Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Σταύρος Σταυρόπουλος, "Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου"

 




ΠΛΕΥΡΑ Α΄


ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


            Ένα βράδυ κάθισα την Ομορφιά στα
                        γόνατα μου.
            Και τη βρήκα πικρή. Και την έβρισα.

                               − ARTHUR RIMBAUD
                                 
Μια εποχή στην κόλαση


ΔΕΝ ΞΑΝΑΠΑΩ ΣΤΗ ΜΑΡΙΝΑ ΑΛΙΜΟΥ, ακούς, δεν ξαναπάω, εκεί πάνε οι τακτοποιημένοι, όλοι οι σκαφάτοι, εκεί πάνε οι γιάπηδες, έχουνε κάνει τις γκόμενές τους γιοτ και ιστιοφόρα και κορδώνονται, … Βερόνικα, Αναστασία, Πόπη, Σοφία, Άντζελα, Μαργαρίτα, Ντανιέλα…, παντού γυναικεία ονόματα βλέπεις, σ’ όλα τα κρουαζιερόπλοια, κι εγώ δεν έχω πλεούμενο να το βαφτίσω, για να του δώσω τ’ όνομα σου.
    Χάθηκα απ’ τον καιρό που σ’ έχασα. Πού να φανταστώ ότι έπρεπε πρώτα να χαθώ για να με βρω. Έχουν δίκιο αυτοί πού υποστηρίζουν ότι ο καλύτερος τρόπος για να πας μπροστά είναι να πας πρώτα πίσω για να πάρεις φόρα.
    Αυτό δεν ήταν φόρα όμως, κατηφόρα ήταν.
    Θυμάμαι στην αρχή, πριν σε γνωρίσω, στεκόμουνα, πατούσα γερά. Όταν σε γνώρισα, πέταγα. Οι πτώσεις άρχισαν μετά. Βουτιές στο κενό.
    Ήτανε βλέπεις θέμα αναπνοών η σχέση μας. Αέρα. Πήγαν να σκάσουν τα πνευμόνια μας από την ασφυξία. Άσε πια εκείνο το τραγούδι της Μάνου που μου ’λεγες συνέχεια, χαμήλωσε, από ψηλά δε ζωγραφίζονται τα όνειρα, πρωί βράδυ. Χαμήλωσα κι εγώ, αλλά φαίνεται χαμήλωσα περισσότερο απ’ όσο άντεχα, αφού δεν έβλεπα ουρανό ούτε με κιάλι.
    Ρούφηξες την ψυχή μου και δεν έπρεπε. Ξέρεις, η ψυχή δεν κρύβεται, δεν παίρνει κόλπα, δεν είναι λαιμός να τον σκεπάζεις, με ρούφαγες τις νύχτες και με ρωτάγαν όλοι το πρωί γιατί φοράω μαντήλια.
    Από τότε ψάχνω να σκεπάσω τα σημάδια που μου άφησες, αλλά πες μου, κρύβεται η ψυχή με μαντήλια, όχι πες μου κρύβεται; δεν κρύβεται.
    Ήσουν των διαχωριστικών γραμμών, των αντιθέσεων. Εγώ των συνθέσεων. Πώς να ταιριάξεις έπειτα το άσπρο με το μαύρο, είναι και ζήτημα αισθητικής.
    Και με την Τέχνη δεν τα πήγαινες καλά εσύ. την ζήλευες. Ίσως γιατί την είχες στερηθεί. Ίσως γιατί σε ξεπερνούσε. Ίσως γιατί την αγαπούσες πολύ.
    Σκέπασες με σύννεφα τη ζωή μου, αλλοίωσες τα πλάνα μου, γίνανε όλα γκρο, μεγέθυνες τα όνειρα, τα ’κανες κόκκινες καυτερές πιπεριές, how long, how long will I slide, separate my side, Ι don’ t believe it’s bad…, τι άλλο ζητάς, ε;
    Ζητάς υπερπαραγωγές, και μένα οι ταινίες μου ασπρόμαυρες, μικρού μήκους σαν τα πεζά μου, χάνουν τον προσανατολισμό τους και βγαίνουν έξω απ’ το πανί, στο περιθώριο, σαν και τα χρόνια που ζήσαμε, λειψά και άνυδρα, παραδίνονται στην ιστορία.
    Θέλω να σε εκπνεύσω, να βγεις από μέσα μου, να σε πετάξω. Και δεν μπορώ. Δεν γίνεται.
    Ευτυχώς που αντέχω. Ευτυχώς που αντιστέκομαι.
    Φαντάσου δηλαδή να έκανα κι εκείνο το μυθιστόρημα, πλάκα θα ’χε, δε θα μπορούσα να χωρίσω τα κεφάλαια, θα ’μπαινε το ένα μέσα στ’ άλλο και θα γινόταν πανικός, θα τρέχανε τα νοήματα όλα παραπόταμοι στην κεντρική σου αρτηρία, θα ξεχειλίζανε οι σελίδες ιστορίες, τέτοιο μπέρδεμα, κι άντε μετά να τις μαζέψεις για να τις καλουπώσεις.
    Οι δικές μου ιστορίες κουβάρι, δεν μαζεύονται.
    Γεμίζουν πλατείες, ειρηνικές διαδηλώσεις της Αριστεράς.
    Διαμαρτύρονται.
    Λένε για σένα στη διαπασών.
    Σαν χαρντ ροκ συγκρότημα.
    Για σένα και το μελάνωμα.
    Αυτό που απόμεινε της θλίψης.
    Της τελευταίας, καινούργιας ζάλης.
    Εκείνης της εποχής, since I’ve been loving you.
    Άλλωστε, τι σχέση έχω εγώ με ιστορίες, εποχές και τέτοια, τι θέλεις να σου πω τώρα; ότι μ’ αρέσουνε; αφού δεν μ’ αρέσουνε, δε με τραβάνε οι σελίδες τους, μόνο εσύ με τραβάς, μόνο εσύ με καταλαβαίνεις, κι ας χωρίσαμε, ας ξέχασες τη γιορτή μου, ας μη σε βρίσκω στο τηλέφωνο, ας μην περνάς πια απ’ τα στέκια, ας μη σ’ αρέσει ο Robert Plant, ας ακούς κρυφά Στέρεο Νόβα, ας προτιμάς άλλα νησιά απ’ τη Νάξο, ας κάνεις πως δε σε νοιάζει, ας λείπεις, μόνο εσύ μυρίζεις νυχτολούλουδο, μόνο εσύ μου θυμίζεις τους δρόμους του Μοσχάτου, μόνο εσύ μου παραγγέλνεις όνειρα, μόνο εσύ δε βάφεις τα χείλη σου με κραγιόν, μόνο εσύ με χορταίνεις, cause nothincompares, nothincompares 2 u, οι άλλες όλες είναι διαφορετικές, πώς να σ’ το πω, φίνες αλλά μιας χρήσης, όπως κι οι ώρες που είχες δει να ζουν σε μέρες ξένες, μοιάζουν μ’ αυτές που αγάπησες, πουτάνες κι ερωμένες, είναι γαλάζιες ερωμένες, όλες βήτα, μυρίζουν αλλιώς, σκεπάζουν τα πρόσωπά τους με μακιγιάζ, τις φωνάζουν με άλλα ονόματα και τις νύχτες γυρίζουν πλευρό.
    Χτυπάς κόκκινο, εγώ χτυπάω καφέ.
    Το σαξόφωνο του «I Love You more than You’ll ever Know» των Blood Sweat and Tears μού σκίζει τα σωθικά, ουρλιάζει μέσα στ’ αυτιά μου πρόστυχες μελωδίες.
    Το ρευστό και καταλυτικό του ριφ ξετυλίγεται δαιμονικά, διπλώνεται στα δύο, πονάει, θυμάται, σταματά, λυτρώνεται, ξαναρχίζει, μετατρέπεται σε πάσχουσα προσωπικότητα, σπαρταράει, τρέμει από πυρετό, παραπατάει, νιώθει, μεθά, χωρίζεται, μέχρι να γίνει τελικά κάτι σαν οδυρμός ή ουρλιαχτό ζώου και να σηκωθεί σχεδόν απολογούμενο, οργισμένο, ζητώντας να βρει άλλους ήχους, απαιτώντας να δει περισσότερες από τρεις διαστάσεις.
    Κι όταν μπαίνουν και τ’ άλλα πνευστά βασανιστικά αργά, σαν πατημασιές σε νωπό χώμα, οι ισορροπίες κλωτσάνε.
    Είναι η μοιραία κατάληξη.
    Το μπλουζ κυλάει εφιαλτικά για οκτώ σχεδόν λεπτά, σέρνεται, γίνεται επιθανάτιος ρόγχος, μπερδεύεται με σένα, βυθίζεται στο αίμα μου, μαζί του βυθίζομαι κι εγώ.
    Χορταίνω τα χρώματα. Βουλιάζω.
    Στις άκρες των δρόμων. Στις τελευταίες λύσεις. Σε μαύρα χρώματα.
    Σε θυμωμένες ματιές. Σε γεμάτα τασάκια. Σε τσιγάρα Chesterfield.
    Σε ηλιοβασιλέματα στο Ημεροβίγλι. Σε περιοδικά Αθηνόραμα. Σε ταινίες του Kieslowski. Σε τριμμένα τζιν.
    Στις ζωές των άλλων.
    Γιατί εμείς δε ζήσαμε. Δε φτάσαμε.
    Εφτά χρόνια και δε φτάσανε. Να φτάσουμε.
    Ήταν πειραγμένη η τράπουλα από πριν, κι εγώ πολύ μικρός για να την ξεμπερδέψω. Στημένος αγώνας πυγμαχίας είχε γίνει η ζωή μας και πέφταν τα στοιχήματα βροχή.
    Σ’ το ’λεγα πάντως από νωρίς. Σ’ το φώναζα με τραγούδια:

    Βa-by, baby, baby I’m gonna leave you,
    leave you when the summer comes…

    Τελικά χειμώνα χωρίσαμε. Στις προγνώσεις καιρού μηδέν. Μετεωρολόγος έπρεπε να γίνω και να λέω το δελτίο καιρού στο Mega.
    Love will tear us apart, ούρλιαζα μαζί με τους Joy Division και σ’ έπιανε υστερία, making love out of nothing at all εσύ, αυτό το out of nothing at all έφταιγε, αυτό μας έφαγε, ακουγόταν πολύ ακραίο για να αντέξει.
    Βαδίζαμε πάνω σε τεντωμένο σκοινί σαν ακροβάτες φτηνού τσίρκου.
    Πώς δε σκοτωθήκαμε;
    Ή μήπως σκοτωθήκαμε;
    Θυμάσαι;
    Θυμάσαι τότε που πέρασα ανάμεσα από δύο τρακτέρ;
    Είχε χαθεί ο έλεγχος. Απ’ την αρχή.
    Είχαν νικήσει τα ένστιχτα. Οι μαγικές εικόνες. Τα άλικα όνειρα.
    Τώρα, νυχτώνει νωρίς.
    Κι όταν βλέπω κουνέλια στο δρόμο, σε θυμάμαι.
    Αλλά δεν τα πατάω.
    Δε θέλω να λερώσω τα λάστιχα.


 


ΤΡΙΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

            One of these mornings
            you are gonna rise up singing,
            spread up your wings
            and take, take to the sky…

                          JANIS JOPLIN
                              «Summertime»

 

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΙΣΜΕΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, που σκόρπιες,
απελπισμένες, σελίδες χαρτιού, προσπαθούν να ξεφύγουν στον χρόνο, λέει,
πως σε κυνηγούσα αλαφιασμένος τις νύχτες, μέσα από χρωματιστές φυσαλίδες καπνού και βαριές μελωδίες του Waits, σαστισμένος στον 42ο Παράλληλο, φορώντας λαμέ μπαλωμένα κουστούμια, τρέχοντας κατά μήκος τής μοναξιάς σου, και λέει,
πως μπαινόβγαινα σε κακόφημα κτίρια του Austin και του Haight-Ashbury, μεθυσμένος από ναρκωτικά δωδεκάμετρα μπλουζ και νότες παθιασμένες λά μινόρε,
με φριχτούς πόνους παντού, να σε βλέπω να σκάβεις σκυφτή, τις υπόγειες, βαθυκόκκινες αρτηρίες σου, και λέει ακόμα,
γκραβούρες σουρεαλιστικές πως ταξίδευαν στο μυαλό σου μαγικά, στις τεθλασμένες γραμμές της ζωής σου, σε ήχο πλάγιο δεύτερο,
να παραμιλάς μόνη σε δωμάτια υγρών ξενοδοχείων, παρέα με σκιώδεις μεσίστιες γκρούπις και άνεργους τζάνκις μουσικούς εκκρίνοντας θανατερές μελωδίες, και λέει, λέει,
πως αχτένιστη πλάγιαζες σε πλακάκια ξυλιασμένων δωματίων, δίπλα σε φυματικούς μετανάστες και άρρωστους μπιτ ποιητές, τρυπημένη από γαμψά, κάτασπρα βελόνια, ξερνώντας αίμα στα σκαλιά του Εmpire State Building,
και πως βυθισμένη σε απλανή, σκοτωμένα χαμόγελα, μασούσες ταμπάκο, αγναντεύοντας προς την Times Square, ερωτευμένη σαν τρελή πεταλούδα θλιμμένα ερείπια,
να πραγματοποιείς μακροβούτια από ουρανοξύστες ψηλά, διαβάζοντας Ginsberg,
ξέροντας ότι θα πνιγείς, θα πνιγείς, θα πνιγείς τελικά στα δάκρυα,
κι ύστερα, δεν καταλαβαίνω,
γιατί ο μισός κόσμος κλαίει κι ο άλλος μισός, κλαίει κι αυτός,
τα μάτια σου μια αναρχική τρύπα οδύνης, λιωμένη πάνω απ’ τα ζυγωματικά,
κι εγώ χωμένος στο ημερολόγιο, σε παρακολουθώ να χάνεσαι σε διαδρομές χάρτινες, να πιάνεις τις νότες απ’ τα μαλλιά, να τις γλείφεις λατρεύοντας την υψηλή τους χροιά, να τις λιώνεις στο στόμα σου καραμέλα και να τις φτύνεις φαρμάκι στο πάτωμα,
στο στερέωμα ξεδιάντροπα ξαπλωμένη, να εγκυμονείς μαργαριταρένιους καημούς για καταδικασμένες φωνές και τρελές ροκ συγχορδίες,
κι ύστερα πάλι στη σκηνή, να εκδίδεσαι πόρνη φτηνή, να ορμάς στον πυρετό, να φεγγοβολάς ήχους,
και διαρκώς να σπρώχνεις και να τραγουδάς,
και να σπρώχνεις και να τραγουδάς, common, take another little piece of my heart,
και να λικνίζεσαι κάρβουνο, στα μέτρα τού ροκ εντ ρολ,
θαμμένη ζωντανή κάτω απ’ τα μπλουζ,
κι εγώ να προσπαθώ άναυδος εκεί, να σε πλησιάσω, να ανέβω στο πάλκο για να σ’ αγγίξω, να σε σκοτώσω, για να σου χαρίσω ζωή αιώνια, να επωφεληθώ του μύθου σου, προσφέροντας σου ρόλο στην τελευταία ταινία του Godard,
κι όπως μια κινητή κάμερα θα μας παίρνει από ψηλά, με τον ιδρώτα στα μάτια να στάζει και το σώμα βουτηγμένο στην αλμύρα,
να σε κάνω Κάρμεν,
το λάθος που θα ’θελε να ’ταν η Κάρμεν,
το λάθος που μπορούσε να είναι, το λάθος της γυναίκας, γιατί κάθε γυναίκα είναι το λάθος της γυναίκας, κάθε γυναίκα είναι η νύχτα που θέλει να ’ναι κάθε γυναίκα, κάθε γυναίκα είναι το αποτύπωμα της γυναίκας, το λάθος της γυναικείας νύχτας,
κι όλα τα αίσχη και τα κάλλη και οι αγάπες μαζί,
με τους μαύρους κύκλους του πόνου σημαία, και με τα αστέρια όλα αναμμένα να πέφτουν μέσα της,
γιατί κάθε γυναίκα είναι ένα αστέρι που δονεί και ηδονεί,
η φωτεινή πλευρά μιας ζωής που ανάβει ψηλά και σβήνει το χρόνο, επιβεβαιώνοντας ακριβώς ότι τίποτα απ’ αυτά δεν είναι ζωή, τίποτα απ’ αυτά δεν είναι γυναίκα,
άλλωστε όλοι ξέρουμε τι είναι ζωή, όλοι γνωρίζουμε τι είναι γυναίκα,
κι όμως θέλουμε να ζούμε αυτό πού δεν είναι ζωή, υποκρινόμαστε ότι ζούμε,
θέλουμε να ζούμε αυτό που δεν είναι γυναίκα, αυτό που δεν είναι ζωή, γιατί ποτέ δε θέλαμε να δούμε ότι η ζωή είναι γυναίκα,
κι είναι ακόμα μια νύχτα, ένα λάθος, ένα αστέρι που ανάβει ψηλά και σβήνει το χρόνο, μια ζωή που ονομάζεται γυναίκα,
να θυμηθώ εδώ να σου δώσω τις λέξεις μου, να τις κρεμάσεις φυλαχτό,
να αδράξω την αιωνιότητα πού τρέχει στα μπούτια σου, σπέρμα για να σου δωρίσω μια καινούργια ψευδαίσθηση,
την ώρα που η ζωή θα είναι προς ζωή θανάτου,
την ώρα που θα βγάζεις λέπια, σπίθες και γούβες σ’ όλο σου το κορμί,
 
    cause freedom is just another word for nothing left to loose,
 
όμως πάλι το σκας, κυλάς παραισθησιογόνο στο αίμα μου, φεύγεις, πριν προλάβω να σε διασώσω, να σ’ αγαπήσω,
και μαζί σου μ’ αφήνουν ξαφνικά,
τα μπλουζ,
                    οι δρόμοι,
                                       η νύχτα,
                                                       ο καπνός,
και δύο άδεια Jack Daniels,
τα τραγούδια σου και οι κραυγές αγωνίας του «Ball and Chain»,
οι σπασμένες βιτρίνες μιας παραβιασμένης ψυχής,
η στερνή σου κόλαση,
τα σφιγμένα σου δάχτυλα
και το άδειο κορμί σου,
το γυμνό, ψηφιδωτό, κεντημένο με στρας κορμί σου, φορτωμένο λουλούδια, που πρώτος εγώ αντίκρισα, ριγμένο άψυχο κουφάρι, ανάμεσα κρεβάτι και κομοδίνο,
με το κοκαλάκι της μύτης σπασμένο, και τις φλέβες σου μαζεμένα καλώδια σιωπηλά να ακουμπάν προς την πλευρά τού οινοπνεύματος,
έσκυψα πάνω σου και σε φίλησα στο στόμα, πνιγμένη στο αίμα, κοιτούσες ψηλά,
τα μαλλιά σου τεράστια βεντάλια απλωμένη στον τοίχο διακόσμηση, να φωλιάζει το πένθος μου, ανάμεσα σε πηγμένο αίμα και σκόρπια ρέστα από πεντοδόλαρο,
θέλοντας να σ’ αποχαιρετήσω,
παραδομένος στις πικρές μελωδίες του «Me and Bobby McGee» και τα ψυχωτικά μπλουζ περάσματα του «Summertime».
Εγώ σε σκότωσα;
Οδύνη.
Και να σκεφτείς ότι για έναν αναγραμματισμό χάσαμε την ηδονή.
 
(χθες ονειρεύτηκα πως ήσουν η Janis.)
 




ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

            Μια μέρα θα το δεις, θα ’μαι χαρούμενος.
            Δεν θα ’χω πια καψίματα στα δάχτυλα
            απ’ τα στριφτά τσιγάρα. Και θα φορώ ένα
            άσπρο κουστούμι που θα με κάνει να
            μοιάζω με άγγελο. Μα θα ’μαι στ’ αλήθεια
            τόσο όμορφος που ίσως πια να μη σου ταιριάζω.

                                − ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΤΑΒΑΣ
                                        Τα μαύρα τετράδια


ΚΟΙΤΑ, ΣΕ ΑΛΛΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ίσως τα πράγματα και να ήταν διαφορετικά. Θέλω να πω, ίσως και να μην χρειάζονταν τόσα τραγούδια για έναν έρωτα 33 στροφών, τόση σιωπή για λίγες λέξεις, τόση αγωνία για ένα τέλος κόκκινο, έτσι κι αλλιώς χρωματισμένο απ’ την αρχή. Τα βιβλία μπορεί και να μην έμοιαζαν με δίσκους κι οι τυπωμένες λέξεις να μην μπερδεύονταν με νότες ή να μην ήταν απαραίτητο να χαραχτούν σε βινύλια για να διαβαστούν.
    Οι συγγραφείς δε θα ήταν μουσικοί της ροκ, κάτι ελεεινοί μακρυμάλληδες με σκισμένα τζιν και χαϊμαλιά, αλλά καθώς πρέπει διανοούμενοι που θα έκαναν διαρκείς παρεμβάσεις στα κοινά και όχι τουρνέ με επεισοδιακά λεωφορεία γεμάτα γκράφιττις για να διαφημίσουν το τελευταίο τους άλμπουμ. Ο Waters γερνώντας δε θα έμοιαζε με τον Richard Geer.
    Χρώματα φυσικά θα υπήρχαν, αλλά θα ήταν όλα μουντά, πιθανές αποχρώσεις του μαύρου, σταχτιά ή γκρίζα ξεπλύματα των εποχών που έρχονται. Όπως και όνειρα, σκορπισμένα από δω κι από κει, κάτω απ’ τις φωτογραφίες μας σαν λεζάντες. Όμως επίπεδα, στερεότυπα, μεταχειρισμένα. Και έρημα.
    Όλα τα νησιά θα λεγόντουσαν Νάξος. Οι μήνες, Ιούνιος. Οι γυναίκες −άκου να δεις– θα έμοιαζαν με βιότοπους, εύθραυστες, προστατευμένες μες στην ανωνυμία τους, σχεδόν αδέξιες, κλειστές, σαν να περίμεναν θαρρείς στο επόμενο δευτερόλεπτο, την επίθεση του εχθρού. Κι εγώ πάλι αμήχανος δε θα μπορούσα να ακούσω τις αρμονικές απ’ την περίφημη μπάντα του Παράδεισου που θα ’παιζε ριμέικ το «Everybody Knows This ιs Nowhere» του Νeil Young.
    Βλέπεις, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι όσο μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε. Βουτάμε απλά μέσα στις εποχές κι αν μένουμε ανέγγιχτοι, είναι που καταφέρνουμε ακόμα να κλείνουμε τα μάτια και να ονειρευόμαστε.
    Μη ρωτάς κάθε πότε.
    Μεγάλη πουτάνα μάτια μου η ωρίμανση. Πρέπει να την πληρώσεις χοντρά για να αποδώσει. Ιδίως οι αλλαγές που σέρνει πίσω της και καμιά φορά μας φοβίζουν, όχι άδικα βέβαια.
    Νιώθεις λίγο σαν να μπαίνεις σε τούνελ που πρέπει να το διασχίσεις, χωρίς να ξέρεις τι σε περιμένει απ’ την άλλη πλευρά, χωρίς να μπορείς να υπολογίσεις με ακρίβεια τι απ’ τον εαυτό σου θα αφήσεις στο σκοτάδι για πάντα, μέχρι να βγεις στο φως. Φτάνοντας προς την έξοδο οι αντιστάσεις όλο και μειώνονται. Τα διόδια ακριβαίνουν.
    Είναι η φθορά του χρόνου που μεσολάβησε; Οι εντάσεις πού κυοφορήθηκαν στη διάρκεια της διαδρομής;
    Ό,τι και να ’ναι αυτά δεν είναι για υστερόγραφα βιβλίων, ούτε και προσθέτουν τίποτα περισσότερο σε όσα ήδη γνωρίζουμε για το μέλλον, που φυσικά προϋποθέτει τον έρωτα, χρειάζεται όμως τη μουσική για να αντέξει τη διαδικασία τής ωρίμανσης. Η απουσία της μουσικής είναι που κάνει τις πόλεις αόρατες και τα βιβλία να σιωπούν. Η απουσία του έρωτα είναι αυτή που βαρύνεται κυρίως για τους βιότοπους. Κι οι συγγραφείς για τα γκρίζα ξεπλύματα.
    Όλες οι ιστορίες είναι πόζες – Χρήστος Βακαλόπουλος, Έλληνας, μαύρα γυαλιά, αυτή τη στιγμή λείπει. Κολυμπάει προς τη γραμμή του ορίζοντα, στα ανοιχτά κάποιου αόρατου ελληνικού νησιού, ελαφρά ντυμένος, μελαχρινός, 45 χρονών, τώρα θα’ χει πιάσει ψιλή κουβέντα με τούς αγγέλους, ζητώντας απ’ τον άγνωστο κόσμο να του φανερωθεί, παλεύοντας με το αδυσώπητο παρόν στα ερείπια του κινηματογράφου Κυψελάκι. Θέλει ν’ ακούσει αυτή την παλιά, λίγη μουσική, κι ας ακούγεται πια τόση μουσική, αυτή η πολλή μουσική που κάποτε ήταν μουσική και τώρα έχει πάρει τη θέση της, την έχει αντικαταστήσει, έγινε διαφημιστικό που υποδύεται το ρόλο της, χωρίς να ξέρει γιατί, σ’ έναν κόσμο που προσπαθεί διαρκώς να εξηγήσει, προσπαθεί να εξηγήσει κάτι που δεν εξηγείται και μόλις αρχίσει να εξηγεί, από την άλλη στιγμή αρχίζει να ισχύει το αντίθετο, αλλάζει, χωρίς να ξέρει γιατί.
    Το μυθιστόρημα πάντως, είναι βελτίωση της ζωής. Σύνθεση εντυπώσεων και χαρακτήρες σε παρένθεση. Άνω και κάτω τελείες. Θαυμαστικά. Και ψίχα, πολλή ψίχα, αντί για ψυχή.
    Γι’ αυτό αυτό το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα, και είναι μόνο εσύ, λέξεις γι’ αυτό το εσύ, εικόνες πού είναι εσύ, μουσικά αφιερώματα σε ένα εσύ που δεν τα κατάφερε, κουράστηκε και ταξίδεψε τελικά εκτός θέματος.
    Γι’ αυτό αυτό το βιβλίο είναι μόνο ασκήσεις αναπνοής χωρίς εσένα, χάρτινα παιδικά καραβάκια, χαμένα ηλιοβασιλέματα, άδεια μπουκάλια Μπυράλ, παράνομες συχνότητες, ασπρόμαυρα όνειρα, μαθήματα επιβίωσης, βουβές ταινίες χωρίς σενάριο, αδύναμα σχέδια, ροκ μανιφέστα, υγρός ίλιγγος, ενηλικίωση, και δεν είναι μυθιστόρημα.
    Γιατί τα μυθιστορήματα μάτια μου έχουν αρχή, μέση και τέλος, όπως τα παραμύθια της γιαγιάς κι αν μπερδευτείς και ξεκινήσεις ανάποδα, οι προτάσεις αρχίζουν να σε αποφεύγουν, οι λέξεις γίνονται ξαφνικά κτητικές, απαιτούν από σένα όλο το νόημα, απορροφούν όλο το χρώμα, θέλουν να σε αποκτήσουν κι εσύ παραδίνεσαι, σηκώνοντας τα χέρια. Άλλωστε, δικό μας είναι μόνο ό,τι αγαπάμε βαθιά, αυτό το ξέρουν όλοι, μόνο εσύ φαίνεται να το έχεις ξεχάσει προσωρινά, να κάνεις πως δεν το θυμάσαι.
    Παρ’ όλα αυτά, δεν προχωράει τίποτα, όλα μένουν ακίνητα, τα μάτια σου χωρίζουν ακόμα τις νοητές γραμμές μιας χώρας που συμεχίζει να ονειρεύεται, οι άνθρωποι συνεχίζουν ως φωτογραφίες, κι εμείς, πιο παγωμένοι από ποτέ, απολιθωμένοι μα επιζώντες –ώριμοι ή έρημοι δεν έχει σημασία– απογοητευμένοι που δε γίναμε τραγούδια, περιφέρουμε τις απουσίες μας σαν λαμπάδες και τα προσπερνάμε, παραμένοντας καρφωμένοι στη θέση μας.
    Έτσι κι αλλιώς μια μέρα η Γη θα γίνει πίνακας συλλεκτικός που θα στολίζει τις γκαλερί του χρόνου, περνώντας απ’ την αθανασία στην αιωνιότητα.
    Έτσι κι αλλιώς μια μέρα όλα θα χαθούν στο φως.
    Ή σ’ ένα τραγούδι των Stones…

    Anybody seen my baby? Anybody seen her around?





Οι σκέψεις που γερνάνε γίνονται βιβλία. Τραγούδια, ταινίες.
Η ελπίδα γίνεται θυμός. Οι μέρες, σίδερα. Ο έρωτας, δικαιολογία διαρκής. Πρόφαση η μουσική, θεμέλιο που πάνω της οικοδομείται η φθορά. Η παρακμή του χρόνου. Ιδανικό η απώλεια, ψηλό. Το ταξίδι ήταν ελκυστικό, αλλά σύντομο. Χωρίς προορισμό.

Θέλω να προλάβω να καταγράψω την εποχή σου, πριν αυτή μας ξεπεράσει και καταλήξουμε στα αζήτητα. Θέλω να γεράσουμε μαζί, να αλλάξουμε μορφές, ουρλιάζοντας την αλφαβήτα της ζωής μες στο αυτί του θανάτου. Θέλω να γίνουμε άυλοι, εσώτεροι, ορφανοί. Έλα, παίξε. Δυο μέτρα ακόμα. Το ίδιο ακόρντο. Λα μινόρε. Έλα. Ό,τι δεν είναι πραγματικότητα είναι ροκ εντ ρολ.
Ένα δύο, τέλος.
Από την έκδοση





Από το βιβλίο «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου», Απόπειρα, 2004.




Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία και στην Αθήνα δημοσιογραφία, εγκαταλείποντας και τα δύο στη μέση, χωρίς να πάρει πτυχίο. Το πρώτο του βιβλίο «Διαμελίζομαι» κυκλοφόρησε το 1983, σε ηλικία 21 ετών, έτος που γνωρίζει την Κατερίνα Γώγου. Σχέση που τον επηρέασε βαθιά και διήρκεσε δέκα χρόνια, έως τον θάνατό της το 1993. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δυο «σχέδια» νέου μυθιστορήματος, ένα θεατρικό μονόλογο, και έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Την επταετία 2001 - 2008 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα Metro («Οδός Βιβλίου») με θέμα το βιβλίο, αλλά έγραφε και την «Άποψη» της εφημερίδας. Την τριετία 2009-2012 υπήρξε βασικός συντάκτης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στο ένθετο Βιβλιοθήκη, όπου διατηρούσε, εκτός της αρθρογραφίας και την μόνιμη στήλη «Νύχτα είναι, θα περάσει». Για τρία χρόνια (2016-2019) δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στην εκπομπή «Ολομόναχοι μαζί» που είχε σαν θέμα την Λογοτεχνία και την Μουσική, με καλεσμένους συγγραφείς και ποιητές.
Έχουν εκδοθεί 25 βιβλία του (τα περισσότερα ποιητικά) εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (Οξύ 2011) – Μετά (Απόπειρα 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη 2013) και Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη 2014) εγκαινιάζει την λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και θεωρείται έργο αναφοράς, σαν μια μεγάλη, φασματική αλληγορία που διαρρηγνύει τα πλαίσια του Κανόνα.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Γερμανικά, στα Ισπανικά και στα Σέρβικα.

Web-site
- Ο κόσμος μετά. Σταύρος Σταυρόπουλος and friends
- Wikipedia
 

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Περιοδικό Εμβόλιμον, τχ. 107-108, Χειμώνας − Άνοιξη 2026




Περιοδικό Εμβόλιμον
τεύχος 107-108

Χειμώνας − Άνοιξη 2026
Κείμενα για τον Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


    3   Το γράμμα της σύνταξης
    7   Γιώργος Γώτης: Μνήμη μιας άλλης εποχής − Ποιητικές πτήσεις. Για την ποιητική συλλογή Κάτοψη του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  11   Αριστούλα Δάλλη: Συμβολισμός και Μεταμόρφωση του γενεσιουργού Έρωτα στην Ποίηση του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  17   Γιώργος Δελιόπουλος: Ο κατεξοχήν ερωτικός ποιητής Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου
  25   Διώνη Δημητριάδου: Η «τοποθέτηση» του ποιήματος. Σκηνοθεσία και σκηνικά στην ποίηση του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  30   Ευσταθία Δήμου: Εντυπώσεις και διλήμματα. Μια προσωπική ανταπόκριση στην ποίηση του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  33   Κλεονίκη Δρούγκα: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου: Μια πένα δυνατή
  35   Ιωάννα Ευθυμιάδου: Η διαλεκτική της ποιητικής δημιουργίας. Απόπειρα περιπλάνησης στους τόπους και τους τρόπους της ποίησης του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  38   Ξανθίππη Ζαχοπούλου: Προσέγγιση στην ποιητική συλλογή «Αλήθειες και μυθεύματα» του Δημήτρη Παπαστεργίου
  41   Ειρήνη Ιωαννίδου: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου: Ένας θαρραλέος και τρυφερός παρατηρητής του κόσμου
  44   Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: «Το θέμα είναι / να κρατηθείς στη ζωή / μέχρι θανάτου»
  49   Δημήτρης Καπετανάκης: Είναι όμορφα όταν ζεις για το χατίρι κάποιου
  54   Χριστίνα Καραντώνη: Ποιητικώ τε πολιτικώ τω λόγω. Η δύναμη των πολιτικών υπαινιγμών στην ποίηση του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  62   Ασημίνα Λαμπράκου: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου: ποιητής εκ Βεροίας
  64   Ισιδώρα Μάλαμα: Εισαγωγικά: Για τον άνθρωπο και τον ποιητή. Έλαβον: Όταν η ποίηση ελκύει και εκλύει το Ωραίο
  69   Aλεξάνδρα Μπακονίκα: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Όλα στο μαύρο
  73   Πολύνα Μπανά: Η ασκητική αφοσίωση του Δημήτρη Παπαστεργίου στην τέχνη της ποίησης
  79   Κωνσταντίνα Μπιζέ: Ενοφθαλμίζοντας τον σύμπαντα κόσμο ή Στάσεις στην Ποιητική του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
  81   Ελένη Νέστορα: Όλα στο μαύρο: Μικρό σημείωμα για ένα μεγάλο βιβλίο
  84   Κατερίνα Παναγιωτοπούλου: Ξύνοντας τη σκουριά του κόσμου
  88   Βίκυ Παπατζίκου: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Αλήθειες & Μυθεύματα 24 [ώρες]
  90   Μαρία Πολίτου: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Όλα στο μαύρο. Του έρωτα και της γραφής
  95   Νίκος Προσκεφαλάς: Το ρυθμικό και το παιγνιώδες ως περίβλημα του νοήματος. Μια ανάγνωση στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου Αλήθειες και μυθεύματα
101   Κώστας Θ. Ριζάκης: Ανθόλεξα
102   Ζωή Σαμαρά: Ταξίδι στον ρυθμό της ποίησης
105   Ελένη Σιγαλού: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου. Πατρίδες, τόποι της απουσίας
109   Σταύρος Σταμπόγλης: Σημειώσεις από μια περιδιάβαση
112   Νόπη Ταχματζίδου: Η ποίηση ούτε λέγει, ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει. Μια παρουσίαση της ποιητικής του Δημήτρη Γ. Παπαστεργιου (Οκτώηχος της Αχανούς)
123   Λίλια Τσούβα: «Αλήθειες & Μυθεύματα» του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
126   Ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου συνομιλεί με τη Λίλια Τσούβα
129   Φωτεινή Χαμιδιελή: Με αφορμή ένα πορτραίτο
130   Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης: «Μαθήματα καλλιφωνίας»
132   Ειρήνη Χατζοπούλου: Όταν σε καταδιώκει η γραφή: Μια ανάγνωση της ποιητικής συλλογής Furor Scribendi του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου
139   Ιγνάτης Χουβαρδάς: Η οντότητα του ποιήματος
143   Γιώργος Χρονάς: Ο κόσμος του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου


*   *   *


Το γράμμα της σύνταξης

Η ποιητική δημιουργία ανθεί στην επαρχία. Είναι παρήγορο και πολύ σημαντικό ότι εκτός των τειχών ποιητές καταθέτουν τον στιβαρό τους λόγο και συγκινούν και εμπνέουν.
   Απόδειξη, αψευδής, η γραφή του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου, που ζει και δημιουργεί στη Βέροια. Πλειάδα κειμένων, στο παρόν αφιέρωμα, προσεγγίζουν τη γραφή του ποιητή συγκροτώντας έναν τόμο αναφοράς, χρήσιμο υποθέτουμε, για τη μελέτη του έργου του.
   Το ανά χείρας τεύχος είναι το τελευταίο το οποίο συνεπιμεληθήκαμε με τον αγαπημένο φίλο, ποιητή, Κώστα Θ. Ριζάκη, ο οποίος μας συγκλόνισε με τον αδόκητο θάνατό του. Η απώλειά του είναι καθοριστική για την κοινότητα των έντυπων λογοτεχνικών περιοδικών και, φυσικά, για όλους όσους τον αγαπήσαμε και συμπορευτήκαμε στην ωραία υπόθεση της λογοτεχνικής δημιουργίας.

*   *   *

Επιμέλεια αφιερώματος:
Γιώργος Χ. Θεοχάρης − † Κώστας Θ. Ριζάκης − Ισιδώρα Μάλαμα.

Σχέδια τεύχους: Φωτεινή Χαμιδιελή.


Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Μαριανίνα Βεντούρη, "Δέντρο μεσοπέλαγα"




ΕΞΩΣΤΗΣ


Περπατώ τα μεσημέρια στον εξώστη
Ώρες πολλές αλλά δεν νιώθω κούραση
Ως πότε θα ’χουμε ειρήνη κι ευκαιρία;

Δεν νιώθω έπαρση ψηλά στον εξώστη
Κι ας πατάω τους από κάτω –
Αργά ή γρήγορα, αλλάζουν όλες οι σειρές

Δεν νιώθω κρύο στον εξώστη
Κάποτε η καρδιά μου κάηκε
ολοσχερώς
και μπορώ πάντα ν’ αναμοχλεύω τις
στάχτες

Δεν πεινάω ποτέ στον εξώστη
Ό,τι κατάπια, κατάπια και χώνεψα
Μόνο η δίψα για νερό πότε δεν
σώνεται

Όχι, δεν νιώθω μόνη στον εξώστη
Οι ουρανοί είναι γεμάτοι θεούς,
πουλιά, σύννεφα

Σπανίως πια βρέχει στον εξώστη
Σπανίως φυσά ή κάνει κρύο
Λες και μετακινήθηκε η γεωγραφική
μας θέση

Καλού κακού, κλειδώνω την πόρτα του
εξώστη πίσω μου
Δεν περιμένω πια κανέναν
Ούτε απ’ το πριν, ούτε απ’ το μέλλον

Και τέλος, δεν υπάρχει εξώστης –
Μια φτωχική ταράτσα είναι
Που θέλει επειγόντως βάψιμο.





ΕΠΙΛΟΓΗ


Περνούσε δίπλα μου συχνά
σαν ήμουνα παιδί
Κι ήταν φτωχή και πιο φτωχή
όπως εγώ
Εδόθη ο χρόνος της συγκίνησης απτός
Οι ευλογημένες συναντήσεις του φωτός
−Δάσκαλε, σ’ αγαπώ−
Γλίστρησε η μια επιφάνεια στην άλλη
Ένα αγκάθι μαλακό
στην ρίζα του λαιμού
Έτσι με διάλεξε θαρρώ
Η Ποίηση.




*       *



Καλλιεργώ την ποίηση
Ποτίζω, σκαλίζω
Σαν να ήταν δέντρο.
Αναμένω, όχι βέβαια
Να δώσει καρπούς
Αλλά να βλαστήσει
Κάποτε
Το άνθος
Της σωτηρίας μου.
 
Από την έκδοση
 
 
 
 
Από τη συλλογή «Δέντρο μεσοπέλαγα», 24 γράμματα, 2026.




Η Μαριανίνα Βεντούρη είναι φιλόλογος, συγγραφέας, βιβλιοκριτικός και επιμελήτρια. Είναι αρχισυντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού «Θρυαλλίδα» και διευθύντρια του «Ποιητικού Εργαστηρίου Θρυαλλίδας» ενώ συνεργάζεται τακτικά με πολλά έντυπα, ιστοτόπους και εφημερίδες. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Κατάδεσμος (Εύμαρος, 2022), Κυκλαδοσύνη (Δρόμων, 2024), Δέντρο μεσοπέλαγα (24 γράμματα, 2026) και έχει συμμετάσχει σε πέντε συλλογικά έργα.
Έχει επίσης δημοσιεύσει πέντε ηλεκτρονικά βιβλία δημιουργικής γραφής, ελεύθερα διαθέσιμα στην Ανοικτή Βιβλιοθήκη: Ποιητικό Εργαστήρι, Ποιητικό Εργαστήρι Β΄, Ποιητικό Εργαστήρι Γ΄, Ποιητικό Εργαστήρι Δ΄, Ποιητικό Εργαστήρι Ε΄, καθώς και δύο Ποιητικά Ανθολόγια (Ανθολόγιο των μελών & (Συλλογικόςτόμος 2025 – Συλλογή από το Ποιητικό Εργαστήρι Μαριανίνας Βεντούρη).
Περισσότερα σχετικά με την Μαριανίνα Βεντούρη βλ. Biblionet και Οσδελ_net.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, "Δύσκολα Νερά"





ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ


Εμείς θα μείνουμε εδώ
Θα κλείσουμε τα παράθυρα
Θ’ ασφαλίσουμε τις πόρτες
Να μη μας καρφώνουν βλέμματα
Να μην εισβάλλουν ρεύματα
Ν’ αφήσουμε απ’ έξω τους απρόσκλητους.

Εμείς θα μείνουμε εδώ
Θα νηστέψουμε από όνειρα
Θ’ ακυρώσουμε τα ταξίδια
Θα σχίσουμε τα ημερολόγια
Θ’ αγκυροβολήσουμε για πάντα
Εξερευνώντας μόνο τον βυθό.





ΧΑΜΕΝΗ ΠΑΡΤΙΔΑ

                                 Στον ζωγράφο Tasko Kordalof


Βάδιζε στο χιόνι αγκομαχώντας.
Με ανάσα βαριά ακολουθούσε το άλογο κρατώντας το σχοινί.
Πάνω στο σαμάρι μια φλοκάτη τύλιγε το μωρό.
Το κρύο πολύ.
Το σημείο επαφής δεν φαινόταν.
Έπρεπε να προλάβει, πριν ο ήλιος βγει, να φτάσει.
Να παραδώσει το παιδί στη μάνα και στον πατέρα του.
Θα το έπαιρναν μαζί τους στην οπισθοχώρηση.

Δεν θα ’χε κλείσει χρόνο το μωρό και θ’ άλλαζε πατρίδα.

Χαμένη παρτίδα,
μοιραία ζαριά τ’ αναποδογύρισε όλα.





ΠΤΩΣΗ ΔΟΤΙΚΗ


Μ’ ακολουθεί ανέμελη μια ειρωνεία.
Σκορπάει χαμόγελα,
βλέμματα παγωμένα.

Νιώθω τον κίνδυνο
μιας πτώσης δοτικής,
μιας γενικής κατάρρευσης.

Ενδίδω κλίνοντας το γόνυ
υποτακτικά
στην επιθετική της γοητεία,
τη διαβρωτική της κυριαρχία
που αλλοιώνει τη δομή και το τοπίο.





Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ


Σήμερα η φωνή μου έχει γεύση
Απ’ τα χαλίκια που μασώ
Να την λειάνω να χάσει τις σκληρές γωνίες
Να στρογγυλέψει να περνά
Χωρίς τ’ αυτιά σας να ματώνει
Ευχάριστη ν’ ακούγεται
Σαν μουσική για ασανσέρ
Αθέατη να γίνεται
Μες στη βουή της αγοράς.





ΤΑ ΣΚΑΛΙΑ


Τα βήματα στο πάτωμα βαριά.
Τρίζουν τα ξανθά σανίδια
όταν στο παράθυρο πλησιάζω.

Πάλι ασθμαίνει ο ρυθμός
σαν ν’ ανεβαίνει σκάλα.
Μα όποιος θέλει να την κατεβεί,
αντίστροφα να κινηθεί,
στο τέλος θα χαθεί
στον πάτο τ’ ουρανού.

Εκεί στα σύννεφα τελειώνουν τα σκαλιά,
της λίμνης αρχίζουν τα νερά τα σκοτεινά.

Εκεί η πλάβα με κουπιά
– πίσσα χορταριασμένη –
μάταια τον οβολό και τον βαρκάρη περιμένει.





«Ο Σαρηγκιόλης είναι ποιητής του αισθήματος, του δυνατού, μύχιου, λαβωμένου κι αγιάτρευτου αισθήματος. Δεν υπάρχει ποίημά του αμούσκευτο από φανερά ή κρυμμένα δάκρυα. Ο βαθύς, αστείρευτος πόνος είναι κινητήριος μοχλός της δυναμικής της ποίησής του. Είναι ένας ποιητής που ταυτίζεται και δε ντρέπεται να αποκαλύψει τον γεμάτο ανεπούλωτες λαβωματιές ψυχικό του κόσμο, τον σπαραγμένο από έρωτες που έμειναν στα μισά του δρόμου, φιλίες που δοξάστηκαν και λησμονήθηκαν, επεισόδια που τον σημάδεψαν, γεγονότα της εποχής, που τα βίωσε με οδύνη, συμπόνια για τους άλλους, έγνοια για την απρόβλεπτη μοίρα των συνανθρώπων του κάτω απ’ το βάρος των δεινών της ιστορίας του καιρού μας. […]».

Από τον πρόλογο του Θωμά Κοροβίνη




Από τη συλλογή, «Δύσκολα Νερά», εκδόσεις Βαγονέτο, 2026.
Φωτογραφία εξωφύλλου: Χρήστος Σαρηγκιόλης.





Ο Θοδωρής Σαρηγκιόλης γεννήθηκε στην Έδεσσα το 1956, όπου και ζει. Σπούδασε οικονομικά στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης, νυν Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Έχει εργασθεί ως Οικονομολόγος-Λογιστής στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα από το 1983 έως το 2023.
Πρωτοεμφανίσθηκε στα γράμματα το 1978 στο φιλολογικό περιοδικό της Έδεσσας Κλεψύδρα.
Κείμενα και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά 
 Εντευκτήριο, Νέα Πορεία, Εμβόλιμον, Το Κοράλλι, Δίοδος, Παρέμβαση, Στάχτες, Φτερά Χήνας, Φρέαρ, Θράκα, Ποιείν, Fractal, Εξιτήριον, Περί Ου, Καθημερινή, Το Βήμα, Εδεσσαϊκή και άλλα.
Ποιήματά του έχουν μεταφρασθεί στα ισπανικά και τα γερμανικά.
Διαχειρίζεται από κοινού με την Κατερίνα Αθανασίου το ιστολόγιο selidestexnis.blogspot.com και την πολιτιστική σελίδα στο facebook Τέχνης Σελίδες.
Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.


Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Περιοδικό Σταφυλή, 9ο τεύχος, Ιούνιος 2026

 


ΣΤΑΦΥΛΗ
ΜΕΘΗ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ

ΤΕΥΧΟΣ 9
Ιούνιος 2026


ΕΚΔΟΣΗ:

Εκδόσεις Κουκκίδα

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:
Διώνη Δημητριάδου
Κώστας Θ. Ριζάκης

ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΚΔΟΣΗΣ:
Γιώργος Γώτης
Δημήτρης Κόκορης
Ισιδώρα Μάλαμα
Δήμητρα Μήττα
Συμεών Γρ. Σταμπουλού

ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΥΛΗΣ:
Γιώργος Δελιόπουλος
Ευσταθία Δήμου

ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ: Μαρίζα Γαλάνη, Αναστασία Γκίτση, Έφη Ζερβού
Βέρα Κονιδάρη, Ειρήνη Μαργαρίτη, Λίλια Τσούβα

ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Φωτεινή Χαμιδιελή

ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ 9ου ΤΕΥΧΟΥΣ: Βαγγέλης Ρήνας

Σχεδιασμός και καλλιτεχνική επιμέλεια: Εύη Κώτσου



Στο 9ο τεύχος της Σταφυλής διαβάζουμε: Δοκιμιακά κείμενα για τον Άγγελο Σικελιανό, τον Μάρκο Μέσκο, τη Βιρτζίνια Γουλφ, τον Δ. Π. Παπαδίτσα, τον Μίλτο Σαχτούρη, τον Χρίστο Λάσκαρη, τον Σπύρο Κατσίμη. Σπουδαία μεταφρασμένη λογοτεχνία από τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα δανικά, τα αρχαία ελληνικά: Τζέικ Μπάυρν, Νιλς Χάου, Αλμπέρτο Μοράβια, Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, Ίνγκριντ Γιόνκερ, Σάρα Ντανιέλ Ριβέρα, Φιλόδημος ο Επικούρειος, Πωλ Ελυάρ, Πωλ Ντάρκαν, που φρόντισαν τακτικοί αλλά και έκτακτοι συνεργάτες μας, μεταφραστές. Ως προς την πεζογραφία, διηγήματα, και μάλιστα σε δύο από αυτά σας συστήνουμε έναν νέο, πολύ ξεχωριστό πεζογράφο. Όπως πάντα ιδιαίτερη θέση στο περιοδικό μας έχει η ποίηση, με τη συμμετοχή επτά ποιητών. Στο «Πατητήρι», την εκτενή κριτική προσέγγιση του συνολικού έργου ενός λογοτέχνη, παρουσιάζουμε τον Δημήτρη Χριστόπουλο, έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους πεζογράφους. Ο ζωγράφος του τεύχους μας είναι ο πολυπράγμων περί τα εικαστικά Βαγγέλης Ρήνας.
     Μετά τον αδόκητο θάνατο του συν-διευθυντή Κώστα Θ. Ριζάκη, η Σταφυλή θα συνεχίσει την πορεία της στον χώρο των έντυπων περιοδικών Λόγου και Τέχνης. Το χρωστάμε όλοι οι συνεργάτες στον εκλιπόντα εμπνευστή της, με τη σκέψη πάντοτε στις απαράβατες αρχές που είχαμε θέσει από το πρώτο τεύχος: την ποιότητα των κειμένων, την αισθητική τελειότητα της μορφής του περιοδικού και το ήθος των συμμετεχόντων.



Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε ΝΑ


ΣΤΑΦΥΛΗΣ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ

Η ΚΥΡΙΩΣ ΜΕΘΗ

ΔΟΚΙΜΙΟ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ: Ίχνη δραματικού λυρισμού στην ποίηση του Άγγελου Σικελιανού
ΙΣΙΔΩΡΑ ΜΑΛΑΜΑ: Μάρκος Μέσκος, Άλφα Βήτα, Ένα ερμηνευτικό αλφαβητάρι για το ποιητικό αλφαβητάρι του Μάρκου Μέσκου
ΜΑΡΙΑ ΔΑΛΑΜΗΤΡΟΥ: Οι πολλές «φωνές» της Βιρτζίνια Γουλφ: Ανατομία τριών έργων
ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ: Λάμψη ανόλεθρη, Ο κοσμικός ύμνος του Δ. Π. Παπαδίτσα
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ: Για τα Χρωμοτραύματα του Μίλτου Σαχτούρη
ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΚΑΤΣΙΔΗΜΑ-ΛΑΓΙΟΥ: Χρίστος Λάσκαρης
ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ: Η ποιητική τέχνη της μιας ανάσας στο παράδειγμα του Σπύρου Κατσίμη

ΠΟΙΗΣΗ
ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ: Ασκήσεις
ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ: Δύο ποιήματα
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΩΤΗΣ: «Αγριομάραθα»
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ: «Πλοκής σελιδοδείκτες»
ΕΤΑΜΠΕΛ ΝΙΩΠΑ: Δύο ποιήματα
ΘΑΝΑΣΗΣ Γ. ΜΙΧΟΣ: «Ρεματιές και γιοφύρια»
ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ: Πόρτες

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ: Τζέικ Μπάυρν, Ένα ποίημα
ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ: Νιλς Χάου, Τρία ποιήματα
ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ: Αλμπέρτο Μοράβια, Δύο διηγήματα
ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ: «Η χαρά και ο νόμος», Ο ποιητικός νεορεαλισμός του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα
ΑΣΗΜΙΝΑ ΛΑΜΠΡΑΚΟΥ: Ίνγκριντ Γιόνκερ, Τέσσερα ποιήματα
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ: Σάρα Ντανιέλ Ριβέρα, Τρία ποιήματα
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ: Φιλοδήμου του Επικούρειου, Επιγράμματα ερωτικά
ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ: Πωλ Ελυάρ, Πέντε ποιήματα
ΣΟΦΙΑ ΓΙΟΒΑΝΟΓΛΟΥ: Πωλ Ντάρκαν, Επτά ποιήματα

ΠΕΖΟ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ: Δύο διηγήματα
ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ: «Συστατική επιστολή»

ΣΤΟ ΠΑΤΗΤΗΡΙ
ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ: Ο βαθύς πυρήνας μιας κοινωνίας σε κρίση, όπως τον ιστορεί ο Δημήτρης Χριστόπουλος

ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ
ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΑΜΙΔΙΕΛΗ: Στο φως του Αιγαίου, Για τον Βαγγέλη Ρήνα



Εκδόσεις Κουκκίδα
Θεμιστοκλέους 37, 106 77 Αθήνα
Τηλέφωνο: 210 3802644
e-mail: koukkida.edit@yahoo.gr
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37
106 83 Αθήνα
Τηλ: 210 3802644

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Μαρίκα Συμεωνίδου, "Πατέρας ΙΙ"




ΠΑΤΕΡΑΣ ΙΙ


Και μόνο που υπάρχεις γίνεσαι εσύ εξιλαστήριο,
Σάκος του μποξ,
παράπλευρη απώλεια,
Κοιτάς τον κήπο σου,
τη θάλασσα σου,
τα βιβλία σου,
δε μιλάς,
φεύγεις χαμογελώντας,
όταν τα αρνητικά, τα μετατρέπεις σε θετικά,
γίνεσαι ο πατέρας σου,
κάνεις τα δύσκολα, εύκολα.



                                   Μαρίκα Συμεωνίδου




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Peter Fendi, «Children on Their Way to Work in the Fields» (1840).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons
.



Η Μαρίκα Συμεωνίδου γεννήθηκε στον Πειραιά, είναι πτυχιούχος του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχει δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στην Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο του Σάρεϊ και την Εξέλιξη του παιδιού από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Εργάζεται στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Έχει γράψει τις ποιητικές συλλογές Με τα μάτια των άλλων (Γαβριηλίδης 2010), Πλάνη 18 (Μανδραγόρας 2014), Παράξενη εξήγηση 22 (Γαβριηλίδης 2018), Ξέρεις πού οδηγεί (ΑΩ Εκδόσεις 2020) και Βεντέμα (ΑΩ Εκδόσεις, 2024). Έχει γράψει επίσης μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ζωή, (Γαβριηλίδης 2014). Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως «Ποιητική», «Φρέαρ», «Παρέμβαση» και μεταφράσεις της όπως και ποιήματά της στο «Unfollow» και στο «Οροπέδιο».

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Φωτεινή Βασιλοπούλου, "Περιποιήτρια νύχτας"





Επί πτίλων νυχτερινών


Δεν έχει ωράριο η ποίηση. Οχτώ με τρεις.
Γράφεται νύχτα. Με μισόκλειστα βλέφαρα, ημίφως.
Διανυκτερεύει σε θαλάμους, ξαποσταίνει σε πτέρυγες
επί πτίλων νυχτερινών.
Ανάμεσα στους στίχους δεν επαίρονται παγόνια
δε φτεροκοπάνε κύκνοι παρά
πάπιες κοψόφτερες, κλύσματα, οροί, λεβάιν.
Κρώζουν κακές πεθερές μαθητευόμενες
       και νοσηλεύτριες
παραμονεύουν στη στροφή
προϊσταμένη, μάσκες, καθετήρες.
Θες μελοποιημένη ποίηση;
Θερμόμετρα, σύριγγες του Πανός με αντιβίωση
μονάδες ινσουλίνης. Γουργουρητά οξυγόνου.
Αέρα!
Ανοίγει στόμα σαρκοβόρο η νύχτα
θερίζει ο χάρος. Μαρμαρωμένα βήματα στον χρόνο.
Ολονυχτίς οι αποκλειστικές στάγδην ξεπετσιάζουν
τον δράκο της αγρύπνιας.
Εκεί γράφεται η ποίηση.

Γιατί
Ποια Σύλβια, ποια Έμιλυ
να συγκριθεί με
νοσοκόμα
λευκή οπτασία τη στιγμή που χύνει
την παυσίπονη στη φλέβα
βάρδια νυχτερινή στις δύο τα μεσάνυχτα;


Από την ενότητα
«Γηροκομείον η Τροία»





Κούκλα τέλους

                 Στη Lali Babunashvili


όχι πια
κούκλα μωρό
των μικρών παιδιών
του έρωτα

των γηρατειών
την γδύνουν βαθιά ανάσα
της κάνουν μπάνιο
της βάζουν σουντοκρέμ
για λίγη ώρα στο δεξί πλευρό
μετά στ’ αριστερό
−γιατί; μη με ρωτάτε
μπορεί έτσι να είπαν στη σχολή−
πάνα και νάνι
τα μάτια ανοιχτά
η κούκλα δε μιλά δεν κλαίει δεν κοιμάται
κλείνει τα βλέφαρα μόνο όταν της μιλάς
κλείνει τα βλέφαρα γίνεται αόρατη
γίνεσαι αόρατη
νομίζει δεν την βλέπεις
θα πάψεις πια να την ρωτάς
διάφανο δάκρυ
νομίζεις δεν σε βλέπει
δε λες την αγαπάς

γυναίκα κούκλα άφωνη
τώρα στην ελεημοσύνη ξένων
        γυναικών παραδομένη




Πληγή

 
Έχω μια πληγή.
Χωράει μία άνθρωπο.
Την απιθώνω μέσα μου
σε στάση εμβρυϊκή.
Κλείνω τις διόδους διαφυγής.
Υγρά σωματικά
σάλιο
δάκρυ
εκκρίματα. Να μείνουν μέσα.
Πολφός αίματος για επίχρισμα.
Δουλειά
ψώνια
περιφορά θλίψης.

Εγκυμονώ μια προσδοκία θανάτου
δεν ξέρω πόσους μήνες
πόσα χρόνια
ούτε ποιο ζώο είμαι.
Κάθε βράδυ βάζω την άνθρωπο
       στο κρεβάτι της.
Απέραντο κενό.

Έχω μια πληγή, μία τεράστια πληγή.
Ώρες ώρες
νιώθω χωρά όλον τον κόσμο.


Από την ενότητα
«Στάζει νύχτα»





Υπέρ αναπαύσεως


Αντί να βράσω δυο σπυριά σιτάρι
να καβουρντίσω μια χούφτα σουσάμι
να ψιλοκόψω μαϊντανό στη μνήμη τους

αντί να αγωνιώ αν θα ’ναι όμορφος ο δίσκος
αν θα μου φτάσουν τα κουφέτα
μήπως μου δώσει σάπια δόντια η ροδιά
μήπως νερώσει η ζάχαρη

−ξέρετε πόσοι έχουν δηλητηριαστεί με κόλλυβα;−

εγώ πάντα ξεχνώ τα Ψυχοσάββατα.

Τους χώνω από δω και κει κρυφά σε διηγήματα
σε ποιήματα
λέξεις αλλάζω για να βρω ρυθμό
πριν γίνει δηλητήριο η μνήμη.
Βάζω μονάχα το μικρό τους όνομα
δε θέλω να προκαλώ τον φθόνο των άλλων νεκρών
ν’ αναρωτιούνται όλοι οι Γιώργηδες,
         οι Γιάννηδες του Κάτω Κόσμου
οι Θοδωρήδες, οι Μαρίες όλες

Μήπως αυτός που αναφέρει είμαι εγώ;
Για κάντε λίγο ησυχία
ν’ ακούσουμε το ποίμα ως το τέλος.

Για μένα λέει τελικά.

Όχι, για μένα λέει.


Από την ενότητα
«Ύπαιθρος Λήθη»





Από τη συλλογή «Περιποιήτρια νύχτας», εκδ. Κουκκίδα, 2026.




Η Φωτεινή Βασιλοπούλου γεννήθηκε το 1970 στη Χρυσοκελλαριά Μεσσηνίας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, από το οποίο κατέχει Μεταπτυχιακό τίτλο στην Αρχαία Ελληνική Φιλολογία. Ζει στην Καλαμάτα και εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.
Έργα της 
Πεζογραφία
- Για μια χούφτα ζωή: Δεκαεφτά Διηγήσεις, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015.
 
Ποίηση
- Πρωσικό μπλε, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2016
- Λάμψη Λεπιδοπτέρων: 68 Χαϊκού (από κοινού με τον Γιώργο Γάββαρη), Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2018
- Αμείλικτο νερό, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2019
- Φυτρώνει άγρια ζάχαρη, Κουκκίδα, Αθήνα 2021
- Χειμερινό Πτηνολόγιο, Κουκκίδα, Αθήνα 2024
- Περιποιήτρια νύχτας, Κουκκίδα, Αθήνα 2026.