Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Γιώργος Σεφέρης, "Γυμνοπαιδία"




ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΙΑ


Η Θήρα γεωλογικώς συνίσταται εξ ελαφρόπετρας
και πορσελάνης, εν τω κόλπω δ’ αυτής… εφάνησαν και
κατεβυθίσθησαν νήσοι. Υπήρξε κέντρον αρχαιοτάτης
θρησκείας ένθα ετελούντο λυρικοί χοροί αυστηρού και
βαρέος ρυθμού καλούμενοι γυμνοπαιδίαι.

ΟΔΗΓΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ




Α΄. ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ


Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

Βρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ’ αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
της αδικίας.

Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη
         αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης
στην ωμοπλάτη·
στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.

Βωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.

Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
και στέγνωσε η αγάπη
μέσα σε τρύπιες ψυχές·
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά·
όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμη και του λύκου την κραυγή,
το δίκιο σου·
άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ’ τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.





Β΄. ΜΥΚΗΝΕΣ


Δώσ’ μου τα χέρια σου, δώσ’ μου τα χέρια σου,
         δώσ’ μου τα χέρια σου.

Είδα μέσα στη νύχτα
τη μυτερή κορυφή του βουνού
είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού
είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
αρχή και τέλος
η τελευταία στιγμή·
τα χέρια μου.

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες·
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.

Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς,
τούτες τις πέτρες.

Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ’ το φονιά στο σκοτωμένο
από το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
το βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι —
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας.

Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα προσηλωμένα, σ’ ένα σημάδι
που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις·
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.

Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου
εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες.


Οχτώβρης 1935





«Γυμνοπαιδία», περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, Φεβρουάριος 1936.
Από τον τόμο «Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 20η έκδοση, 2000.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Σταύρος Βαβούρης, "Οι Ατρείδες της φωτιάς και της σιωπής"





Η ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΙΔΑ


Η θάλασσα θα ’χει δεχτεί
να πάρει τα καράβια στο ταξίδι τους
έπειτα απ’ το θρίαμβο της πληρωμένης Νύχτας
και τη φρίκη της Αυγής.
Επευφημίες.
Αδιάντροπες αφυπνισμένες άγκυρες.
Το αίμα. Το δέος. Σιωπή.
Μετά θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες
κι ανέφικτη θα κατεβώ λίγα σκαλιά.
Βλέμμα οριζόντιο, λύπη οριζόντια.
Θα ’χω ανεβεί στο τελευταίο δάκρυ,
το δάκρυ που πετρώνει,
και γίνεται
αυτό που λεν οι ανήξεροι: φαρμακερή καρδιά.

Οι ακόλουθοι δε θαν το δουν,
θα βουλιάζουνε τα μάτια τους στις τύψεις·
θα βουλιάζουνε στη λίμνη των στιγμών,
όπως σε κάθε πίκρα τους
στηρίζουν κάτω από το θαμμένο τους πιγούνι την παλάμη
και με την εγκαρτέρηση νομίζουν πως θα στήσουνε
ό,τι ούτε ο θεός δεν μπόρεσε να φέρει δεξιά.
Έτσι, να εξευμενίσουνε τα βήματα της Μοίρας.
Μα το νόημα της ζωής μας δεν αλλάζει.
Το ύπουλο αυτό νόημα που προχωρεί
ατσάλινη στιγμή μες στους αιώνες,
και δεν το μαλακώνει ο πόνος μας
που διαφεύγει μέσ’ απ’ τις κινήσεις μας
που τις προετοιμάζει,
το σκοτεινό αυτό νόημα
που προχωρεί ακατάλυτο, αδιάφθορο και ριγηλό
μέσ’ απ’ τις επικλήσεις μας κι από τις προσευχές μας
δε θαν το δουν.
Θα βουλιάζουν στην ελπίδα του καιρού.
Μα εγώ, πέρα απ’ αυτούς, χωρίς αυτούς
δεν θα ’μαι πια αχιβάδα στην τρεχάλα της συρμής του.
Στο ’να πλευρό μου πάντοτε η Φωτιά
μα στ’ άλλο η φρίκη μου βουβή
θα ’χουμε δει στο ματωμένο σου κεφάλι
τη λιμασμένη Μοίρα μου χορτάτη.

Δε θ’ απομένει πόνος πια.
Δε θα ’ναι πια μελωδικό τραγούδι κύκνου που πεθαίνει
δε θα ’ναι πια κλυδωνισμός τραυματισμένης νύχτας
κάτω από ρομαντικό φεγγάρι.

Θα μένει
μόνο αυτό το τραγικό άρωμα
η ανείπωτα πικρή εκείνη γεύση,
αυτή η στεγνή εντύπωση
που αν θες, την κάνεις σιδερένιο τραγούδι
−τσεκούρι, φωτιά−
αν θες την κάνεις λόγχη
−τσεκούρι, φωτιά−
που λησμονιά
ή μνήμη μουσική δεν γίνεται μονάχα.

Κι εδώ, δεν θά ’ρθει η θάλασσα να παίξει
με τις γυμνές νεράιδες του κρυφού μου κήπου,
δεν θά ’ρθει η θάλασσα να βρει φεγγάρι
δε θά ’ρθει μπάτης πια.

Στα ματωμένα βότσαλα τα βράδια
η αγρύπνια μου θα τριγυρνάει
αγέλαστη και μοναχή στους μόλους
με τη φωνή του πυρετού
για τα περαστικά θαλασσινά πουλιά
που αμέριμνα θα ’ρθουν
να φέρουν άνοιξη στο χώμα
που το στοίχειωσε η θυσία σου.

Θα ’χω μια λύπη που θ’ αγγίζει τ’ άστρα,
ψηλή, και κατακόρυφη.
Δε θ’ απομένει πόνος πια.
Αυτοί, μετά καθώς θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες
θα βουλιάξουνε στη λήθη του καιρού.
Κι έπειτα
θα ’ρθούνε φαύλοι χρόνοι που θα πουν
ότι ήσουν τάχα ιέρεια στους Ταύρους,
θα ’ρθει να με λογχίσει η Ηλέκτρα.
Μ’ αν ήταν στο ’να μου πλευρό πάντα η Φωτιά,
αυτό το μέτωπο
δεν ήταν πάντοτε φωλιά
πικρών πουλιών που δεν λαλούν
δεν ήταν πάντοτε κυψέλη
για στείρες μέλισσες σιωπής και συμφοράς.

…Ότι σε πήραν σύννεφα
ότι είσαι τάχα ιέρεια στους Ταύρους.
Καρδιά οριζόντια. Λύπη οριζόντια,
για πάντα.
Ευθεία γραμμή, ατέλειωτη, χωρίς υποτροπή
ως την καρδιά του Χρόνου.
Εγώ
που κράτησα στα χέρια μου
το ματωμένο σου κεφάλι
μονάχα εγώ,
μπορώ να ξέρω την αλήθεια.





ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΑΣ


Αιφνιδίως με γοήτευε η ιδέα
πως μπορούσα να εξωθήσω
πρόσωπα και πράγματα σαν λόγχη·
πως ήταν δυνατό να πάρω σχήμα λαιμητόμου
πάνω από ένοχους αυχένες
ότι μπορούσα να υψωθώ,
σαν κυπαρίσσι σκοτεινή
σαν πεπρωμένο ανέφικτη.

Η ιδέα ότι μπορούσα να διασχίσω αδιάφορη
μ’ ένα σατανικό αδιόρατο χαμόγελο
πλήθη λυσσαλέα και μαινόμενα εναντίον μου
με διέλυε.
Με διαπερνούσε, με σπασμούς σχεδόν ηδονικούς, η σκέψη
πως μπορούσα
να βρεθώ στο τελευταίο σκαλοπάτι του ικριώματος
περιφρονητική
ενώ ένας όχλος θαμπωμένος
του κάκου θα περίμενε ως το τέλος
να ξεσπάσω σε λυγμούς.

Αιφνιδίως με γοήτευε
ναι, μ’ έκανε τρελή η ιδέα
πως ήταν δυνατό να πάρω μιαν απόχρωση
τεφρού αμετακλήτου
σκιάζοντας κι αφανίζοντας το φως του ήλιου
που τους είχε τόσο ανάψει και μεθύσει.





ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ ΑΤΡΕΙΔΗΣ


Η μυρουδιά από ’να πορτοκάλι
λησμονημένο πλάι στο προσκεφάλι του
θα του ’φερνε οπωσδήποτε στο νου
σκίζοντας την καρδιά του σα μαχαίρι
τους πορτοκαλεώνες του αργολικού κάμπου
που μόνο για μια μέρα στη ζωή του
πάλι θα ξανάβλεπε·

Όμως καλά να πάθει.
Μέσα στα λουτρά «οις ενοσφίσθη»
θα πρέπει να θυμήθηκε
για μια στιγμή ακαριαία
αργά και μάταια θα κατάλαβε,
ότι ούτ’ ένας βασιλιάς
δεν έχει το δικαίωμα να πικραίνει,
να εξευτελίζει αυτούς
που χρόνια −πώς και πώς− τον περιμένανε
γιατί τον αγαπήσανε πολύ
φέρνοντας παλλακίδα στο παλάτι του
χωρίς τη θέλησή της, συν τοις άλλοις
δούλα ταπεινωμένη την τρελή Κασσάνδρα
κόρη βασιλιά, όπως οι κόρες του
του Ίλου απόγονη
του Ίλου −υπογραμμίζω− του ήρωα
και πολυ-αγαπημένη ενός Θεού
του Φοίβου
του εκηβόλου Απόλλωνα.





ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΤΡΕΙΔΗΣ


Ναι μεν τα κίνητρά σας ευγενή
(κίνητρα δολοφόνου ευγενικά;
Pour ainsi dire· passons),
ο φόνος όμως φόνος
επέμενε διακριτικά μα σταθερά ο εισαγγελεύς.
Η Ηλέκτρα φρένιασε· (μαινόταν:
Κι η μοιχεία; Κι η σφαγή του βασιλιά;)
Επέσειαν απειλές και σχετικές κυρώσεις
στ’ ατέρμονό τους πηγαινέλα οι αυλικοί.
Παραιτήσεις, υποδείξεις, δικηγόροι
κομφούζιο στον Άρειο Πάγο·
και κατά την ολομέλεια φυσικά στο τέλος
συμφώνως τω άρθρω τάδε…
του νόμου, νόμου… (κάποιου νόμου τέλος πάντων·
(αν είναι δυνατό, κανείς να συγκρατήσει
παράγραφους κι εδάφια
νόμων σε τέτοιο κυκεώνα;)
έχετε απαλλαγεί λόγω συγχύσεως
«πλήρους» μάλιστα συγχύσεως
είν’ η διατύπωση του σχετικού εγγράφου.
Σύγχυσις πλήρης…
Ίσως, δηλαδή, λόγω βλακείας.
Όχι ίσως. Ακριβώς.
Τέλος στο παλάτι, κεραυνός.

Και τώρα, κατεβείτε πρίγκηψ,
κύριε, πολίτα, Ορέστη Ατρείδη,
(πώς προσαγορεύεται, άραγε, ένας έκπτωτος;)
Ορίστε το εισιτήριο, τ’ ανάλογο συνάλλαγμα
και τα λοιπά απαραίτητα χαρτιά.

Πυλάδη, σεις
με τις σοφές σας συμβουλές
βιαστείτε: τις αποσκευές.
Το πλοίο πρέπει ν’ αποπλεύσει το ταχύτερο.

Για την προσωρινή σας −πρώτον− απομάκρυνση
δεν εννοεί να υποχωρήσει ο εισαγγελεύς.
Όσο για το θρόνο σας και τη διαδοχή σας −δεύτερον−
Κανείς δεν ξέρει.
Παίρνουνε χρόνια αυτά τα πράγματα.
Ίσως γυρίζοντας με της θεάς το ξόανο,
προβάλλουμε το ευγενικό προσκύνημά σας
θα ’χει λησμονηθεί κι η πλήρης σύγχυσις...

Ίδωμεν τέλος πάντων.

Υπάρχουν, βλέπετε, αθωώσεις
που ’ναι, περίπου − σαν καρατομήσεις
σαν καταδίκες στην εσχάτη των ποινών.
Σε θάβουν ζωντανό
−πώς να σας το πω: σε Διαγράφουν
κι ίσως, Ορέστη Ατρείδη
ακόμα, πιο πολύ.





Από τη συλλογή «Οι Ατρείδες της φωτιάς και της σιωπής».
Πηγή: «Σταύρος Βαβούρης - Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα (1940-1993)», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1998.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, "Τα επακόλουθα"




ΚΑΘΕ ΘΑΝΑΤΟΣ


Κάθε θάνατος πιο κοντά μάς φέρνει
Από συνείδηση βαθιά πως λιγοστεύουμε
Πως ένας ένας χάνει τη θέση του εγκαταλείπεται
Απ’ τη ζωή των άλλων απ’ το σπίτι του
Απ’ το δικό του κάθισμα στάση του επισκέπτη
Λέμε εδώ καθόταν κάποτε ο πατέρας ο φίλος
Εκεί ο ποιητής κάτω απ’ το φως μάς μιλούσε

Κάθε θάνατος πιο κοντά μάς φέρνει
Τις νύχτες δε θέλω να σ’ αφήσω δε μ’ αφήνεις
Όσο κι αν σκοτεινιάζει έξω όσο κι αν βρέχει
Όσο κι αν ανταμώνουμε μέσα στον ύπνο





ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ


Αυτές οι πέτρες που περπατάς
Δε σε πετροβολούν
Σε δοξάζουν
Δε σε κατρακυλούν αυτές οι πέτρες
Εσένα που έχεις το μάτι ενός Κύκλωπα
Και την καρδιά ενός Οδυσσέα





ΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΟ


Το ρόλο σου καλά τον παίζεις
Εξασκείς τη φωνή σου στον καθρέφτη
Κι όταν κάποιο από τα δόντια σου πέφτει
Τάχα αδιάφορα πηγαίνεις στο παράθυρο
Ρίχνοντας ένα βλέμμα πλαστικό

Ένας ένας θα σου φύγουν οι φίλοι
Θα τους ζητάς με το κερί και με τα κιάλια
Θα τρως χλωροφύλλη με μανία
Κι ακόμα θα μιλάς σαν μαγνητόφωνο





ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Όταν γεννιέται το ποίημα
Να φοβάσαι ποιητή
Να ντύνεσαι γερή πανοπλία
Τις λέξεις να υποψιάζεσαι πάντα
Μη σε χτυπήσουν
Γιατί έτσι παράφορος που γίνεσαι
Την ώρα που το ποίημα πλησιάζει
Μπορεί να μην αντιληφθείς
Πως ένας κίνδυνος σε απειλεί
Ανεμίζοντας σπαθί αστραφτερό
Στον αέρα





ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΜΑΥΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ


Ψάχνω τη δική μου σημαία
Αυτά τα ξέθωρα κουρέλια
Κάτω απ’ τον ήλιο
Έγιναν βρόμικοι επίδεσμοι
Κόλλησαν στο κορμί μου
Μπήκαν μέσα στα σπλάχνα μου

Ψάχνω τη δική μου σημαία
Μελετώ τη σύνθεση των χρωμάτων
Μελετώ προπάντων τη θάλασσα
Την ώρα που νυχτώνει
Και δεν ξέρω πώς να την ονομάσω
Την ώρα που μαυρίζουν όλα τα όνειρα





ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Δέντρο της αγάπης
Σε φοβάμαι
Καθώς αέναα ψηλώνεις
Με καλείς με φωνές
Που δεν καταλαβαίνω
Δε θέλω να καταλάβω ίσως
Τρέμουν τα φύλλα της καρδιάς σου
Τρέμω
(Τα φύλλα σου από ρίζα σκοτεινή)
Με σφίγγεις στο σκληρό κορμί σου
Με πονείς
Μπερδεύεις τα μαλλιά μου
Μες στους πολλούς σου κλώνους
Δεν μπορώ να γλιτώσω
Από τούτη την κατακόρυφη
Έγνοια σου





Από τη συλλογή «Τα επακόλουθα», (1978).
Πηγή: «Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου, Επιλογές και σύνολα», εκδ. Νησίδες, 2001.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2018

Αλέξης Τραϊανός, "Η κλεψύδρα με τις στάχτες"




Όνειρο του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη

Νύχτα της Τετάρτης 29 του Γενάρη 1974


1.

Κι έπειτα ήρθες να που έπρεπε βέβαια νά ’ρθεις
Αγάλι σέρνοντας τη φρίκη μιας πληγής παντοτινής
Μέσα στου πιο αποτρόπαιου τέλους τον κρότο
Στο μαύρο αδιέξοδο στην άβυσσο του νου

Να που έπρεπε την καρδιά σου κομμάτια να ’βλεπα
Κάτω από ’να ξεθωριασμένο πράσινο κουστούμι
Τυπικό και άψογο σ’ ένα λευκό τραπεζομάντηλο σκυμμένο

Πέρασαν τόσα χρόνια πέρασε ο καιρός
Πλυμένο κίτρινο παλιό το φως
Έπεφτε πάνω σου σαν τίποτα και σαν ανυπαρξία



2.

Να φανείς έτσι έπρεπε μες στου φωτός την αγκαθένια δάφνη
Σιωπηλός στου εαυτού σου το νεκρόδειπνο
Πετώντας απ’ τ’ άρρωστο κορμί
Σαν πατημένο ρόδο την καρδιά σου χάμου
Κι αφού την ξόδεψες την πιο τελευταία σου πλάνη
Το στρεβλωμένο αίμα σου στα μάτια μου ένιωσα
Να με τραβά και να με παίρνει
Πάμε με είπες πάμε μες στη νεκρή
Την έρημη σταματημένη επαρχία να βαδίσουμε



3.

Κι ενώ νύχτα ως τότε ήταν νύχτα της νύχτας
Και το φως απαιτούμενο
Το φως μάς άφησε στο σύνορο της πόρτας
Κι όμως σκοτάδι που προσμέναμε δεν είδαμε
Μόνο το πόδι σου μεγαλωμένο ξαφνικά μέσα στη νύχτα κοίταξα
Μέσα σε λάμψη να πατά όπως με θάνατο το θάνατό σου πάτησες
Και δες μου είπες
Μπορούμε να τα κάνουμε όλα όπως πρώτα
Εμείς που από ’κει που δεν είμαστε ερχόμαστε
Μπορούμε να τα κάνουμε όλα όπως πρώτα
Κι είναι το ίδιο οι ξεχερσωμένοι κήποι κάτω απ’ τα κεραμίδια
Κι η ανεμισμένη παραλία μια θαλασσογραφία σκονισμένη
Και τα σπίτια ξεφλουδισμένα απ τον άνεμο κοιτάζοντάς μας
           μ’ άδεια μάτια
Μια φορά μόνο για μια φορά και τούτο το ίδιο είναι
Κι ο ελαιώνας και τα ρόδα κινώντας απ τούς φράχτες
Προσμένοντας νά ’ρθουν για να μας γίνουν προσκεφάλι
Κι η σιωπή τρομαχτική μες στο κορμί σου σα μηδέν
Μικρό κι ατέλειωτο μηδέν και Απεραντοσύνη



4.

Εδώ σταμάτησες μέσα σ’ αυτά τα ίδια σπίτια που ναυάγησες
Εδώ σε κοίταξα δέντρο γυμνό δίχως το πρόσχημά σου
Στ’ αριστερό σου μάγουλο δυο ξυραφιές μένανε ξεραμένες
Για να μην ξέρω πια αν απ’ το θάνατο έρχεσαι ή τη ζωή
Για να μην ξέρω πια αν διαιωνίζεται ακόμα η ταραχή σου
Αν άψογος και μες στο θάνατό σου παραμένεις

Εδώ σε κοίταξα με το καρφί και με τις λέξεις
Εδώ με άφησες σηκώνοντας τα τσακισμένα σου φτερά
Μες στο λιωμένο φως μιας πενιχρής μπαλάντας
Ξανά για νά ’μπεις





Μια βραδιά με την Σύλβια Πλαθ


Ανεβοκατεβαίνω αυτό το ήρεμο γκρίζο
Τσιγάρα και συνήθειες του χειμώνα
Προφέροντας τ’ όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Με το γέλιο σου να κουνιέται πίσω από το οινόπνευμα της λάμπας
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις απ’ το ίδιο σου το χέρι

Απ’ τα φύλλα μου λείπει το χαρτί που μου κλέψανε
Πρέπει να σε κουβαλήσω από ’κει που ήσουν
Μ’ ένα γυμνό λαμπτήρα μέσα σε κάθε μάτι
Το άσχημο φως της κατοχής σου

Τώρα ξέρω αυτό το φως πίσω από κάθε άγαλμα
Μα ποιος του κόλλησε αυτά τα άσπρα μαλλιά
άφησε με να επισκευάσω τις λέξεις μου εσένα το βλέμμα μου
Είδα ήτανε μια προσωπίδα τρομερή μέσα στη ζωή
Καθένας μας μ’ ένα κουτί και το κεφάλι του μέσα

Όχι δε θα έρθει κάνεις
Μη γελάς κι ας ήμαστε εδώ σ’ αυτό τον κλειστό σταθμό
Δίπλα στη θάλασσα κάτι θέλοντας να πω
Όπως θα ήθελα να το πω και δεν είναι
Και παρασέρνει σα σκοινί το πρόσωπό μου
Μπροστά στο λάκκο με το αλάτι και το ξύδι

Άφησέ με να μη σου μιλώ λοιπόν
Ήμασταν το ζευγάρι που δεν έχει που να πάει πια
Το τρένο έφυγε όπως στο σινεμά
Μπορείς να κρυφτείς στην τουαλέτα όλο το βράδι
Για να το δεις να φεύγει πάλι
Έγινε ο κόσμος για να βλεπόμαστε μισοί μες στο χαμό
Σαν ένα μισοφώτιστο πορνό
Μυαλό π’ αχνίζει ποίηση κι αλκοόλ
Τα μάτια μου τα εμποδίζουνε οι προβολείς
Μιας χώρας που λιώνει στο σπριπ τιζ

Ανεβοκατεβαίνω αυτό το ήρεμο γκρίζο
Συχωρέθηκα σε μια λέξη
Προφέροντας τ’ όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις απ’ το ίδιο σου χέρι

Το γκάζι μιλά καλύτερα απ’ τη σιωπή ή τους ανθρώπους
Μυρίζει όταν κανένας δεν έρχεται να μυρίσεις
Το ανοίγεις εσύ ή οι άλλοι για σένα ή για τους άλλους
Ένα ουδέτερο ρύγχος ίσως απ’ το ταβάνι

Ρύγχη λουλουδιών γκάζι λουλουδιών
Πολιορκούσαν το αίμα σου άφαντο
Μελανιασμένο σ’ ένα χαρτί της νύχτας
Ή στις 4 το πρωί ανάθεμα της ποίησης
Της σφιγμένης γροθιάς πάνω στο άπλετο μαύρο
Εκεί που σκόνταφταν τα μάτια σου προορισμός υακίνθων
Κάνοντάς το πάλι
Νόημα των λέξεων νόημα ματιών απονενοημένων
Χείλια του ποτέ πια
Στις 4 το πρωί με τις άσπρες κλεψύδρες του γαλατά
Ή αιώνια ώρα στο φιλντισένιο κορμί σου
Στο υγιεινό δωμάτιο με το κλάμα και τους καπνούς
Τους στίχους της σήψης ναυαγισμένους γύρω απ’ το αμπαζούρ
Και το ποίημα ανάποδο
Να πηγαινοέρχεται απ’ την κρεβατοκάμαρα στην κουζίνα
Ανασταινόσουν και πέθαινες Λαίδη Λαζάρου


28.2.74





Ο μάγος


Θα προσπαθήσω να ευχαριστήσω τους θεατές
Τους σπάγκους το γυαλιστερό σου πριόνι

Είμαι στο κουτί σου φάλτσε μάγε
Με πονάς μάγε
Θα προσπαθήσω να σ’ ευχαριστήσω σαν κτήνος σφαγμένο

Τώρα δε βλέπω τίποτα πρέπει να φύγω
Η νύχτα στάζει από παντού
Μέσα στη μουσική τα κόκαλα του έρωτα
Τον άδειο σπασμό

Άφησέ με θα φέρω το φτωχό ζώο στην τρύπα του
Σέρνοντας πόνο το αίμα στις σκάλες
Θα κάθομαι μαζί του ακούγοντας τους αέρες
Αυτό το οξύ που με παραμόρφωσε

Ο μόνος που μου μίλησε ένας χαζός οδηγός
Μου ’πε το χαλασμένο του αυτοκίνητο να σμπρώξω
Λοιπόν τους γκρέμισα στο βάραθρο
Ο θάνατος είναι εθνικό προϊόν
Γέμισα ποντικοπαγίδες όλο το σπίτι
Κρέμονται σαν κλουβιά στο ταβάνι
Στο νεροχύτη στο σωλήνα αποχετεύσεως
Στο αραχνιασμένο κοστούμι του γάμου μου

Κανένα όνειρο κάτω απ’ την κρύα κουβέρτα
Κι οι τοίχοι τελειώνοντας κάπου απελπισμένα
Αδέξιοι σαν ποιήματα





Από τη συλλογή «Η κλεψύδρα με τις στάχτες» (1975).
Πηγή, η συγκεντρωτική έκδοση: «Αλέξης Τραϊανός - Φύλακας ερειπίων (Τα ποιήματα)», εκδ. Πλέθρον, 1991.