Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

Κλείτος Κύρου, "Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα"




Από την ενότητα
Περίοδος χάριτος
Δέκα σπουδές κι ένας επίλογος


ΣΠΟΥΔΗ ΔΕΥΤΕΡΗ


Πάντα υπάρχει μια τελευταία φορά στο κάθε τι φίλοι και γνωστοί σου κάθε τόσο κατεβαίνουνε στον κάτω κόσμο απόγειοι άνεμοι τους σπρώχνουν ολοένα και βαθύτερα πολλές φορές αναρωτιέμαι αν εκεί θ’ αναγνωρίζει ο ένας τον άλλον μέσα στους στίχους μου ελλοχεύουνε γυναίκες με άγρια οράματα διάβασα το γράμμα σου θα γράψεις ύστερα από χρόνια κι έκλαιγα όλο το πρωί





ΣΠΟΥΔΗ ΕΚΤΗ


Κρύσταλλα σιωπής αστράφτανε στα πεζοδρόμια μιλούσες για τους ποιητές και για τα έργα τους αεροβατούνε όπως τα παιδιά έλεγες από μακριά μια ψαλμωδία υψωνόταν το απόβροχο στον ουρανό ψίθυροι απατηλοί στ’ αυτιά σου υποθάλπαν έρωτες θαμμένους υποθάλπαν υποδόριες μνήμες άραγες πού θα ’μαστε όταν νυχτώσει πάντοτε φτωχός στα πλούτη και στα λόγια τόσα όνειρα πώς θα τα εξαργυρώσεις




Από την ενότητα
Άλλα ποιήματα
Α'


ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΟ ΧΡΟΝΟ


Ακόμη κι όταν
Οι αγάπες τελειώνουν
Ο χρόνος προχωρεί

Στη στιλπνή του επιφάνεια
Αφήνεις αποτυπώματα
Διαμπερή
Πάντα ευανάγνωστα
Για τους ειδικούς
Που αποτιμούν το κόστος





Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΚΩΦΑΛΑΛΩΝ


Κι ύστερα
Έχανες τα λόγια σου
Έσκυβα τα μάζευα
Και το βράδυ τα μύριζα
Άκουγα στον ύπνο μου
Αναφιλητά

Νιφάδες έπεφταν φωτιάς
Ήμουν γεμάτος όνειρα
Ποιήματα εγκαύματα

Σήκωνα τα χέρια ψηλά
Τ’ ανεβοκατέβαζα
Όπως οι σηματωροί





ΑΣΠΡΟ/ΜΑΥΡΟ


Είναι φορές
Που οι στίχοι μου
Ηχούν
Σαν τουφεκιές
Σε σκοτεινό φαράγγι

Κι άλλοτε
Απελεύθεροι
Βογκούν
Μέσα στα μύρα
Και στις διαστολές
Της Βαβυλώνας




Από την ενότητα
Άλλα ποιήματα
Β'


ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΘΑΥΜΑΤΩΝ


Ξανά και ξανά στα βήματά τους
Στα γαλανά τους βλέμματα που σ’ οδηγούνε προς τη θάλασσα
Μνήμες λανθάνουσες του γένους μας φυλακισμένες
Στα βάθη της Ανατολής ή στους κρυψώνες
Κάτω απ’ τον ήλιο της Καππαδοκίας ξυπνώντας κάθε τόσο
Κάποιους πυρρίχιους ψηλά στα οροπέδια
Κινήσεις ζυγιασμένες δίχως αποκλίσεις
Οργιαστικές φωνές σαν τότε που αλλότριες γυναίκες
Φράζαν το δρόμο μας κι εμείς τις παίρναμε
Για να μας ανεβάζουνε στον έβδομο ουρανό

Κι ύστερα ξεσπιτωμοί και ατέλειωτες περιπλανήσεις
Ν’ αλλάζεις δόγματα θρησκείες ή φορεσιές να συλλαβίζεις
Τη γλώσσα των πτηνών να μην μπορείς αόρατος να γίνεις
Κι ας ρίχνεις φίλτρα μαγικά στο αίμα σου να βάφεσαι
Στα χρώματα του δειλινού και να σε φανερώνουν
Τα ίχνη των πληγών από τ’ αδέσποτα και καταλυτικά
Φιλιά να συλλογίζεσαι πως είναι λίγο θάνατος
Η κάθε μετακίνηση πώς να μεταφερθούνε τέλος πάντων
Τα σκεύη εκείνα για μεγάλα όνειρα
Για μια καινούργια αρχή

Διαδρομή μέσα στον Χρόνο
Και πόσο χρόνο άραγε κρατάει μια διαδρομή
Με φόντο ένα παράθυρο πάνω απ’ το κύμα
Να βλέπει προς την άλλη όψη της αγάπης





Από τη συλλογή «Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα» (1992).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή [1943-1997]», εκδ. Άγρα, α΄ ανατύπωση: Δεκέμβριος 2006.

Στην εικόνα: πορτραίτο του ποιητή, φιλοτεχνημένο από τη Lona Condu (1995).
Το έργο κοσμεί το οπισθόφυλλο της συγκεντρωτικής έκδοσης.

Τρίτη, 7 Απριλίου 2020

Αντώνης Μπουντούρης, "Απύρετοι πολιορκημένοι"




ΑΠΥΡΕΤΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ


Πράγματι
το πένθος αν τραβήξει ως το τέλος
υπάρχει ελπίδα να μας εξαγνίσει.

Για να φανεί στο βάθος η πολιορκία.

Του παράφορου κύματος η σπρωξιά
που τσάκισε ανέμελους γλάρους
και βεβαιότητες.

Η θερμοκρασία των πολλών παραμένει σταθερή.
Η ανταλλαγή σιωπής το νέο νόμισμα.
Η βασιλεία του Ιδιωτικού το πολίτευμά μας.

Το Τέρας της Αδηφαγίας λένε πως θα μείνει
Απύρετο ακόμη για καιρό.
Ο εφιάλτης της Ανάπτυξης διασωληνωμένος.
Ο ασεβής Ερυσίχθονας αποκρουστικός
θα τρώει τις σάρκες του.

Όσο πλαταίνει η εξορία μέσα μας
η Φύση βρυχάται.

Το αλώνι στενεύει.

Ο χορός αργεί.
Μα θάρθει.

Κι όταν έρθει
γοργά θ’ αγκαλιαστούμε και θα
σμίξουμε στον κύκλο.
Ασφαλείς.



Αντώνης Μπουντούρης





Στην εικόνα: Jean-François Millet, «Spring Landscape with Rainbow» (1868-1873).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

Μαρία Θεοφιλάκου, "Οι άνθρωποι θέλουν να σου μάθουν"




Οι άνθρωποι θέλουν να σου μάθουν


Ω ναι, «πέφτει βροχή,
διψάνε οι καρδιές», μικρή μου Αριάδνη
Το δέρμα των ανθρώπων
Τα χώματα το μίσος
Η δύναμη της ποίησης
Τα λίγα χέρια τεντωμένα σε βοήθεια
Όλα, μπλεγμένα σ’ ένα μακρύ
Αγκυλωτό συρματόπλεγμα
Που όσο πάει το χαϊδεύουν
Στάλες αίματος

Αυτό το πρωί
Που εσύ έβγαλες το πρώτο σου στιχάκι
Στην ηλικία των πέντε ετών
−τόσο μικρή−
Βροχή έπεφτε
Πάνω στον γκρεμισμένο κόσμο



Μαρία Θεοφιλάκου



Πρώτη δημοσίευση.

Στην εικόνα:
"The Mediterranean Route", Miratovac, Serbia 2015 - photo by Moises Saman / Magnum Photos.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2020

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, "Τέσσερα ποιήματα"




Σαν ξεχασμένο ένα βαγόνι στο σταθμό


Μερικά ρούχα θα βάλει στη βαλίτσα
τώρα που τα καιρικά φαινόμενα
είναι ομαλά κι επιτρέπουν
ένα ταξίδι στον εαυτό του.
Αλλά και πάλι κάποιες σκέψεις
τον αποτρέπουν και αφήνει την απόφαση
σαν ξεχασμένο ένα βαγόνι στον σταθμό.


Νέα Πέραμος, 14 & 16 Αυγ. 2019





Ο άγγελος Ζάναξ


Ο άγγελος Ζάναξ κατεβαίνει σε 15 λεπτά
και με σκεπάζει μ’ ένα σεντόνι ηρεμίας.
Δεν φοβάμαι πια τον γκρεμό ούτε τον πνιγμό.
Βρίσκομαι σε μια γλυκιά γαλήνια ερημιά
και βλέπω πέρα να χορεύουν
η ρίγανη, το κύμινο, η κανέλα,
το χαμομήλι, η μαντζουράνα και το δεντρολίβανο.
Αφουγκράζομαι το συνεχόμενο σύρσιμο της ζωής που φεύγει.
Νιώθω την πέτρα και το χώμα αδέρφια μου.
Όταν έρχεται η ώρα θες δεν θες παραδέχεσαι
αυτά που κάποτε σε φόβιζαν και δεν ήθελες να σκεφθείς.
Δεν θα βρεθώ ποτέ ξανά στον λόφο
με τα καλαμπόκια και τα χρωματιστά στρογγυλά κολοκύθια.
Δεν θα βρεθώ ποτέ ξανά στους λόφους και στα βουνά,
στα μονοπάτια και στα χωράφια που ίδρωσα και δίψασα.
Τρως το μήλο της ζωής και μένουν λίγα κουκουτσάκια.


Δράμα, 14-15 Οκτωβρίου 2019





Και είναι χάραμα


Το βράδυ καθώς σκούπιζα τα ματογυάλια,
έπεσε το δεξί γυαλί κι έγινε θρύψαλα.
Και ευτυχώς που έπεσε αυτό
γιατί διαβάζω με τ’ αριστερό γυαλί.

Η σκέψη μου αστραπιαία διασχίζει την ψυχή μου.
Και είναι χάραμα,
μιάμιση ώρα μόνο έχω κοιμηθεί.
Φοβάμαι εγκεφαλικό
κι ας πήρα μισό Ζάναξ κι Ατακάν.
Πήρα βιβλίο, πίνω χαμομήλι.
Περίπου σε μια ώρα η γυναίκα μου θα σηκωθεί,
είναι διευθύντρια σε παιδικό σταθμό.


Δράμα, 14 Νοέ. 2019





Ως τουρίστας της μνήμης


Η καμήλα μπογιά και τσιγάρο.
Για καιρό ξεχασμένα επανέρχονται πάλι.
Όμως όλα στο τέλος θα βρεθούν
στον καιάδα της λήθης.

Όμως πάντα μένει και κάτι,
αναμνήσεις σαν δάσος απολιθωμένο.
Κι όσο τα χρόνια θα περνούν
να το επισκέπτεσαι ως τουρίστας της μνήμης.


Δράμα, 9 & 13 Ιαν. 2020




Κωνσταντίνος Ιωαννίδης




Πρώτη δημοσίευση.

Στην εικόνα: Théodore Frère, «Camel».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

Μίλτος Σαχτούρης, "Ο περίπατος"




ΒΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ AΝΟΙΞΗ


      Βαριά από την Άνοιξη
      η φλόγα
      τα μάτια ανοίξανε σαν τάφοι
      πράσινα χόρτα φύτρωσαν γύρω στο στόμα
      τα βλέφαρα χάθηκαν μακριά
      φύγανε τα μαλλιά
      μα η πληγή
      έμεινε ορθάνοιχτη
      κι ουρλιάζει





Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ


      Χρόνια
      ο ουρανός
      ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
      κρυμμένο
      μες στην τσέπη μου
      και μες στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα
      αίμα
      γιατί βροχή
      πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό
      τσακίζοντας
      κρέατα
      και κόκαλα

      Έτσι
      σαν ήρθε η Ανάσταση
      ντυμένος μαύρα
      μ’ ένα κόκκινο κερί
      βγήκα
      τρελός
      στους δρόμους

      ήμουνα ένα κίτρινο
      πουλί
      σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
      ο Modigliani
      ποτέ μου
      ποτέ μου
      δεν είχα γεννηθεί





Η ΚΑΚΗ ΕΙΚΟΝΑ


      Σκάζανε αβγά
      κι έβγαιναν στον κόσμο
      άρρωστα παιδιά
      σα σπασμένα άστρα
      μαύρα περιστέρια
      διώχνανε τον ήλιο
      με κακές πετσέτες
      μ’ άχαρες στριγκλιές
      έβραζε η θάλασσα
      καίγαν τα πουλιά της
      τα διωγμένα ψάρια
      κλαίγαν στο βουνό
      κι ένα λυσσασμένο
      κόκκινο φεγγάρι
      ούρλιαζε δεμένο
      σα σφαγμένο βόδι





ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ

                                                                    Στην Τατιάνα Milliex


      Λέει η τσιγγάνα:
       − Διαβάζω χρήματα
      μέσα στον ύπνο σου
      έχεις μια ζωή πυκνή
      γεμάτη χιόνι
      όμως δεν ξέρω
      πότε θα
      γλιστρήσεις πέρα

      λέει ο βοσκός:
       − Όταν δεν αγαπάς τ’ άστρα
      τ’ αρνιά μου θα σε μισήσουν
      κι απ’ το φεγγάρι
      σου χαρίζω το μισό
      που βγάζει φλόγες
      από τη μεριά της λύσσας

      λέει ο θάνατος:
       − Δικά μου τα χρήματα
      δικό μου και το φεγγάρι
      δικά μου το χιόνι και τ’ αρνιά
      κι οι κόκκινες φλόγες
      και
      η τσιγγάνα
      και
      ο βοσκός





ΚΑΤΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ


      Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
      χάος
      είν’ η ψυχή μου
      που έκοψε με τα δόντια του
      ο Θεός

      άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
      τα δείχνουν
      τα πουλάνε
      τ’ αγοράζουν

      εγώ δεν τα πουλώ

      οι άνθρωποι
      τα κοιτάζουν
      με ρωτάνε
      άλλοι γελάνε
      άλλοι προσπερνάνε

       εγώ δεν τα πουλώ





Από τη συλλογή «Ο περίπατος» (1960).
Πηγή «Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1998)», εκδ. Κέδρος, 2014.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Tomas Tranströmer, "Μονοπάτια"





Ένα σχέδιο τον Οκτώβριο


Το ρυμουλκό πλοίο είναι γεμάτο φακίδες και σκουριά. Τι θέλει εδώ,
      τόσο βαθιά στη στεριά;
Είναι μια βαριά, σβησμένη λάμπα μέσα στην παγωνιά.
Τα δέντρα όμως έχουν άγρια χρώματα. Μηνύματα προς την
      αντίπερα όχθη!
Σαν να θέλουν κάποιοι να πάει το πλοίο να τους πάρει.

Στον δρόμο για το σπίτι βλέπω τα μανιτάρια που ξεπετάγονται
      απ’ το χορτάρι.
Είναι δάχτυλα που ζητούν βοήθεια, δάχτυλα
κάποιου που κλαίει μόνος του με λυγμούς εδώ και μέρες κάτω στο σκοτάδι.
Στη γη ανήκουμε.





Στο τέλος του Μάη


Οι ανθισμένες μηλιές και κερασιές βοηθούν το χωριό να αιωρηθεί.
στη γλυκιά και βρόμικη μαγιάτικη νύχτα, άσπρο σωσίβιο, οι σκέψεις
      σκορπίζουν.
Χόρτα κι αγριόχορτα φτεροκοπούν σιωπηλά κι επίμονα.
Το γραμματοκιβώτιο λάμπει ήσυχα, ό,τι γράφτηκε δεν παίρνεται πίσω.

Ήπιος, ψυχρός αέρας διαπερνά το πουκάμισο και ψηλαφίζει
      την καρδιά.
Μηλιές και κερασιές, γελάνε σιωπηλά με τον Σολομώντα,
ανθίζουν τα τούνελ μου. Τις χρειάζομαι,
όχι για να ξεχάσω, αλλά για να θυμάμαι.





Ελεγεία


Ανοίγω την πρώτη πόρτα.
Ένα μεγάλο, ηλιόλουστο δωμάτιο.
Ένα βαρύ αυτοκίνητο περνά απ’ τον δρόμο
και κάνει τα πιάτα να τρέμουν.

Ανοίγω την πόρτα νούμερο δύο.
Φίλοι! Ήπιατε το σκοτάδι
και γίνατε ορατοί.

Πόρτα νούμερο τρία. Στενό δωμάτιο ξενοδοχείου.
Θέα προς τον πίσω δρόμο.
Ένα φανάρι που αστράφτει στην άσφαλτο.
Τα ωραία απόβλητα των εμπειριών.



Μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου




Από τη συλλογή «Μονοπάτια» (1973).
Πηγή: «Tomas Tranströmer, Τα ποιήματα», εκδόσεις Printa / Ποίηση για πάντα, 2004, Εισαγωγή - μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου.

Στην εικόνα: Andreas Achenbach, «Towboat leaving the port of Ostend at heyday».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

Ασημίνα Λαμπράκου, "Γόνιμες καμπύλες του χρόνου"




ΓΟΝΙΜΕΣ ΚΑΜΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Κάποτε θα λάβουμε εκδίκηση από τα γιασεμιά
Οι γλάστρες θα επαναστατήσουν
κι οι ρίζες θα δώσουν φρέσκο ήλιο
     τομάτα και ρίγανη
Το νάιλον θα βουβαθεί προς νέους αιώνες
     κι η έλξη θα αναστραφεί

Εδώ που είμαι, Παράδεισος είναι, που βλέπω τον ουρανό του
Έτσι, ποντάρω με κάποια σιγουριά σε έναν θάνατο
     που θα έρθει από την αρχή






ένα αυθαίρετο, χωρίς ταυτότητα συναίσθημα που εξελίσσεται σε
     στοργή
είναι, κατά έναν τρόπο, ένα συναίσθημα χωρίς γνώμη και γεύση
ένα συναίσθημα με τέτοια γνώση που προκαλεί τις αισθήσεις
     να αποδώσουν δικαίωμα στη γλώσσα να διακορεύσει τον
     λόγο και τον λόγο

από τα ανοίγματα ξεπετάγονται όψεις του στιγμιαίου κενού
     ως μέλλοντας ξεχασμένος που είναι ο εξακολουθητικός: θα
     αγαπιέμαι
και μια λευκή ουρά αλόγου κεντημένη σαν μίσχος μαργαρίτας
     με μετρημένα πέταλα






ένα πουλί που τρύζει σαν ποντικός και τροχοδρομεί στην κόψη
     της μάντρας
είναι ένα πουλί που αναστατώνει τη νύχτα που ανοίγεται σαν
     ποντικός
και υποχρεώνει δέκα γάτες να ανοίξουν τα νύχια τους και τη
     σάρκα της

από τα ανοίγματα μπαίνει το φεγγάρι
σαν δέκα και δέκα χιλιάδες πίδακες φωτιάς
από πριόνι που εκτελεί καμπύλες και ευθείες κοπές μετάλλου






Αύγουστος. Πηχτή η ζέστη ανεβαίνει τη σκάλα από τη μεριά
     της θάλασσας.
Εισχωρεί στην πόλη. Ανοίγεται σε δρόμους, αυλές, σπίτια.
Στόματα και ρουθούνια.
Εκεί σταματά, επειδή γνωρίζει ένα τίποτα κι επειδή ο βοριάς
     νοιάζεται αλλού.
Στη σελίδα έντεκα, εν τούτοις, ένας κονδυλοφόρος σκιαγραφεί
     εγκαίρως έναν άλλο βορρά που θα επιστρέψει τα πράγματα
     στη θέση τους.
Και τη σκάλα επίσης.






Άγνωστά μου χιλιόμετρα οδηγούν τον ταξιδιώτη από το λιμάνι
     σε αυτήν τη γωνιά που κάθισα να ξεκουραστώ και να
     στοχαστώ τα πρόσφατα.
Εδώ που θα μπορέσω κάποτε να ρεμβάσω παρατηρώντας τον
     ήλιο, σαν τεράστιο καλοψημένο κυδώνι, να εγκαταλείπει
     πίσω από το νησί αναστατώνοντας τα αγριοκάτσικα και
     προκαλώντας τα νερά.

Ένα κορίτσι ανησυχεί τις σκέψεις μου και διακόπτει το σκοτάδι
     ξεκολλώντας από τον πηλό δεξιά. Βηματίζει γρήγορα και
     μπήγοντας, σαν φρέζα που σημαδεύει τρύπες για σπορά, τις
     φτέρνες του στην ξεραμένη άμμο.
Νομίζεις πως σύντομα θα χωνευτεί από κάποιο από τα φώτα
     του συνοικισμού.
Ανάβουν λες για χάρη του. Εκείνο όμως προσπερνά και
     χάνεται προς τη μεριά των βράχων πίσω από τη θάλασσα.






Είναι το κορίτσι σκυμμένο μέσα στην αγκαλιά του
     κι η αγκαλιά του που μελωδεί.
Αύγουστος.
Κλείνει τα χέρια, ανοίγει, και πάλι.
Χαμηλώνοντας και σηκώνοντας κάθε φορά το κεφάλι
    περιδιαβαίνει τις οδούς της μικρής της πόλης.
Μπροστά του, η μικρή της κόρη. Αγέννητη.
Πατάει τα πλήκτρα με τις λευκές της πουέντ. Εδώ, εκεί, ξανά.
Φωτεινή σκιά που καθέλκει τη φιγούρα.






Έπειτα μπήκε ο πατέρας
Παραμέρισε τα έπιπλα κι επέτρεψε στην αύρα από την πέρα
     θάλασσα να καθίσει στους τοίχους και τα πλακάκια
Κανείς δεν δέχτηκε να του συστηθεί Έμεινε απόμακρος και ασκεπής
Η χρυσόμυγα επέστρεψε και διαπέρασε τη συγκέντρωση των ρύπων
     με συνεχείς βορβορυγμούς
Κάθισε στο τραπέζι
Κανείς δεν είχε να την ταΐσει
Ο πατέρας έρχεται από την έρημο και τη θάλασσα σέρνοντας
     μιαν αγκαλιά κόκκινα τριαντάφυλλα της Μάρσα Ματρούχ (1)
Θα τα προσφέρει στη χρυσόμυγα.






(1) Αναφορά στο βιβλίο «Τα τριαντάφυλλα της Μάρσα Ματρούχ» του Ν. Ξυδάκη,
εκδ. Άγρα 2002.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό diPgeneration, τχ. 4, Μάιος 2019, εκδ. Μανδραγόρας.


Στην εικόνα: Isen'in Hoin Eishin (1775-1828) [(Manner of Emperor Huizong of Song (1082-1135)]: «Peach Blossom and Dove» [1816-1828 (Edo)].

Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.