Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

Νεκταρία Μενδρινού, "Σύννεφα στο νερό"





ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΗΣ


Κάθε έρωτας
φιλοτεχνεί ένα πορτρέτο

ένα πορτρέτο
κάποιου,
που δεν υπάρχει

και ωστόσο
το έργο αυτό
επιζεί του χρόνου,
επιζεί της αλήθειας.





ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΕΣ ΜΝΗΜΕΣ


Ιδρωμένο μισοσκόταδο,
σπηλιά
από μύχιες ευωδιές
και από λαχανιασμένους
ψιθύρους,
κλειδωμένες μνήμες,
κρυφές
και η στιγμή εκείνη,
όπου το στόμα
δάγκωνε τον ώμο,
να κρύψει του ονόματος την κραυγή,
η πιο κλειδωμένη
από όλες.

−Εσύ, γιαγιά,
τον απάτησες ποτέ τον παππού;

−Ντροπή, παιδί μου, τι ρωτάς;

Κλειδωμένες μνήμες,
με το σώμα το δικό του
τον απατούσα.





ΠΟΡΣΕΛΑΝΗ


Απογεύματα μοναχικά,
άνθρωπος
δεν με θυμόταν,
καθόμουν
πλάι στο τζάμι
συντροφιά με ένα φλιτζάνι
αχνιστό καφέ

σαν κρύωνε η πορσελάνη
η σιωπή
έμοιαζε απόλυτη.





ΕΡΩΜΕΝΗ


Αυτή σου τη φωτογραφία
δεν την είχα
ξαναδεί

γλίστρησε
από το πορτοφόλι της
και τα μάτια της
ντράπηκαν την έκφρασή μου.





Η ΣΤΙΓΜΗ


Ο παππούς πια
δεν με κοιτά,
καμώνεται ολοένα
τον απασχολημένο

η γιαγιά,
αλλαγμένη,
ούτε που χαμογελά ποτέ,
αναγνωρίζεται μόνο
χάρη στον παππού
δίπλα της·

οι νεκροί
δεν μας μιλούν ποτέ
μόνο, κάποτε,
φτάνει η στιγμή
όπου δεν χωράμε
στην οικογενειακή φωτογραφία
του ονείρου.





Από τη συλλογή «Σύννεφα στο νερό», εκδ. Μελάνι, 2018.

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Νίκος Σφαμένος, "Γραμμένο στη βροχή"




ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Ποίημα σε φυλλάδιο


Τέλη Γενάρη, στο γνώριμο καφενείο μετά τη δουλειά. Λαϊκά τραγούδια, φωνές,
μυρωδιές.
Οι πελάτες εύθυμοι. Καθώς φεύγω ο Γιάννης μου λέει «κι αυτό το φετινό με τη βροχή
άλλο πράμα ε; δεν το ’χω ξαναδεί».
Τη νύχτα γράφτηκε άλλο ένα ποίημα.




Γραμμένο στη βροχή


στα στενά
στην πλατεία
στα μαγαζιά της πόλης
συναντώ παλιούς γνώριμους
πρόσωπα κουρασμένα ή
ξένοιαστα
ζητώ να μάθω νέα τους
κι εκείνοι
με κοιτάνε στα μάτια
καθώς τα αυτοκίνητα περνάνε
ζητιάνοι περιφέρονται
και απαντάνε
«μόνο βροχή»



στη δουλειά
μετρώ τις μέρες
που απλά κυλάνε
οι συνάδελφοι σκυθρωποί
διορθώνουν γραπτά
έξω
παιδικές φωνές
ώρα να κοιτώ στην αυλή
απ’ το βρεγμένο παράθυρο
σηκώνουν το κεφάλι τους
και μου λένε
«μόνο βροχή»



στις συγκεντρώσεις τους
διαβάζουν δυνατά
χειροκροτήματα
γέλια
όλοι γνωστοί
αγκαλιάζονται μεταξύ τους
τα φώτα με τυφλώνουν
καθώς περνώ και
ένας άγνωστος μου ψιθυρίζει
«μόνο βροχή»



στα παλιά μου ποιήματα
ορμούν πάνω μου θολά όνειρα
η ανάσα τους τα μεσάνυχτα
τα κρύβω στο συρτάρι
ζωγραφίζω πάνω του έναν ήλιο
και το κλειδώνω
ανοίγω τη μπαλκονόπορτα
και κοιτώντας την πόλη σκέφτομαι
«μόνο βροχή»



στα καφενεία που αγάπησα
οι θαμώνες θα γερνάνε
ειδήσεις στην τηλεόραση
άλλο ένα ποτήρι
πρόσωπα βουβά
να κοιτάζουν τον ξένο που μπαίνει
η εφημερίδα της επαρχίας στο τραπέζι
με μεγάλα γράμματα στην πρώτη σελίδα
διαβάζω
«μόνο βροχή»



ανοίγοντας την τηλεόραση
νεκρά πρόσωπα παρελαύνουν
ημίγυμνες γυναίκες
ζητούν να τις καλέσεις
ταλέντα γυρεύουν αναγνώριση
χοροπηδάν
τραγούδια
μαγικά κουτιά
γλέντια
οι παρουσιαστές ουρλιάζουν
αλλάζω κανάλι και στο δελτίο καιρού
ο παρουσιαστής φωνάζει
«μόνο βροχή»



στα μέρη πού έζησα
στους δρόμους που τραγουδήσαμε
αργά μια νύχτα
νέοι γράφουν στίχους
η γεύση του κρασιού
η μοναξιά στα μάτια τους
κοιτάζουν τον ουρανό
και μουρμουρίζουν
«μόνο βροχή»



στα πλοία που ταξίδεψα
οι ναυτικοί κοιτάνε
παλιούς χάρτες
τι παράξενο
αναμνήσεις από μέρη
που δεν πήγαν ποτέ
ακυβέρνητα πλοία
σε μιαν άγνωστη θάλασσα
την ώρα που το κύμα
μουσκεύει τις μέρες τους
ψελλίζουν
«μόνο βροχή»



στα βιβλία που διάβασα
αρλεκίνοι πετάγονται
απ’ τις σελίδες
αιωρούνται στην κάμαρα
με δροσερά χέρια
χαϊδεύουν τα μαλλιά μου
φεγγάρια πέφτουν
απ’ τα χέρια τους
κρύβονται στα μάτια μου
και με νανουρίζουν
«μόνο βροχή»



και τι μένει
μια χαραμάδα φωτός
ένα λιβάδι που δεν πατήθηκε ποτέ
μια θάλασσα με ολοζώντανα αστέρια
για όλους εμάς
κοιτάξτε μας
όλους εμάς
που λουζόμαστε στη βροχή



Καρλόβασι, 29/1/2019





«Γραμμένο στη βροχή», Εκδόσεις Φωτοτυπικόν, 2019.

Στην πρώτη εικόνα: Vincent van Gogh, "Wheat field in rain", 1889.
Φωτογραφίες: André Kertész.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

Κατερίνα Κούσουλα, "Η αγάπη που δεν ξέρει"





αγάπη


το τρένο σου κοιτώ αγάπη
να φθάνει με κορδέλες χρώματα
από τις ράγες του μεγάλου ουρανού

κοίτα. μονάχη περιμένω ανήσυχη
ρολόι του σταθμού πολλαπλασιάζει
ήχους αναμονής σου

ψαθάκι άδολο φορώ καθώς το καλοκαίρι
φυσά λεπτό το φόρεμα διπλώνει σε πτυχές
ο γρύλος και η μέλισσα κρατούν διπλά τον ίσο
θλίψη της σφήκας δεν τη φίλιωσα ποτές

έλα λοιπόν χωρίς
ώρα αφίξεως να σημάνεις
υποσχεμένο τρένο γιορτινό
από παντού χωρίς επιστροφή σου





έρωτας ασκεπής


περιφερόταν ασκεπής κι ανέστιος
έρωτας ήταν οπωσδήποτε νοσούσε
μονό σημάδι ασαφές τον εξουσίαζε
στίχους θρυμμάτιζαν οι στεναγμοί στο διάβα του
−δε φτάνουνε τα ξυλοπάπουτσά μου για το δρόμο;
δε φτάνει ο δρόμος ο απ’ την φύση κακοτράχαλος;−
σκληρή ατραπό αδιέξοδη ζητούσε

έρωτας είναι ασκεπής κι εφέστιος
ποτέ ποτέ πίσω στις πλάτες τα φτερά του
πάντα σακούλι τρυφερό μία προδοσία
κι ένα τριφύλλι τυχερό σφιχτά στη φούχτα του
μόνος γυμνός και ξαναγράφει την αλήθεια
δεν ξεγελιέται στον καιρό που όλο αλλάζει
τ’ άγια του μάτια σαν ορθάνοιχτα κρατά





εστία


ξεριζώνουν το θαύμα μου τραύματα
απ’ το πόδι με παίρνει το κύμα
τη δική μου φωνή ακολούθησα
κι ας μην το ’χα πιστέψει ποτέ

τώρα βλέπω στο μέλλον χαλάσματα
υλικά της ψυχής μας σπασμένα
την εστία μου πάλι ονειρεύτηκα
να καπνίζει μονάχη τις νύχτες





η αγάπη που δεν ξέρει


δεν ξέρει η αγάπη να βαδίσει
μικρό παιδί απέμεινε
στα τρίστρατα αφέθηκε σκληρά
το μαύρο ρούχο της γιαγιάς
βλέπει να ξεμακραίνει
το βράδυ έρχεται αργά
και η αγάπη
κοιτάζει στην ποδιά της το τσεπάκι
το δαντελένιο ρέλι ξηλωμένο
άραγες η μαμά θα τη μαλώσει;
ίσως γι’ αυτό καλύτερα να μείνει
στην άκρη στο πεζούλι καθισμένη
ωσότου να ’ρθει πράγματι το βράδυ
να σβήσει το κορμάκι της εντός του
απ’ τα ξανθά μαλλιά δε θα φοβάται
μην προδοθεί
μικρή μικρή θα γίνει πετραδάκι
στην άκρη του πολύ μεγάλου δρόμου
ποιος βιαστικός ν’ ασχοληθεί μαζί της;
και έτσι θα περάσει στο σκοτάδι
κρυμμένη η αγάπη στην καρδιά του
άφοβη να κοιτά τυφλά τη νύχτα
κι όταν η μέρα ξημερώσει πάλι
σπασμένα πρόσωπα παντού θα τη ζητάνε
στην αγορά σε κάθε εχθρών και φίλων σπίτι
κι όλοι θα ενωθούν στην αγωνία
και η γιαγιά θα κλαίει απελπισμένη
κι η μάνα θα προσεύχεται στο τάμα
μα η αγάπη τρέχει στα χωράφια
χαίρεται το καινούργιο της παιχνίδι
κάθε βραδιά να μπαίνει στο σκοτάδι
κάθε πρωί στη μέρα να ξεχνιέται
ποτέ ποτέ πίσω ξανά στο σπίτι
να τη φοβίζουν να την απειλούν
και να ξεχνάνε

πως είναι μόνον ένα κοριτσάκι
στο τρίστρατο δεν ξέρει να διαλέξει
καμιά φορά ξηλώνει την ποδιά της
κάποια φορά δεν θα γυρίσει πίσω





σαλοί της σελήνης


και η σελήνη μου ’φερε για συντροφιά σαλούς

στην απαλή κατεβασιά που οδοιπορούσα
ποταμιαστό το φως της απλωνόταν
πάντοτε μετρημένο στα αθόρυβα
της σκέψης μου τα βήματα σαν γάτας

τριγύρω μάτια φέγγανε
ψυχρά του φεγγαριού τα μαγεμένα
στα πρόσωπα τ’ αλλιώτικα
κι έγραφε το φεγγάρι κι άλλα πρόσωπα
εκείνα που ο καθένας είχε χάσει

πάλι με την πανσέληνο ανάβλεψα
σύμβολα κρυπτικά στα μάγουλα της ώρας
όλο το κίτρινο μεγάλο πρόσωπό της
να κατακλύζει λιώνοντας τα στέρεα

τα όσα υποσχέθηκε στον ύπνο





Από τη συλλογή «Η αγάπη που δεν ξέρει», εκδ. Γαβριηλίδης 2015.

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, "Πλησμονή οστών"





ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΠΑΜΕ ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

                                                                  στον Μάρκο Μέσκο

I

Βουρκωμένος καιρός
κι η μικροφιλημένη δακρυσμένη στο δρόμο, στερεμένη
        πηγούλα.
Τρομαγμένα φωνήεντα, λαβωμένα κοτσύφια.
Μοναξιά που σφυρίζει, οχιά μες στα στάχυα,
και στο τέλος το ποίημα κουτουλάει μουγκανίζοντας
από δέντρο σε δέντρο πληγωμένο γελάδι.



II

Φιλί στη ρώγα του δείκτη. Τ’ ακουμπάει στα χείλη της
        παραπονεμένης.
Η άλλη παλάμη στον τρούλο του βυζιού της. Ανθίζει σιωπή,
        αμάραντη χλόη.



III

Όπως σταχτί γυμνωμένο σκέλεθρο της συκιάς το Γενάρη
έτσι η ψυχή του παραλοϊσμένου, κι εκείνος να τραγουδάει
πάνω απ’ της φαρμακωμένης το σώμα:

        Κακή βροχή μαύρο νερό. Ξύπνα και φίλησέ με
        να κελαηδάς το σούρουπο σε κερασιά ανθισμένη
        να κόβω τα κεράσια σου τα πετροκέρασά σου
        να βάφονται τα χέρια μου στο αίμα της αγάπης.
        Μέγας βυθός ν’ ανοίγεται στη σκοτεινή τη νύχτα
        στα γέλι’ ανάμεσα ο λυγμός ν’ ανθεί να λουλουδίζει
        κι απ’ το πικρό μου το φιλί στις άκρες των χειλιών σου
        να κάνει πίσω ο θάνατος γοργά να ξεστρατίσεις
        να σαι νεκρή και ζωντανή κι ερωταναστημένη.



IV

Αχ, ζωή, τσαλαπατημένο μποστάνι,
με το αίμα της μέρας παπαρούνα ξανθισμένη στην ξερή
        αγριάδα.





ΓΥΝΑΙΚΕΣ - ΔΕΝΤΡΑ


Είναι γυναίκες – δέντρ’ αμυγδαλιάς
που πέφτουνε ασθματικά στον έρωτα,
σαν καταδιψασμένες απ’ τη στέρηση,
κι αν, μέσα στην παραφορά του, δεν καούν
κάνουνε τ’ άνθη τους καρπό, στα γρήγορα,
θέλοντας, λες, να νοικοκυρευτούν,
να δέσουνε τον εραστή, να μη τον χάσουν.

Είν’ και γυναίκες – ακακίες, σεμνές
όπου τον έρωτα τιμούν μονάχα για τον έρωτα
ευφραίνονται, δεν βιάζουν την κατάσταση,
δένουνε τον καρπό πέρα προς το φθινόπωρο
μένουνε, στολισμένες, τ’ άνθη τους καιρό
χαίρονται το κορμί τ’ Απρίλη ολοκληρωτικά,
κάνοντας τα γλυκά τα μάτια και στον Μάη.





ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΜΙΝΩΝ


Έρχεστε μέσ’ απ’ το φρυγμένο
σώμα του καλοκαιριού,
καθώς νοτίζει την ψυχή μου το φθινόπωρο.
Καλοντυμένα στα λιλά φορεματάκια σας,
σαν ντελικάτες débutantes,
σαν κοριτσάκια νιόβγαλτα στο πρώτο ραντεβού,
σαν σκίρτημα ερωτικό βαθιά στη φλογισμένη φλέβα.
Με φύλλα καρδιόσχημα, αρμονικά,
όμορφες μύριες εγγραφές στο λεύκωμα της φύσης.
Κυκλάμινα
ευωδιαστές πανέμορφες της γης πνοές,
λόγια του βράχου ευσπλαχνικά,
ψίθυροι εκμυστήρευσης και χάδια αέρα μυρωμένου.
Με μίαν ανεπαίσθητη αντιμετάθεση:
κυκλάνιμα
ή, γιατί όχι, και cycle-anima
καθώς πανέμορφα κυκλώνετε,
στέφοντας, την ψυχή μου.





EUPHORBIA ACANTHOTHAMNOS


Κάτου από βράχους αυστηρούς
οργάζουνε
πρασινοκίτρινες
της Ευφορβίας ταξιανθίες,

έτσι όπως ανθίζουν οι καρδιές
της νιότης,
ανυπότακτες,
κάτω απ’ το βλέμμα, το στεγνό,
των ηλικιωμένων.





Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΝΙΑ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ


Κοιτάξτε την Πορτοκαλένια

κάθε πρωί τα πορτοκάλια της
κελαηδούν στ’ αποδημητικά
όπου φωλιάζουνε στα μάτια της

βάφει πορτοκαλί τον άνεμο που την διαπερνά

οι άντρες ως διαβαίνουν μέσα της
(ώρες που με το σώμα λογαριάζονται)
στην ερημιά τους επιστρέφουν εξανθρωπισμένοι

τη νύχτα οι σιωπές της κρυσταλλώνονται
− διάφανες υποσχέσεις άγριας τρικυμίας

σάρκα πορτοκαλιού τα χείλη της
(ποιος σώζεται ποιος χάνεται
μες στις διχάλες των κλαδιών της)
στάζουν ερωτικούς χυμούς ανθίζοντας
λέξεις εσπεριδοειδείς ματώνουνε
να χαίρεται το στόμα

όταν φιλά
παίρνει φωτιά απ’ τη ρίζα της
κ’ εξαίφνης το δωμάτιο παρανάλωμα

στ’ αποκαΐδια μου του στήθους
φυτρώνει η χλόη της πραγματικότητας.





Από τη συλλογή «Πλησμονή οστών», εκδ. Μελάνι 2018.

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2019

Αντιγόνη Βουτσινά, "Ένα παιδί σκέτο καταμεσήμερο"




Βαρέα και ανθυγιεινά


Βγάζει
το χελιδόνι
απ’ το συρτάρι
μαύρο
ψαλίδι
τ’ ουρανού
ξεκοιλιάζει
τη μέρα
σουπιά
τρέχει
φρέσκο
μελάνι
κάποιοι
μιλούν
για φόνο

ένας

για ποίημα.





Σάββατο απόγευμα στο σπίτι της γιαγιάς


Ένα κορίτσι
σπασμένο
στα κεραμίδια πάνω
Ένα κεραμίδι
πεταγμένο
μέσα στο μάτι της
Ένα μάτι
ολάνοιχτο
πάνω στο κορίτσι.

Κοιτάζω από την κλειδαρότρυπα
με το ’να μου μάτι.

Μέσα σ’ αυτό
ένα κορίτσι.





Νυχτερινός περίπατος στη γλώσσα


Ανοίγω το στόμα
ζώα του δάσους τρέχουν
ακατάσχετα.
Ένας μικρός σκαντζόχοιρος σκαλώνει
στα δόντια
έρχεται βιαστική η λέξη
τον παίρνει στο κατόπι
θέλει δεν θέλει τώρα εκστομίζεται

Από εδώ και κάτω
σου μιλάω κεφαλαία
Όλες οι φράσεις ελενίτ
τρέχουν πηδούν σαλτάρουν
Και τότε που δεν μ’ άφηνες να είμαι ο εαυτός μου
Και τότε που με κλείδωνες στο σπίτι μη σου φύγω
Κι αν είσαι άντρας χτύπα
χτύπα με

Κι ενώ όλα βγαίνουν ατσαλάκωτα
βαθιά το στόμα σου ανοίγεις
σχεδόν προκάτ φουντώνει η πυρκαγιά
γυρνούν τα ζώα
κόκκινα
γυρνούν ξανά

κλαίνε στο δάσος
μέσα.





Δος ημίν σήμερον


Η μητέρα καθόλα τυπική
και πεθαμένη
κάθε πρωί καυτό
μάτι σερβίρει αυγό
στο πιάτο τ’ ουρανού τον ήλιο.

− Μωρέ δεν φταις εσύ αλλά έχε χάρη
τρώγε τι με κοιτάς σα χάνος
εσύ και ο πατέρας σου
ο μπήξας
ο δείξας

κ’ έπειτα σβήνει σιγά
σιγά η φωνή
κάτι ψιχαλιστά φταίω εγώ η άχρηστη
που ρήμαξα μαζί σας τη ζωή μου
θ’ ακούγονται μα
θα σταματούν κι αυτά όταν κορνάρει ο ήλιος.

Από το δέρμα τώρα και κάτω
σαράντα τόσο οι βαθμοί
κι όχι Κελσίου
(ο Άντερς θα ’ταν μια έστω ανακούφιση)
εδώ μιλάμε για
παιδί που κάθε σήμερον
εμπύρετο δεν τρώει.

Ένα παιδί σκέτο καταμεσήμερο.





Από τη συλλογή «Ένα παιδί σκέτο καταμεσήμερο», εκδ. Κουκκίδα, 2018.

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2019

Παρασκευάς Καρασούλος, "Polaroid"




Από την ενότητα
ΕΚΠΟΙΗΣΗ


                                     ΤΟ ΣΠΙΤΙ


                                     Ι.

                                     Εδώ ήτανε
                                     κάποτε το πατρικό
                                     της Απουσίας.



                                     ΙΙ.

                                     Πόλεμοι, μάχες
                                     ανακωχές στο ίδιο
                                     τραπέζι πάντα.



                                     ΙΙΙ.

                                     Στο υπόγειο
                                     έκρυβαν τους καθρέφτες
                                     και τους φόβους τους.



                                     IV.

                                     Θ’ αλλάξουν πόρτες
                                     και παράθυρα να δουν
                                     αλλιώς τον κόσμο.





Από την ενότητα
POLAROID



                                     Καμένο δάσος.
                                     Πρόσφυγες τώρα, πουλιά
                                     κι ερωτευμένοι.





Από την ενότητα
ΙΜΕΡΟΣ



                                     Τα δάχτυλά σου
                                     περνούν κόκκινη κλωστή
                                     στα όνειρά μου.




                                     Με το φιλί σου
                                     αλλάζουν εποχές
                                     όλοι οι κόσμοι.





Από τη συλλογή «Polaroid - Ποιήματα χαϊκού», εκδ. Μικρή Άρκτος, 2018.
Φωτογραφία εξωφύλλου: Λίλα Σωτηρίου.

Πρόταση βιβλίου - επιμέλεια ανάρτησης: Ευτυχία Παναγούλα.