ΕΛΕΓΕΙΟ
ΓΙΑ
Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΠΟΥ ΑΠΕΛΠΙΖΟΝΤΑΙ
Κι
όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε
ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μονάχος του στο πριονιστήριο;
Άρης
Αλεξάνδρου
Μνήμη
Περικλή Γιαννόπουλου
και Αλφόνσου Χοχάουζερ
Είναι αλήθεια, Άρη.
Δεν είδαμε ποτέ κανέναν έλατο
να κατεβαίνει μονάχος του στο πριονιστήριο
όπως δεν είδαμε ποτέ κανέναν έλατο
να γίνεται σπαθί
και
να χυμάει στους εμπρηστές.
Όμως
για έλατους πρόκειται;
Γιατί οι άνθρωποι το συνηθούν: πέφτουν
μονάχοι στον γκρεμνό,
παίρνουν το σπαθί και ρίχνονται
στους
Λιάπηδες.
Καδένα σέρνουμε βαριά − τον Κεραυνό.
Λιγνά τα πόδια μας σαν του τσικνιά,
στους βάλτους χρόνια, κάποτε
λυγίζουν.
Σέβομαι τους αυτόχειρες.
Κατανοώ.
Δεν είναι λιποτάχτες.
Μη γυρεύεις τον φόβο μες στα μάτια τους
μόνον την
κούραση του ταξιδιού,
την πανοπλία που κατάφαγε τη σάρκα τους.
Και η πτώση κάποτε μας εξυψώνει.
Όμως
(ναι)
τα κούρβουλα με κάνουν ν’ απορώ.
Και
κάποια,
σαν εκατάντησαν τον πόνο τους πραμάτεια,
τα
σιχαίνομαι.
(Τί θέαμα η φάουσα στα πόδια του ζητιάνου!)
Μην είναι σκοτάδι και το φως;
ένα μαγνάδι σαν του σκούληκα το μεταξένιο
γνέμα;
Ωστόσο,
ζουν με τις πληγές τους οι λεπροί, ψάχνουν
με το λευκό τους μπαστουνάκι οι τυφλοί!
Ριψάσπιδες;
Θηρία της ζωής;
(Θ’ απόδιωχναν το χέρι που τους δίνουμε.
Θλιβερή περηφάνια.
Ή μήπως
ψηλαφούν
πάνω στη σάρκα μας τον ίδιο φόβο;)
Ω, τόσοι άνθρωποι!
Τόσοι άταφοι βορά των αγριμιών!
Κώστα
Βλαδίμηρε
κι εσύ του
μαύρου σταροχώραφου
Τρελό Λιοτρόπι,
δεν άνοιξαν τις πόρτες τους οι άνθρωποι.
Ναός
δεν βρέθηκε ποτέ να σας δεχτεί,
σαν αγριόχορτα σας πάτησε ο αστός Κι η Επανάσταση
(καράβι όμορφο)
σας κλείδωσε στ’ αμπάρια της
και βούλιαξε.
(Και ποιος δειλός
ξανοίχτηκε ποτέ,
καβάλα σε λευκό φαρί,
στο κύμα τ’ ανοιξιάτικο του πόντου
να
πλαγιάσει;
Κι άρρωστος ποιος
ανέβη σε κορφή, ψηλά,
όμορφη για να λάμψει στο χιόνι
η
θανή του;)
Ας μη φοβόμαστε.
Κι
ας μην περιφρονούμε
όσους έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν.
Ας θυμόμαστε τα λόγια του Ενός,
τα λόγια του
Θριαμβεύοντος Ερημίτη:
Δεν
αξίζει ν’ ασχολείσαι με τους άλλους εξόν
κι
αν είναι αρκετά πιστοί ή απελπισμένοι ώστε
να
σκέφτονται τον θάνατο.
Ω, στην απόγνωση δεν υπάρχουν έλατοι
μόνον άνθρωποι, Άρη.
Δεν ξέρουμε τίποτε
γι’ αυτό το μαύρο νέφος που μας παίρνει.
Είμαστε όλοι σύντροφοι στη θλίψη.
Κι αν ο ναός είναι κλειστός,
ανοίγουν το θυρόφυλλο αμόλυντες φτερούγες.
Μάιος-Ιούνιος 2013
Ιωάννης
Σεβαστιανός Ρώσσης
Πρώτη δημοσίευση
Στην εικόνα: Friedrich Carl von Scheidlin, «Study of Cut Down Trees» (Slovak National Gallery).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.
Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον
Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως
διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει
εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που
δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν
δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ
ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του
θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι
εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS
POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.







.jpg)

