Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Ασημίνα Λαμπράκου, "όπου πρωτοσύλλαβος καρπίζει Λάδωνας στο έμπα της Λαμίας" (προδημοσίευση)




όπου
πρωτοσύλλαβος καρπίζει
Λάδωνας στο έμπα της Λαμίας


[Η κουκουβάγια δεν τρώει μοσχάρι]


Ήλιος μπαταχτσής
Δε βρίσκεις;
Απλώνεται στα μνήματα ξερός
Μην βρει φαγί η κουκουβάγια
Κι η φίλη η σελήνη

Καλόγεροι  Το λούπινο
             Το κολοκύθι
                           Η μελιτζάνα

Α να σε δω στο ύστερον
Πώς φτιάχνεις κρέας με λαχανικά
Να στρώσει το στομάχι





[χοές]


Κέρβερα νέφη
και φως – για ένα θαύμα αρκετό
Τότε ζυγιάστηκε η ανεμώνη
Φόρεμα εφόρεσε άραχλο
στη μεγάλη θέση αρχόντεψεν
ακολουθήσανε χορτάρια,
λευκά κανελλολούλουδα
σαν κατακάθι χρόνου

Πέτρα ναρδοκαρβούνισε
ολόρθη η γυναίκα

γουργούρισεν ο γκιώνης
μακριά μέσα στο πεύκο

κι εχ!

Μωρέ πώς σάλεψες
ήλιος αμπόρεγος

μαύρο σκυλί στην πόρτα.





[θρηνητικό γαρύφαλλο]


Άι του θρήνου γαρύφαλλο εσύ!
τη μέρα μαραζώνεις
μοσχοβολάς ολονυχτίς
με τα γκρενά σου πέταλα
το φέγγος το θαμπώνεις

σαν έβγει ήλιος στο βουνό
κλείνεις το παραθύρι
στρέφεις λαιμόν αριστερά
δεξιά τόνε διπλώνεις

το μαξιλάρι σέρνεις στη σκιά
με τ’ όνειρο μαλώνεις:

«έλα μου όνειρο οξύ
στην γλύκα μη μ’ αφήνεις
’τι απ’ το μικρό γιατάκι μου
δρόμον εσφάλησε μακρύ
βαθιά στο κοιμητήρι

’σφαλείς μου και τα μάτια μου
πάνω τους να βραδιάζει
να ρθει ο κεραυνός πρωί
κ’ η πλάση να φωτίσει
να μείν’ η νύχτα απλήγωτη
το σκότος μη ραγίσει

να ’ρθουν και τα φτεράκια μου
το μίσος για να πάρουν

’τι ’ν’ η αγάπη μάλαμα
την αμποδάει η χλεύη!»





[πρόσεξη]
ή
[τα πριν το «ρο» - πάθη]


είπες, πόρνες
από του παράθυρου το «π»
συμφερότερο το ποίημα ν’ αρχινήσει, ξεστράτιζα

κι είπες πάλι: αγαπήστε μας
δες στέρεη πώς από σοβά σχισμένο
φλούδα ξεκινάει, ξεστράτιζα ξανά

άνοιγμα γκρεμισμένο η περίκλειστη αυλίτσα
μουρμουρητό έπιανε μονόχορδο τραγούδι:
κόστος θανάτου ρίζα
ή μην
κόστος θανάτου ρίζα;

στο ζάρι να παιχτεί; πες!
κι όπως απάντηση ζητούσα
ίδια συνέχιζα:

κότσυφας που
γέννας πρώτης φτεράκι αφήνει
στου παράθυρου το γυάλινο
κοντανασαίνει προς στιγμήν
στ’ αυλάκι καταγής
κι έπειτα βολήν εκτελεί
εις την ελευθερίαν πτήσης;

ή…
σκυλί που
την πληγή την γλείφει
από λάμπες κάτω άφωτες
κι ύστερα στο κατόπι
τη σκιά ακολουθεί
μιας νύχτας φεγγερής
μ’ αφρόντιστο φεγγάρι;

κι αν ζωάκι – τι; σκαντζόχοιρος;
π’ απλώνει μαζεύει πλησιάζει και πέρα κυλάει
ν’ αγγιχτεί και μην
μα πάντως σκληρά ν’ αγγίξει
πνεύμα – πικρής πνοής το φλέγμα
ίδιο το βλέμμα του τυφλού
σ’ αγέννητο φεγγάρι

κι αν ανθός;
χειμωνανθός ή μήπως ρόδο
που περιμένεις να φανεί
μ’ αγκάθι λυτό στεφάνι
σε ουρανό κάποτε ν’ αναληφθεί
άγιος κύριος ποδηγέτης αγκαθερός
στης πλατείας τη γωνιά
καμένου ήλιου την πρόσεξη χλευάζοντας, να λέει:

ρίζα θανάτου κόστος

το νου σου… εγώ θα ζήσω!





[κήπος γαλανός το μνήμα]


Κήπος γαλανός το μνήμα·
πυρώδης βάρβαρος,
ξένος πια,
σκιά πάνω στο χώμα
ο σκύλος.

Δες πώς όμορφα
δένει ο ήλιος την τσιμεντοκοιλάδα·
στα ριζά εδώ,
μυρμήγκια αλογοκέφαλα
τρώνε κρυφά την πέτρα.

Κοτσύφια, νεροκότσυφα,
κουρούνες και σπουργίτια
μέσα φωλιάζουνε,
βαθιά στο κυπαρίσσι·
πυκνό σηκώνει ιστό κάποια αράχνη

Μα έλα τώρα, ποιητή,
σήκω, μίλα:
πώς γειτονεύετε εσύ και το μνήμα;

επήρε ο γεροντόλυκος
δυο χρόνους του θανάτου.

Μονή ξασπρίζει αυγή
μες στην αυλή η Αγαύη.





σχόλιο στον τίτλο καθώς άλλη η πρώτη σκέψη:


29 05 2026  5 πμ
 
Ανακούρκουδος σηκώθηκε βοριάς στης πόλεως την άκρη
Κι όπως τα βαγόνια έσυρε ο προαστιακός στις ράγες
εγέμισεν η κάμαρη
της Κωπαίδας καπνοχώραφα
για νάρθει διακονιάρα έμπνευση
στης σκέψης τα κελιά:
 
Όπου ο Λάδωνας αρχίζει ή ανθίζει από το λάμδα της Λαμίας
ή, καλύτερα:
Όπου ο Λάδωνας/ καλπάζει πρωτοσύλλαβος / στο έμπα της Λαμίας //
Καρπίζει, όχι καλπάζει! Ή μήπως… ναι;
 
Κι εν τέλει:
 
όπου
πρωτοσύλλαβος καρπίζει
Λάδωνας στο έμπα της Λαμίας
 
Κι έπειτα, συνειρμών και τυχαιότητας σηκώθηκαν οι εκδοχές,
απάντηση να δώσουν όπου
μονάχα νοιάξιμο κι αγάπη μιαν κάποια εξήγηση μπορεί και να κερνάνε.





Στην εικόνα: Ασημίνα Λαμπράκου, «θρηνητικό γαρύφαλλο».

Το ποίημα «[χοές]», πρωτοδημοσιεύτηκε στο παρόν ιστολόγιο (19.5.2026).
Το ποίημα «[θρηνητικό γαρύφαλλο]» προδημοσιεύτηκε στον «Χαρτοκόπτη» του Γ. Χ. Θεοχάρη, άνοιξη 2022.
Το ποίημα «[πρόσεξη] ή [τα πριν το «ρο» - πάθη]», προδημοσιεύτηκε στο Ανθολόγιο 2021, Εφ’ ενός γίγνεσθαι; 2, (Κ. Θ. Ριζάκης - Σ. Γρ. Σταμπουλού), εκδ. Ρώμη 2021.
Τα ποιήματα «[Η κουκουβάγια δεν τρώει μοσχάρι]», «[κήπος γαλανός το μνήμα]» και «σχόλιο στον τίτλο καθώς άλλη η πρώτη σκέψη», δημοσιεύονται για πρώτη φορά.

Όλα τα ποιήματα θα συμπεριληφθούν στην υπό έκδοση ποιητική συλλογή: όπου πρωτοσύλλαβος καρπίζει Λάδωνας στο έμπα της Λαμίας, της Ασημίνας Λαμπράκου.



Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Περιοδικό Λεβίνα, Τεύχος 2ο, Ιούλιος 2026 − Ιανουάριος 2027




Περιοδικό για τη σατιρική λογοτεχνία
Λεβίνα
 
Τεύχος 2ο
Ιούλιος 2026 − Ιανουάριος 2027
 

Δελτίο Τύπου

Το δεύτερο τεύχος του σατιρικού λογοτεχνικού περιοδικού Λεβίνα (Ιούλιος 2026 − Ιανουάριος 2027) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Στην ύλη του περιλαμβάνει κείμενα λογοτεχνικά, δοκιμιακά, κριτικά που προσεγγίζουν τη σάτιρα από διάφορες πλευρές, φιλοδοξώντας να αποτελέσουν μια νέα αρχή και μια συνέχεια της σατιρικής λογοτεχνικής παράδοσης στην Ελλάδα.

Στην ενότητα της ποίησης περιλαμβάνονται ανέκδοτα σατιρικά ποιήματα των Ά. Γρίβα, Α. Αντωνίου, Α. Γεωργιάδη, Στ. Γιονά (= Σ. Σταμπουλού), Χρ. Δάλκου, Αλ. Δεδιλιάρη, Χ. Ιωσήφ, Άγγ. Καλογερόπουλου, Δ. Κασκάλη, Ά. Κορωνάκη, Κ. Λιβιδώ, Χρ. Λιναρδάκη, Κ. Λιννού, Π. Μαμακάκη, Γ. Μπελεσιώτη, Κ. Νικολάου, Α. Ξηρογιάννη, Κ. Οικονόμου, Ελ. Παπαδοπούλου, Δ. Γ. Παπαστεργίου, Αχ. Παραίσχου (αντιγραφή: Γ. Χ. Θεοχάρη), Μ. Σαββάκη, Ελ. Σταυράκη, Ε. Δήμου.

Στη μεταφρασμένη ποίηση περιλαμβάνονται σατιρικά ποιήματα του Βολταίρου (μτφρ. Κ. Βλάχου) και της Ντόροθυ Πάρκερ (μτφρ. Σπ. Θεριανός).

Το τεύχος φιλοξενεί ένα αφιέρωμα στην παρωδία με θεωρητικές προσεγγίσεις των J. Greenberg, P. Childs & R. Fowler και S. Dentith αλλά και δημιουργίες των Χρ. Αναγνωστόπουλου και Άγγ. Καλογερόπουλου, Πρ. Αρίστου (= Λ. Γαλάζη), Ε. Δήμου, Σ. Κολοτούρου, Ελ. Σταυράκη, Γ. Στρούμπα.

Στη στήλη της κριτικής η Ε. Δήμου παρουσιάζει δύο θεατρικές παραστάσεις του χειμώνα.

Το τεύχος ολοκληρώνεται με ποιήματα από το σατιρικό μας παρελθόν, αντλημένα από σατιρικές εφημερίδες του 19ου αιώνα.

Οι σελίδες κοσμούνται με σατιρικά σκίτσα του ζωγράφου Απόστολου Πλαχούρη.

Επιλογή-Επιμέλεια ύλης: Ευσταθία Δήμου

Τακτικοί συνεργάτες: Ανδρέας Αντωνίου, Κατίνα Βλάχου, Αλέξανδρος Δεδιλιάρης, Σοφία Κολοτούρου, Ελίνα Παπαδοπούλου, Ελευθερία Σταυράκη, Γιάννης Στρούμπας, Λίλια Τσούβα.

Αριθμός σελίδων: 68




ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ευσταθία Δήμου, Για τη σάτιρα...

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ
Ευσταθία Δήμου, [Αφέντρα μου...] Άννα Γρίβα, "ΒΑP-BAP"

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
Ανδρέας Αντωνίου, Δύο ποιήματα
Ανδρέας Γεωργιάδης. Δύο ποιήματα
Στέφανος Γιονάς (= Συμεών Σταμπουλού), Ο Δημήτρης Τσαλουμάς επανακάμπτων εδαφιαίος για τους Λέριους που ψοφάνε για καλαμπούρι
Χρίστος Δάλκος, Δύο ποιήματα
Αλέξανδρος Δεδιλιάρης, Δύο ποιήματα
Χάρης Ιωσήφ, Ποιητικοί αναβαθμοί
Άγγελος Καλογερόπουλος, Τεμπέλης
Δώρα Κασκάλη, Κανόνας
Άκης Κορωνάκης, Τρία ποιήματα
Καίτη Λιβιδώ, Ο κλαρινογαμπρός
Χριστίνα Λιναρδάκη, Σαν χταπόδι στο μαγκάλι
Κώστας Λιννός, Σονέτο σε απόγνωση
Πόλυ Μαμακάκη, Στην εποχή του Ίκαρου
Γιάννης Μπελεσιώτης, Τα όρια στη σάτιρα
Κωνσταντίνος Νικολάου, Τηλεφώνημα υπό βροχή
Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δεν βρίσκανε την άκρη
Κωνσταντίνος Οικονόμου, Ένα ποίημα
Ελίνα Παπαδοπούλου, Chico
Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Δύο ποιήματα
Αχιλλεύς Παραίσχος (για την αντιγραφή: Γιώργος Χ. Θεοχάρης), Τρα-κωμωδία
Μαρία Σαββάκη, Γραμματική
Ελευθερία Σταυράκη, Δύο ποιήματα


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΩΔΙΑ

ΔΟΚΙΜΙΟ
«Παρωδία» (Jonathan Greerberg, The Cambridge Introduction to Satire
Peter Childs & Roger Fowler, The Routledge Dictionary of Literary Terms
Simon Dentith, Parody (μτφρ. Ευσταθία Δήμου)

ΠΟΙΗΣΗ
Χρήστος Αναγνωστόπουλος / Άγγελος Καλογερόπουλος, Ένα ποίημα
Προκόπης Αρίστου (= Λεωνίδας Γαλάζης), Τρεις Παρωδίες Δερβισάδες
Ευσταθία Δήμου, Μια συνομιλία με το ποίημα του Κ.Π. Καβάφη, «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον»
Σοφία Κολοτούρου, Τρία ποιήματα
Ελευθερία Σταυράκη, Μια συνομιλία με το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «ΙΒ΄ Μποτίλια στο πέλαγο»
Γιάννης Στρούμπας, Τέσσερις ποιητικές συνομιλίες


ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
Βολταίρος, Επιτύμβια επιγραφή κακού ποιητή (μτφρ. Κατίνα Βλάχου)
Ντόροθυ Πάρκερ, Οχτώ ποιήματα (εισ.-μτφρ. Σπύρος Θεριανός)

ΑΠΟ ΤΟ ΣΑΤΙΡΙΚΟ ΜΑΣ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
Γεώργιος Σουρής, Πόλεμος
Cog, Τρία ποιήματα
ΙΜΔ, Ένα ποίημα
Ανωνύμου, Πολιτική δημώδης
Πωλ Νορ (= Νίκος Νικολαΐδης), Ένα ποίημα

ΚΡΙΤΙΚΗ
Ευσταθία Δήμου, Stand up comedy. Δύο παραστάσεις του χειμώνα



Εκδόσεις Κουκκίδα
Θεμιστοκλέους 37, 106 77 Αθήνα
Τηλέφωνο: 210 3802644
e-mail: koukkida.edit@yahoo.gr
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37
106 83 Αθήνα
Τηλ.: 210 3802644


Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Σταύρος Σταυρόπουλος, "Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου"

 




ΠΛΕΥΡΑ Α΄


ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


            Ένα βράδυ κάθισα την Ομορφιά στα
                        γόνατά μου.
            Και τη βρήκα πικρή. Και την έβρισα.

                               − ARTHUR RIMBAUD
                                 
Μια εποχή στην κόλαση


ΔΕΝ ΞΑΝΑΠΑΩ ΣΤΗ ΜΑΡΙΝΑ ΑΛΙΜΟΥ, ακούς, δεν ξαναπάω, εκεί πάνε οι τακτοποιημένοι, όλοι οι σκαφάτοι, εκεί πάνε οι γιάπηδες, έχουνε κάνει τις γκόμενές τους γιοτ και ιστιοφόρα και κορδώνονται, … Βερόνικα, Αναστασία, Πόπη, Σοφία, Άντζελα, Μαργαρίτα, Ντανιέλα…, παντού γυναικεία ονόματα βλέπεις, σ’ όλα τα κρουαζιερόπλοια, κι εγώ δεν έχω πλεούμενο να το βαφτίσω, για να του δώσω τ’ όνομα σου.
    Χάθηκα απ’ τον καιρό που σ’ έχασα. Πού να φανταστώ ότι έπρεπε πρώτα να χαθώ για να με βρω. Έχουν δίκιο αυτοί πού υποστηρίζουν ότι ο καλύτερος τρόπος για να πας μπροστά είναι να πας πρώτα πίσω για να πάρεις φόρα.
    Αυτό δεν ήταν φόρα όμως, κατηφόρα ήταν.
    Θυμάμαι στην αρχή, πριν σε γνωρίσω, στεκόμουνα, πατούσα γερά. Όταν σε γνώρισα, πέταγα. Οι πτώσεις άρχισαν μετά. Βουτιές στο κενό.
    Ήτανε βλέπεις θέμα αναπνοών η σχέση μας. Αέρα. Πήγαν να σκάσουν τα πνευμόνια μας από την ασφυξία. Άσε πια εκείνο το τραγούδι της Μάνου που μου ’λεγες συνέχεια, χαμήλωσε, από ψηλά δε ζωγραφίζονται τα όνειρα, πρωί βράδυ. Χαμήλωσα κι εγώ, αλλά φαίνεται χαμήλωσα περισσότερο απ’ όσο άντεχα, αφού δεν έβλεπα ουρανό ούτε με κιάλι.
    Ρούφηξες την ψυχή μου και δεν έπρεπε. Ξέρεις, η ψυχή δεν κρύβεται, δεν παίρνει κόλπα, δεν είναι λαιμός να τον σκεπάζεις, με ρούφαγες τις νύχτες και με ρωτάγαν όλοι το πρωί γιατί φοράω μαντίλια.
    Από τότε ψάχνω να σκεπάσω τα σημάδια που μου άφησες, αλλά πες μου, κρύβεται η ψυχή με μαντίλια, όχι πες μου κρύβεται; δεν κρύβεται.
    Ήσουν των διαχωριστικών γραμμών, των αντιθέσεων. Εγώ των συνθέσεων. Πώς να ταιριάξεις έπειτα το άσπρο με το μαύρο, είναι και ζήτημα αισθητικής.
    Και με την Τέχνη δεν τα πήγαινες καλά εσύ. Τη ζήλευες. Ίσως γιατί την είχες στερηθεί. Ίσως γιατί σε ξεπερνούσε. Ίσως γιατί την αγαπούσες πολύ.
    Σκέπασες με σύννεφα τη ζωή μου, αλλοίωσες τα πλάνα μου, γίνανε όλα γκρο, μεγέθυνες τα όνειρα, τα ’κανες κόκκινες καυτερές πιπεριές, how long, how long will I slide, separate my side, Ι don’ t believe it’s bad…, τι άλλο ζητάς, ε;
    Ζητάς υπερπαραγωγές, και μένα οι ταινίες μου ασπρόμαυρες, μικρού μήκους σαν τα πεζά μου, χάνουν τον προσανατολισμό τους και βγαίνουν έξω απ’ το πανί, στο περιθώριο, σαν και τα χρόνια που ζήσαμε, λειψά και άνυδρα, παραδίνονται στην ιστορία.
    Θέλω να σε εκπνεύσω, να βγεις από μέσα μου, να σε πετάξω. Και δεν μπορώ. Δε γίνεται.
    Ευτυχώς που αντέχω. Ευτυχώς που αντιστέκομαι.
    Φαντάσου δηλαδή να έκανα κι εκείνο το μυθιστόρημα, πλάκα θα ’χε, δε θα μπορούσα να χωρίσω τα κεφάλαια, θα ’μπαινε το ένα μέσα στ’ άλλο και θα γινόταν πανικός, θα τρέχανε τα νοήματα όλα παραπόταμοι στην κεντρική σου αρτηρία, θα ξεχειλίζανε οι σελίδες ιστορίες, τέτοιο μπέρδεμα, κι άντε μετά να τις μαζέψεις για να τις καλουπώσεις.
    Οι δικές μου ιστορίες κουβάρι, δε μαζεύονται.
    Γεμίζουν πλατείες, ειρηνικές διαδηλώσεις της Αριστεράς.
    Διαμαρτύρονται.
    Λένε για σένα στη διαπασών.
    Σαν χαρντ ροκ συγκρότημα.
    Για σένα και το μελάνωμα.
    Αυτό που απόμεινε της θλίψης.
    Της τελευταίας, καινούργιας ζάλης.
    Εκείνης της εποχής, since I’ve been loving you.
    Άλλωστε, τι σχέση έχω εγώ με ιστορίες, εποχές και τέτοια, τι θέλεις να σου πω τώρα; ότι μ’ αρέσουνε; αφού δεν μ’ αρέσουνε, δε με τραβάνε οι σελίδες τους, μόνο εσύ με τραβάς, μόνο εσύ με καταλαβαίνεις, κι ας χωρίσαμε, ας ξέχασες τη γιορτή μου, ας μη σε βρίσκω στο τηλέφωνο, ας μην περνάς πια απ’ τα στέκια, ας μη σ’ αρέσει ο Robert Plant, ας ακούς κρυφά Στέρεο Νόβα, ας προτιμάς άλλα νησιά απ’ τη Νάξο, ας κάνεις πως δε σε νοιάζει, ας λείπεις, μόνο εσύ μυρίζεις νυχτολούλουδο, μόνο εσύ μου θυμίζεις τους δρόμους του Μοσχάτου, μόνο εσύ μου παραγγέλνεις όνειρα, μόνο εσύ δε βάφεις τα χείλη σου με κραγιόν, μόνο εσύ με χορταίνεις, cause nothincompares, nothincompares 2 u, οι άλλες όλες είναι διαφορετικές, πώς να σ’ το πω, φίνες αλλά μιας χρήσης, όπως κι οι ώρες που είχες δει να ζουν σε μέρες ξένες, μοιάζουν μ’ αυτές που αγάπησες, πουτάνες κι ερωμένες, είναι γαλάζιες ερωμένες, όλες βήτα, μυρίζουν αλλιώς, σκεπάζουν τα πρόσωπά τους με μακιγιάζ, τις φωνάζουν με άλλα ονόματα και τις νύχτες γυρίζουν πλευρό.
    Χτυπάς κόκκινο, εγώ χτυπάω καφέ.
    Το σαξόφωνο του «I Love You more than You’ll ever Know» των Blood Sweat and Tears μού σκίζει τα σωθικά, ουρλιάζει μέσα στ’ αυτιά μου πρόστυχες μελωδίες.
    Το ρευστό και καταλυτικό του ριφ ξετυλίγεται δαιμονικά, διπλώνεται στα δύο, πονάει, θυμάται, σταματά, λυτρώνεται, ξαναρχίζει, μετατρέπεται σε πάσχουσα προσωπικότητα, σπαρταράει, τρέμει από πυρετό, παραπατάει, νιώθει, μεθά, χωρίζεται, μέχρι να γίνει τελικά κάτι σαν οδυρμός ή ουρλιαχτό ζώου και να σηκωθεί σχεδόν απολογούμενο, οργισμένο, ζητώντας να βρει άλλους ήχους, απαιτώντας να δει περισσότερες από τρεις διαστάσεις.
    Κι όταν μπαίνουν και τ’ άλλα πνευστά βασανιστικά αργά, σαν ελαφρές πατημασιές σε νωπό χώμα, οι ισορροπίες κλοτσάνε.
    Είναι η μοιραία κατάληξη.
    Το μπλουζ κυλάει εφιαλτικά για οκτώ σχεδόν λεπτά, σέρνεται, γίνεται επιθανάτιος ρόγχος, μπερδεύεται με σένα, βυθίζεται στο αίμα μου, μαζί του βυθίζομαι κι εγώ.
    Χορταίνω τα χρώματα. Βουλιάζω.
    Στις άκρες των δρόμων. Στις τελευταίες λύσεις. Σε μαύρα χρώματα.
    Σε θυμωμένες ματιές. Σε γεμάτα τασάκια. Σε τσιγάρα Chesterfield.
    Σε ηλιοβασιλέματα στο Ημεροβίγλι. Σε περιοδικά Αθηνόραμα. Σε ταινίες του Kieslowski. Σε τριμμένα τζιν.
    Στις ζωές των άλλων.
    Γιατί εμείς δε ζήσαμε. Δε φτάσαμε.
    Εφτά χρόνια και δε φτάσανε. Να φτάσουμε.
    Ήταν πειραγμένη η τράπουλα από πριν, κι εγώ πολύ μικρός για να την ξεμπερδέψω. Στημένος αγώνας πυγμαχίας είχε γίνει η ζωή μας και πέφταν τα στοιχήματα βροχή.
    Σ’ το ’λεγα πάντως από νωρίς. Σ’ το φώναζα με τραγούδια:

    Βa-by, baby, baby I’m gonna leave you,
    leave you when the summer comes…

    Τελικά χειμώνα χωρίσαμε. Στις προγνώσεις καιρού μηδέν. Μετεωρολόγος έπρεπε να γίνω και να λέω το δελτίο καιρού στο Mega.
    Love will tear us apart, ούρλιαζα μαζί με τους Joy Division και σ’ έπιανε υστερία, making love out of nothing at all εσύ, αυτό το out of nothing at all έφταιγε, αυτό μας έφαγε, ακουγόταν πολύ ακραίο για να αντέξει.
    Βαδίζαμε πάνω σε τεντωμένο σκοινί σαν ακροβάτες φτηνού τσίρκου.
    Πώς δε σκοτωθήκαμε;
    Ή μήπως σκοτωθήκαμε;
    Θυμάσαι;
    Θυμάσαι τότε που πέρασα ανάμεσα από δύο τρακτέρ;
    Είχε χαθεί ο έλεγχος. Απ’ την αρχή.
    Είχαν νικήσει τα ένστιχτα. Οι μαγικές εικόνες. Τα άλικα όνειρα.
    Τώρα, νυχτώνει νωρίς.
    Κι όταν βλέπω κουνέλια στο δρόμο, σε θυμάμαι.
    Αλλά δεν τα πατάω.
    Δε θέλω να λερώσω τα λάστιχα.


 


ΤΡΙΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

            One of these mornings
            you are gonna rise up singing,
            spread up your wings
            and take, take to the sky…

                          JANIS JOPLIN
                              «Summertime»

 

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΙΣΜΕΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, που σκόρπιες, απελπισμένες, σελίδες χαρτιού, προσπαθούν να ξεφύγουν στον χρόνο, λέει,
πως σε κυνηγούσα αλαφιασμένος τις νύχτες, μέσα από χρωματιστές φυσαλίδες καπνού και βαριές μελωδίες του Waits, σαστισμένος στον 42ο Παράλληλο, φορώντας λαμέ μπαλωμένα κουστούμια, τρέχοντας κατά μήκος τής μοναξιάς σου, και λέει,
πως μπαινόβγαινα σε κακόφημα κτίρια του Austin και του Haight-Ashbury, μεθυσμένος από ναρκωτικά δωδεκάμετρα μπλουζ και νότες παθιασμένες λα μινόρε,
με φριχτούς πόνους παντού, να σε βλέπω να σκάβεις σκυφτή, τις υπόγειες, βαθυκόκκινες αρτηρίες σου, και λέει ακόμα,
γκραβούρες σουρεαλιστικές πως ταξίδευαν στο μυαλό σου μαγικά, στις τεθλασμένες γραμμές της ζωής σου, σε ήχο πλάγιο δεύτερο,
να παραμιλάς μόνη σε δωμάτια υγρών ξενοδοχείων, παρέα με σκιώδεις μεσίστιες γκρούπις και άνεργους τζάνκις μουσικούς εκκρίνοντας θανατερές μελωδίες, και λέει, λέει,
πως αχτένιστη πλάγιαζες σε πλακάκια ξυλιασμένων δωματίων, δίπλα σε φυματικούς μετανάστες και άρρωστους μπιτ ποιητές, τρυπημένη από γαμψά, κάτασπρα βελόνια, ξερνώντας αίμα στα σκαλιά του Εmpire State Building,
και πως βυθισμένη σε απλανή, σκοτωμένα χαμόγελα, μασούσες ταμπάκο, αγναντεύοντας προς την Times Square, ερωτευμένη σαν τρελή πεταλούδα θλιμμένα ερείπια,
να πραγματοποιείς μακροβούτια από ουρανοξύστες ψηλά, διαβάζοντας Ginsberg,
ξέροντας ότι θα πνιγείς, θα πνιγείς, θα πνιγείς τελικά στα δάκρυα,
κι ύστερα, δεν καταλαβαίνω,
γιατί ο μισός κόσμος κλαίει κι ο άλλος μισός, κλαίει κι αυτός,
τα μάτια σου μια αναρχική τρύπα οδύνης, λιωμένη πάνω απ’ τα ζυγωματικά,
κι εγώ χωμένος στο ημερολόγιο, σε παρακολουθώ να χάνεσαι σε διαδρομές χάρτινες, να πιάνεις τις νότες απ’ τα μαλλιά, να τις γλείφεις λατρεύοντας την υψηλή τους χροιά, να τις λιώνεις στο στόμα σου καραμέλα και να τις φτύνεις φαρμάκι στο πάτωμα,
στο στερέωμα ξεδιάντροπα ξαπλωμένη, να εγκυμονείς μαργαριταρένιους καημούς για καταδικασμένες φωνές και τρελές ροκ συγχορδίες,
κι ύστερα πάλι στη σκηνή, να εκδίδεσαι πόρνη φτηνή, να ορμάς στον πυρετό, να φεγγοβολάς ήχους,
και διαρκώς να σπρώχνεις και να τραγουδάς,
και να σπρώχνεις και να τραγουδάς, common, take another little piece of my heart,
και να λικνίζεσαι κάρβουνο, στα μέτρα του ροκ εντ ρολ,
θαμμένη ζωντανή κάτω απ’ τα μπλουζ,
κι εγώ να προσπαθώ άναυδος εκεί, να σε πλησιάσω, να ανέβω στο πάλκο για να σ’ αγγίξω, να σε σκοτώσω, για να σου χαρίσω ζωή αιώνια, να επωφεληθώ του μύθου σου, προσφέροντας σου ρόλο στην τελευταία ταινία του Godard,
κι όπως μια κινητή κάμερα θα μας παίρνει από ψηλά, με τον ιδρώτα στα μάτια να στάζει και το σώμα βουτηγμένο στην αλμύρα,
να σε κάνω Κάρμεν,
το λάθος που θα ’θελε να ’ταν η Κάρμεν,
το λάθος που μπορούσε να είναι, το λάθος της γυναίκας, γιατί κάθε γυναίκα είναι το λάθος της γυναίκας, κάθε γυναίκα είναι η νύχτα που θέλει να ’ναι κάθε γυναίκα, κάθε γυναίκα είναι το αποτύπωμα της γυναίκας, το λάθος της γυναικείας νύχτας,
κι όλα τα αίσχη και τα κάλλη και οι αγάπες μαζί,
με τους μαύρους κύκλους του πόνου σημαία, και με τα αστέρια όλα αναμμένα να πέφτουν μέσα της,
γιατί κάθε γυναίκα είναι ένα αστέρι που δονεί και ηδονεί,
η φωτεινή πλευρά μιας ζωής που ανάβει ψηλά και σβήνει το χρόνο, επιβεβαιώνοντας ακριβώς ότι τίποτα απ’ αυτά δεν είναι ζωή, τίποτα απ’ αυτά δεν είναι γυναίκα,
άλλωστε όλοι ξέρουμε τι είναι ζωή, όλοι γνωρίζουμε τι είναι γυναίκα,
κι όμως θέλουμε να ζούμε αυτό πού δεν είναι ζωή, υποκρινόμαστε ότι ζούμε,
θέλουμε να ζούμε αυτό που δεν είναι γυναίκα, αυτό που δεν είναι ζωή, γιατί ποτέ δε θέλαμε να δούμε ότι η ζωή είναι γυναίκα,
κι είναι ακόμα μια νύχτα, ένα λάθος, ένα αστέρι που ανάβει ψηλά και σβήνει το χρόνο, μια ζωή που ονομάζεται γυναίκα,
να θυμηθώ εδώ να σου δώσω τις λέξεις μου, να τις κρεμάσεις φυλαχτό,
να αδράξω την αιωνιότητα πού τρέχει στα μπούτια σου, σπέρμα για να σου δωρίσω μια καινούργια ψευδαίσθηση,
την ώρα που η ζωή θα είναι προς ζωή θανάτου,
την ώρα που θα βγάζεις λέπια, σπίθες και γούβες σ’ όλο σου το κορμί,
 
    cause freedom is just another word for nothing left to loose,
 
όμως πάλι το σκας, κυλάς παραισθησιογόνο στο αίμα μου, φεύγεις, πριν προλάβω να σε διασώσω, να σ’ αγαπήσω,
και μαζί σου μ’ αφήνουν ξαφνικά,
τα μπλουζ,
                    οι δρόμοι,
                                       η νύχτα,
                                                       ο καπνός,
και δύο άδεια Jack Daniels,
τα τραγούδια σου και οι κραυγές αγωνίας του «Ball and Chain»,
οι σπασμένες βιτρίνες μιας παραβιασμένης ψυχής,
η στερνή σου κόλαση,
τα σφιγμένα σου δάχτυλα
και το άδειο κορμί σου,
το γυμνό, ψηφιδωτό, κεντημένο με στρας κορμί σου, φορτωμένο λουλούδια, που πρώτος εγώ αντίκρισα, ριγμένο άψυχο κουφάρι, ανάμεσα κρεβάτι και κομοδίνο,
με το κοκαλάκι της μύτης σπασμένο, και τις φλέβες σου μαζεμένα καλώδια σιωπηλά να ακουμπάν προς την πλευρά τού οινοπνεύματος,
έσκυψα πάνω σου και σε φίλησα στο στόμα, πνιγμένη στο αίμα, κοιτούσες ψηλά,
τα μαλλιά σου τεράστια βεντάλια απλωμένη στον τοίχο διακόσμηση, να φωλιάζει το πένθος μου, ανάμεσα σε πηγμένο αίμα και σκόρπια ρέστα από πεντοδόλαρο,
θέλοντας να σ’ αποχαιρετήσω,
παραδομένος στις πικρές μελωδίες του «Me and Bobby McGee» και τα ψυχωτικά μπλουζ περάσματα του «Summertime».
Εγώ σε σκότωσα;
Οδύνη.
Και να σκεφτείς ότι για έναν αναγραμματισμό χάσαμε την ηδονή.
 
(Χθες ονειρεύτηκα πως ήσουν η Janis.)
 




ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

            Μια μέρα θα το δεις, θα ’μαι χαρούμενος.
            Δεν θα ’χω πια καψίματα στα δάχτυλα
            απ’ τα στριφτά τσιγάρα. Και θα φορώ ένα
            άσπρο κουστούμι που θα με κάνει να
            μοιάζω με άγγελο. Μα θα ’μαι στ’ αλήθεια
            τόσο όμορφος που ίσως πια να μη σου ταιριάζω.

                                − ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΤΑΒΑΣ
                                        Τα μαύρα τετράδια


ΚΟΙΤΑ, ΣΕ ΑΛΛΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ίσως τα πράγματα και να ήταν διαφορετικά. Θέλω να πω, ίσως και να μην χρειάζονταν τόσα τραγούδια για έναν έρωτα 33 στροφών, τόση σιωπή για λίγες λέξεις, τόση αγωνία για ένα τέλος κόκκινο, έτσι κι αλλιώς χρωματισμένο απ’ την αρχή. Τα βιβλία μπορεί και να μην έμοιαζαν με δίσκους κι οι τυπωμένες λέξεις να μην μπερδεύονταν με νότες ή να μην ήταν απαραίτητο να χαραχτούν σε βινύλια για να διαβαστούν.
    Οι συγγραφείς δε θα ήταν μουσικοί της ροκ, κάτι ελεεινοί μακρυμάλληδες με σκισμένα τζιν και χαϊμαλιά, αλλά καθώς πρέπει διανοούμενοι που θα έκαναν διαρκείς παρεμβάσεις στα κοινά και όχι τουρνέ με επεισοδιακά λεωφορεία γεμάτα γκράφιττις για να διαφημίσουν το τελευταίο τους άλμπουμ. Ο Waters γερνώντας δε θα έμοιαζε με τον Richard Geer.
    Χρώματα φυσικά θα υπήρχαν, αλλά θα ήταν όλα μουντά, πιθανές αποχρώσεις του μαύρου, σταχτιά ή γκρίζα ξεπλύματα των εποχών που έρχονται. Όπως και όνειρα, σκορπισμένα από δω κι από κει, κάτω απ’ τις φωτογραφίες μας σαν λεζάντες. Όμως επίπεδα, στερεότυπα, μεταχειρισμένα. Και έρημα.
    Όλα τα νησιά θα λεγόντουσαν Νάξος. Οι μήνες, Ιούνιος. Οι γυναίκες −άκου να δεις– θα έμοιαζαν με βιότοπους, εύθραυστες, προστατευμένες μες στην ανωνυμία τους, σχεδόν αδέξιες, κλειστές, σαν να περίμεναν θαρρείς στο επόμενο δευτερόλεπτο, την επίθεση του εχθρού. Κι εγώ πάλι αμήχανος δε θα μπορούσα να ακούσω τις αρμονικές απ’ την περίφημη μπάντα του Παράδεισου που θα ’παιζε ριμέικ το «Everybody Knows This ιs Nowhere» του Νeil Young.
    Βλέπεις, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι όσο μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε. Βουτάμε απλά μέσα στις εποχές κι αν μένουμε ανέγγιχτοι, είναι που καταφέρνουμε ακόμα να κλείνουμε τα μάτια και να ονειρευόμαστε.
    Μη ρωτάς κάθε πότε.
    Μεγάλη πουτάνα μάτια μου η ωρίμανση. Πρέπει να την πληρώσεις χοντρά για να αποδώσει. Ιδίως οι αλλαγές που σέρνει πίσω της και καμιά φορά μας φοβίζουν, όχι άδικα βέβαια.
    Νιώθεις λίγο σαν να μπαίνεις σε τούνελ που πρέπει να το διασχίσεις, χωρίς να ξέρεις τι σε περιμένει απ’ την άλλη πλευρά, χωρίς να μπορείς να υπολογίσεις με ακρίβεια τι απ’ τον εαυτό σου θα αφήσεις στο σκοτάδι για πάντα, μέχρι να βγεις στο φως. Φτάνοντας προς την έξοδο οι αντιστάσεις όλο και μειώνονται. Τα διόδια ακριβαίνουν.
    Είναι η φθορά του χρόνου που μεσολάβησε; Οι εντάσεις πού κυοφορήθηκαν στη διάρκεια της διαδρομής;
    Ό,τι και να ’ναι αυτά δεν είναι για υστερόγραφα βιβλίων, ούτε και προσθέτουν τίποτα περισσότερο σε όσα ήδη γνωρίζουμε για το μέλλον, που φυσικά προϋποθέτει τον έρωτα, χρειάζεται όμως τη μουσική για να αντέξει τη διαδικασία τής ωρίμανσης. Η απουσία της μουσικής είναι που κάνει τις πόλεις αόρατες και τα βιβλία να σιωπούν. Η απουσία του έρωτα είναι αυτή που βαρύνεται κυρίως για τους βιότοπους. Κι οι συγγραφείς για τα γκρίζα ξεπλύματα.
    Όλες οι ιστορίες είναι πόζες – Χρήστος Βακαλόπουλος. Έλληνας, μαύρα γυαλιά, αυτή τη στιγμή λείπει. Κολυμπάει προς τη γραμμή του ορίζοντα, στα ανοιχτά κάποιου αόρατου ελληνικού νησιού, ελαφρά ντυμένος, μελαχρινός, 45 χρονών, τώρα θα ’χει πιάσει ψιλή κουβέντα με τους αγγέλους, ζητώντας απ’ τον άγνωστο κόσμο να του φανερωθεί, παλεύοντας με το αδυσώπητο παρόν στα ερείπια του κινηματογράφου Κυψελάκι. Θέλει ν’ ακούσει αυτή την παλιά, λίγη μουσική, κι ας ακούγεται πια τόση μουσική, αυτή η πολλή μουσική που κάποτε ήταν μουσική και τώρα έχει πάρει τη θέση της, την έχει αντικαταστήσει, έγινε διαφημιστικό που υποδύεται το ρόλο της, χωρίς να ξέρει γιατί, σ’ έναν κόσμο που προσπαθεί διαρκώς να εξηγήσει, προσπαθεί να εξηγήσει κάτι που δεν εξηγείται και μόλις αρχίσει να εξηγεί, από την άλλη στιγμή αρχίζει να ισχύει το αντίθετο, αλλάζει, χωρίς να ξέρει γιατί.
    Το μυθιστόρημα πάντως, είναι βελτίωση της ζωής. Σύνθεση εντυπώσεων και χαρακτήρες σε παρένθεση. Άνω και κάτω τελείες. Θαυμαστικά. Και ψίχα, πολλή ψίχα, αντί για ψυχή.
    Γι’ αυτό αυτό το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα, και είναι μόνο εσύ, λέξεις γι’ αυτό το εσύ, εικόνες που είναι εσύ, μουσικά αφιερώματα σε ένα εσύ που δεν τα κατάφερε, κουράστηκε και ταξίδεψε τελικά εκτός θέματος.
    Γι’ αυτό αυτό το βιβλίο είναι μόνο ασκήσεις αναπνοής χωρίς εσένα, χάρτινα παιδικά καραβάκια, χαμένα ηλιοβασιλέματα, άδεια μπουκάλια Μπυράλ, παράνομες συχνότητες, ασπρόμαυρα όνειρα, μαθήματα επιβίωσης, βουβές ταινίες χωρίς σενάριο, αδύναμα σχέδια, ροκ μανιφέστα, υγρός ίλιγγος, ενηλικίωση, και δεν είναι μυθιστόρημα.
    Γιατί τα μυθιστορήματα μάτια μου έχουν αρχή, μέση και τέλος, όπως τα παραμύθια της γιαγιάς κι αν μπερδευτείς και ξεκινήσεις ανάποδα, οι προτάσεις αρχίζουν να σε αποφεύγουν, οι λέξεις γίνονται ξαφνικά κτητικές, απαιτούν από σένα όλο το νόημα, απορροφούν όλο το χρώμα, θέλουν να σε αποκτήσουν κι εσύ παραδίνεσαι, σηκώνοντας τα χέρια. Άλλωστε, δικό μας είναι μόνο ό,τι αγαπάμε βαθιά, αυτό το ξέρουν όλοι, μόνο εσύ φαίνεται να το έχεις ξεχάσει προσωρινά, να κάνεις πως δεν το θυμάσαι.
    Παρ’ όλα αυτά, δεν προχωράει τίποτα, όλα μένουν ακίνητα, τα μάτια σου χωρίζουν ακόμα τις νοητές γραμμές μιας χώρας που συνεχίζει να ονειρεύεται, οι άνθρωποι συνεχίζουν ως φωτογραφίες, κι εμείς, πιο παγωμένοι από ποτέ, απολιθωμένοι μα επιζώντες –ώριμοι ή έρημοι δεν έχει σημασία– απογοητευμένοι που δε γίναμε τραγούδια, περιφέρουμε τις απουσίες μας σαν λαμπάδες και τα προσπερνάμε, παραμένοντας καρφωμένοι στη θέση μας.
    Έτσι κι αλλιώς μια μέρα η Γη θα γίνει πίνακας συλλεκτικός που θα στολίζει τις γκαλερί του χρόνου, περνώντας απ’ την αθανασία στην αιωνιότητα.
    Έτσι κι αλλιώς μια μέρα όλα θα χαθούν στο φως.
    Ή σ’ ένα τραγούδι των Stones…

    Anybody seen my baby? Anybody seen her around?





Οι σκέψεις που γερνάνε γίνονται βιβλία. Τραγούδια, ταινίες.
Η ελπίδα γίνεται θυμός. Οι μέρες, σίδερα. Ο έρωτας, δικαιολογία διαρκής. Πρόφαση η μουσική, θεμέλιο που πάνω της οικοδομείται η φθορά. Η παρακμή του χρόνου. Ιδανικό η απώλεια, ψηλό. Το ταξίδι ήταν ελκυστικό, αλλά σύντομο. Χωρίς προορισμό.

Θέλω να προλάβω να καταγράψω την εποχή σου, πριν αυτή μας ξεπεράσει και καταλήξουμε στα αζήτητα. Θέλω να γεράσουμε μαζί, να αλλάξουμε μορφές, ουρλιάζοντας την αλφαβήτα της ζωής μες στο αυτί του θανάτου. Θέλω να γίνουμε άυλοι, εσώτεροι, ορφανοί. Έλα, παίξε. Δυο μέτρα ακόμα. Το ίδιο ακόρντο. Λα μινόρε. Έλα. Ό,τι δεν είναι πραγματικότητα είναι ροκ εντ ρολ.
Ένα δύο, τέλος.
Από την έκδοση





Από το βιβλίο «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου», Απόπειρα, 2004.




Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία και στην Αθήνα δημοσιογραφία, εγκαταλείποντας και τα δύο στη μέση, χωρίς να πάρει πτυχίο. Το πρώτο του βιβλίο «Διαμελίζομαι» κυκλοφόρησε το 1983, σε ηλικία 21 ετών, έτος που γνωρίζει την Κατερίνα Γώγου. Σχέση που τον επηρέασε βαθιά και διήρκεσε δέκα χρόνια, έως τον θάνατό της το 1993. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δυο «σχέδια» νέου μυθιστορήματος, ένα θεατρικό μονόλογο, και έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Την επταετία 2001 - 2008 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα Metro («Οδός Βιβλίου») με θέμα το βιβλίο, αλλά έγραφε και την «Άποψη» της εφημερίδας. Την τριετία 2009-2012 υπήρξε βασικός συντάκτης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στο ένθετο Βιβλιοθήκη, όπου διατηρούσε, εκτός της αρθρογραφίας και την μόνιμη στήλη «Νύχτα είναι, θα περάσει». Για τρία χρόνια (2016-2019) δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στην εκπομπή «Ολομόναχοι μαζί» που είχε σαν θέμα την Λογοτεχνία και την Μουσική, με καλεσμένους συγγραφείς και ποιητές.
Έχουν εκδοθεί 25 βιβλία του (τα περισσότερα ποιητικά) εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (Οξύ 2011) – Μετά (Απόπειρα 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη 2013) και Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη 2014) εγκαινιάζει την λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και θεωρείται έργο αναφοράς, σαν μια μεγάλη, φασματική αλληγορία που διαρρηγνύει τα πλαίσια του Κανόνα.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Γερμανικά, στα Ισπανικά και στα Σέρβικα.

Web-site
- Ο κόσμος μετά. Σταύρος Σταυρόπουλος and friends
- Wikipedia
 

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Περιοδικό Εμβόλιμον, τχ. 107-108, Χειμώνας − Άνοιξη 2026




Περιοδικό Εμβόλιμον
τεύχος 107-108

Χειμώνας − Άνοιξη 2026
Κείμενα για τον Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


    3   Το γράμμα της σύνταξης
    7   Γιώργος Γώτης: Μνήμη μιας άλλης εποχής − Ποιητικές πτήσεις. Για την ποιητική συλλογή Κάτοψη του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  11   Αριστούλα Δάλλη: Συμβολισμός και Μεταμόρφωση του γενεσιουργού Έρωτα στην Ποίηση του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  17   Γιώργος Δελιόπουλος: Ο κατεξοχήν ερωτικός ποιητής Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου
  25   Διώνη Δημητριάδου: Η «τοποθέτηση» του ποιήματος. Σκηνοθεσία και σκηνικά στην ποίηση του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  30   Ευσταθία Δήμου: Εντυπώσεις και διλήμματα. Μια προσωπική ανταπόκριση στην ποίηση του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  33   Κλεονίκη Δρούγκα: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου: Μια πένα δυνατή
  35   Ιωάννα Ευθυμιάδου: Η διαλεκτική της ποιητικής δημιουργίας. Απόπειρα περιπλάνησης στους τόπους και τους τρόπους της ποίησης του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  38   Ξανθίππη Ζαχοπούλου: Προσέγγιση στην ποιητική συλλογή «Αλήθειες και μυθεύματα» του Δημήτρη Παπαστεργίου
  41   Ειρήνη Ιωαννίδου: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου: Ένας θαρραλέος και τρυφερός παρατηρητής του κόσμου
  44   Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: «Το θέμα είναι / να κρατηθείς στη ζωή / μέχρι θανάτου»
  49   Δημήτρης Καπετανάκης: Είναι όμορφα όταν ζεις για το χατίρι κάποιου
  54   Χριστίνα Καραντώνη: Ποιητικώ τε πολιτικώ τω λόγω. Η δύναμη των πολιτικών υπαινιγμών στην ποίηση του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  62   Ασημίνα Λαμπράκου: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου: ποιητής εκ Βεροίας
  64   Ισιδώρα Μάλαμα: Εισαγωγικά: Για τον άνθρωπο και τον ποιητή. Έλαβον: Όταν η ποίηση ελκύει και εκλύει το Ωραίο
  69   Aλεξάνδρα Μπακονίκα: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Όλα στο μαύρο
  73   Πολύνα Μπανά: Η ασκητική αφοσίωση του Δημήτρη Παπαστεργίου στην τέχνη της ποίησης
  79   Κωνσταντίνα Μπιζέ: Ενοφθαλμίζοντας τον σύμπαντα κόσμο ή Στάσεις στην Ποιητική του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  81   Ελένη Νέστορα: Όλα στο μαύρο: Μικρό σημείωμα για ένα μεγάλο βιβλίο
  84   Κατερίνα Παναγιωτοπούλου: Ξύνοντας τη σκουριά του κόσμου
  88   Βίκυ Παπατζίκου: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Αλήθειες & Μυθεύματα 24 [ώρες]
  90   Μαρία Πολίτου: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Όλα στο μαύρο. Του έρωτα και της γραφής
  95   Νίκος Προσκεφαλάς: Το ρυθμικό και το παιγνιώδες ως περίβλημα του νοήματος. Μια ανάγνωση στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου Αλήθειες και μυθεύματα
101   Κώστας Θ. Ριζάκης: Ανθόλεξα
102   Ζωή Σαμαρά: Ταξίδι στον ρυθμό της ποίησης
105   Ελένη Σιγαλού: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου. Πατρίδες, τόποι της απουσίας
109   Σταύρος Σταμπόγλης: Σημειώσεις από μια περιδιάβαση
112   Νόπη Ταχματζίδου: Η ποίηση ούτε λέγει, ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει. Μια παρουσίαση της ποιητικής του Δημήτρη Γ. Παπαστεργιου (Οκτώηχος της Αχανούς)
123   Λίλια Τσούβα: «Αλήθειες & Μυθεύματα» του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
126   Ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου συνομιλεί με τη Λίλια Τσούβα
129   Φωτεινή Χαμιδιελή: Με αφορμή ένα πορτραίτο
130   Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης: «Μαθήματα καλλιφωνίας»
132   Ειρήνη Χατζοπούλου: Όταν σε καταδιώκει η γραφή: Μια ανάγνωση της ποιητικής συλλογής Furor Scribendi του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
139   Ιγνάτης Χουβαρδάς: Η οντότητα του ποιήματος
143   Γιώργος Χρονάς: Ο κόσμος του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου


*   *   *


Το γράμμα της σύνταξης

Η ποιητική δημιουργία ανθεί στην επαρχία. Είναι παρήγορο και πολύ σημαντικό ότι εκτός των τειχών ποιητές καταθέτουν τον στιβαρό τους λόγο και συγκινούν και εμπνέουν.
   Απόδειξη, αψευδής, η γραφή του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου, που ζει και δημιουργεί στη Βέροια. Πλειάδα κειμένων, στο παρόν αφιέρωμα, προσεγγίζουν τη γραφή του ποιητή συγκροτώντας έναν τόμο αναφοράς, χρήσιμο υποθέτουμε, για τη μελέτη του έργου του.
   Το ανά χείρας τεύχος είναι το τελευταίο το οποίο συνεπιμεληθήκαμε με τον αγαπημένο φίλο, ποιητή, Κώστα Θ. Ριζάκη, ο οποίος μας συγκλόνισε με τον αδόκητο θάνατό του. Η απώλειά του είναι καθοριστική για την κοινότητα των έντυπων λογοτεχνικών περιοδικών και, φυσικά, για όλους όσους τον αγαπήσαμε και συμπορευτήκαμε στην ωραία υπόθεση της λογοτεχνικής δημιουργίας.

*   *   *

Επιμέλεια αφιερώματος:
Γιώργος Χ. Θεοχάρης − † Κώστας Θ. Ριζάκης − Ισιδώρα Μάλαμα.

Σχέδια τεύχους: Φωτεινή Χαμιδιελή.


Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Μαριανίνα Βεντούρη, "Δέντρο μεσοπέλαγα"




ΕΞΩΣΤΗΣ


Περπατώ τα μεσημέρια στον εξώστη
Ώρες πολλές αλλά δεν νιώθω κούραση
Ως πότε θα ’χουμε ειρήνη κι ευκαιρία;

Δεν νιώθω έπαρση ψηλά στον εξώστη
Κι ας πατάω τους από κάτω –
Αργά ή γρήγορα, αλλάζουν όλες οι σειρές

Δεν νιώθω κρύο στον εξώστη
Κάποτε η καρδιά μου κάηκε
ολοσχερώς
και μπορώ πάντα ν’ αναμοχλεύω τις
στάχτες

Δεν πεινάω ποτέ στον εξώστη
Ό,τι κατάπια, κατάπια και χώνεψα
Μόνο η δίψα για νερό πότε δεν
σώνεται

Όχι, δεν νιώθω μόνη στον εξώστη
Οι ουρανοί είναι γεμάτοι θεούς,
πουλιά, σύννεφα

Σπανίως πια βρέχει στον εξώστη
Σπανίως φυσά ή κάνει κρύο
Λες και μετακινήθηκε η γεωγραφική
μας θέση

Καλού κακού, κλειδώνω την πόρτα του
εξώστη πίσω μου
Δεν περιμένω πια κανέναν
Ούτε απ’ το πριν, ούτε απ’ το μέλλον

Και τέλος, δεν υπάρχει εξώστης –
Μια φτωχική ταράτσα είναι
Που θέλει επειγόντως βάψιμο.





ΕΠΙΛΟΓΗ


Περνούσε δίπλα μου συχνά
σαν ήμουνα παιδί
Κι ήταν φτωχή και πιο φτωχή
όπως εγώ
Εδόθη ο χρόνος της συγκίνησης απτός
Οι ευλογημένες συναντήσεις του φωτός
−Δάσκαλε, σ’ αγαπώ−
Γλίστρησε η μια επιφάνεια στην άλλη
Ένα αγκάθι μαλακό
στην ρίζα του λαιμού
Έτσι με διάλεξε θαρρώ
Η Ποίηση.




*       *



Καλλιεργώ την ποίηση
Ποτίζω, σκαλίζω
Σαν να ήταν δέντρο.
Αναμένω, όχι βέβαια
Να δώσει καρπούς
Αλλά να βλαστήσει
Κάποτε
Το άνθος
Της σωτηρίας μου.
 
Από την έκδοση
 
 
 
 
Από τη συλλογή «Δέντρο μεσοπέλαγα», 24 γράμματα, 2026.




Η Μαριανίνα Βεντούρη είναι φιλόλογος, συγγραφέας, βιβλιοκριτικός και επιμελήτρια. Είναι αρχισυντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού «Θρυαλλίδα» και διευθύντρια του «Ποιητικού Εργαστηρίου Θρυαλλίδας» ενώ συνεργάζεται τακτικά με πολλά έντυπα, ιστοτόπους και εφημερίδες. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Κατάδεσμος (Εύμαρος, 2022), Κυκλαδοσύνη (Δρόμων, 2024), Δέντρο μεσοπέλαγα (24 γράμματα, 2026) και έχει συμμετάσχει σε πέντε συλλογικά έργα.
Έχει επίσης δημοσιεύσει πέντε ηλεκτρονικά βιβλία δημιουργικής γραφής, ελεύθερα διαθέσιμα στην Ανοικτή Βιβλιοθήκη: Ποιητικό Εργαστήρι, Ποιητικό Εργαστήρι Β΄, Ποιητικό Εργαστήρι Γ΄, Ποιητικό Εργαστήρι Δ΄, Ποιητικό Εργαστήρι Ε΄, καθώς και δύο Ποιητικά Ανθολόγια (Ανθολόγιο των μελών & (Συλλογικόςτόμος 2025 – Συλλογή από το Ποιητικό Εργαστήρι Μαριανίνας Βεντούρη).
Περισσότερα σχετικά με την Μαριανίνα Βεντούρη βλ. Biblionet και Οσδελ_net.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, "Δύσκολα Νερά"





ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ


Εμείς θα μείνουμε εδώ
Θα κλείσουμε τα παράθυρα
Θ’ ασφαλίσουμε τις πόρτες
Να μη μας καρφώνουν βλέμματα
Να μην εισβάλλουν ρεύματα
Ν’ αφήσουμε απ’ έξω τους απρόσκλητους.

Εμείς θα μείνουμε εδώ
Θα νηστέψουμε από όνειρα
Θ’ ακυρώσουμε τα ταξίδια
Θα σχίσουμε τα ημερολόγια
Θ’ αγκυροβολήσουμε για πάντα
Εξερευνώντας μόνο τον βυθό.





ΧΑΜΕΝΗ ΠΑΡΤΙΔΑ

                                 Στον ζωγράφο Tasko Kordalof


Βάδιζε στο χιόνι αγκομαχώντας.
Με ανάσα βαριά ακολουθούσε το άλογο κρατώντας το σχοινί.
Πάνω στο σαμάρι μια φλοκάτη τύλιγε το μωρό.
Το κρύο πολύ.
Το σημείο επαφής δεν φαινόταν.
Έπρεπε να προλάβει, πριν ο ήλιος βγει, να φτάσει.
Να παραδώσει το παιδί στη μάνα και στον πατέρα του.
Θα το έπαιρναν μαζί τους στην οπισθοχώρηση.

Δεν θα ’χε κλείσει χρόνο το μωρό και θ’ άλλαζε πατρίδα.

Χαμένη παρτίδα,
μοιραία ζαριά τ’ αναποδογύρισε όλα.





ΠΤΩΣΗ ΔΟΤΙΚΗ


Μ’ ακολουθεί ανέμελη μια ειρωνεία.
Σκορπάει χαμόγελα,
βλέμματα παγωμένα.

Νιώθω τον κίνδυνο
μιας πτώσης δοτικής,
μιας γενικής κατάρρευσης.

Ενδίδω κλίνοντας το γόνυ
υποτακτικά
στην επιθετική της γοητεία,
τη διαβρωτική της κυριαρχία
που αλλοιώνει τη δομή και το τοπίο.





Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ


Σήμερα η φωνή μου έχει γεύση
Απ’ τα χαλίκια που μασώ
Να την λειάνω να χάσει τις σκληρές γωνίες
Να στρογγυλέψει να περνά
Χωρίς τ’ αυτιά σας να ματώνει
Ευχάριστη ν’ ακούγεται
Σαν μουσική για ασανσέρ
Αθέατη να γίνεται
Μες στη βουή της αγοράς.





ΤΑ ΣΚΑΛΙΑ


Τα βήματα στο πάτωμα βαριά.
Τρίζουν τα ξανθά σανίδια
όταν στο παράθυρο πλησιάζω.

Πάλι ασθμαίνει ο ρυθμός
σαν ν’ ανεβαίνει σκάλα.
Μα όποιος θέλει να την κατεβεί,
αντίστροφα να κινηθεί,
στο τέλος θα χαθεί
στον πάτο τ’ ουρανού.

Εκεί στα σύννεφα τελειώνουν τα σκαλιά,
της λίμνης αρχίζουν τα νερά τα σκοτεινά.

Εκεί η πλάβα με κουπιά
– πίσσα χορταριασμένη –
μάταια τον οβολό και τον βαρκάρη περιμένει.





«Ο Σαρηγκιόλης είναι ποιητής του αισθήματος, του δυνατού, μύχιου, λαβωμένου κι αγιάτρευτου αισθήματος. Δεν υπάρχει ποίημά του αμούσκευτο από φανερά ή κρυμμένα δάκρυα. Ο βαθύς, αστείρευτος πόνος είναι κινητήριος μοχλός της δυναμικής της ποίησής του. Είναι ένας ποιητής που ταυτίζεται και δε ντρέπεται να αποκαλύψει τον γεμάτο ανεπούλωτες λαβωματιές ψυχικό του κόσμο, τον σπαραγμένο από έρωτες που έμειναν στα μισά του δρόμου, φιλίες που δοξάστηκαν και λησμονήθηκαν, επεισόδια που τον σημάδεψαν, γεγονότα της εποχής, που τα βίωσε με οδύνη, συμπόνια για τους άλλους, έγνοια για την απρόβλεπτη μοίρα των συνανθρώπων του κάτω απ’ το βάρος των δεινών της ιστορίας του καιρού μας. […]».

Από τον πρόλογο του Θωμά Κοροβίνη




Από τη συλλογή, «Δύσκολα Νερά», εκδόσεις Βαγονέτο, 2026.
Φωτογραφία εξωφύλλου: Χρήστος Σαρηγκιόλης.





Ο Θοδωρής Σαρηγκιόλης γεννήθηκε στην Έδεσσα το 1956, όπου και ζει. Σπούδασε οικονομικά στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης, νυν Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Έχει εργασθεί ως Οικονομολόγος-Λογιστής στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα από το 1983 έως το 2023.
Πρωτοεμφανίσθηκε στα γράμματα το 1978 στο φιλολογικό περιοδικό της Έδεσσας Κλεψύδρα.
Κείμενα και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά 
 Εντευκτήριο, Νέα Πορεία, Εμβόλιμον, Το Κοράλλι, Δίοδος, Παρέμβαση, Στάχτες, Φτερά Χήνας, Φρέαρ, Θράκα, Ποιείν, Fractal, Εξιτήριον, Περί Ου, Καθημερινή, Το Βήμα, Εδεσσαϊκή και άλλα.
Ποιήματά του έχουν μεταφρασθεί στα ισπανικά και τα γερμανικά.
Διαχειρίζεται από κοινού με την Κατερίνα Αθανασίου το ιστολόγιο selidestexnis.blogspot.com και την πολιτιστική σελίδα στο facebook Τέχνης Σελίδες.
Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.