκαίος, πονηρός κι αναπότρεπτος θάνατος.

Πέστε λοιπόν στο θείο να μην ανησυχεί για μας
πέρα, στη θαυμαστά πειθαρχημένη Σπάρτη του.
Καλά τα περνάμε κ’ εμείς εδώ στο Άργος.
Μονάχα που δεν έχει άλλο πιο πέρα — να το ξέρει. Αυτό να το ξέρει.

(«Ναι, ναι», έκανα μηχανικά και σηκώθηκα. Δεν κατάλαβα τίποτα. Ένα αίσθημα μαγικού τρόμου με είχε κυριεύσει, σα να βρέθηκα μεμιάς μπροστά σ’ όλη την παρακμή και τη γοητεία ενός πανάρχαιου πολιτισμού. Ήταν νύχτα πια. Με ξέβγαλε ώς τη σκάλα και μου ’φεξε να κατέβω με μια παλιά λάμπα πετρελαίου. Τι εννοούσε; Κι αυτός ο νεκρός που τους οδήγησε στην έξοδο; Μήπως… Όχι, βέβαια, ο Χριστός. Και το σπίτι — όχι του Αγαμέμνονα. Κι ο μικρός αδελφός με τις καλλιτεχνικές τάσεις; Ποιος; Μα δεν υπήρχε δεύτερος αδελφός. Τότε; Τι χρειάζονταν τούτο το σπίτι; Κ’ εγώ τι προσπαθούσα να ξεδιαλύνω απ’ τα λόγια μιας τρελλής; Είχα βγει έξω. Περπατούσα γρήγορα, κι ακούγοντας το βήμα μου σταμάτησα. Κάτι στυφό κι ανικανοποίητο μου ’μενε στο στόμα, διαλυμένο στο σάλιο μου απ’ όλη αυτή τη μελανή αοριστία, σα να ’χα δαγκώσει ένα κυπαρισσόμηλο. Κι όμως, ταυτόχρονα, ένιωθα κάτι στερεό, πλούσιο, καθαρό, που μου ’δινε μιαν ιδιαίτερη ευφορία και μ’ έκανε να σκέφτομαι με μαθηματικήν ακρίβεια πόσο εύκολα θα ξεπερνούσα τις αυριανές δυσκολίες της δουλειάς μου που ώς τώρα μου φαίνονταν ανυπέρβλητες. Ανάμεσα στα κυπαρίσσια είχε βγει ένα πελώριο φεγγάρι. Πίσω απ’ την πλάτη μου ένιωθα το σκοτεινόν όγκο εκείνου του σπιτιού σαν έναν επιβλητικό, αρχαίο τάφο. Κι αν όχι τίποτ’ άλλο, είχα μάθει τουλάχιστο τι πρέπει ν’ αποφύγω και ν’ αποφύγουμε).


ΑΘΗΝΑ, Σεπτέμβρης 1959




Αποσπάσματα από την ποιητική σύνθεση «Το νεκρό σπίτι», (1962).
Πηγή: «Γιάννης Ρίτσος - Τέταρτη διάσταση», Κέδρος, 28η έκδοση, 1990.

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Αρθούρος Ρεμπώ, "Δύο ποιήματα"




Ο ΥΠΝΑΡΑΣ ΤΗΣ ΡEΜΑΤΙΑΣ


Είναι μια τρύπα χλωρασιάς όπου ένα ρυάκι ψάλλει
Στα χόρτα μπλέκοντας τρελά κουρέλια ασημωμένα
Και λάμπει απ’ το περήφανο βουνό του πέρα ο ήλιος.
Είναι μια ρεματιά μικρή που αφρίζει απ’ τις αχτίδες.

Ένας στρατιώτης μ’ ανοιχτό στόμα, γυμνό κεφάλι
Και με το σβέρκο στο νωπό τον κάρδαμο χωμένο
Κοιμάται· κι είναι ξαπλωτός στη χλόη κάτω απ’ τα νέφη,
Ωχρός, σε κλίνη πράσινη όπου χρυσόφως βρέχει.

Με τα ποδάρια στα πλατιά σπαθόχορτα κοιμάται·
Κάνει έναν ύπνο ως άρρωστο παιδί χαμογελώντας,
Φύση, νανούριζέ τονε θερμά πολύ. Κρυώνει.

Δε φέρνουν στα ρουθούνια του τρεμούλιασμα τα μύρα.
Κοιμάται  με το χέρι του στο στήθος μες στον ήλιο,
Ατάραχος. Και στο δεξί πλευρό του έχει δυο τρύπες.



                                        Μετάφραση: Γιώργος Κοτζιούλας





Η ΑΥΓΗ


Αγκαλιά πήρα και φίλησα την καλοκαιριάτικην Αυγή.

Τίποτε ακόμη στων αρχοντικών την πρόσοψη δε σάλευε. Άψυχα τα νερά. Κι όλοι τους οι κατασκηνωμένοι, τόπους τόπους, ίσκιοι, πλάι απ’ του δάσους τον δρομάκο, στην ίδια θέση πάντα. Κίνησα να περπατώ ξυπνώντας ολοζώντανες θερμές ανάσες κι άνοιξαν μάτι τα πετράδια να κοιτάξουν, οι φτερούγες υψώθηκαν αθόρυβα μες στον αέρα.

Το πρώτο συναπάντημα ήταν, στο μονοπάτι το σπαρμένο κιόλας ωχρές δροσάτες λάμψεις, ένα λουλούδι που μου ’πε τ’ όνομα του. Καταντικρύ του καταρράχτη του κατάξανθου γέλασα που αναμαλλιάστηκε πάνου στα έλατα. Πιο ψηλά, στην κορυφή, πέτυχα τη Θεά. Βάλθηκα τότε να της αφαιρώ τους πέπλους έναν έναν. Μες στη δεντροστοιχία με χειρονομίες μεγάλες· Πέρα στους κάμπους όπου την κατάδωσα στον πρώτον πετεινόν· καταμεσής της πολιτείας όπου μου ξεγλιστρούσε ανάμεσα καμπαναριά και τρούλους. Και δωσ’ του εγώ ξοπίσω της σαν τον ζητιάνο να τρεχοκοπώ στην πέτρινη την προκυμαία πάνου.

Κει που τελειώνει ο δρόμος, σιμά σ’ έναν δαφνώνα, την αγκάλιασα επιτέλους μ’ όλους μαζί τους πέπλους κι ένιωσα μια στιγμούλα επάνω μου το απέραντο κορμί της.

Ύστερα, κυλιστήκανε μαζί, Αυγή και αγόρι, στα ριζά του δάσους, χάμου.

Όταν ξύπνησα ήταν μεσημέρι.



Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης





Στην εικόνα: Arthur Rimbaud by Frédéric-Auguste Cazals (1889).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

Έκτωρ Κακναβάτος, "Η κλίμακα του λίθου"




1.


Αφότου ξώκειλε το ζαφειρί αστέρι
ξέρα ο νους η ουλή βυθός
μόνο εσύ ω ποίηση
έμεινε να φέγγεις
μεσ’ από βράχο διάφανο
το μόνο πλοίο





10.


Ποιος για το συμβάν θα πει του λίθου
το ίζημα λέω τ’ αχνάρι μου
στην ίδια φλέβα χυμένο με το φως
το καθημερινό μου σκύρο
η φρέσκια οργή
χιλιάδες χρόνια ανέβαινε με το μεδούλι
λάβα τη λάβα σ’ έλατου κορφή
λίθο το λίθο ώς το σύννεφο
το πώς από σκούρα τύρφη αναδύθηκα
αν το ξέρεις δίδυμή μου αστραπή
σε μια κλιτύ αν ασκητεύει με τις ρίγανες
αν στίλβει απλησίαστο
όταν στη θάλασσα βαθιά καίονται τ’ άστρα
το πώς ιερουργείς στο άδυτο αρχιερέα χρόνε
ποιος θα το πει





15.


Θυμάμαι τις πιο μάχιμες γενεές του άργιλου
να πέφτουν θερισμένες στ’ οχυρό του λίθου
την όραση να χυμάει στο δρυμό ελάφι
η νύχτα ένα μαμούθ φράζει την είσοδο
σκούρες οι χούφτες των προγόνων
μόλις που πρόφταιναν το εκμαγείο σου
αυτό που ακόμα έχω πρόσωπο
τελευταίος ο ιδρώτας πάνω τους επάγωνε άσπρος
κι ο χώρος άνοιγε στην επαφή σαν αχιβάδα





20.


Τη χαρακιά που ’χεις στα πετρένια μάγουλα
λέω πού τάχα να κατάγεται
εξοστρακίστηκε που σ’ άγγισε η αστροφεγγιά
κ’ είναι τα μάρμαρα αιματιά για πάντα
η σάρκα σου ένας έμφυτος επίδεσμος

πώς θα αναστρέψεις την οργή σου σε γλυκόριζα
πώς για ταφή θα παραδώσεις την ερώτηση
έναν πνεύμονα απόκρημνο
την καταιγίδα που ανάθρεψες
με ουρανό φαρμάκι





22.


Με κοιτάζεις ένα φτερό που εντός μου λάμνει
ένα σήμα κινδύνου μ’ ακούς
σαν φράγμα που έσπασε
και τα νερά κατεβαίνουν
σαν είδηση με σκέφτεσαι
που λιώνει τα νεφρά
σαν κοπετός μέσα στο αίμα

όταν το μάρμαρο θερίζει τον ήλιο

μ’ άγγιξες μ’ ένα λυγμό απ’ τον αιγόκερω
όπως ένας όλεθρος από ατρείδες
πώς λοιπόν μπορεί να μην είσαι φώς;





25.


Τώρα που μόλις άνθισε σα φουντουκιά
ένας πανάρχαιος νοτιάς
κλεισμένος σε πιθάρια από τον μίνωα
με κριθάρι χάλκινο
κούπες χρυσές
ζωστήρες
ενώτια
πώς μπορεί τώρα που ο χάρτης συμπληρώθηκε
να ’ναι η φωνή σου ένα νησί
το χέρι σου ένας γλάρος ν’ ασκητεύει;





27.


Μ’ όλο που ο γόος εκείνος
θηλυκώθηκε με τους ρεζέδες
με τα πόμολα
την υγρασία στο πάτωμα
τ’ αρχαία ξύλα

μ’ όλο που στο πρώτο άγγιγμα
σαν πολυέλαιος θα πει
τη νότα εκείνη τη βαθιά
κ’ είναι σαν τη γλυκιά ροδιά η ψυχή
η θύμηση γαλέρα βυθισμένη
κι ο γόος εκείνος πάλι
όχι άλλη ταρίχευση είπες

εδώ και μπρος μόνο ταλάντωση είναι ο χρόνος
ξεχάστε πια το θάνατο είπες





Από τη συλλογή: «Η κλίμακα του λίθου» (1964).
Πηγή: «Έκτωρ Κακναβάτος - Ποιήματα 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, 2010.

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Τρία ποιήματα"




Μικροσκοπικό φεγγάρι


Είσαι ένα συνεσταλμένο μικροσκοπικό φεγγάρι που δειλά ξεπροβάλει μέσα στη νύχτα.
Τώρα κάνεις τα πρώτα σου βήματα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.
Μην ανησυχείς, όλοι με δέος αντικρύζουμε την θάλασσα του απείρου.
Είμαστε όμως και τα αστέρια που σε συντροφεύουμε, ανοίγουμε ρωγμές στο σκοτάδι.
Είναι η ανταμοιβή σου, επειδή φωτίζεις τις νύκτες μας.
Δεν θα σε αφήσουμε ποτέ μονάχο σου, ακόμη και όταν λάβεις τη μορφή της πανσελήνου. (Μέχρι ένα όνομα να σε συστήσει στον κόσμο θα σε αποκαλώ μικροσκοπικό φεγγάρι).





Κόρες του Ήλιου


Υπηρέτησαν με αφοσίωση τον Θεό Ήλιο,
τον ζωοδότη κάθε πλάσματος.
Θυσιάστηκαν ολοκληρωτικά,
προσέφεραν τάμα το σώμα τους
και η πεταλούδα που φώλιαζε στο στέρνο τους,
δεν πέταξε ποτέ πάνω από τα ανθισμένα λιβάδια,
που δικαιούται η νιότη.

Κόρες του Ήλιου που δεν γνώρισαν το φως και ας υπηρέτησαν το βασιλιά του.
Ήταν τυφλός ο Ήλιος ή το ιερατείο ορμήνεψε λανθασμένα τα κελεύσματα του;





Το απόρθητο πειρατικό


Είναι ο πυρετός της δημιουργίας, το πιο παράτολμο μα και σοφό φάρμακο στα τείχη του σωφρονισμού.
Μαύρες πινελιές δεν έσταζαν στις πολύχρωμες καρδιές τους.
Τα χέρια τους για πρώτη φορά δεν ήταν δεμένα, επειδή υπάκουαν στο κάλεσμα της φύσης τους.
Όλοι σκάρωναν σχέδια για το εφήμερο όχημα της απόδρασης τους,
με εργαλεία ένα ψαλίδι, ένα πινέλο, ένα σφυρί.

Στη θάλασσα συγκρούστηκε με τον ύφαλο της απερισκεψίας του
Με μια σχεδία απέμεινε να πλέει σε αχανή και πολυκύμαντα πελάγη.
Τα πυκνά σήματα κινδύνου τον ώθησαν σε άοκνη δραστηριότητα.
Με μαστοριά αξιοθαύμαστη και απαράμιλλο πείσμα ανέσυρε από τον βυθό της ιστορίας, απόρθητο πειρατικό, από την μακρινή εποχή των κουρσάρων.

Η λεία του δεν ήταν κάποιος μονάκριβος θησαυρός μα τα βλέμματα των επισκεπτών.
Πύκνωσαν οι προσφορές για να αιχμαλωτιστεί το πειρατικό σε άχαρα σαλόνια.
Το χρήμα κλειδί διόλου αμελητέο στο κρατίδιο των περιορισμών.
Σπάνια ευκαιρία να αγοράσει ισχύ, να ψαλιδίσει τους μπελάδες.
Αν παρέδιδε το πειρατικό του, θα τιθάσευε τις τρικυμιώδεις εξελίξεις.

Παρέμενε ανένδοτος, το καράβι δεν παρεκκλίνει από την πορεία του.
Είχε λόγο σοβαρό να αντιστέκεται στις προοπτικές δημοπρασίας.
Αν σάλπαρε μακριά από τα χέρια του,
ποιο μέσο θα είχε για να ταξιδεύει;



Αλέξανδρος Μαυρογένης



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Grigorij Kapustin, «Moonlit Night Over a Coastal Landscape» (1925).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2019

Νίκος Μυλόπουλος, "Ο κλήρος του ανεκπλήρωτου"




ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΑΡΤΑΕΤΩΝ


Αναστροφής διέγερση στην γιορτή των χαρταετών
Εκμυστηρεύσεις μνήμης σε εσπερινό απόπλου.
Ύστερα ξεβράζει το στόμα ντροπή αλλαγής αισθημάτων
Ισορροπία φαντασίωσης και αξημέρωτο μέλλον εγγύς.
Θρυμματίζοντας οριστικά το ανθογυάλι των κρίσεων
Ανάπηρα σε κουπαστές και πηγάδια φτερουγίζουμε όνειρα
Με ανάσες πουλιών ανύποπτων αντί για μάτια
Λέξεις νεκρές και φύλλα κίτρινα για πρόσχημα.

Βαρύτητα νηφάλια ευωδιάζουν μνήμες υδρορροές
Βροχή τώρα σιωπής
Λύτρωσης πικροδάφνες στο προσήλιο.





ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΙΡΟΣ


Η νύχτα κύλησε σαν κέρμα
Πλανόδιοι έρωτες κι αξόδευτα τη συνόδευσαν πάθη
Σε τροχιές κυκλικές αγεφύρωτες δειλά χτυποκάρδια
Κι η υδρόγειος να γυρίζει ασθμαίνουσα
Από νόμους ασήκωτους στην τροχιά της ερήμωσης.
Μικρός καιρός για αβάσταχτα όνειρα σε σφαγεία αγάπης
Και μόνο οι στάσεις να αναβάλλουν το αναπόφευκτο.
Ντυμένοι ενσυνείδητα με πλοκάμια ελιάς και φύλλα δάφνης
Πυροδοτούμε στο θρόισμα του κενού το επερχόμενο
Τους τελευταίους ξηλώνοντας ολοσχερώς λεπτοδείκτες.





ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ


Από τα στόματα κυλούν ψίθυροι μαύροι
Καθώς τα όνειρα στερεύουν από χρόνια
Πρωτότοκο γυρεύοντας λουλούδι
Το ανάξιο να στολίσει παρελθόν μας.
Ο ουρανός ανεμοστρόβιλος λαθών
Ψαρεύει μόνος πια τη γλώσσα των μίμων
Τα χείλη φέτες καρπουζιού ζητιανεύουν φιλί
Μιαν έκλειψη σκοτώνοντας λύπης που ποτέ δεν ξεκίνησε

Αδειάζει ο σταθμός από κορμιά και τρένα.
Τα ρολόγια μόνο καρτερούν τα επόμενα.
Η έλξη για ατέλεια εισιτήριο στη μετάβαση.

Πάντως το ξημέρωμα θα φτάσει ανυπερθέτως.





ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΑ ΔΑΝΕΙΑ


Λεκτικές εκτοξεύοντας παρορμήσεις από τις στοματικές μας υποθήκες
Μας παρέσερνε η γη ανάσκελα στο κρεβάτι της
Γιατί η βροχή αργούσε κι αμήχανος με αμέτρητες αποχρώσεις ο χρόνος
Φόρτωνε σακιά γεμάτα επωμίδες.
Τα σώματα μεσήλικες βλαστοί χωρίς ευλυγισία
Σε αρχαία παρέπεμπαν χειρόγραφα ανιστόρητης σιωπής.
Με ασετιλίνη αλείφοντας τότε τα μακρόπνοα δάχτυλα, πλησιάζαμε,
Η έκρηξη μανιτάρι δίχως δηλητήριο
Τροφή χρήσιμη για άλλη μία χαμένη διέγερση
Και άμετρη ερωτική αιχμαλωσία.
Αόμματοι ένορκοι κουνούσαν μηχανικά τα υπέρμετρα χείλη τους
Στην προσπάθεια να δώσουν τότε έμφαση σε ετυμηγορία ψευδή.

Λείανέ με λοιπόν με το καυτό κοπίδι της ανάσας σου
Ροκάνισε ό,τι εξέχει απ’ τη ζωή μου προτού απαιτήσουν
Τα σώματα πίσω, όσα υλικά τους μας στιγμάτισαν.





Από τη συλλογή «Ο κλήρος του ανεκπλήρωτου», Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019.