Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Ασημίνα Λαμπράκου, "το ποίημα που περίμενε"





(ΧΟΡόΣ)

διώξε αυτό το μαύρο πουλί από το στήθος της
έλα

πάρε το

έλα πάρε αυτό το μαύρο πουλί
με τα φτερά λεπίδες –

που ξύνει τη σπλήνα
και τα έντερα
και χύνει μαύρο κρασί στο χώμα

έλα
πάρε το

σκίζει τα στήθη
να βγει στον ήλιο

να χύσει μαύρο κρασί στο χώμα




έλα
πάρε αυτό

με τα φτερά λεπίδες
που ξύνουν τη σπλήνα
τα έντερα

σκίζουν τα στήθη

να βγει στον ήλιο
να κάνει μαύρο χιόνι




έλα
σήκωσε τούτο το μαύρο σεντόνι

που σκιάζει το νου

βουτάει τα δάχτυλα στη σκέψη
και την τυφλώνει

η σκέψη τυφλή –

και της λείπεις

κι ούτε στόμα
να μιλήσει

ούτε μάτια
να το πει
έλα

σήκωσε τούτο το μαύρο σεντόνι

δεν έχει άλλη φωνή

δεν έχει άλλο βλέμμα

όλα
στα έδωσε




Ο έΝΑΣ

όλα
στα έδωσα

ό,τι κράτησα
ήταν βάρος
που κρεμόταν απ’ τη μνήμη

ένα άδειο μανίκι του κόσμου
να χτυπάει πλευρό

σου έδωσα
ό,τι δεν μπορούσα να σηκώσω

ό,τι έπεφτε
πριν φτάσει την αφή
σου έδωσα

τα μάτια που με κοιτούν
χωρίς να με σώζουν

και τα μάτια του σκύλου
που τώρα με τρώνε

τα μαύρα ρούχα που φορώ

την απαντοχή
το έρεβος
τον φθόνο

τον ιστό
τον ιστό που έφτιαξα
να δικαιολογείς τις ήττες
που με οδηγούσαν
και να χλευάζω τις προκαταλήψεις

όλα
στα έδωσα

την αγάπη
τον έρωτα
τα μάτια μου

όλα
στα έδωσα

η λασπωμένη βροχή
μουσκεύει τη σκέψη




ΧΟΡΙΚή ΣΚΙά
 
δεν έχει άλλη φωνή

δεν έχει άλλο βλέμμα

η λασπωμένη βροχή
θολώνει το βλέμμα

σε χάνει




Ο έΝΑΣ

φύσηξε στην ανάσα μου
δάγκωσε την

κλέψε
το φεγγάρι των χειλιών της

στριφογύρισέ την
καραμελίτσα
στη γλώσσα

γεύσου την
κατάπιε την

λιώσε την
στο στομάχι

κάνε την
ουσία

τροφή
φωνή

να βγαίνω
απ’ τα χείλη σου

(σ)το φως
να πονάω

η λασπωμένη βροχή
μουσκεύει τη σκέψη

θολώνει το βλέμμα

σε χάνω


η λασπωμένη βροχή
δεν αφήνει τον ήλιο
να λάμψει

τις έρημες νύχτες της μάννας μου





στην άκρη της σελίδας:

τα ποιήματα της συλλογής με τίτλο: η σκιά του ανθρώπου κι ο λυγμός του σκύλου, γράφτηκαν την περίοδο 2014 – 2016 και ήταν πολλά. Μια ανάγκη, λοιπόν, αποκέντρωσης χάριν χώρου, πρακτικά και ψυχικά, με οδήγησε στο σπάσιμο της συλλογής σε πέντε επί της ουσίας μέρη – εκ των οποίων το ένα (στην οδό αλαμάνας ξημέρωνε επίσης) λάθεψε στο μέτρημα. Άρχισαν να τυπώνονται σε ξεχωριστές επί μέρους συλλογές, ανάποδα! Από την τελευταία (η σκιά του ανθρώπου και ο λυγμός του σκύλου / Λήδα ντ’ Αννούντσιο), έως και την πρώτη. Ετούτην δηλαδή: η σκιά του ανθρώπου και ο λυγμός του σκύλου / ο περισσότερο ήλιος, όπου, το ποίημα που δημοσιεύεται σήμερα αποτελεί το κλείσιμο της − ή την εισαγωγή προς την δεύτερη που προηγήθηκε (SOLIDAGO).

Αφιερωμένη –στο σύνολο της– στον πατέρα

Ασημίνα Λαμπράκου





Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Ασημίνα Λαμπράκου, "σκιά λυγμός".


Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Βερονίκη Δαλακούρα, "Η παρακμή του έρωτα"




Δεκέμβρης


Μερικοί ποιητές παρασυρμένοι απ' την πίκρα τους γράφουν − υπολογίζοντας μόνο το πάθος της τρυφερής καρδιάς.
Έτσι έμαθα πως κι ο Κορτέζ ήταν ποιητής από τους πιο απελπισμένους, γιατί όταν κατέκτησε την Τσαμπαόρα διέταξε να καταστρέψουν όλα τα είδωλα των θεών που αγαπούσαν, κλαίγοντας έπειτα στην αγκαλιά κάποιας που λάτρευε χωρίς όμως και να ξέρη πως ανήκε σε θεϊκή −ναι− γενιά.
Μα ας αφήσουμε τους μύθους. Ας ανοίξουμε τις παλάμες βλέποντας τις γραμμές της γιορτής ή την παραμονή μιας λύπης. Ας περπατήσουμε με το ταπεινό βλέμμα που ταιριάζει στους μαθητές του έρωτα και σ’ όσους ξέρουν να διακρίνουν το ερχόμενο πάθος. Αυτός ο χειμώνας αυτός ο χειμώνας θάναι γεμάτος κλαρίνα με το χρώμα των παλμών μας που ταξίδεψαν.





Τραγούδι


Χρόνια πριν, σε μια ηλικία που δεν ήταν παιδική αλλ’ ούτε και ώριμη, βρήκα την ρομαντική μουσική να σφάζη τα δέντρα. Έπιασα τότε τον έρωτα στα δάκτυλά μου και τον συνέτριψα. Μετά προσπάθησα να εξαφανίσω όλων των ειδών τις ευαισθησίες. Δεν βρήκα καμία αγάπη − ευτυχώς. Η ζωγραφική μού τάραξε το αίμα, κι αυτό για λίγο, προτού διαβάσω τ’ αριστουργήματα της χλόης. Χάρηκα χάρηκα τη μεγαλοφυία και το θάνατο. Κι όταν κουράστηκα να πονώ δεν ήρθε η σιωπή ή κανένα εξωτικό πλάσμα ν’ αποχαιρετήση τον ελληνικό χειμώνα. Ο Τετιμημένος και ο Ύπνος είχαν ξεκινήσει για καλύτερες εποχές.





[Πόσες λύπες…]


Πόσες λύπες έχουν τα μικρά πολύ μικρά παιδιά
 
τριγυρνώντας στον νότο
βρήκαν γυναίκες με γαλλικά ονόματα
κι όλους τους μουσικούς του ουρανού.
Στα μελωδικά όρη
ονειρεύτηκαν
τις αρχές των φοβερών πραγμάτων.
Σείονται τώρα εν εκστάσει
πάνω στα δέντρα των πατρίδων του.





[Κάποτε…]


Κάποτε περνώντας την ηλικία των κάκτων αγάπησα την Αιγυπτία Μαρία. Κι αν αυτό έχει σημασία για μια διήγηση τόσο μασκαρεμένα ποιητική, εγκατέλειψα την κοσμική αηδία με ανακούφιση.
Μαρία Μαρία του κάμπου κέρασες τη ανημποριά σου σ’ ένα νέο ανίσχυρο χαμένο σε πολυθόρυβη σιωπή και φανταστικούς οργασμούς. Βυθισμένη στην πιο γλυκειά απ’ όλες τις αμαρτίες κατέκτησες έναν αθώο. Γιατί; Πού είναι τώρα οι παρελάσεις υπό την βροχή, οι παιδικές ορχήστρες των σπάνιων ταλέντων;

Σκίστηκα όπως η χλόη αρχίζοντας ένα κλάμμα ξανθό





[Παρακαλώ…]


Παρακαλώ
μην γελάς.
Ο δαίμων
ο έρως
καταλύει
την γλυκύτητα
των ματιών μου
τοποθετεί
την σιωπή
στην άκρη
των δακτύλων
η δε αγωνία
μου
νερό
στην αρμονία
του
λαιμού σου





Από τη συλλογή «Η παρακμή του έρωτα», Αθήνα, Διογένης 1976.




Η Βερονίκη Δαλακούρα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1952. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ανθρωπογεωγραφία στο Μονπελιέ (Γαλλία). Εργάστηκε ως δικηγόρος και ως μεταφράστρια. Δίδαξε ανθρωπογεωγραφία στο Πανεπιστήμιο της Κομοτηνής. Από το 1996 είναι καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ποίηση [1967-1972] (Αθήνα, 1972), Η παρακμή του έρωτα (Διογένης, 1976), Ο ύπνος (Νεφέλη, 1982), Μέρες ηδονής (Φόρμα, 1991), Άγρια αγγελική φωτιά (Άγρα, 1997), 26 Ποιήματα (Άγρα, 2004), Καρναβαλιστής (Κέδρος, 2011), Καππαδόκες (Κουκκίδα, 2020), Ευφροσύνη (Κουκκίδα, 2024), καθώς και τις συλλογές διηγημάτων: Το παιχνίδι του τέλους (Νεφέλη,1988), Ο πίνακας του Χόντλερ (Άγρα 2001) και Ένα απόγευμα στην ομίχλη (Κουκκίδα 2018). Επιπλέον, έχει μεταφράσει, Απολιναίρ, Ρεμπώ, Σταντάλ, Εξυπερύ, Μπωντλαίρ, Φλωμπέρ, Ανρί ντε Μονερλάν, Ντεσνός και άλλους συγγραφείς.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Ελεγείο, για τ’ αστέρια που απελπίζονται"




ΕΛΕΓΕΙΟ
ΓΙΑ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ ΠΟΥ ΑΠΕΛΠΙΖΟΝΤΑΙ

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μονάχος του στο πριονιστήριο;
Άρης Αλεξάνδρου

                                          Μνήμη Περικλή Γιαννόπουλου
                                                και Αλφόνσου Χοχάουζερ


Είναι αλήθεια, Άρη.
Δεν είδαμε ποτέ κανέναν έλατο
να κατεβαίνει μονάχος του στο πριονιστήριο
όπως δεν είδαμε ποτέ κανέναν έλατο
να γίνεται σπαθί
          και να χυμάει στους εμπρηστές.

Όμως
για έλατους πρόκειται;
Γιατί οι άνθρωποι το συνηθούν: πέφτουν
                                  μονάχοι στον γκρεμνό,
παίρνουν το σπαθί και ρίχνονται
                                   στους Λιάπηδες.

Καδένα σέρνουμε βαριά − τον Κεραυνό.
Λιγνά τα πόδια μας σαν του τσικνιά,
στους βάλτους χρόνια, κάποτε
                                                        λυγίζουν.

Σέβομαι τους αυτόχειρες.
                                               Κατανοώ.
Δεν είναι λιποτάχτες.
Μη γυρεύεις τον φόβο μες στα μάτια τους
                                     μόνον την κούραση του ταξιδιού,
την πανοπλία που κατάφαγε τη σάρκα τους.
 
Και η πτώση κάποτε μας εξυψώνει.
                                                          Όμως
(ναι)
τα κούρβουλα με κάνουν ν’ απορώ.
                                            Και κάποια,
σαν εκατάντησαν τον πόνο τους πραμάτεια,
                                  τα σιχαίνομαι.
(Τί θέαμα η φάουσα στα πόδια του ζητιάνου!)
 
Μην είναι σκοτάδι και το φως;
ένα μαγνάδι σαν του σκούληκα το μεταξένιο
                                                             γνέμα;

Ωστόσο,
               ζουν με τις πληγές τους οι λεπροί, ψάχνουν
με το λευκό τους μπαστουνάκι οι τυφλοί!
Ριψάσπιδες;
                       Θηρία της ζωής;
 
(Θ’ απόδιωχναν το χέρι που τους δίνουμε.
Θλιβερή περηφάνια.
                                     Ή μήπως ψηλαφούν
πάνω στη σάρκα μας τον ίδιο φόβο;)

Ω, τόσοι άνθρωποι!

Τόσοι άταφοι βορά των αγριμιών!
Κώστα
             Βλαδίμηρε
                                 κι εσύ του μαύρου σταροχώραφου
                                                       Τρελό Λιοτρόπι,
δεν άνοιξαν τις πόρτες τους οι άνθρωποι.
Ναός
δεν βρέθηκε ποτέ να σας δεχτεί,
σαν αγριόχορτα σας πάτησε ο αστός     Κι η Επανάσταση
(καράβι όμορφο)
σας κλείδωσε στ’ αμπάρια της
                                                       και βούλιαξε.

(Και ποιος δειλός
                                ξανοίχτηκε ποτέ,
καβάλα σε λευκό φαρί,
στο κύμα τ’ ανοιξιάτικο του πόντου
                                       να πλαγιάσει;
             Κι άρρωστος ποιος
ανέβη σε κορφή, ψηλά,
όμορφη για να λάμψει στο χιόνι
                                    η θανή του;)

Ας μη φοβόμαστε.
                                Κι ας μην περιφρονούμε
όσους έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν.

Ας θυμόμαστε τα λόγια του Ενός,
                           τα λόγια του Θριαμβεύοντος Ερημίτη:
Δεν αξίζει ν’ ασχολείσαι με τους άλλους εξόν
κι αν είναι αρκετά πιστοί ή απελπισμένοι ώστε
να σκέφτονται τον θάνατο.

Ω, στην απόγνωση δεν υπάρχουν έλατοι
                                                       μόνον άνθρωποι, Άρη.
Δεν ξέρουμε τίποτε
γι’ αυτό το μαύρο νέφος που μας παίρνει.

Είμαστε όλοι σύντροφοι στη θλίψη.

Κι αν ο ναός είναι κλειστός,
ανοίγουν το θυρόφυλλο αμόλυντες φτερούγες.


                                                Μάιος-Ιούνιος 2013

                               Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Friedrich Carl von Scheidlin, «Study of Cut Down Trees» (Slovak National Gallery).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.




Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Θολή ματιά μου απέναντι"





Τ’ ανείπωτα, τ’ αθέατα


ΧΙΙ


Ράθυμος χρόνος και βουβός, χρόνος
                                               μετέωρος
πώς θρυμματίζει το σκοτάδι κι αποδιώχνει
απ’ τη σκηνή της άδειας νύχτας μου τον θίασο
σκιές π’ αχνίζουν ασαφείς και μου γελούνε.

Και να, τρανός απ’ αντίκρυ ήλιος ορθώνεται
κι οι στέγες παίρνουνε φωτιά και μες στα χέρια
δονείται, σπάει το χαρτί μου, ρυτιδώνεται
κι οι λέξεις κύματα σκορπούν και ξεμακραίνουν.

γράψε εσύ μικρό κοτσύφι μου τα υπόλοιπα
ποιο τάχα όνειρο να είδες χθες το βράδυ
πόσο γλυκό να ’ταν το φως που σιγοέπινες
στάλα τη στάλα πριν αρχίσεις το τραγούδι.




ΧΧ


Να πέφτει μιαν αθόρυβη βροχή
ψιχαλιστά σαν προσευχή
σαν ευλογία
ή σαν συγχώρηση που άργησε καιρό
κι η πόλη κάτω λαμπερή στο φως λουσμένη.

Να βάζουνε οι γέροι τα καπέλα τους
βαθιά ως τ’ αυτιά, ν’ ανοίγουν τις ομπρέλες
να παίζουν τα παιδόπουλα
να τρέχουνε
να πλατσουρίζουν με φωνούλες
και με γέλια.

Κι όλα καινούργια καθαρά
στο φως ν’ αστράφτουνε

ένας Απρίλης δροσερός που δεν τελειώνει.


Από την ενότητα
«Τ’ ανείπωτα, τ’ αθέατα»





Αρένα


Γυάλινο μάτι παγερό, γεμάτη αρένα
στον μέσα κύκλο ζωντανός φωλιάζει ο τρόμος σου
μαύρος ιδρώτας, κόκκινο πανί
ατσάλι δίκοπο τα σπλάχνα σου γυρεύει.

Στο άλλο «ole!», ανάσκελα θα ’ρθείς
και με την άκρη του ματιού καπέλα χίλια
θα δεις ψηλά στον ουρανό· ολόρθοι στέκονται
δεν καρτεράνε οι χωριάτες ξαναμμένοι.

Κι ως θα τραντάζεται η αρένα, τριαντάφυλλα
θα ρίχνουνε με χάρη τα κορίτσια.
Κουφάρι μαύρο καταγής στον μαύρον ύπνο σου
σαν να μην έζησες ποτέ, θα ξαποσταίνεις.

Μα δεν αφήνεσαι, τινάζεσαι, σηκώνεσαι
χρυσά κουμπιά στοχεύεις, ρουθουνίζεις
ράχη κυρτή, τρίχωμα όρθιο η απόφαση
χρόνους καιρούς η άγρια φιέστα να κρατήσει.





Τελειώνουν όλα στην αρχή


Σταματημένος ο καιρός για πάντα μέσα μου
ήμουν −θυμάμαι− το σκαρί και το ταξίδι
ήμουν ο χάρτης, το τιμόνι, το δελφίνι μου
το μεσιανό μου το πανί και το τραγούδι
κι άλλο δε γύρεψα ποτέ,
άλλο δε ζήλεψα.

Το βλέπω τώρα καθαρά, τώρα το ξέρω:
Τελειώνουν όλα στην αρχή
σαν να μην έγιναν.
Αργοσταλάζουν σαν βροχή
κυλούν και χάνονται

κι η Γη μια σβούρα στο σκοτάδι
να γυρίζει.


Από την ενότητα
«Ρωγμές στο μαύρο»





Ματιά τυφλού


Μέσα σ’ απίστευτους καπνούς σαν άγριο φίδι
άπλωνε το μακρύ κορμί, μίλια κατάπινε
με συριγμούς τη νύχτα έσκισε και πάει,
το τραίνο που στιγμή, δε μας περίμενε.

(Πού να βρεθεί ο γητευτής με τη φλογέρα του
που να βρεθεί κλουβί τη λύσσα του να δέσει.)

Έμεινα πίσω να κοιτώ με τη βαλίτσα μου
«Ίσως την άλλη του φορά −μονολογούσα−
ίσως δεν ήταν τυχερό, τι τάχα χάσαμε
τι να κερδίσαμε, κανείς στη Γη δεν ξέρει.»

Μονάχα εκείνος ο τυφλός μού χαμογέλασε
στη σκοτεινή γωνιά του πάντα καθισμένος:

«Χρόνους καιρούς πάνω στη ώρα του! Μακάριοι,
οι τεθλιμμένοι, όπου γης, ναυαγισμένοι!»





Προμηθέας


Έλα κοντά μου να σου πω το παραμύθι:
Αιώνες ξεχασμένος στη μεριά του ήλιου απόμεινε
δεμένος μ’ αλυσίδες φοβερές ο Προμηθέας
και το κορμί του φρύγεται στο φως μα ανασταίνεται
τη νύχτα στη δροσιά του φεγγαριού και γύρω λάμπει
νωπό ακόμα κατακόκκινο το αίμα του
στα βράχια γύρω που ’βαψε να τα στολίσει

κι απ’ τ’ άνυδρά του χείλη ούτε κραυγή
μήτε ποτέ λόγο βαρύ θα ξεστομίσει
όπως ο γύπας θα του τρώει ξανά τα σπλάχνα του
εις τους αιώνας των αιώνων δίχως τέλος.

Ίσως γιατί πριν την τρανή αποκοτιά καλά το γνώριζε
στη θεριεμένη του ψυχή πως είναι ανάγκη
ένας να πέφτει στη φωτιά που μόνος έκλεψε
για να μη ζουν όλοι οι άλλοι στο σκοτάδι.


Από την ενότητα
«Υπόγεια περάσματα»





Ποιητική συλλογή, αποτελούμενη από τρεις ενότητες, με κυρίαρχα θέματα την ομορφιά, την απώλεια και την αναζήτηση του Θεού. Σε μία προσπάθεια ερμηνείας του τίτλου της, η ματιά δεν είναι θολή μόνο όταν είναι δακρυσμένη. Ενώ η λύπη δεν αποκλείεται, η ματιά μπορεί να είναι θολή, γιατί το είδωλο των αντικειμένων μέσα στο μάτι μας δε σχηματίζεται με ευκρίνεια. Θολή μπορεί να σημαίνει ασαφής, αμφιλεγόμενη, δυσανάγνωστη, απροσδιόριστη, αδιευκρίνιστη, επισφαλής. Υπάρχει μια αβεβαιότητα όταν κοιτάζει κανείς απέναντι. Νομίζουμε πως γνωρίζουμε τον κόσμο, όμως οι αισθήσεις μας είναι πάντα απατηλές. Τι είναι απέναντι; Όλος ο αισθητός κόσμος, όλη η πλάση, όμως η ματιά δεν εξαιρεί το υπερβατικό. Αντίθετα, το βάζει στο παιχνίδι από τους πρώτους στίχους. Μια πρωτότυπη ποιητική προσέγγιση, με τρυφερότητα κι αγάπη, χωρίς στερεοτυπικούς περιορισμούς.
Από την έκδοση





Από τη συλλογή «Θολή ματιά μου απέναντι», Παρέμβαση 2026.
Έργο εξωφύλλου: Κώστας Ντιός.





Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε το 1967 στη Λάρισα, όμως ζει με την οικογένειά του μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί έντεκα ποιητικές συλλογές και δύο πεζογραφήματά του. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Κάποια από αυτά απέσπασαν βραβεία και διακρίσεις σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Μερικά έχουν μεταφραστεί στην αγγλική, τη γαλλική και την ισπανική γλώσσα. Από τον Νοέμβριο του 2022 συνδιευθύνει το περιοδικό «ΝΟΗΜΑ», τον «Εξαμηνιαίο Πυρήνα Νόησης και Λόγου» που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη. Τον Νοέμβριο του 2022, εκδόθηκε στη Σεβίλλη και κυκλοφόρησε στα ισπανικά από τον εκδοτικό οίκο Padilla Libros το βιβλίο του “Εn mi barro los labios” («Στον πηλό μου τα χείλη»), σε μετάφραση του διακεκριμένου ελληνιστή Jose Antonio Moreno Jurado.
Εργογραφία:
Πεζογραφία:
1. Νυχτοπερπατήματα, νουβέλα (24 γράμματα, Αθήνα 2017)
2. Η τροχιά του βέλους (Όστρια, Αθήνα 2018)
Ποίηση:
1.    Μικρή Περιήγηση (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1996/ Εντύποις, Αθήνα 2017)
2.   Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος (Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016)
3.   Αχαρτογράφητα (24 γράμματα, Αθήνα 2017)
4.   Ο Μέσα Ήλιος (Εντύποις, Αθήνα 2018)
5.   Μνήμες της ρίζας (Κουκκίδα, Αθήνα 2020)
6.   Δρόμοι στη σκόνη (Κουκκίδα, Αθήνα 2021)
7.   Διαλέγω το λευκό (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2022)
8.   Λιωμένος Χρόνος (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2023)
9.   Στους φεγγίτες η έξοδος (Κυβέρτι, Αθήνα 2024)
10. Στη γη του ανέμου (Κυβέρτι, Αθήνα 2025)
11. Θολή ματιά μου απέναντι (Παρέμβαση, Κοζάνη 2026).

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Χρήστος Μαρκίδης, "Ποιήματα"





ΤΩΡΑ ΨΗΛΑ


Τώρα ψηλά στηρίζεις
τον ιστό
ή χαμηλά στολίζοντας
το πρυμναίο κατάρτι
λάμνεις.
Σαν τον Ερμή αργάτη
έρχεσαι και πας
μέσα στων λαβυρίνθων
τα πολύπτερα
υποβρύχια κρίνα.




Κιννάβαρι, Άγρα 2009






ΣΤΟΧΕΥΟΝΤΑΣ


Στοχεύοντας το ηλιοβασίλεμα
αντάμωσα ανάμεσα της λύτρωσης
και του χαμού ένα αηδόνι.

Βουβάθηκες, μου είπε;
Χτύπα!

Πάγωσα μέσα στη θαλάμη
να υπομένω.





ΑΜΩΕΝ


Σήμερα που οι λέξεις
άδειασαν το νόημά τους
το αρχαίο επώνυμο
του πατρός μου
φαντάζει ακόμη
πιο άρρητο και φρικτό.
στοίχειωσαν μέσα μου
τ’ ασφοδίλια
και τα δοξάρια γίναν
χλωμά τριαντάφυλλα.

Αυτά είπε στρέφοντας
κατά τον νοτιά ο Ελάτιος.





ΠΕΤΡΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ


Κάποτε τα όνειρα δικαιώνονται
κάποτε παραμονεύουν
κάποτε σκύβουν και ρωτούν:
Ζεις; Για δεν ζεις;
Ζήσε! Να στοιχηθείς δεν θέλησες
Να μοιραστείς δεν ήρθες
στην αλχημεία της φωτιάς πορεύτηκες ολκός
σ’ ανυπεράσπιστα βλέμματα γεύτηκες ύδωρ
τρυγόνια νοερά, βρύσες λιμένων άντλησες
στης αγωνίας τον αχό εντοιχισμένα μάρμαρα
και δυστοπίες αιώνων συνόψισες
δόρατα φίλων, μνήμες νεκρών
κατηγορίες απίστων
με παρρησία κατήγγειλες.
Τέρατα ιερά, περιπολίες αγίων
χνάρια πολύφερνα, δόκανα χώματα
μνήματα αθύρματα, σώματα ασώματα.

Πέτρα την πέτρα σάρωσες μαρτυρικά στο γέρμα
Της ερημιάς το τρίστρατο και τα κρυφά μαντάτα.





ΞΥΠΝΗΣΑ ΜΕ ΒΡΟΧΗ


Ξύπνησα με βροχή
Κρατούσα λέει στα χέρια μου
ένα μεγάλο αίνιγμα φαιό ακίνητο
ωσάν τον ουρανό που αντίκρισα
ανοίγοντας με κρότο τα παραθυρόφυλλα.
Δύο εικοσιτετράωρα ο θεός
καταδέχτηκε να συνωμοτήσει στο νόημα
εκείνο των σαράντα ημερών, το μέγα.

Μα τα φαινόμενα ως είθισται απατούν
μέχρι το ποίημα να τραφεί
ήλιος ανέτειλε χλωμός, δεν συμφωνεί η φύσις.

Η βούληση από το συμβάν έτη φωτός απέχει.





ΕΞΟΔΟΣ


Αλλοπαρμένος γύρισες από τον Κάτω Κόσμο
Ήπιες νεράκι για χορό κρασί και πεντοζάλη
Ξεντύθηκες την άψινθο τα μαύρα ρούχα βγήκαν
Στολίστηκαν τα πέρατα μα ο νους ψυχομαχάει
Ψυχομαχάει και τέρπεται ψυχομαχάει και λέει
Πού είσαι μάνα του Μαγιού τεφτέρι του πελάγου
Να στείλεις νάμα στην ψυχή να σε μοιρολογήσει
Να σκάψεις λάκκο στον θορό να ποτιστούν τα σείστρα
Και με το νάϊ και να το ναι τα σήμαντρα να ηχήσουν.





Ποιήματα 1999-2020, Αρμός 2023





Πηγή για τα ποιήματα, η σελίδα του Χρήστου Μαρκίδη στο Facebook.
Πηγή για την εικόνα και το βιογραφικό του, η σελίδα του στη Βιβλιοnet.






Ο Χρήστος Μαρκίδης (1954-2026) γεννήθηκε στη Δράμα. Σπούδασε Ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1974-1979). Παρουσίασε τη δουλειά του σε δεκατέσσερις ατομικές εκθέσεις (Γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα 1984, 1987, 1990. Γκαλερί Ζαλοκώστα 7, Αθήνα 1987. Αίθουσα Τέχνης Αγκάθι, Αθήνα 1992. Αίθουσα Τέχνης Αθηνών 1995, 2001. Χώρος Τέχνης 24, Αθήνα 1995. Ζήνα Αθανασιάδου Art Gallery, Θεσσαλονίκη 1996. Πολύεδρο, Πάτρα 1997. Γκαλερί Titanium, Αθήνα 1997. Αίθουσα Τέχνης Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2002, Thanassis Frissiras Gallery, Αθήνα 2007, Gallery 7, Αθήνα 2022). Συμμετείχε σε περισσότερες από εβδομήντα ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Παράλληλα κυκλοφόρησαν τα ποιητικά του βιβλία, Μονόζυγο-Τέσσερα Σχεδιάσματα, Διάττων 1999 (εκτός εμπορίου), Έως, Διάττων 2001 (εκτός εμπορίου), Άτια στο σκοτεινό νερό, Εκδόσεις του Φοίνικα 2003 (εκτός εμπορίου), Αμώεν, Εριφύλη 2004 (εκτός εμπορίου), Κιννάβαρι, Άγρα 2009, Δράκων κατήλθες, Τυπωθήτω-Λάλον Ύδωρ 2013, Έρεβος ή το άλλο φως, Εκδόσεις του Φοίνικα 2020, Ποιήματα 2009-2020, Αρμός 2023. Επίσης τα δοκίμιά του, Επτά κείμενα περί Τέχνης, Εκδόσεις του Φοίνικα 2002, Κατάματα, Γαβριηλίδης 2005, 2014 και το λεύκωμα Χρήστος Μαρκίδης Ζωγραφική – Σχέδια (150 έργα και σχέδια & κριτικά κείμενα), Αρμός 2025.


Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Πέτρος Βελούδας, "Δύο ποιήματα"




Η ΦΥΓΗ


Όλα εφήμερα
μια κοπέλα φορώντας
ένα μαύρο μαντήλι
κρατάει το σώμα του φεγγαριού
τις νύχτες το φεγγάρι
δραπετεύει από τη θαλπωρή
της κοπέλας και κολυμπάει αμέριμνο
στα σωθικά μιας άγνωστης θάλασσας
Η κοπέλα με το μαύρο μαντήλι
στέκεται για ώρες στο λιμάνι
κλαίγοντας, αναζητώντας άλλα φεγγάρια
να κοιμηθούν στο δικό της κρεββάτι εκείνο
το ξύλινο, το φτωχικό
στα δακρυσμένα της μάτια
τώρα σαλπάρουν τα όνειρά της
Λίγο πιο πέρα από το λιμάνι
ένας γέρος ναυτικός φορώντας μαύρα γυαλιά
συνομιλεί με τον ήλιο
ο ουρανός τον περιμένει
με θαλπωρή να φτερουγίσει
ψηλά, ψηλά στην αιώνια χαρά…
Όλα αυτά μοιάζουν τα πρόσωπα,
σαν πρωταγωνιστές ενός εικονικού
θεατρικού έργου τα συνδέει μια φυγή…
Μια ανείπωτη λαχτάρα να δρασκελίσουν το αιώνιο
φορώντας ρούχα φθαρμένα από τις αναμνήσεις…
Η φυγή είναι μια φιγούρα
αεικίνητη,
τυλιγμένη με τον αγέρα του πόνου
τα μάγουλά της λευκό περιστέρι
που αναπαύεται σε ένα σύννεφο αγωνίας…
Όλα εφήμερα
μα αρκεί ένα φιλί
από το στόμα της ψυχής
να δώσει ζωή στην εφήμερη μα ηλιόλουστη… ζωή!





ΞΗΜΕΡΩΜΑ


Τα χείλη ματωμένα
από το φιλί του ήλιου
σπέρνουν στίχους
το χάραμα…
Διψασμένη υπομονή
που κοιτά αμέριμνη
τη σκιά μιας μοναξιάς,
τα βήματα του πόνου
ζωγραφίζουν χαμόγελα
στο ροδαλό σώμα της σιωπής…
Ξημέρωμα καπνός
από μεθυσμένα βαπόρια
και λιμάνια καημών
που θάλπουν τη συννεφιά της ψυχής…
Ξημέρωμα και το χνότο της θάλασσας
ανταμώνει με την αμμουδιά των σκέψεων.
Ένα καλοκαίρι να απολαμβάνουμε
τον καφέ μας
δίπλα στο ακρογιάλι
των νοσταλγικών μας αναμνήσεων!...


                                Πέτρος Βελούδας




Στην εικόνα: Anton Melbye, « A Seascape», 1854 (Statens Museum for Kunst).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.






Ο Πέτρος Κυριάκου Βελούδας γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1977. Είναι πτυχιούχος ανθρωπιστικών επιστημών του τμήματος Ελληνικού Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου Πατρών, παιδαγωγός με επιμόρφωση στην ειδική εκπαίδευση και παιδαγωγός προσχολικής αγωγής. Εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας. Έχει παρακολουθήσει επίσης σεμινάρια δημοσιογραφίας και είναι και δημοσιογράφος. Είναι Ευρωπαίος πρεσβευτής της ελληνικής ποίησης στην Ιταλία και στη Ρουμανία, στην Αργεντινή ακαδημαϊκός ποιητής με πανεπιστημιακή έδρα στην Παγκόσμια Ακαδημία ποίησης και φιλολογίας AMCL στη Βραζιλία. Μέλος των διεθνών ποιητικών σωματείων WORLD SOCIETY OF POETS-WSP, WRITERS UNION και της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων λογοτεχνών ΔΕΕΛ. Είναι εκτελεστικός διευθυντής στη συνομοσπονδία ποιητών Λατινικής Αμερικής (Αργεντινή).
Το λογοτεχνικό-ποιητικό του έργο συμπεριλαμβάνεται στην Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια σύγχρονων Ελλήνων λογοτεχνών ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ, καθώς και σε πολλές ελληνικές και διεθνείς ανθολογίες ποίησης. Έχει αποσπάσει 90 διεθνή βραβεία ποίησης και ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες (ενδεικτικά αναφέρουμε, Τυνησία, Σερβία, Ιταλία, Κίνα, Ιαπωνία, Φιλιππίνες, Αγγλία, Ισπανία κ.α.). Στίχοι του μελοποιήθηκαν από Έλληνες συνθέτες και τα τραγούδια του υπάρχουν αναρτημένα στο Youtube. Ποιήματα και άρθρα του  έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες του Αγρινίου. Δημοσιογραφεί ως μόνιμος συνεργάτης στην τοπική εφημερίδα ΜΑΧΗΤΗΣ. Στο παρελθόν έχει εργαστεί ως ραδιοφωνικός παραγωγός σε τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Τέλος συμμετέχει ως ηθοποιός σε ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες της πόλης του Αγρινίου.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Γιώργος Γώτης, "Μετά την αρχή"





ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ


Δέντρα που ζουν με την ανάμνηση του δάσους
και του κήπου, τα λιγοστά πουλιά
που μέσα τους φωλιάζουν, νικητήριο
στέλνουν κελάηδισμα σκοτεινής προφητείας.



*    *    *



Σκόνης και φωτιάς ενδιαίτημα
τα περίφημα άστεα
εξορία μαχαίρι και αποδημία
στης ιστορίας τις σελίδες
με σπονδύλους να κείτονται πλέον βορά
στα αδηφάγα τα βλέμματα
φωτογραφικών μηχανών.
 

 
 
*    *    *



ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ


Μακάριος ο ευεργέτης που γνωρίζει καλά να αλλάζει
τον ήχο του κέρδους.



 *    *    *



Η πόλη καρφωμένη στων δρόμων της τον φράχτη.
Στης λεωφόρου τον ιστό αναρτημένη.
Λάβαρο μπορείς να τη σηκώσεις
και να την αποθέσεις, εν τόπω χλοερώ.
 

 
 
*    *    *
 

 
ΒΑΘΕΙΑ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ


Δρόμοι πλωτοί
ρήματα του νερού στις όχθες
ντυμένα την ορμή και του βυθού
τα μυστικά εφτασφράγιστα
να πλέουν στους αιώνες.
Των άγριων ημερών η αστραπή και το σκοτάδι
θα περάσει, φτερούγας άνοιγμα το φως
του ονείρου ηλιοτρόπιο ν’ ανθίσει θαμπά.
Στο σύννεφο το είδωλο της πόλης ελαφρύ.



 
*    *    *


Χρόνια και όνομα αργά θα πεις
φωνές χαμένες θα ξαναθυμηθείς
που πάντα σε συντρόφευαν
και ας ήτανε μακριά σου
μέσα απ’ τα μάτια τους θα δεις
τα χρώματα της μέρας.



 *    *    *




Από το ποιητικό βιβλίο «Μετά την αρχή», εκδ. Στιγμή, 2026.
Έργο εξωφύλλου − σχέδια: Βαγγέλης Διονάς.





Ο ποιητής Γιώργος Γώτης γεννήθηκε στην Ανδραβίδα το 1956. Σπούδασε στην Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Διάλογος (1978-1983) και Εκ Παραδρομής (1985-1992).
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Όρθρου βαθέος (1988), Φυσική ιστορία (1991), Κρυμμένη εικόνα (1999), Χρονογραφία (2007), Δίχως χάρτη (2011), More Veneto [Βενετικό Ημερολόγιο] (2013), Στοιχειώδη Σωμάτια (2015), Συγκλίνοντες άνεμοι (2018), Ταξίδι στη Σκιά (2021), Μικρές αγγελίες (2025) και Μετά την αρχή (2026), όλες από τις εκδόσεις Στιγμή του Αιμίλιου Καλιακάτσου.
Η συλλογή Χρονογραφία τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του περιοδικού Διαβάζω, το 2008.
Το 2016 τιμήθηκε με το Βραβείο Ιδρύματος Κώστα και Ελένη Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.
Ζει και εργάζεται ως οδοντίατρος στην Αθήνα.


Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μπαλτάς, "Στο μετερίζι του χρόνου"





*    *    *


Οι μηχανές ζητούν
καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Οι εργάτες είναι ήδη νεκροί.

Εν πολλοίς επικίνδυνοι
οι διάφοροι -ισμοί,
αλλά αυτός πια...
εξακολουθεί να διψά
παρά το τόσο αίμα!




*    *    *


Η ευτυχία είναι ένα κόκκινο μπαλόνι
μπλεγμένο στα ηλεκτρικά καλώδια
του κόσμου.




*    *    *


Είναι δύσκολο να γράψεις ένα ποίημα
που να λέει κάτι χωρίς να προσποιείται
ότι κάτι έχει να πει.




*    *    *


Υπόσχονται ανάπτυξη, επενδύσεις, κέρδη. Μιλάνε με πάθος για «άνοιγμα» στις πράσινες επιχειρήσεις και την τεχνητή νοημοσύνη, για ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και μείωση του πληθωρισμού.

Και το γεροντάκι, που ξεροσταλιάζει στο ΑΤΜ να πάρει τη σύνταξη του, βλέπει με πίκρα την ιστορία να επαναλαμβάνεται και, πρωτίστως, τους αχυρανθρώπους να αλλάζουν μονάχα μούρη, να γίνονται διαρκώς χειρότεροι χωρίς στάλα ντροπής, χωρίς φραγμό κανέναν.




*    *    *


Θυμάμαι τον παππού μου να λέει:
«Ο Μαμωνάς είναι φίδι,
μη σε ξεγελάει, απλώς αλλάζει δέρμα».

Πού να το φανταζόταν ότι πια
δεν χρειάζεται ούτε αυτό να κάνει,
ούτε η στάχτη στα μάτια δεν είναι
πλέον απαραίτητη που όσο να πεις
έδειχνε μια καπατσοτσύνη.

Όλα γίνονται φανερά και ξεδιάντροπα.




*    *    *


Είμαι πάντα στο πλευρό των ηττημένων. Όχι από οίκτο μήτε από εμπάθεια για τους πετυχημένους. Μα στο βλέμμα τους οι ηττημένοι κρύβουν μια ντομπροσύνη αψεγάδιαστη. Κακά τα ψέματα. Σήμερα, στις περισσότερες περιπτώσεις πίσω από τους πετυχημένους δεν βρίσκεις αλήθειες, παρά μόνο καμιά λοβιτούρα ξετσίπωτη και αρκούντως φινιρισμένη.



   *    *



Στο μετερίζι του χρόνου. Μια σοδειά πενήντα μικρών ποιημάτων για τον αλλοτινό ρομαντισμό και τη γλυκιά νοσταλγία, τη μνήμη και τον πόνο, τον έρωτα και την απώλεια, τη μοναξιά και τον θάνατο, την απαντοχή και τη ματαίωση, τη βουή της πόλης και την ανεκλάλητη σιωπή της νύχτας, την καθημερινότητα και το όνειρο, την ευθύτητα και την υποκρισία, την τρωτότητα και την τόλμη, το δίκιο και τη σήψη, την υπαρξιακή αγωνία και τους κοινωνικούς αγώνες. Μια σειρά πενήντα θραυσμάτων από τη ρωγμή του χρόνου που όλο και βαθαίνει.
Από την έκδοση





Από τη συλλογή «Στο μετερίζι του χρόνου», Οι Εκδόσεις Των Φίλων, 2026.
Έργο εξωφύλλου: Λάζαρος Κτενίδης, Το θρόισμα του χρόνου, μολύβι σε χαρτί, 2026.





Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι ποιητής, φιλόλογος και επιμελητής κειμένων. Γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Πραγματοποίησε προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, μικρά πεζά, δοκίμια και κριτικά κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και σε συλλογικά έργα. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα ιταλικά και τα γερμανικά. Έχει επιμεληθεί την ποιητική ανθολογία Η ποίηση ως πράξη αντίστασης (εκδόσεις Ειρήνη, 2026). Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές με πιο πρόσφατη την ποιητική συλλογή Στο μετερίζι του χρόνου (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2026).

Έργα του ιδίου:
Η Αρχή (Οσελότος, 2019)
Μελωδίες λήθης (Αποστακτήριο, 2021)
Το όνομα του έρωτα (Αποστακτήριο, 2022)
Περιγραφές του ανεκπλήρωτου (Κάκτος, 2022)
Τα λεπτά της σιωπής (Κάκτος, 2023)
Υπό καθεστώς ομηρίας (Μετρονόμος, 2025)
Στο μετερίζι του χρόνου (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2026)


Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Νεκτάριος Μπέσης, "Ο ύμνος του χαμένου"





Ο ύμνος του χαμένου


Στο σημείο όπου ξανάρχισα,
εκεί είναι.
Οι εκλάμψεις του φωτός,
η πρώτη και η τελευταία στιγμή που σε είδα,
η αγάπη που έδωσα και νόμιζα πως χάθηκε,
ακόμα και αυτή εκεί είναι.
Ένιωσα ευγνωμοσύνη για όσα έφυγαν,
για όσα δεν είναι πια εδώ,
ένας καφές στη σκοτεινή πλαγιά του βουνού,
τα βιολιά στην ημικυκλική αίθουσα,
να εκσφενδονίζουν τις σκέψεις,
πιο πάνω από το ταβάνι.
Προσπάθησα πολύ,
ξανά και ξανά,
να αφήσω τη ζωή μου να μην στάζει στο πάτωμα.
Ξέρετε κάτι;
Ίσως δεν κατάφερα τίποτα.
Ίσως, όμως, όσα έχασα,
να έγιναν μέρος μου.
Sic transit gloria mundi.
Όλα περνούν, μα ό,τι αγάπησα,
εκεί είναι.


                          Νεκτάριος Μπέσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Ettore Tito, «Breezy Day in Venice» (1895).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.




O Νεκτάριος Μπέσης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα όπου και ζει. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές, Η ορχήστρα του δάσους (Εκδόσεις 24 Γράμματα, 2017), Καταστρέφοντας τα χρώματα της νύχτας (Εκδόσεις 24 Γράμματα, 2018), Ο φύλακας των ανθισμένων δέντρων (Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2021) και Στη σκιά του ουρανού (Εκδόσεις Ενύπνιο, 2025). Ποιήματα και μικρά διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες ανθολογίες, λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες.