Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

Μάτση Χατζηλαζάρου, "Αντίστροφη αφιέρωση"




ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΦΙΕΡΩΣΗ


Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω     το απόγεμα είπες     τριάντα χρόνια σε περίμενα     κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui»     μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου     το σώμα είναι χώμα     διψασμένο από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα     πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα     θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα και ό,τι θέλει ας γενεί     στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια     τι συνεννόηση θα ’χουμε αλλιώτικα     ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες     πώς τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω     έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου     πάλι ό, τι βρω δικό σου θα το φάω θα το τραγανίσω θα το καταπιώ ώσπου μιαν ώρα μες στο λιοπύρι θα μου βγει αχνός ίδρωτας πάνω απ’ το στόμα     θα ’θελα ν’ ακουμπήσω δίπλα σου κι άλλα της εκλογής μου     μέρη μέρη διάσπαρτα με ασφόδελους ή μεγάλες άγριες μαργαρίτες και πιο πέρα έναν τεράστιο κέδρο του Λίβανου     αλλού πάλι να ’χει αμμόλοφους με σπόνδυλους από δωρικές κολόνες αραδιασμένους χάμω     θα ’σου έρθει κείνο το κυβικό κλουβί που σου ’χω τάξει με μικρά κόκκινα γαρίφαλα μέσα να πετάνε πέρα δώθε τραγουδώντας φλογερά     και σαν λαχανιάζω από τον πολύ οίστρο θα ’θελα τότε οι κουβέντες μου να ’ναι για σένα ξόμπλια όμοια με πέρδικας φτερά    θα ’θελα μερικά από τ’ αστεία που μαζί ξαναφέρναμε (α εκείνες οι συμπαιγνίες) να χαμογελάνε ακόμα με λακκούβες στην άκρη των χειλιών     θα ’θελα να είχαμε πάει οι δυο μας στην πόλη άλλοθι όλων των σύννεφων     θα ’θελα όταν τα σανίδια κάτω στο πάτωμα τρίζουνε ξαφνικά τη νύχτα την ίδια ώρα που τα έπιπλα και η κασέλα αντιλαλούν     θα ’θελα να δημιουργείται το γνωστό έργο της συγκεκριμένης μουσικής που λέγεται «κοντσέρτο για έναν άνθρωπο μόνο»     θα ’θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο     θα ’θελα όποιοι και να ’ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις     να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες     να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα     μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε


θα ’θελα     μα  πόσο  θα ’θελα     ναι  θα ’θελα     αμέσως     τώρα  τώρα
θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως
έμαθα στο Παρίσι


εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα
σ’ ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια     άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις     πολύ προσεκτικά
tu m’abysses
tu moasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πώς με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα     α μ’ αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω απ’ τον άλλο     όταν σταματήσουν     η περίπτυξή τους είναι το μονόγραμμά σου
tu mes   Mallarmé   Rimbaud   Apollinaire
je te Wellingtonia
je tocarina
εγώ σε  Τσεπέλοβο  Πάπιγκο  Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα
σ’ έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριολούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία
je  te  ouf  quelle  chaleur
tu m’accèdes partout     presque
je te glycine
εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν     έτσι που το ’χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο     έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου     ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα  δεν  τα ’χω  πει
ΜΕ  ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

7.2.1985





Από τη συλλογή «Το δίχως άλλο», (1985).
Πηγή: «Μάτση Χατζηλαζάρου - Ποιήματα [1944-1985]», εκδ. Ικαρος, 1989.

Πηγή για την εικόνα «Τα νέα».

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019

Xόρχε Λουί Μπόρχες, "Δύο ποιήματα για τον Ηράκλειτο"



                          Ηράκλειτος


Το δεύτερο μισοσκόταδο.
Η νύχτα που βαθαίνει μες στον ύπνο
Η κάθαρση κι η λησμονιά.
Το πρώτο μισοσκόταδο.
Το πρωινό που ήταν αυγή.
Η μέρα που ήταν πρωί.
Η πλούσια μέρα που θα καταλήξει σε μια χαμένη βραδιά.
Το δεύτερο μισοσκόταδο.
Η νύχτα − τούτο το άλλο ένδυμα του χρόνου.
Η κάθαρση κι η λησμονιά.
Το πρώτο μισοσκόταδο...
Το φευγαλέο ξημέρωμα και, καθώς ξημερώνει,
η αγωνία του Έλληνα.
Τι υφάδι είναι τούτο
του είναι του θα ’ναι και του ήταν;
Και ποιο είναι τούτο το ποτάμι
              που μέσα του κυλάει ο Γάγγης;
Τι είναι τούτο το ποτάμι
              που την πηγή του δεν αντέχεις καν φανταστείς;
Τι είναι τούτο το ποτάμι
              που παρασέρνει ξίφη και μυθολογίες;
Είναι ανώφελο να κοιμηθώ.
Κυλάει μες στον ύπνο, στην έρημο, στα υπόγεια.
Με παρασέρνει το ποτάμι και το ποτάμι τούτο είμαι εγώ.
Είμαι από μια ύλη από αινιγματικό χρόνο
              που συνεχώς μεταβάλλεται.
Ίσως η πηγή να βρίσκεται μέσα μου
Ίσως απ’ τη σκιά μου
να αναβλύζουν οι μέρες: ανελέητες και φανταστικές.



Το εγκώμιο της σκιάς, 1969.





                          Ηράκλειτος


Ο Ηράκλειτος περπατάει βραδάκι
για την Έφεσο. Το δειλινό τον έφερε
χωρίς να το ’χει συνειδητά επιδιώξει
στην όχθη ενός σιωπηλού ποταμού.
Δεν ήξερε ούτε πώς τον έλεγαν, ούτε κατά πού πάει.
Υπήρχε ένας πέτρινος Ιανός και κάτι λεύκες.
Κοιτάζεται στον αεικίνητο καθρέφτη
και συλλαμβάνει και επεξεργάζεται τη φράση
που κράτησαν αμετάβλητη
οι ανθρώπινες γενιές. Η φωνή του εξάγγειλε:
Κανείς δεν μπαίνει δυο φορές στα νερά
του ίδιου ποταμού. Στάθηκε. Νιώθει
με ένα δέος ιερό και μ’ ένα ρίγος
ότι κι ο ίδιος είναι ένα ποτάμι, μια ροή.
Θέλει να ξανακερδίσει εκείνο το πρωινό,
τη νύχτα του, το δειλινό της. Όμως δεν μπορεί.
Ξαναλέει τη φράση. Τη βλέπει τυπωμένη
καθαρά, με γράμματα του μέλλοντος
σε κάποια σελίδα του Μπάρνετ.
Ο Ηράκλειτος δεν ξέρει ελληνικά. Ο Ιανός,
θεός των θυρών, είναι λατίνος θεός.
Ο Ηράκλειτος δεν έχει τώρα ή χτες.
Είναι ένα καθαρό τέχνασμα που ονειρεύτηκε
ένας μελαγχολικός άνθρωπος στην όχθη του Κόκκινου Κέδρου,
ένας άνθρωπος που συνδυάζει εντεκασύλλαβους
για να μη σκέφτεται συνέχεια το Μπουένος Άιρες,
και τα αγαπημένα του πρόσωπα. Κάποιος του λείπει.



Το σιδερένιο νόμισμα, 1976.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης




Από το βιβλίο «Χόρχε Λουίς Μπόρχες - Ποιήματα»,
Μετάφραση, Εισαγωγή, Σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης.
Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2006.

Στην εικόνα: Utrecht Moreelse, «Heraclite», (1630).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019

Χρίστος Λάσκαρης, "Σύντομο βιογραφικό"





ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΤΟΥ ΜΑΗ


Φωνές από παντού
φτάνουνε ως την κάμαρή μου,
τραγούδια όλο πάθος
από ραδιόφωνα.

Είναι απόγευμα,
απόγευμα του Μάη,
και είμαι λυπημένος στο κρεβάτι μου.

Φαντάζομαι τις αυλές
και τους καταβρεγμένους δρόμους.





ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΟΜΟ ΟΛΟ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ


Σε ένα δρόμο όλο επιστρέφω −
βράδυ μπροστά σε μιαν αυλόπορτα
χτυπώντας το κουδούνι.

Μ’ αρέσει να βλέπω το φως π’ ανάβει,
μ’ αρέσει ν’ ακούω βήματα

και τη σκιά στο βάθος
με μια λάμπα να προβάλλει.





ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ


Αυτό το ποίημα
ποτέ δε θα το ξαναγράψω.
Ποτέ δε θα περάσω
απ’ τα ίδια φιλιά.





ΤΟ ΠΑΙΔΙ


Όταν καμιά φορά γυρίζω πίσω και κοιτάξω
μες στο μακρύ δρόμο,
πάντα στο βάθος βλέπω
ένα παιδί.

Τροφοδοτεί με τα λυπημένα μάτια του
τα ποιήματά μου.





ΤΙ ΕΦΤΑΙΞΕ


Καλά το ψωμί,
τον έρωτα όμως γιατί
τι έφταιξε
και μια ολόκληρη ζωή
τον ζητιανεύω.





Από τη συλλογή «Σύντομο βιογραφικό».
Πηγή: «Χρίστος Λάσκαρης - Ποιήματα», β΄ έκδοση, εκδ. Γαβριηλίδης 2009.

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

Σωτήρης Σαράκης, "Στις προθήκες"




ΣΤΙΣ ΠΡΟΘΗΚΕΣ


Τιμώ, ασφαλώς, τα ένδοξα
εκθέματα που δεν αγγίζει ο χρόνος
τιμώ τον στιβαρό
Ηνίοχο στους Δελφούς, τον Δία (ή Ποσειδώνα)
–κραταιό!– του Αρτεμισίου, τον ωραίο
Ερμή του Πραξιτέλη, κι άλλα
πολλά, της τέχνης απαράμιλλα
μνημεία, πλην με τα χρόνια
απόχτησα κι ετούτο το κουσούρι
ώρες
να στέκομαι μπροστά σε μια προθήκη
με σκεύη ταπεινά, χρειώδη
του καθ’ ημέραν βίου
κι άλλα ψιλολόγια

ώρες να στέκομαι, να τα κοιτώ
είτε περίτεχνα, είτε
απλοϊκά, χοντροκομμένα
και να ρωτάω τους ξεναγούς
να γυροφέρνω

                                                  τα κοιτώ
βυθίζομαι
σ’ αυτές τις ανεξάντλητες προθήκες.





ΜΑΡΜΑΡΙΝΟ
ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΧΕΡΙΩΝ
ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ


Κάποιος το φρόντισε αυτό.
Σπάραγμα από σκηνή δεξιώσεως
επιτυμβίου αναγλύφου, κάποιος
το φρόντισε ασφαλώς.
Τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., το φρόντισαν
προσωπικώς ο Χρόνος
με τους είκοσι τρεις
αιώνες του, η Τύχη
με τις αμέτρητες συμπτώσεις της.
Μια ζεστή χειραψία
του ζωντανού με τον νεκρό, μείναν μονάχα
τα δυο σφιχτοδεμένα χέρια απ’ τον καρπό
και κάτω, τίποτε
άλλο, αν είχε
μείνει σώο το ανάγλυφο
θα το θαυμάζαμε σε θέση πιο
περίβλεπτη, όμως
έτσι όπως στέκει τώρα εδώ
αυτό το απομεινάρι, θραύσμα
ταπεινό στην ταπεινή
γωνιά του, πώς
κεραυνοβολεί το βλέμμα, πώς
το καθηλώνει!

Το φρόντισαν προσωπικώς
ο Χρόνος και η Τύχη, ίσως γι’ αυτό
φαίνεται μόλις χθεσινό και κάθε άλλο
παρά τυχαίο, και σίγουρα γι’ αυτό
μόνο γι’ αυτό
έμεινε ακριβώς όπως έπρεπε
να μείνει, μόνο το καίριο, μόνο
τα δυο σφιχτοδεμένα χέρια, η χειραψία
μόνο
το άπιαστο της τέχνης.





ΚΕΡΑΜΕΙΚΗ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ
– ΜΑΓΕΙΡΙΚΑ ΣΚΕΥΗ
                (6ος - 4ος αιώνας π.Χ.)

             τα βήματα γοργά της Ιστορίας κι εκείνο
                                       το βήμα του Κλεισθένη


Πώς θα ’θελα εδώ
μια σίγουρη χρονολογία!
Πώς θα ’θελα να ξέρω εδώ
πότε ακριβώς μπήκε η σχάρα
στη φωτιά πρώτη φορά και πότε
τελευταία!
Στην Αγορά βρισκόμαστε,
στην Αγορά, Μουσείο
Στοάς Αττάλου, εντόπια
τα σκεύη, όμως εδώ
πήρε στροφή μεγάλη ο κόσμος
εκείνον τον καιρό·
                                              πώς θα ’θελα
να ξέρω αν
καθώς ετοιμαζότανε
το δείπνο, σιγοψήνονταν
νόστιμα εδέσματα, λαχταριστά
σ’ αυτήν εδώ τη σχάρα
δίπλα ακριβώς, δυο-τρία
στενά πιο πέρα, ένα
στενό πιο κάτω, μέσα
στην εσωτερική αυλή, μέσα
στο σπίτι, γύρω
τριγύρω εδώ, στη γειτονιά
ώρα την ώρα ο κόσμος
έπαιρνε στροφή

άλλαζε ο κόσμος, άλλαζε γοργά
καθώς σιγοψηνότανε το δείπνο
σ’ αυτήν εδώ τη σχάρα!





ΑΘΥΡΜΑΤΑ


Πήλινο αηδόνι, ψεύτικο
πουλί, φυσάει το παιδί, σφυρίζει
αυτό, θέλει νερό
να κελαηδήσει.

Κόκκινο αηδόνι, πλαστικό
πουλί, τυχαίο απόκτημα
των παιδικών μου χρόνων
κελάηδησε και σφύριξε
ώρες αμέτρητες, ποιος ξέρει πού –
ποιος ξέρει πού να περιμένει
τη σκαπάνη του.

Άγνωστε φίλε, παιδικέ μου φίλε μακρινέ,
ποτέ δε θα ξεχάσω πώς
σφυρίζαμε μαζί, πώς κελαηδούσαμε
το πλαστικό, το πήλινο
αηδονάκι του ο καθένας μας
τι αγώνες κάναμε αντοχής ζαλίζοντας
οι δυο μας τους μεγάλους

όλους αυτούς τους τόσο ανόητα μεγάλους
που αδύνατο να καταλάβουν πως
βρεθήκαμε μαζί δυο ατίθασα
παιδιά με ανάμεσά μας δυομισι
χιλιάδες χρόνια, πώς
τρελά να παίζουμε και να φυσάμε
το πλαστικό, το πήλινο
αηδονάκι μας.





ΑΓΓΕΙΟ ΠΟΣΕΩΣ


Τον ξέρω αυτόν τον τύπο
τον θυμάμαι, τον έχω
συναντήσει σ’ όλα τα μουσεία
αυτόν
με κύλικα, με κάνθαρο,
με σκύφο, μ’ ασημένιο
τάσι στο δεξί του
χέρι, αργά τη νύχτα

αργά, που έμενε μόνος, είχαν σβήσει
τα τελευταία επίγεια φώτα, έβγαινε
στο μπαλκόνι του, έβγαινε
στην αυλή του, αστροφεγγιά
σήκωνε το ποτήρι του
εκστατικός στον ουρανό

κι έπινε
έπινε εκστατικός
στη υγεία του Σύμπαντος.





Από τη συλλογή «Στις προθήκες», εκδ. Κουκκίδα, 2016.

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

Φωτεινή Βασιλοπούλου, "Αμείλικτο νερό"




Μύγδαλα


Φρέσκα μύγδαλα με πράσινο φλούδι οι στίχοι.

Σπάζω το σκληρό τους περίβλημα.
Τσακίζω τις λέξεις
να μείνει η κατάλευκη σάρκα.
Να μιλήσει σιωπή
η άσπρη ψίχα.
Γάλα αλήθειας που πάγωσε.
Κόκαλα που τριζάτα ασπρίζουν στον ήλιο.

Μα τι πήγε στραβά; Ποιο
σπασμένο κομμάτι, ποιος στίχος λειψός
στον λαιμό καρφωμένος
με πνίγει;





Αγιώργης Ι


Άφωνες οι γυναίκες
τη νέα αντίκρισαν
εικόνα στο προσκυνητάρι.
Τούτος ο Αγιώργης είναι αλλιώτικος
δε μοιάζει με κανέναν, είπαν.

Σταυροκοπήθηκαν τριπλά
φιλήσανε τον Άγιο σταυροδίμιτα
κάναν μετάνοια
έκλεισαν τα μάτια
θυμήθηκαν την πρώτη νιότη
την πρώτη τους φορά.

Και αναστέναξαν βαθιά.

−Θε ’μου, συχώρεσέ τες!





Αμείλικτο νερό

                       Μνήμη Παναγιώτας Μαρκαναστασάκη


Χαιρόσουν
όταν έριχνες τα Σάββατα
γάργαρο το νερό
επάνω στο μωσαϊκό και τα πλακάκια.
Απ το μπαλκόνι σου έτρεχαν καταρράχτες.
Στο μέτωπό σου κόμποι ιδρώτα.
Το σπίτι έλαμπε από καθαριότητα.
Εσύ από χαρά.

Γελούσες όπως πότιζες τον μυστικό σου κήπο
να βρουν οι πεταλούδες χρώματα
στις μαργαρίτες και τα φασολάκια.

Τώρα στο γκρίζο και ξερό δωμάτιο
λείπει η χαρά, τα έντομα, το χρώμα και το βλέμμα.
Δεν έχει ψυχανθή και λεπιδόπτερα στον θάλαμο.
Δυο πεταλούδες μοναχά
αμείλικτο νερό φαρμάκι
στάζουνε στις φλέβες

καθώς ο θάνατος
απ’ την περίσσια οξυγόνου μεθυσμένος
και τη νίκη του
καθάριος στον αέρα αιωρείται
πάνω απ’ το σταυρωμένο σώμα.





Χάρτινα βράδια


Σκουπίδια πήχτρα οι δρόμοι χιλιάδες μοναξιές.

Σε ποιο πολύβουο πεζοδρόμιο της πόλης
έστησες τη ζωή σου
χωμένος σε σωρούς αμέτρητων πραγμάτων;
Χαμένος σε σορούς απίθανων προσδοκιών.
Πώς να τα σπρώξει το καρότσι σου;

Ψάρι τη νύχτα κολυμπάς τον τρόμο.
Λύκοι
ασβοί, πιο κει νυφίτσες
θηλάζουνε το μαύρο αλεπούδες.

Τα πρωινά γλείφεις πληγές
βρίσκεις παραίτηση
σε βιτρίνα
την ιδιωτική σου εκθέτεις μοναξιά.

Ενώ πιο πέρα το πάρκο σε καλεί ν’ ανθίσεις.

Μια πεταλούδα.
Με λάμψη πρόσκαιρη
πουδράρουν τα φτερά της το απαίσιο.





Γυναίκα με μπλε ποδιά


Καθαρίζει πατάτες για το βραδινό.
Αφαιρεί με ξύστρα το ξεραμένο χώμα.
Σε κανέναν δεν αρέσει η γεύση χώματος στο στόμα.
Ειδικά όταν πέφτει η νύχτα.
Στη μπλε ποδιά της
ξεκουράζονται τα κύματα της Βαλτικής.
Ηρεμισμένα ψάρια
λουμώνουν στων ματιών τις κόγχες.
Από το δέρμα των σκελετωμένων της χεριών
τρέφεται η αγάπη.

Τα τρίβει και ανάβει το σκοτάδι
λίγο πριν του παραδοθεί
για πάντα.





Από τη συλλογή «Αμείλικτο νερό», Οι εκδόσεις των φίλων, 2019.

Έργο εξωφύλλου - εικονογράφηση: Φωτεινή Χαμιδιελή.

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2019

Γεώργιος Δ. Προβατάς, "Περιθεωρήσεις"





Μια μέρα τ’ Αι-Γιωργιού


Με τα σκοτάδια, έρχονται και τα στοιχειά
περιδιαβαίνουν την πόλη
             και μπαίνουν απρόσκλητα στα σπίτια
ξεσαλεύουν ψυχές με τις αέρινες μορφές τους
             και με λόγια λιγοστά
πότε σαν πέτρα, πότε σαν φλόγα.

Δύσθυμη η μέρα προβάλλει ασθμαίνοντας
ισοπεδώνει απομεινάρια ονείρων
και ψυχρά ρωτάει, όπως στο μύθο
                     «κατά πού θα τραβήξεις;»
δυο δρασκίλια πριν το χάος.

Στη νέα αγορά ήρθαν πραματευτάδες
με βιολιά, με ηλεκτρονικά
             και ζυγαριές για όλα
τόσο τα κρεμμύδια, τόσο τα ανθρώπινα.

Ο ποιητής στην αχλύ του ονειρικού
όμως εσείς μάντισσες σταματήστε
             ν’ ανιχνεύετε αστερισμούς
αυτός βρίσκει δρόμους και συντρόφους
             και την αρχή αυτός ορίζει
μέσα στο φως και τ’ άνθια
μια μέρα τ’ Αι-Γιωργιού.





Περιθεωρήσεις


7.

Πήγε λέει, σ’ ένα ρημαγμένο βουνό
και τι θαύμα!
Μετά από πολλά χρόνια
εμφανίστηκε δειλά
μια άχνα ζωής: ένα ελάφι.
Τελευταία ελπίδα, τελευταία ευκαιρία!

Και ήρθαν γρήγορα, κοντανασαίνοντας

κατά εκατοντάδες

οι κυνηγοί.



9.

Την πόλη μας διασχίζει ένα ποτάμι
είναι όμορφα να βαδίζεις πλάι του.
Στην αρχαιότητα κατοικούσαν εδώ νεαροί θεοί!
Έπαιζαν στις όχθες με τα νερά.
Εμείς όμως σήμερα ρίχνουμε πολλά λύματα
                            και χημικά και βρωμίζει.
Ο πολιτισμός μας βέβαια έχει συνέπειες.

Ευτυχώς, που άλλαξε η θρησκεία
και δεν προσβάλλεται ο Θεός μας.



22.

Θαυμάζω τον φίλο
επειδή φαντάζει ατρόμητος.
Αυτός όμως, λέει ότι φοβάται
τις σημαίες, τις ιδεολογίες και τα ένστικτα
«Όλα τ’ άλλα», λέει
«είναι ζήτημα χρόνου
που έτσι κι αλλιώς είναι αυταπάτη».





Από τη συλλογή «Περιθεωρήσεις», Βέροια 2018.