Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Χρήστος Μαρκίδης, "Ποιήματα"





ΤΩΡΑ ΨΗΛΑ


Τώρα ψηλά στηρίζεις
τον ιστό
ή χαμηλά στολίζοντας
το πρυμναίο κατάρτι
λάμνεις.
Σαν τον Ερμή αργάτη
έρχεσαι και πας
μέσα στων λαβυρίνθων
τα πολύπτερα
υποβρύχια κρίνα.




Κιννάβαρι, Άγρα 2009






ΣΤΟΧΕΥΟΝΤΑΣ


Στοχεύοντας το ηλιοβασίλεμα
αντάμωσα ανάμεσα της λύτρωσης
και του χαμού ένα αηδόνι.

Βουβάθηκες, μου είπε;
Χτύπα!

Πάγωσα μέσα στη θαλάμη
να υπομένω.





ΑΜΩΕΝ


Σήμερα που οι λέξεις
άδειασαν το νόημά τους
το αρχαίο επώνυμο
του πατρός μου
φαντάζει ακόμη
πιο άρρητο και φρικτό.
στοίχειωσαν μέσα μου
τ’ ασφοδίλια
και τα δοξάρια γίναν
χλωμά τριαντάφυλλα.

Αυτά είπε στρέφοντας
κατά τον νοτιά ο Ελάτιος.





ΠΕΤΡΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ


Κάποτε τα όνειρα δικαιώνονται
κάποτε παραμονεύουν
κάποτε σκύβουν και ρωτούν:
Ζεις; Για δεν ζεις;
Ζήσε! Να στοιχηθείς δεν θέλησες
Να μοιραστείς δεν ήρθες
στην αλχημεία της φωτιάς πορεύτηκες ολκός
σ’ ανυπεράσπιστα βλέμματα γεύτηκες ύδωρ
τρυγόνια νοερά, βρύσες λιμένων άντλησες
στης αγωνίας τον αχό εντοιχισμένα μάρμαρα
και δυστοπίες αιώνων συνόψισες
δόρατα φίλων, μνήμες νεκρών
κατηγορίες απίστων
με παρρησία κατήγγειλες.
Τέρατα ιερά, περιπολίες αγίων
χνάρια πολύφερνα, δόκανα χώματα
μνήματα αθύρματα, σώματα ασώματα.

Πέτρα την πέτρα σάρωσες μαρτυρικά στο γέρμα
Της ερημιάς το τρίστρατο και τα κρυφά μαντάτα.





ΞΥΠΝΗΣΑ ΜΕ ΒΡΟΧΗ


Ξύπνησα με βροχή
Κρατούσα λέει στα χέρια μου
ένα μεγάλο αίνιγμα φαιό ακίνητο
ωσάν τον ουρανό που αντίκρισα
ανοίγοντας με κρότο τα παραθυρόφυλλα.
Δύο εικοσιτετράωρα ο θεός
καταδέχτηκε να συνωμοτήσει στο νόημα
εκείνο των σαράντα ημερών, το μέγα.

Μα τα φαινόμενα ως είθισται απατούν
μέχρι το ποίημα να τραφεί
ήλιος ανέτειλε χλωμός, δεν συμφωνεί η φύσις.

Η βούληση από το συμβάν έτη φωτός απέχει.





ΕΞΟΔΟΣ


Αλλοπαρμένος γύρισες από τον Κάτω Κόσμο
Ήπιες νεράκι για χορό κρασί και πεντοζάλη
Ξεντύθηκες την άψινθο τα μαύρα ρούχα βγήκαν
Στολίστηκαν τα πέρατα μα ο νους ψυχομαχάει
Ψυχομαχάει και τέρπεται ψυχομαχάει και λέει
Πού είσαι μάνα του Μαγιού τεφτέρι του πελάγου
Να στείλεις νάμα στην ψυχή να σε μοιρολογήσει
Να σκάψεις λάκκο στον θορό να ποτιστούν τα σείστρα
Και με το νάϊ και να το ναι τα σήμαντρα να ηχήσουν.





Ποιήματα 1999-2020, Αρμός 2023





Πηγή για τα ποιήματα, η σελίδα του Χρήστου Μαρκίδη στο Facebook.
Πηγή για την εικόνα και το βιογραφικό του, η σελίδα του στη Βιβλιοnet.






Ο Χρήστος Μαρκίδης (1954-2026) γεννήθηκε στη Δράμα. Σπούδασε Ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1974-1979). Παρουσίασε τη δουλειά του σε δεκατέσσερις ατομικές εκθέσεις (Γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα 1984, 1987, 1990. Γκαλερί Ζαλοκώστα 7, Αθήνα 1987. Αίθουσα Τέχνης Αγκάθι, Αθήνα 1992. Αίθουσα Τέχνης Αθηνών 1995, 2001. Χώρος Τέχνης 24, Αθήνα 1995. Ζήνα Αθανασιάδου Art Gallery, Θεσσαλονίκη 1996. Πολύεδρο, Πάτρα 1997. Γκαλερί Titanium, Αθήνα 1997. Αίθουσα Τέχνης Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2002, Thanassis Frissiras Gallery, Αθήνα 2007, Gallery 7, Αθήνα 2022). Συμμετείχε σε περισσότερες από εβδομήντα ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Παράλληλα κυκλοφόρησαν τα ποιητικά του βιβλία, Μονόζυγο-Τέσσερα Σχεδιάσματα, Διάττων 1999 (εκτός εμπορίου), Έως, Διάττων 2001 (εκτός εμπορίου), Άτια στο σκοτεινό νερό, Εκδόσεις του Φοίνικα 2003 (εκτός εμπορίου), Αμώεν, Εριφύλη 2004 (εκτός εμπορίου), Κιννάβαρι, Άγρα 2009, Δράκων κατήλθες, Τυπωθήτω-Λάλον Ύδωρ 2013, Έρεβος ή το άλλο φως, Εκδόσεις του Φοίνικα 2020, Ποιήματα 2009-2020, Αρμός 2023. Επίσης τα δοκίμιά του, Επτά κείμενα περί Τέχνης, Εκδόσεις του Φοίνικα 2002, Κατάματα, Γαβριηλίδης 2005, 2014 και το λεύκωμα Χρήστος Μαρκίδης Ζωγραφική – Σχέδια (150 έργα και σχέδια & κριτικά κείμενα), Αρμός 2025.


Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Πέτρος Βελούδας, "Δύο ποιήματα"




Η ΦΥΓΗ


Όλα εφήμερα
μια κοπέλα φορώντας
ένα μαύρο μαντήλι
κρατάει το σώμα του φεγγαριού
τις νύχτες το φεγγάρι
δραπετεύει από τη θαλπωρή
της κοπέλας και κολυμπάει αμέριμνο
στα σωθικά μιας άγνωστης θάλασσας
Η κοπέλα με το μαύρο μαντήλι
στέκεται για ώρες στο λιμάνι
κλαίγοντας, αναζητώντας άλλα φεγγάρια
να κοιμηθούν στο δικό της κρεββάτι εκείνο
το ξύλινο, το φτωχικό
στα δακρυσμένα της μάτια
τώρα σαλπάρουν τα όνειρά της
Λίγο πιο πέρα από το λιμάνι
ένας γέρος ναυτικός φορώντας μαύρα γυαλιά
συνομιλεί με τον ήλιο
ο ουρανός τον περιμένει
με θαλπωρή να φτερουγίσει
ψηλά, ψηλά στην αιώνια χαρά…
Όλα αυτά μοιάζουν τα πρόσωπα,
σαν πρωταγωνιστές ενός εικονικού
θεατρικού έργου τα συνδέει μια φυγή…
Μια ανείπωτη λαχτάρα να δρασκελίσουν το αιώνιο
φορώντας ρούχα φθαρμένα από τις αναμνήσεις…
Η φυγή είναι μια φιγούρα
αεικίνητη,
τυλιγμένη με τον αγέρα του πόνου
τα μάγουλά της λευκό περιστέρι
που αναπαύεται σε ένα σύννεφο αγωνίας…
Όλα εφήμερα
μα αρκεί ένα φιλί
από το στόμα της ψυχής
να δώσει ζωή στην εφήμερη μα ηλιόλουστη… ζωή!





ΞΗΜΕΡΩΜΑ


Τα χείλη ματωμένα
από το φιλί του ήλιου
σπέρνουν στίχους
το χάραμα…
Διψασμένη υπομονή
που κοιτά αμέριμνη
τη σκιά μιας μοναξιάς,
τα βήματα του πόνου
ζωγραφίζουν χαμόγελα
στο ροδαλό σώμα της σιωπής…
Ξημέρωμα καπνός
από μεθυσμένα βαπόρια
και λιμάνια καημών
που θάλπουν τη συννεφιά της ψυχής…
Ξημέρωμα και το χνότο της θάλασσας
ανταμώνει με την αμμουδιά των σκέψεων.
Ένα καλοκαίρι να απολαμβάνουμε
τον καφέ μας
δίπλα στο ακρογιάλι
των νοσταλγικών μας αναμνήσεων!...


                                Πέτρος Βελούδας




Στην εικόνα: Anton Melbye, « A Seascape», 1854 (Statens Museum for Kunst).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.






Ο Πέτρος Κυριάκου Βελούδας γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1977. Είναι πτυχιούχος ανθρωπιστικών επιστημών του τμήματος Ελληνικού Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου Πατρών, παιδαγωγός με επιμόρφωση στην ειδική εκπαίδευση και παιδαγωγός προσχολικής αγωγής. Εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας. Έχει παρακολουθήσει επίσης σεμινάρια δημοσιογραφίας και είναι και δημοσιογράφος. Είναι Ευρωπαίος πρεσβευτής της ελληνικής ποίησης στην Ιταλία και στη Ρουμανία, στην Αργεντινή ακαδημαϊκός ποιητής με πανεπιστημιακή έδρα στην Παγκόσμια Ακαδημία ποίησης και φιλολογίας AMCL στη Βραζιλία. Μέλος των διεθνών ποιητικών σωματείων WORLD SOCIETY OF POETS-WSP, WRITERS UNION και της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων λογοτεχνών ΔΕΕΛ. Είναι εκτελεστικός διευθυντής στη συνομοσπονδία ποιητών Λατινικής Αμερικής (Αργεντινή).
Το λογοτεχνικό-ποιητικό του έργο συμπεριλαμβάνεται στην Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια σύγχρονων Ελλήνων λογοτεχνών ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ, καθώς και σε πολλές ελληνικές και διεθνείς ανθολογίες ποίησης. Έχει αποσπάσει 90 διεθνή βραβεία ποίησης και ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες (ενδεικτικά αναφέρουμε, Τυνησία, Σερβία, Ιταλία, Κίνα, Ιαπωνία, Φιλιππίνες, Αγγλία, Ισπανία κ.α.). Στίχοι του μελοποιήθηκαν από Έλληνες συνθέτες και τα τραγούδια του υπάρχουν αναρτημένα στο Youtube. Ποιήματα και άρθρα του  έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες του Αγρινίου. Δημοσιογραφεί ως μόνιμος συνεργάτης στην τοπική εφημερίδα ΜΑΧΗΤΗΣ. Στο παρελθόν έχει εργαστεί ως ραδιοφωνικός παραγωγός σε τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Τέλος συμμετέχει ως ηθοποιός σε ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες της πόλης του Αγρινίου.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Γιώργος Γώτης, "Μετά την αρχή"





ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ


Δέντρα που ζουν με την ανάμνηση του δάσους
και του κήπου, τα λιγοστά πουλιά
που μέσα τους φωλιάζουν, νικητήριο
στέλνουν κελάηδισμα σκοτεινής προφητείας.



*    *    *



Σκόνης και φωτιάς ενδιαίτημα
τα περίφημα άστεα
εξορία μαχαίρι και αποδημία
στης ιστορίας τις σελίδες
με σπονδύλους να κείτονται πλέον βορά
στα αδηφάγα τα βλέμματα
φωτογραφικών μηχανών.
 

 
 
*    *    *



ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ


Μακάριος ο ευεργέτης που γνωρίζει καλά να αλλάζει
τον ήχο του κέρδους.



 *    *    *



Η πόλη καρφωμένη στων δρόμων της τον φράχτη.
Στης λεωφόρου τον ιστό αναρτημένη.
Λάβαρο μπορείς να τη σηκώσεις
και να την αποθέσεις, εν τόπω χλοερώ.
 

 
 
*    *    *
 

 
ΒΑΘΕΙΑ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ


Δρόμοι πλωτοί
ρήματα του νερού στις όχθες
ντυμένα την ορμή και του βυθού
τα μυστικά εφτασφράγιστα
να πλέουν στους αιώνες.
Των άγριων ημερών η αστραπή και το σκοτάδι
θα περάσει, φτερούγας άνοιγμα το φως
του ονείρου ηλιοτρόπιο ν’ ανθίσει θαμπά.
Στο σύννεφο το είδωλο της πόλης ελαφρύ.



 
*    *    *


Χρόνια και όνομα αργά θα πεις
φωνές χαμένες θα ξαναθυμηθείς
που πάντα σε συντρόφευαν
και ας ήτανε μακριά σου
μέσα απ’ τα μάτια τους θα δεις
τα χρώματα της μέρας.



 *    *    *




Από το ποιητικό βιβλίο «Μετά την αρχή», εκδ. Στιγμή, 2026.
Έργο εξωφύλλου − σχέδια: Βαγγέλης Διονάς.





Ο ποιητής Γιώργος Γώτης γεννήθηκε στην Ανδραβίδα το 1956. Σπούδασε στην Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Διάλογος (1978-1983) και Εκ Παραδρομής (1985-1992).
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Όρθρου βαθέος (1988), Φυσική ιστορία (1991), Κρυμμένη εικόνα (1999), Χρονογραφία (2007), Δίχως χάρτη (2011), More Veneto [Βενετικό Ημερολόγιο] (2013), Στοιχειώδη Σωμάτια (2015), Συγκλίνοντες άνεμοι (2018), Ταξίδι στη Σκιά (2021), Μικρές αγγελίες (2025) και Μετά την αρχή (2026), όλες από τις εκδόσεις Στιγμή του Αιμίλιου Καλιακάτσου.
Η συλλογή Χρονογραφία τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του περιοδικού Διαβάζω, το 2008.
Το 2016 τιμήθηκε με το Βραβείο Ιδρύματος Κώστα και Ελένη Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.
Ζει και εργάζεται ως οδοντίατρος στην Αθήνα.


Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μπαλτάς, "Στο μετερίζι του χρόνου"





*    *    *


Οι μηχανές ζητούν
καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Οι εργάτες είναι ήδη νεκροί.

Εν πολλοίς επικίνδυνοι
οι διάφοροι -ισμοί,
αλλά αυτός πια...
εξακολουθεί να διψά
παρά το τόσο αίμα!




*    *    *


Η ευτυχία είναι ένα κόκκινο μπαλόνι
μπλεγμένο στα ηλεκτρικά καλώδια
του κόσμου.




*    *    *


Είναι δύσκολο να γράψεις ένα ποίημα
που να λέει κάτι χωρίς να προσποιείται
ότι κάτι έχει να πει.




*    *    *


Υπόσχονται ανάπτυξη, επενδύσεις, κέρδη. Μιλάνε με πάθος για «άνοιγμα» στις πράσινες επιχειρήσεις και την τεχνητή νοημοσύνη, για ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και μείωση του πληθωρισμού.

Και το γεροντάκι, που ξεροσταλιάζει στο ΑΤΜ να πάρει τη σύνταξη του, βλέπει με πίκρα την ιστορία να επαναλαμβάνεται και, πρωτίστως, τους αχυρανθρώπους να αλλάζουν μονάχα μούρη, να γίνονται διαρκώς χειρότεροι χωρίς στάλα ντροπής, χωρίς φραγμό κανέναν.




*    *    *


Θυμάμαι τον παππού μου να λέει:
«Ο Μαμωνάς είναι φίδι,
μη σε ξεγελάει, απλώς αλλάζει δέρμα».

Πού να το φανταζόταν ότι πια
δεν χρειάζεται ούτε αυτό να κάνει,
ούτε η στάχτη στα μάτια δεν είναι
πλέον απαραίτητη που όσο να πεις
έδειχνε μια καπατσοτσύνη.

Όλα γίνονται φανερά και ξεδιάντροπα.




*    *    *


Είμαι πάντα στο πλευρό των ηττημένων. Όχι από οίκτο μήτε από εμπάθεια για τους πετυχημένους. Μα στο βλέμμα τους οι ηττημένοι κρύβουν μια ντομπροσύνη αψεγάδιαστη. Κακά τα ψέματα. Σήμερα, στις περισσότερες περιπτώσεις πίσω από τους πετυχημένους δεν βρίσκεις αλήθειες, παρά μόνο καμιά λοβιτούρα ξετσίπωτη και αρκούντως φινιρισμένη.



   *    *



Στο μετερίζι του χρόνου. Μια σοδειά πενήντα μικρών ποιημάτων για τον αλλοτινό ρομαντισμό και τη γλυκιά νοσταλγία, τη μνήμη και τον πόνο, τον έρωτα και την απώλεια, τη μοναξιά και τον θάνατο, την απαντοχή και τη ματαίωση, τη βουή της πόλης και την ανεκλάλητη σιωπή της νύχτας, την καθημερινότητα και το όνειρο, την ευθύτητα και την υποκρισία, την τρωτότητα και την τόλμη, το δίκιο και τη σήψη, την υπαρξιακή αγωνία και τους κοινωνικούς αγώνες. Μια σειρά πενήντα θραυσμάτων από τη ρωγμή του χρόνου που όλο και βαθαίνει.
Από την έκδοση





Από τη συλλογή «Στο μετερίζι του χρόνου», Οι Εκδόσεις Των Φίλων, 2026.
Έργο εξωφύλλου: Λάζαρος Κτενίδης, Το θρόισμα του χρόνου, μολύβι σε χαρτί, 2026.





Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι ποιητής, φιλόλογος και επιμελητής κειμένων. Γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Πραγματοποίησε προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, μικρά πεζά, δοκίμια και κριτικά κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και σε συλλογικά έργα. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα ιταλικά και τα γερμανικά. Έχει επιμεληθεί την ποιητική ανθολογία Η ποίηση ως πράξη αντίστασης (εκδόσεις Ειρήνη, 2026). Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές με πιο πρόσφατη την ποιητική συλλογή Στο μετερίζι του χρόνου (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2026).

Έργα του ιδίου:
Η Αρχή (Οσελότος, 2019)
Μελωδίες λήθης (Αποστακτήριο, 2021)
Το όνομα του έρωτα (Αποστακτήριο, 2022)
Περιγραφές του ανεκπλήρωτου (Κάκτος, 2022)
Τα λεπτά της σιωπής (Κάκτος, 2023)
Υπό καθεστώς ομηρίας (Μετρονόμος, 2025)
Στο μετερίζι του χρόνου (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2026)


Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Νεκτάριος Μπέσης, "Ο ύμνος του χαμένου"





Ο ύμνος του χαμένου


Στο σημείο όπου ξανάρχισα,
εκεί είναι.
Οι εκλάμψεις του φωτός,
η πρώτη και η τελευταία στιγμή που σε είδα,
η αγάπη που έδωσα και νόμιζα πως χάθηκε,
ακόμα και αυτή εκεί είναι.
Ένιωσα ευγνωμοσύνη για όσα έφυγαν,
για όσα δεν είναι πια εδώ,
ένας καφές στη σκοτεινή πλαγιά του βουνού,
τα βιολιά στην ημικυκλική αίθουσα,
να εκσφενδονίζουν τις σκέψεις,
πιο πάνω από το ταβάνι.
Προσπάθησα πολύ,
ξανά και ξανά,
να αφήσω τη ζωή μου να μην στάζει στο πάτωμα.
Ξέρετε κάτι;
Ίσως δεν κατάφερα τίποτα.
Ίσως, όμως, όσα έχασα,
να έγιναν μέρος μου.
Sic transit gloria mundi.
Όλα περνούν, μα ό,τι αγάπησα,
εκεί είναι.


                          Νεκτάριος Μπέσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Ettore Tito, «Breezy Day in Venice» (1895).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.




O Νεκτάριος Μπέσης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα όπου και ζει. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές, Η ορχήστρα του δάσους (Εκδόσεις 24 Γράμματα, 2017), Καταστρέφοντας τα χρώματα της νύχτας (Εκδόσεις 24 Γράμματα, 2018), Ο φύλακας των ανθισμένων δέντρων (Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2021) και Στη σκιά του ουρανού (Εκδόσεις Ενύπνιο, 2025). Ποιήματα και μικρά διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες ανθολογίες, λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες.


Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Νικολέτα Τσιλίκη, "Τέσσερα ποιήματα"





Γυναίκα


Σάββατο βράδυ, αργά.
Ένα μπαρ,
γεμάτο
καπνό και άντρες.
Κάπου στη μέση εσύ,
ένας φάρος με κόκκινο φόρεμα.
Φαίνεσαι γυμνή, παρά ντυμένη.
Το ξέρω, σε ξεγυμνώνουν συχνά,
όχι πάντα με τα χέρια
αλλά με λέξεις, βλέμματα και υπονοούμενα.
Ζητούν το σώμα σου
και στήνουν παιχνίδια για να το κερδίσουν.
Στημένα ύπουλα και με δεξιοτεχνία.
Άκου λοιπόν: Δεν είσαι τίποτα άλλο
παρά το κόκκινο στη ρουλέτα τους.





Όταν δεν με αναζητάς


Όταν δεν με αναζητάς κρύβομαι,
στα λειψά βράδια της Κυριακής
Τριγυρίζω σε άνυδρους δρόμους,
γυμνή και γκρίζα σε άδεια πόλη.
Οι αποχαιρετισμοί όπλα με σιγαστήρα
αθόρυβη η εκτέλεση
πιο φονική η αναμονή.
Το ψύχος της στιγμής που δεν θα αναστηθεί
εσύ που δεν με αναζητάς.





Αδράνεια


Παγωμένο σώμα, αδρανές.
Σα νεκρό μέσα στην κάσα.
Σε βλέπω να λυπάσαι,
σαν όντως να πέθανα.
Χαμογελάς με τα χαρακτηριστικά λακάκια σου
γεμάτα παγωτό βανίλια,
άσπρα σαν την γαρδένια της τελευταίας γλάστρας,
που άφησες να μαραθεί στο μπροστινό μπαλκόνι μας.
Από τα μεγάφωνα της εκκλησίας ηχεί:
«Ένας κρετίνος που γελά, παριστάνοντας τον άνθρωπο».





Τα αλμυρά κύματα


Η αλμύρα της θάλασσας πάνω στο πρόσωπό μου,
κυλάνε τα κύματα πελώρια από τα μάτια μου.
Στο πάτωμα χαρτιά σκισμένα
με σκέψεις που δεν μοιράζονται.
Το μαξιλάρι μούσκεμα από τα κύματα
και στο κομοδίνο ένα γιασεμί,
μήπως και μπορέσει να κλείσει η πληγή.
Ναι αυτή, που κάθε βράδυ ουρλιάζει σαν πεινασμένος λύκος.
Τι ήχο κάνει η καρδιά όταν την ξεριζώνεις;
Δεν ήξερα, μέχρι τη μέρα που έφυγες.



                                        Νικολέτα Τσιλίκη




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Egon Schiele, «Kneeling Female in Orange-Red Dress» (1910).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.




Η Νικολέτα Τσιλίκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στην Ειδική Αγωγή και στη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας. Ασχολείται με τη συγγραφή ποιημάτων, διηγημάτων και επιστημονικών άρθρων.


Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Κωνσταντινος Μαρκογιάννης, "Ίχνη φωτός"





Προορισμός


Το ξέρω κουράστηκες…

Θέλεις απλώς να κοιμηθείς
έναν ύπνο δίχως όνειρα.

Δίχως εφιάλτες…

Αόρατος αν μπορούσες θα γινόσουν.
Απαλλαγμένος απ’ της ύλης τα δεσμά.

Ατάραχος και ανέμελος
θα περιπλανιόσουν…

Από σπίτι σε σπίτι.
Από άστρο σε άστρο.

Χωρίς σκοτούρες.
Χωρίς σκοπό.

Ενίοτε θα μεταμορφωνόσουν
σε δέντρο, πεταλούδα…

Άλλες φορές θα γινόσουν
σύννεφο, βροχή.

Ναι, αν μπορούσες
θα τα θυσίαζες όλα…

Έρωτες, φίλους, οικογένεια.
Μικρές και μεγάλες απολαύσεις.

Άλλωστε τι είναι η ζωή
μπρος στην αιωνιότητα;

Για σκέψου το λιγάκι…

Είναι το ταξίδι που αξίζει
ή ο τελικός προορισμός;





Στα Όνειρα


Μου λες όλα είναι μάταια
Εφήμερα…

Ίσως, σου λέω
Ίσως…

Όμως στα όνειρα
Η ψυχή μεταμορφώνεται
Παίρνει πολύπλοκη μορφή

Ο πατέρας γίνεται άνεμος
Η μητέρα είναι δέντρο
Με πέτρα μοιάζει η αδερφή

Οι σκέψεις θυμίζουν σύννεφα
Οι ήχοι πετούν σαν πεταλούδες
Τα αισθήματα στάζουνε βροχή

Μέσα στα όνειρα
Τα πάντα μεταπλάθονται
Ξαναγεννιούνται

Τίποτα δεν πεθαίνει
Τίποτα…





Ωδή στη Μοναξιά


Ω Μοναξιά
Μούσα της έμπνευσης
Πηγή δημιουργίας
Πιστή μου φίλη
Μάνα, ερωμένη, αδερφή

Ω Μοναξιά
Πάμε μαζί να φύγουμε
Μακριά απ’ τα πλήθη
Τα ψεύτικα χαμόγελα
Τους άσπονδους φίλους και εχθρούς

Κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό
Περίπατο εσπερινό θα πάμε
Η Πούλια θα μας οδηγεί
Το ολόγιομο φεγγάρι

Πιασμένοι χέρι χέρι
Σε αρχαίο τύμβο θα αναπαυτούμε
Θα αφουγκραστούμε σιωπηλά
Τα δέντρα και τους νεκρούς

Θα ψιθυρίσει ο άνεμος…
Θα μας δροσίσει η βροχή…





Από τη συλλογή «ίχνη φωτός», εκδ. Βακχικόν, 2021.






Ο Ελληνοαυστραλός εικαστικός-ποιητής-ερευνητής Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης γεννήθηκε στη Θεσ/νίκη στις 2 Ιουλίου 1977. Είναι απόφοιτος του Κολλεγίου Anatolia με πανεπιστημιακές σπουδές στην εικονογράφηση και τη φωτογραφία και διδακτορικό τίτλο στις καλές τέχνες.
Έχει συνεργαστεί με αξιόλογους καλλιτέχνες, συγγραφείς και αρχιτέκτονες. Έχει συμμετάσχει σε σημαντικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 'Έργα του έχουν διακριθεί σε διεθνείς διαγωνισμούς. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί σε διάφορες γλώσσες. Κείμενα και κριτικές του έχουν παρουσιαστεί σε Ελληνικά και ξένα έντυπα και ιστότοπους. Εικαστικά του δημιουργήματα κοσμούν συλλογές μουσείων και βιβλία του βρίσκονται στα ράφια γνωστών βιβλιοπωλείων.
Κύριο χαρακτηριστικό της δουλειάς του είναι η έντονη διάθεση πειραματισμού: εκφραστικά μέσα όπως η φωτογραφία, το κολάζ και η ποίηση συνομιλούν και παντρεύονται μεταξύ τους. Τα θέματα που κυρίως τον ενδιαφέρουν έχουν να κάνουν με την εξερεύνηση του ανθρώπινου ψυχισμού, τον υπαρξισμό, τα αρχέτυπα, τη μνήμη, την ταυτότητα, τον θάνατο, την πνευματική αναζήτηση, τον διαθρησκειακό διάλογο και τη διεύρυνση της συνείδησης.

https://linktr.ee/konmark


Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "«Το κύμα», «Υστερόγραφο», «Δύσκολος δρόμος»"





ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΣΕ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΛΑΔΙΜΗΡΟ ΠΟΥΤΙΝ


Χειρότερος ο κόσμος γίνεται.
Αρκεί μια σπίθα για να σβήσει.
Και συ στο μαύρο σου σκοινί ακροβατείς.

Καμιά Ρωσία δεν λαμπρύνουν τόσοι θάνατοι.

Καμιά πατρίδα τόσο αίμα.


Αυτά σου έγραφα τότε,
ανάμεσα σε άλλα, Βλαδίμηρε.

Δεν ήτανε περίπατος.
Κρατάει κοντά τέσσερα χρόνια τώρα
ο πόλεμος. Κι εγώ επιμένω
να σου γράφω, όχι από αφέλεια
(δεν κυβερνούν
ανάκουστοι κελαηδισμοί τον κόσμο,
δεν γράφουν ποιητές την ιστορία) αλλά
από επίγνωση και άχτι για το αίμα,
το αθώο αίμα,
που τρέφει αυτό το ποίημα.

Νιώθω πως τρέφομαι με πτώματα, Βλαδίμηρε,
αντί με τα πουλιά να τραγουδώ
και των παιδιών τα γράμματα στο Ροβανιέμι
να πηγαίνω.

Ξέρω πόσους ποιητές αφάνισε το Αρχιπέλαγος
και πόσους στη σιωπή τούς καταδίκασε.
Είμ’ ένα τίποτα μπροστά σου
όπως και τόσα άλλα
σαν εμένα σύννεφα με παντελόνια.

Στον κόσμο της ζούγκλας ο λέων είσαι
κι εγώ ο χτύπος μιας καρδιάς
που πάντα σ’ έν’ άλλο στήθος
πιο φτενό θα καταφεύγει.
Και τούτο δεν αλλάζει όσα
                   κι αν κοκορίζουνε ορνίθια.

Ακόμη απορώ με όσους πιστεύουν
πιο δυνατό τ’ αηδόνι απ’ τον κίρκο.

Κόλακες του Θεού    αντί
για φίλους του Ιώβ, αληθινούς, τους λογαριάζω.

(Θυμηθείτε με.
Έρχονται αηδόνια, ποιητές
που το δικό μας θα ’χουν πρόσωπο
                                      μα όχι την καρδιά μας.
Κι εμείς
σε κάποιο Αρχιπέλαγος, παλιών καιρών φαντάσματα,
τις αλυσίδες μας θα σέρνουμε.)


                                         Μάτι, 15.11.2025





ΤΟ ΚΥΜΑ


Πάνω σε τούτη την κορφή
κοιτάζεις πίσω    τη θάλασσα
του παρελθόντος. Κι απορείς.
Μα θα ’πρεπε;

Ήταν δύσκολα τα χρόνια τότε
− και πότε δεν ήσαν.
Χελώνες αργοκίνητες οι δείχτες
στα ρολόγια. Και συ
ανυπόμονος
−ω, πόσο ανυπόμονος, Θεέ μου−
βιαζόσουν
να διαβείς τις Συμπληγάδες,
τον δύστροπο κάβο των καιρών
γοργά ν’ αφήσεις πίσω σου    λες
και τα πάθια μας τελειώνουν κάποτε
σε τούτη τη ζωή    κι αναπαμός
πριν απ’ τον θάνατο μας περιμένει
σαν παραδείσιος γιαλός τον ναυαγό
που ξέρασε
ο μανιασμένος Λεβιάθαν.

Τώρα οι ίδιες ώρες    οι ίδιοι δείχτες
συμπυκνώθηκαν σ’ ένα κύμα
τόσο σφοδρό
                        τόσο γρήγορο
που δεν κατάλαβες
πώς σ’ άρπαξε και σ’ έφερεν εδώ    τόσο κοντά,
μια ανάσα μόλις,
απ’ τον Κήπο της Ενθύμησης.


                                         Μάτι, 17.11.2025





ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ
[απ’ το ημερολόγιο του Ήφαιστου Μυρίνη]


Επειδή σ’ αγαπώ, έγινα καλόγερος, Κυρά μου.
Μέσα στον κόσμο και τον θόρυβο σε χάνω.
Ξεχύνουν τον μαύρο τους καπνό οι καμινάδες.
                                          Δεν αντέχει
κάτω από τέτοιον ουρανόν ο χορευτής.
                                Παγώνει ο χορός.
Η φωτιά σβήνει
κι ο σεπτός κύκλος των ψυχών μας γύρω της
κλονίζεται    καθώς
σαράφηδες και μεταπράτες τον πατούν.
 
Κι οι πειρασμοί
τον θησαυρό εξανεμίζουν του ανθρώπου
σ’ εφήμερα βαγιόκλαδα.
 
Κόρη απάρθενη του Μάγου
μες στις βραχείες λίστες σε στριμώχνουν
και σε σχολειά σε στέλνουν
για να μάθεις τί, ω υπερούσιο μυστικό;

Θέλει ανδρεία, τόλμη ν’ αποσύρεσαι.
Δύσκολος δρόμος
να παρακάμπτεις τις Σειρήνες,
η βλάβη να ’σαι μες στ’ αλάνθαστα ρολόγια
και παραβάτης σε χρόνους χριστιανούς.

Μα τρόπο δεν έχω άλλο
σ’ αυτούς τους άξεστους καιρούς
που οι κένταυροι πληθαίνουν    και οι άνθρωποι
μέρα τη μέρα λιγοστεύουν.

Ας χαθώ εγώ
μα εσύ Αρχόντισσα, Κυρά να παραμείνεις θέλω
κι ανάστροφο ψάρι στον καιρό.
Γι’ αυτό μες στο κελλί μου τώρα υπομένω.


                                         Μάτι, 12.12.2025

                     Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης





Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: J.M.W. Turner, «Slave Ship» (1840).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.





Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Ασημίνα Λαμπράκου, "όπου πρωτοσύλλαβος καρπίζει Λάδωνας στο έμπα της Λαμίας" (προδημοσίευση)




όπου
πρωτοσύλλαβος καρπίζει
Λάδωνας στο έμπα της Λαμίας


[Η κουκουβάγια δεν τρώει μοσχάρι]


Ήλιος μπαταχτσής
Δε βρίσκεις;
Απλώνεται στα μνήματα ξερός
Μην βρει φαγί η κουκουβάγια
Κι η φίλη η σελήνη

Καλόγεροι  Το λούπινο
             Το κολοκύθι
                           Η μελιτζάνα

Α να σε δω στο ύστερον
Πώς φτιάχνεις κρέας με λαχανικά
Να στρώσει το στομάχι





[χοές]


Κέρβερα νέφη
και φως – για ένα θαύμα αρκετό
Τότε ζυγιάστηκε η ανεμώνη
Φόρεμα εφόρεσε άραχλο
στη μεγάλη θέση αρχόντεψεν
ακολουθήσανε χορτάρια,
λευκά κανελλολούλουδα
σαν κατακάθι χρόνου

Πέτρα ναρδοκαρβούνισε
ολόρθη η γυναίκα

γουργούρισεν ο γκιώνης
μακριά μέσα στο πεύκο

κι εχ!

Μωρέ πώς σάλεψες
ήλιος αμπόρεγος

μαύρο σκυλί στην πόρτα.





[θρηνητικό γαρύφαλλο]


Άι του θρήνου γαρύφαλλο εσύ!
τη μέρα μαραζώνεις
μοσχοβολάς ολονυχτίς
με τα γκρενά σου πέταλα
το φέγγος το θαμπώνεις

σαν έβγει ήλιος στο βουνό
κλείνεις το παραθύρι
στρέφεις λαιμόν αριστερά
δεξιά τόνε διπλώνεις

το μαξιλάρι σέρνεις στη σκιά
με τ’ όνειρο μαλώνεις:

«έλα μου όνειρο οξύ
στην γλύκα μη μ’ αφήνεις
’τι απ’ το μικρό γιατάκι μου
δρόμον εσφάλησε μακρύ
βαθιά στο κοιμητήρι

’σφαλείς μου και τα μάτια μου
πάνω τους να βραδιάζει
να ρθει ο κεραυνός πρωί
κ’ η πλάση να φωτίσει
να μείν’ η νύχτα απλήγωτη
το σκότος μη ραγίσει

να ’ρθουν και τα φτεράκια μου
το μίσος για να πάρουν

’τι ’ν’ η αγάπη μάλαμα
την αμποδάει η χλεύη!»





[πρόσεξη]
ή
[τα πριν το «ρο» - πάθη]


είπες, πόρνες
από του παράθυρου το «π»
συμφερότερο το ποίημα ν’ αρχινήσει, ξεστράτιζα

κι είπες πάλι: αγαπήστε μας
δες στέρεη πώς από σοβά σχισμένο
φλούδα ξεκινάει, ξεστράτιζα ξανά

άνοιγμα γκρεμισμένο η περίκλειστη αυλίτσα
μουρμουρητό έπιανε μονόχορδο τραγούδι:
κόστος θανάτου ρίζα
ή μην
κόστος θανάτου ρίζα;

στο ζάρι να παιχτεί; πες!
κι όπως απάντηση ζητούσα
ίδια συνέχιζα:

κότσυφας που
γέννας πρώτης φτεράκι αφήνει
στου παράθυρου το γυάλινο
κοντανασαίνει προς στιγμήν
στ’ αυλάκι καταγής
κι έπειτα βολήν εκτελεί
εις την ελευθερίαν πτήσης;

ή…
σκυλί που
την πληγή την γλείφει
από λάμπες κάτω άφωτες
κι ύστερα στο κατόπι
τη σκιά ακολουθεί
μιας νύχτας φεγγερής
μ’ αφρόντιστο φεγγάρι;

κι αν ζωάκι – τι; σκαντζόχοιρος;
π’ απλώνει μαζεύει πλησιάζει και πέρα κυλάει
ν’ αγγιχτεί και μην
μα πάντως σκληρά ν’ αγγίξει
πνεύμα – πικρής πνοής το φλέγμα
ίδιο το βλέμμα του τυφλού
σ’ αγέννητο φεγγάρι

κι αν ανθός;
χειμωνανθός ή μήπως ρόδο
που περιμένεις να φανεί
μ’ αγκάθι λυτό στεφάνι
σε ουρανό κάποτε ν’ αναληφθεί
άγιος κύριος ποδηγέτης αγκαθερός
στης πλατείας τη γωνιά
καμένου ήλιου την πρόσεξη χλευάζοντας, να λέει:

ρίζα θανάτου κόστος

το νου σου… εγώ θα ζήσω!





[κήπος γαλανός το μνήμα]


Κήπος γαλανός το μνήμα·
πυρώδης βάρβαρος,
ξένος πια,
σκιά πάνω στο χώμα
ο σκύλος.

Δες πώς όμορφα
δένει ο ήλιος την τσιμεντοκοιλάδα·
στα ριζά εδώ,
μυρμήγκια αλογοκέφαλα
τρώνε κρυφά την πέτρα.

Κοτσύφια, νεροκότσυφα,
κουρούνες και σπουργίτια
μέσα φωλιάζουνε,
βαθιά στο κυπαρίσσι·
πυκνό σηκώνει ιστό κάποια αράχνη

Μα έλα τώρα, ποιητή,
σήκω, μίλα:
πώς γειτονεύετε εσύ και το μνήμα;

επήρε ο γεροντόλυκος
δυο χρόνους του θανάτου.

Μονή ξασπρίζει αυγή
μες στην αυλή η Αγαύη.





σχόλιο στον τίτλο καθώς άλλη η πρώτη σκέψη:


29 05 2026  5 πμ
 
Ανακούρκουδος σηκώθηκε βοριάς στης πόλεως την άκρη
Κι όπως τα βαγόνια έσυρε ο προαστιακός στις ράγες
εγέμισεν η κάμαρη
της Κωπαίδας καπνοχώραφα
για νάρθει διακονιάρα έμπνευση
στης σκέψης τα κελιά:
 
Όπου ο Λάδωνας αρχίζει ή ανθίζει από το λάμδα της Λαμίας
ή, καλύτερα:
Όπου ο Λάδωνας/ καλπάζει πρωτοσύλλαβος / στο έμπα της Λαμίας //
Καρπίζει, όχι καλπάζει! Ή μήπως… ναι;
 
Κι εν τέλει:
 
όπου
πρωτοσύλλαβος καρπίζει
Λάδωνας στο έμπα της Λαμίας
 
Κι έπειτα, συνειρμών και τυχαιότητας σηκώθηκαν οι εκδοχές,
απάντηση να δώσουν όπου
μονάχα νοιάξιμο κι αγάπη μιαν κάποια εξήγηση μπορεί και να κερνάνε.





Στην εικόνα: Ασημίνα Λαμπράκου, «θρηνητικό γαρύφαλλο».

Το ποίημα «[χοές]», πρωτοδημοσιεύτηκε στο παρόν ιστολόγιο (19.5.2026).
Το ποίημα «[θρηνητικό γαρύφαλλο]» προδημοσιεύτηκε στον «Χαρτοκόπτη» του Γ. Χ. Θεοχάρη, άνοιξη 2022.
Το ποίημα «[πρόσεξη] ή [τα πριν το «ρο» - πάθη]», προδημοσιεύτηκε στο Ανθολόγιο 2021, Εφ’ ενός γίγνεσθαι; 2, (Κ. Θ. Ριζάκης - Σ. Γρ. Σταμπουλού), εκδ. Ρώμη 2021.
Τα ποιήματα «[Η κουκουβάγια δεν τρώει μοσχάρι]», «[κήπος γαλανός το μνήμα]» και «σχόλιο στον τίτλο καθώς άλλη η πρώτη σκέψη», δημοσιεύονται για πρώτη φορά.

Όλα τα ποιήματα θα συμπεριληφθούν στην υπό έκδοση ποιητική συλλογή: όπου πρωτοσύλλαβος καρπίζει Λάδωνας στο έμπα της Λαμίας, της Ασημίνας Λαμπράκου.