Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

Τόλης Νικηφόρου, "Στιγμές"





είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης


είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης
ένας απίστευτα γενναίος ισορροπιστής
βαδίζω απρόσεχτα χορεύω
γλιστράω κρατιέμαι την έσχατη στιγμή
παίζω με την κομμένη σας ανάσα
περιγελώ τα επιφωνήματα
εγώ ο ίδιος πριονίζω το σχοινί
στο χέρι μου κρατάω σφιχτά τον ουρανό
τον τρύπιο σκούφο μου για τα φιλοδωρήματα

το ξέρω πως θα συντριβώ
το αίμα μου πάνω στην άσφαλτο θα σχηματίσει
ένα παράξενο φεγγάρι
οι νοσοκόμοι με τα άγρια γένια
θα διασώσουν μοναχά
κείνο το εκθαμβωτικό λουλούδι
που θε ν’ ανθίσει στο σημείο που έπεσα


                                      [Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979]





επίγνωση


με επίγνωση βαδίζω
στην άκρη άκρη του γκρεμού
γνωρίζω πια την κατασκότεινη άβυσσο
κι όταν σκοντάφτω και παραπατώ
χωρίς κανένα μάταιο επιφώνημα
κρατάω το χέρι σου σφιχτά
μες στις σχισμές των βράχων
ψάχνω για άγρια φυτά
να μου διδάξουν το δικό τους βλέμμα
μπροστά σε χίλια χρόνια
ή δέκα δευτερόλεπτα ζωής
με επίγνωση αιωρούμαι
πάνω από το κενό το τίποτα
με τη φωνή μου ακέραια
και τον αντίλαλο
κι εσένα


                                      [Το μαγικό χαλί, 1980]





ξένες χώρες


πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
από τη χαραμάδα εισρέει
και στα θαμπά μου μάτια διαχέεται
ηχεί το σήμαντρο μιας παιδικής φωνής
ανάμεσα στο τέλος την αρχή
τις σκόρπιες συλλαβές των λέξεων
απλώνεται καπνός κρασί
μεθυστικό ανθρώπινο άρωμα
ακούγεται ένα γέλιο κοντινό
σαν γυναικεία δάχτυλα που ανιχνεύουν
τη μουσική κάτω απ’ το δέρμα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
το φως στον ύπνο που δεν χάρηκα
το φως που τώρα δεν αγγίζω
καθώς ξεφτίζει στο κατώφλι μου

πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα


                                      [Ξένες χώρες, 1991]





ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο


μια έρημη σοφίτα μακρινή μέσα στη θλίψη τ’ ουρανού
είναι η ψυχή μου

γεμάτη άχρηστα αντικείμενα, μια ψάθινη καρέκλα
ένα ποδήλατο με τρύπια λάστιχα,
μια κόκκινη ξεφούσκωτη μπάλα

κι ένα σωρό θαμπές φωτογραφίες
απ’ τους αρχαίους ενοίκους της

όμως δεν κρύβει πλάσματα επικίνδυνα
κι ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο

μια έρημη σοφίτα μακρινή,
μια λέξη ανείπωτη είναι η ψυχή μου,
ένα μοναχικό παράθυρο
που κάποτε φωτίζεται
μέσα στη θλίψη τ' ουρανού


                                      [Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, 2002]





στη διάλεκτο της μοναξιάς


στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
ένα γαλάζιο αστραφτερό κι απρόσιτο
μια δίψα
ψηλά στο μυστικό κελάρι τ’ ουρανού
μπρούσκο εκλεκτό της μνήμης

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
όπως γυναίκα σε φανταστική οθόνη
που ως αργά τη νύχτα μεταφράζει όνειρα
στη διάλεκτο της μοναξιάς

όσοι εδώ μέσα μπήκαν έφυγαν
άφησαν πίσω τα βιβλία τους, τις μουσικές
κάτι απ’ το χνώτο τους
ένα αποτσίγαρο μες στον πηχτό ντελβέ

άφησαν πίσω τους κενό και αινίγματα
κάδρα που όρθια γέρνουν
χρώματα που θαμπώνουν μες στο φως
διπλό κρεβάτι για το αχ χωρίς το άγγιγμα
τον κούφιο ήχο του νερού στο μπάνιο
ένα λυγμό που δεν διαλύει
την πέτρα μέσα της

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι
ή σαν ψυχή που πρόδωσε
αυτό το κάτι στη φωνή της
και τώρα πνίγεται μέσα στο καθημερινό της τίποτα
μέσα στην έπαρση και τη λαχτάρα της


                                      [Το μυστικό αλφάβητο, 2010]





Από το βιβλίο: «Στιγμές: Ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου, 1966-2022», Γράφημα 2022.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Ο Θεόδωρος"





Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ


Όταν ο Θεόδωρος μπλέχτηκε μαζί της, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την ορθότητα της επιλογής του. Η Μάρω ήταν πολύ γλυκιά, του άρεζε υπερβολικά, το βλέμμα της, το σώμα της, η φωνή της. Εκείνο που μέτρησε ακόμα πιο πολύ ήταν ο χαρακτήρας της, ζεστός, γενναιόδωρος, γεμάτος αισθήματα. Ένιωθε πως η Μάρω τον αγαπά. Κι εκείνος είχε δεθεί μαζί της. Την παντρεύτηκε σε ένα μικρό κι απόκρημνο μοναστήρι, με ελάχιστους συγγενείς και φίλους. Τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχε ούτε ένα ψεγάδι, μόνο αγάπη. Επιστέγασμα της συζυγικής σχέσης ήταν ένα μωράκι, που τους έκανε ακόμα πιο ευτυχισμένους. Το άλμπουμ γέμιζε με φωτογραφίες, ένας κήπος όλο χαμόγελα.
      Πρέπει να ήταν η κορούλα του τρεισήμισι χρονών, όταν συνάντησε αναπάντεχα τη Ρίκα στην αγορά. Ήταν μια γυναίκα που είχε λατρέψει πριν γνωρίσει τη Μάρω, ήταν όμως κι εκείνη που τον πρόδωσε. Έκανε δύο χρόνια για να συνέλθει από την ιστορία της. Μίλησαν για λίγο και δεν της έκρυψε ότι έχει παντρευτεί, ότι έχει ένα κοριτσάκι. Ήταν σίγουρος και για τη δική της ευτυχία, αλλά εκείνη τον διέψευσε. Η Ρίκα μια μέρα έστειλε ένα μήνυμα. Συναντήθηκαν κι ήταν σαν να μην πέρασε ούτε ένα λεπτό. Δεν μπορούσε ούτε κι ο ίδιος να εξηγήσει γιατί δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί, γιατί αναίρεσε τόσο εύκολα τις αρχές του.
    Σύντομα εγκατέλειψε τη Μάρω και την κόρη του. Εγκαταστάθηκε στο σπίτι της Ρίκας. Ένα διαζύγιο γεμάτο πόνο και δάκρυα. Νέος γάμος με τη Ρίκα. Τρία χρόνια μαζί της ηδονικά κι έπειτα η έλευση ενός μωρού, κοριτσάκι κι αυτό. Ο Θεόδωρος περίμενε ότι θα ζούσε μια ανάλογη κατάσταση οικογενειακής ευτυχίας αλλά η Ρίκα άλλαξε απότομα. Όσο ερωτική ήταν, άλλο τόσο άπιστη αποδείχθηκε για μια ακόμη φορά. Τον έδιωξε. Κι έμεινε μόνος, να πληρώνει ανατροφές για τις δύο κόρες.
      Τώρα ο Θεόδωρος ζει σε μια γκαρσονιέρα. Μετάνιωσε πικρά. Πληρώνει τα λάθη, τον πόνο που προκάλεσε. Η ηδονή, δυστυχώς, είναι κάτι περίεργο, ανεξέλεγκτο, καταιγιστικό, μεθυστικό, θανατηφόρο. Οι αισθήσεις μπερδεύονται, η λογική σταματά. Οι φίλοι του εξακολουθούν να τον αγαπάν, υπερβολικά. Οι γονείς του έφυγαν από τη ζωή. Με τον αδελφό του οι σχέσεις απόμακρες. Γυναίκες διάφορες, όλα επιφανειακά, καμιά συγκίνηση, να περνούν οι μέρες, να γεμίζουν.


Ιγνάτης Χουβαρδάς




Από το βιβλίο «Γδύνομαι, ντύνομαι, γδύνεται», εκδ. Μπιλιέτο.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

Γιώργης Παυλόπουλος, από τα "Τριαντατρία χαϊκού"





                                                     «Αν πράγματι με θες, θα μ’ έχεις»

 
3

Πάλι το δρόμο
γυμνή στο παράθυρο
κρυφοκοιτάζει.





5

Στις τρεις τη νύχτα
το γκαρσόνι μάς πήρε
τα δυο ποτήρια.





15

Σπουργίτης φονιάς
σκοτώνει τον τζίτζιρα
κι αυτός τραγουδάει.





16

Σταυροί στην πλαγιά
κι η θάλασσα πιο κάτω
λάμπει στον ήλιο.





17

Άκουγα κουπιά
χωρίς να βλέπω βάρκα
μέσα στο πούσι.





19

Βαθιά στη λάσπη
αυλακιές από ρόδες
και φύλλα ξερά.





20

Πίσω απ’ τα βουνά
κάποιοι βγαίνουν τα βράδια
και μας κοιτάζουν.





24

Ουρά παγωνιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.





29

Άνθη μυγδαλιάς
πέφτουνε στον ύπνο μου.
Ποια με φίλησε;





Τριαντατρία χαϊκού, εκδ. Στιγμή 1990.
Πηγή: «Γιώργης Παυλόπουλος, Ποιήματα [1943-2008]», εκδ. Κίχλη, 2017.





Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022

Wilfred Owen, "Δύο ποιήματα" (μετάφραση - επίμετρο: Μαρίκα Συμεωνίδου)





Dulce et decorum est


Bent double, like old beggars under sacks,
Knock-kneed, coughing like hags, we cursed through sludge,
Till on the haunting flares we turned our backs
And towards our distant rest began to trudge.
Men marched asleep. Many had lost their boots
But limped on, blood-shod. All went lame; all blind;
Drunk with fatigue; deaf even to the hoots
Of tired, outstripped Five-Nines that dropped behind.
Gas! Gas! Quick, boys! – An ecstasy of fumbling,
Fitting the clumsy helmets just in time;
But someone still was yelling out and stumbling,
And flound’ring like a man in fire or lime …
Dim, through the misty panes and thick green light,
As under a green sea, I saw him drowning.
In all my dreams, before my helpless sight,
He plunges at me, guttering, choking, drowning.
If in some smothering dreams you too could pace
Behind the wagon that we flung him in,
And watch the white eyes writhing in his face,
His hanging face, like a devil’s sick of sin;
If you could hear, at every jolt, the blood
Come gargling from the froth-corrupted lungs,
Obscene as cancer, bitter as the cud
Of vile, incurable sores on innocent tongues,
My friend, you would not tell with such high zest
To children ardent for some desperate glory,
The old Lie: Dulce et Decorum est
Pro patria mori.




ΓΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ EINAI Ο ΘΑΝΑΤΟΣ


Σκυφτοί δυο δυο, σαν γέροι ζητιάνοι πίσω από σακιά,
Στραβοκάνηδες, βήχουμε σαν παλιόγριες, καταραμένοι μέσα στη λάσπη,
Βαδίζουμε με κόπο, άγρυπνοι, με την πλάτη στις φωτοβολίδες αναγνώρισης
Στα μετόπισθεν.
Πολλοί έχοντας χάσει τις μπότες τους, άλλοι πληγωμένοι, άλλοι εξαντλημένοι
άλλοι τυφλοί, κουρασμένοι, κωφοί ακόμα και στις οβίδες, χωρίς ανάσα ξεκούρασης
Κινούμαστε αργά.
Αέριο! Αέριο! Γρήγορα τις μάσκες αγόρια!
Πανικός να προλάβεις να τις φορέσεις
Ένας μόνο ουρλιάζει ακόμα και πέφτει
Σπαρταρώντας σα να βρισκόταν σε φωτιά ή ασβέστη
Ανάθεμα, μέσα στα θολά γυαλιά της μάσκας και στο λεπτό πράσινο φως
Φαίνεται σαν να πνίγεται σ’ ένα πράσινο βυθό.
Σε όλα μου τα όνειρα, πριν την αδύναμη όραση
Με βυθίζει, σπαρταρώντας, ασφυκτιώντας, πνίγομαι
Αν σε κάποιο από τους εφιάλτες, μπορούσες να ακολουθήσεις
το κάρο που τον μετέφερε
θωρώντας τα λευκά του μάτια να σκίζουν το πρόσωπο,
να κρέμεται το κεφάλι λες και ο διάολος αναζητά την αμαρτία
Αν μπορούσες ν’ ακούσεις, σε κάθε τίναγμα, το αίμα
Γάργαρα προς τους πνεύμονες να ανεβαίνει
Σαν καρκίνος αισχρό, σαν φλέμα πικρό,
Αποτρόπαιες, ανίατες πληγές σε αθώες γλώσσες
Με τόση ζέση φίλε μου δε θα ’λεγες
στο διψασμένα για μια στάλα δόξα παιδιά
το αρχαίο ψέμα: ΓΛΥΚΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ.


*   *   *



Futility


Move him into the sun—
Gently its touch awoke him once,
At home, whispering of fields half-sown.
Always it woke him, even in France,
Until this morning and this snow.
If anything might rouse him now
The kind old sun will know.

Think how it wakes the seeds—
Woke once the clays of a cold star.
Are limbs, so dear-achieved, are sides
Full-nerved, still warm, too hard to stir?
Was it for this the clay grew tall?
—O what made fatuous sunbeams toil
To break earth’s sleep at all?




Ματαιότης


Φέρτε τον στον ήλιο –
Ευγενικά τ’ άγγιγμά του κάποτε τον ξύπνησε,
στο σπίτι, μισοθερισμένοι αγροί ψιθύριζαν.
Πάντα τον ξυπνούσε αυτός, ακόμα και στην Γαλλία
μέχρι αυτό το πρωινό, αυτό το χιόνι.
Αν μπορεί κάτι να τον αναστήσει τώρα
ο σοφός ήλιος ξέρει.
 
Σκέψου πώς ανθίζει τους σπόρους —
κάποτε ξυπνά το σώμα ενός παγωμένου αστεριού.
Να ’ναι τα άκρα, τα καλοκαμωμένα, οι πλευρές
Τόσο νευρώδη, τόσο ζεστά, πολύ δύσκολα να ξεκολλήσουν;
Γι’ αυτό λοιπόν στάθηκε τούτο το σώμα ψηλά;
— Ω τι ήταν αυτό που έκανε τις ηλιαχτίδες να μπουν μάταια στον κόπο
να διακόψουν της γης τον ύπνο άραγε;



Μετάφραση Μαρίκα Συμεωνίδου




Επίμετρο

Ο Wilfred Edward Salter Owen (18 Μαρτίου 1893 - 4 Νοεμβρίου 1918), ήταν Άγγλος ποιητής και στρατιωτικός. Πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στα ποιήματά του μιλά ως ένας στρατιώτης ο οποίος έχει πλήρη συνείδηση ενός ατόμου που, μέσα στη δίνη του πολέμου και τη φρίκη των χαρακωμάτων, θρηνεί για τις ψυχές των νέων ανθρώπων που έχασαν η ζωή τους. Ο ίδιος μάλιστα υπήρξε ένας από αυτούς καθώς σκοτώθηκε μόλις μία εβδομάδα πριν την συνθηκολόγηση που σήμανε την λήξη του πολέμου.
Μόνο πέντε από τα ποιήματα του Όουεν δημοσιεύθηκαν ενόσω αυτός ζούσε. Τα περισσότερα εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του [Poems (1920), The Poems of Wilfred Owen (1931), The Collected Poems of Wilfred Owen (1963), The Complete Poems and Fragments (1983)].
Θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους καλύτερους ποιητές του Μεγάλου Πολέμου και το έργο του άσκησε μεγάλη επιρροή στην λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και την μουσική.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2022

Κατερίνα Γαϊτάνου, "Μνημόσυνο"



 
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ


    Το σαλόνι λουζόταν από άπλετο φως, χρυσές λωρίδες οκτωβριάτικου ήλιου στο απόγειό του. Έπαιζαν με τις σκιές πάνω στην κουρτίνα, με τα τυχαία σχήματα άλλοτε να μακραίνουν κι άλλοτε να γίνονται μικρά, το γνωστό παιχνίδι. Με κανένα νόημα, κανέναν συγκεκριμένο σκοπό, κοιτάζεις ακολουθώντας την κίνηση, μέχρι να βαρεθείς.
     Αυτά όμως είναι και τα αληθινά παιχνίδια. Δε χρειάζονται διαφημιστή ή χορηγό για να πουλήσουν. Έχουν ρυθμό, δεν έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο, τα κάνεις εσύ ό,τι θέλεις με τον νου σου. Αντίπαλος μπορεί να είναι μόνο ο εαυτός σου. Μεγαλώνει το σχήμα στην κουρτίνα; Νικάς εσύ. Μικραίνει; Σε προσπερνά ο εαυτός σου. Μεγαλώνει πάλι; Ορίστε, ξανά εσύ μπροστά. Μίκρυνε; Τσουπ, πάλι μπροστά ο άλλος. Για όση ώρα αποφασίσεις εσύ. Αναλόγως με το ποιος θέλεις να νικήσει.
    Προς το παρόν κερδίζω, γιατί τα μεγάλα σχήματα είναι πιο πολλά από τα μικρά. Κοιτάζω προσπαθώντας να εντοπίσω αν παίζει και κάποιος άλλος το ίδιο παιχνίδι, όμως κανείς δε φαίνεται να ασχολείται με την κουρτίνα. Έξω από το παιχνίδι μου απουσιάζει κι ο ρυθμός. Πορσελάνινα φλυτζάνια που ακουμπούν στο πιατάκι του καφέ, πού και πού κανένα σχόλιο για τα καθημερινά, βήματα που πλησιάζουν κι απομακρύνονται. Σε τυχαία όμως σειρά. Εδώ έξω μάλλον κερδίζει η σιωπή, μιας και επικρατεί τον περισσότερο χρόνο.
    Η σιωπή προσφέρει ασφάλεια. Κι οι άνθρωποι χρειάζονται να νιώθουν ασφαλείς, ειδικά σε ένα μνημόσυνο.
    Ξαφνικά θυμάμαι ότι έχω αφήσει τα παράθυρα του δωματίου μου ανοιχτά πολλή ώρα, κι η σκέψη με διακόπτει προσωρινά από το παιχνίδι. Εδώ, χωρίς τις κουρτίνες, το φως κι ο αέρας προδίδουν την εποχή. Κάποτε ονειρεύτηκα ότι είχε πηδήξει μέσα από το ακριανό παράθυρο ένα μικρό γυφτάκι από το απέναντι σπίτι. Πώς τα κατάφερε; Τι ήθελε; Τα όνειρα δε δίνουν απαντήσεις.
    Επιστρέφω στο σαλόνι. Η θέση μου είναι πιασμένη από κάποιον μακρινό συγγενή που μπήκε πριν λίγο. Με θυμάται μικρή, εγώ πάλι όχι. Όμως είναι πάντα κάπως παρήγορο να σε θυμούνται άνθρωποι που εσύ νομίζεις ότι τους βλέπεις για πρώτη φορά, βεβαιώνει ότι υπήρξες και στο πριν. Με ρωτάει κάτι για τη δουλειά, του απαντώ με δυο-τρεις φράσεις. Xαμογελά βουρκωμένος. Ή μπορεί να είναι τα μάτια του υγρά λόγω ηλικίας. Από μια ηλικία και μετά τα μάτια είναι μονίμως υγρά, έτσι δεν είναι;
    Ακούω τη θεία Καίτη να περιγράφει τη συνταγή για βασιλόπιτα. Θυμάται όλες τις λεπτομέρειες απ’ έξω, πόση ζάχαρη, πόση ώρα στο φούρνο, το σωστό ταψί. Η μαμά πάντα έλεγε ότι η ζαχαροπλαστική είναι πολύ πιο δύσκολη από τη μαγειρική. Λίγο να κάνεις λάθος στη δόση ενός υλικού και το γλυκό καταστράφηκε. Οι γυναίκες της μάζωξης παρακολουθούν με προσοχή, βρίσκουν τη συνταγή ενδιαφέρουσα.
   Έχει περάσει ένας χρόνος. Όλοι λένε, «ω, μα πότε πέρασε ένας χρόνος!» και πράγματι μοιάζει λιγότερο. Πολύ λιγότερο. Η αλήθεια δε βρίσκεται κάπου στη μέση εδώ. Η αλήθεια είναι ότι ο χρόνος δεν πέρασε καθόλου από τότε. Σταμάτησε εκεί, στο σημείο που συνέβη ο θάνατος. Πάντα εκεί σταματάει, και γι’ αυτόν που πεθαίνει και για εμάς που είμαστε μάρτυρες της αποχώρησής του. Κλειδώνει όλα τα πριν και τα μετά σε μία μόνο στιγμή, την τελευταία. Και σου δίνει την εντύπωση ότι συνεχίζει να κυλά κανονικά απλά και μόνο επειδή οι μέρες και οι νύχτες επαναλαμβάνονται με τον ίδιο ρυθμό.
     Αυτά σκέφτομαι καθώς οι άνθρωποι γύρω μου προσπαθούν να πείσουν τους εαυτούς τους ότι δεν κινδυνεύουν στο εδώ και στο τώρα.
    Στο παιχνίδι με την κουρτίνα αποφασίζω τελικά ότι είμαι με τον άλλον κι έχω ηττηθεί.


Κατερίνα Γαϊτάνου




Από τη συλλογή διηγημάτων «Κάμερα», εκδ. Ελκυστής, 2021.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Ασημίνα Λαμπράκου, "...που λες κυρ επίσημέ μου..."




...που λες κυρ επίσημέ μου...


...τι είμαι ’γώ; Μια γυναίκα είμαι, μια απλή γυναίκα είμαι κομματάκι αλλοπαρμένη βέβαια, να το παραδεχτώ. Γιατί τι άλλο μπορεί νάναι ένας άνθρωπος που πλένοντας τις κατσαρόλες και τα ταψιά του εμπνέεται στίχους και γράφει ποιήματα και ιστορίες;
     Να, που λες, εκεί, τ’ απογέματα όπως πλησιάζω το νεροχύτη με το βαρύ του φορτίο, κάνω μια κλατς κι ανοίγω και το ραδιοφωνάκι πίσω μου, πάνω στο τραπέζι. Αναλογικό το ραδιόφωνο, μη φανταστείς τίποτε μεγαλεία ψηφιακά κι άλλα τέτοια των σύγχρονων τεχνολογιών. Αναλογικό και χάνει τον σταθμό στο πρώτο σκούντημα. Σε δουλειά να βρίσκονται τα δάχτυλα να ψάχνουν, μην πάθουν κι αγκύλωση από τη μονομέρεια στις κινήσεις του πληκτρολογίου…
     Μια από ’κείνες τις φορές, που λες κυρ επίσημε, όπως ξεσάλωνε η σκέψη μου πάνω από τα ταψιά κι έστηνα τον στίχο, πάει και χάθηκε ο σταθμός που έπαιζε από καιρό στα ερτζιανά μου. Πάει κι η φωνή του Οδυσσέα μαζί. Πάν’ κι οι εμπνεύσεις. Μαύρη μοναξιά έπεσε εντός μου. Σώθηκε το κέφι μου. Μαυρίσανε οι σκέψεις. Το ’ριξα στις αναλύσεις ξεχνώντας τις ποιήσεις. Έτσι λοιπόν, όπως καθάριζα μια μέρα κρεμμύδια για τα φασολάκια μου, σιγά μην τα φάνε!, εγώ πάντως τα μαγειρεύω..., μια σκέψη καλοκάθησε στο μυαλό μου. Πως και καλά η οικονομία είναι σαν το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας.

Πάνω στον ενθουσιασμό, παρατάω τα κρεμμύδια και το γράφω στον φίλο μου τον Σωτήρη. Πώς σιγά τον φίλο, κυρ Παπακωνσταντίνου; Καλύτεροι νομίζεις είναι οι …απέξω;
     Του το λέω λοιπόν για το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας και την οικονομία, κι αυτός τι μου απαντάει θαρρείς; Πως θεωρεί ανεπίτρεπτο για τον  ίδιο να γνωρίζει το ντιβάνι της θειας της Μαριγούλας και τι θα πει ο μπαρμπΑλέκος άμα μάθει πως γνωρίζει το ντιβάνι της θειας;… Όχι! Όχι! Δεν είναι θεια του Σωτήρη, μήτε δική μου θεια η Μαριγούλα. Έτσι φωνάζαμε τους μεγάλους στα χωριά μας, κυρ της οικονομίας μας. Καλά! εσύ χωριό δεν έχεις; Εμ, τότε τι ρωτάς;
     Είπε αυτά που λες ο Σωτήρης μα έπειτα απόσωσε να κάνει την πάπια κι είπε πως εικάζει [είδες λέξη ο φίλος μου, κυρ Παπακωνσταντίνου; Εσύ θα την σκεφτόσουν;], εικάζει που λες, πως θα έχει επάνω του μια κουρελού χιλιομπαλωμένη, που η θειά αλλά και οι γειτόνισσες κάνουν ότι δεν βλέπουν τα μπαλώματα και τις τρύπες και θέλουν να την παρουσιάσουν για πράγμα “τεφαρίκι” και θέλουν να παίρνουν όλο και μεγαλύτερο κομμάτι για να σκεπαστούν και ξεχνάνε πως κάθε που παίρνουν αυτές κομμάτι, ο μπαρμπΑλέκος μένει ξεσκέπαστος και πιο πολύ ο …απαυτός του, με αποτέλεσμα να βλέπει αντί για όνειρα, εφιάλτες!!

Εφιάλτες δεν έβλεπε ο μπαρμπΑλέκος, κυρ επίσημέ μου, αλλά τι να πει κι αυτός στη Μαριγούλα που κάθε που έσερνε αεράκι από την σκεβρωμένη πόρτα του σπιτιού και τον ακουμπούσε στον απαυτό του, νόμιζε ο δόλιος πως ήτανε χάδι απ’ το χεράκι της Αγγέλως του μανάβη, της κόρης του μπαρμπα-Μήτσου να σε χαρώ, που την έβλεπε ο θειος τα μεσημέρια να νίβεται στη βρύση της αυλής και να περνά τα δάχτυλα βαθειά στο ντεκολτέ να δροσίζεται κι ύστερα να γυροφέρνει τις πλεξούδες της να τις δροσίζει κι αυτές με το νερό απ’ το βρυσάκι, όμοιο με τα βρυσάκια απ’ τα μάτια της, σαν τις ελιές μαύρα, όμοια κι η ίδια με την Μαριγούλα του όταν νιά τον πιλάτευε με τα νάζια και τα καμώματά της να τόνε φέρει κοντά της. Και πως πεθυμούσε ο μπαρμπΑλέκος ν’ απλώσει το χέρι ν’ αγγίξει τις πλεξούδες της Αγγέλως, νιος να γίνει πάλε όπως στ’ όνειρά του, κύριος και νοικοκύρης, στητός κι υπερήφανος, με το βιος και τα καλά του, κανείς δε θα το μάθει. Γι’ αυτό, ούτε που τον ένοιαζε που το ντιβάνι του είχε κουρελού χιλιομπαλωμένη και την σέρναν οι γυναίκες, κ’ η δικιά του μαζί, να σκεπάσουν το στρώμα το τρύπιο κι αυτός κρύωνε. Αρκεί μ’ όλα τούτα να κερδίσει τη νια, την κόρη του μπαρμπα-Μήτσου.

Αυτά είχε κατά νου ο θειος κι ούτε που τα μαρτύραγε μόνο που έκανε τα σχέδια του να τα φτάσει.
     Κύλαγε όμως ο καιρός, η Αγγέλω μεγάλωνε, κι ο θειος κι η Μαριγούλα μεγάλωναν κι αυτοί αλλά από ηλικία. Η Αγγέλω όχι μόνο από ηλικία.
     Ψηλομύτα γινόταν η Αγγέλω καθώς μεγάλωνε· αυστηρή και ακατάδεχτη. Μα πάνω απ’ όλα εύθικτη. Κι όπως όλα τα χρόνια καταλάβαινε τα βλέμματα του μπαρμπΑλέκου, σαν έβγαινε τα μεσημέρια να δροσιστεί στη βρυσούλα της αυλής, θέλησε μια μέρα να τον εκδικηθεί για την ντροπή που την έκανε να νοιώθει κι ας ήταν το θηλυκό πρώτο που τον προκαλούσε με τις κινήσεις που γινόντουσαν επίτηδες για να κερδίζει τον θαυμασμό του γέρου.
     Μπούκαρε, που λες κυρ Παπακωνσταντίνου μου, μια μέρα των ημερών η Αγγέλω στο σπιτάκι του θειου και της Μαριγούλας, απροσκάλεστη όπως συνηθίζεται στα χωριά. Απόσωσαν τις καλημέρες, τα λόγια τα πολλά, τις καλοσύνες, ρίχνει η Αγγέλω μια ματιά τριγύρω σα να επιθεωρεί κι αρχίζει την κουβέντα για το ντιβάνι της κάμαρης. Πως και καλά δεν είναι στρωμένο εντάξει και πως έτσι κι όχι αλλιώς κ’ η κουρελού και που τη βρήκαν, τα μπαλώματα και πώς τα κάναν και δίνει μια η Αγγέλω και τραβά την κουρελού κι ορμήσανε οι τρύπες απ’ το στρώμα να χάσκουν έτοιμες να τους φάνε με στόματα ξεδοντιάρικα στραβά. Αποπληξία της ήρθε της Μαριγώς, ο μπαρμπΑλέκος ένοιωσε τα γόνατά του να λύνονται. Καρδιακό νόμισε του ήρθε.
     Μη φανταστείς όμως από ντροπή μ’ απ’ την αγωνία μη κι η Αγγέλω δει τις λύρες πο’ ’χαν κρυμμένες στο στρώμα. Γιατί κυρ επίσημέ μου, τα χούγια συνοδεύουν τον λαό κι ο λαός τα τιμά και τράπεζα πιο καλή απ’ το σπιτικό και το στρώμα του, ο κόσμος δε θα βρει. Τα ξέρεις…
   Μα η Αγγέλω, παρά το μεγάλωμα, την εξυπνάδα μισή την είχε, κι ούτε που παρατήρησε τίποτα, μόνο απ’ ανάγκη να τον προσβάλει τον μπάρμπα, κοίτα μπαρμπΑλέκο, τούπε, την άλλην την φορά που θάρθω, νάχεις βάλει την καλή την κουρελού στο ντιβάνι. Εκείνη που σου χάρισε ο μπάρμπας μου ο Μήτσος να σε χαρώ, στο γάμο σου, είπε και βγήκε από την σκεβρωμένη πόρτα σέρνοντας απειλητικά τις παντούφλες της στο μωσαϊκό.

Γύρισε ο μπάρμπας ο Αλέκος κι αγκάλιασε τη Μαριγούλα κι ένοιωσε μια ζέστα να τον διαπερνά πούχε ξεχασμένη. Άφησε μισή την κουβέντα του πώς και τι θα κάνανε να βρουν την κουρελού, το δώρο του γείτονα στο γάμο τους, –την είχαν πουλήσει βλέπεις,– κι έμεινε να χαϊδεύει το γερασμένο πρόσωπο της Μαριγώς του αναριγώντας στ’ αεράκι πο’ ’μπαινε από την σκεβρωμένη πόρτα του "αρχοντικού" τους.




Από τη συλλογή διηγημάτων «θα αγαπήσεις κι εμένα σήμερα;», Αθήνα 2022.


Έτος πρώτης γραφής: 2010
Αφορμή μια ανάρτηση του Σωτήρη Κανελλόπουλου στο δικό του blog που, πάντα και κυρίως, πάλευε με τα της οικονομίας
Υπουργός Οικονομίας, τότε, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου
Πιάστηκα λοιπόν από τα του Σωτήρη κι άνοιξα κουβέντα με τον κυρ επίσημο… Από κοντά κι ο Σωτήρης
Πρώτη δημοσίευση στο blog: filoumena.blogspot.com
Εδώ και στη συλλογή με λίγες διορθώσεις

Αφιερωμένο με τιμή και σεβασμό, στη μνήμη του Σωτήρη Κανελλόπουλου του Χρήστου, ότι εκείνος ήταν που έδωσε το έναυσμα, αλλά και για την χρόνων στήριξη και φιλία στο διαδίκτυο.

Ασημίνα Λαμπράκου




Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2022

Δημήτρης Κονιδάρης, "Οικείος"




ΧΟΡΟΣ


Εγώ λάτρεψα τη ροή
είμαι πιστός των αναπεπταμένων
και σκλάβος του κυματισμού
          κι ένα μαντήλι όταν ξετυλίγεται αρκεί
          να μ’ αποζημιώσει.

Πλησίασε τώρα εδώ που γράφω,
ανέμισε, κυμάτισε κάτι ολάνοιχτο.
στροβίλισε το χιόνι των γλυκών χεριών σου
στον αέρα,
χόρεψε τελετουργικά για τον ακίνητο.





Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ


Τον είδα πάλι να γράφει
κείμενα πικρά
αναζητώντας εύσχημους τρόπους,
πάντα γυμνόν και πάντα ευπροσήγορο,
πάντα με τον τοίχο μπροστά του και πάντα
οικείον,
αυτόν που βούλιαζε όλα τα χρόνια
σε μία χοάνη λασπωμένη
μέχρι που ακινητοποιήθηκε στο στενό της στόμιο.

Τον είδα πάλι να γράφει
κείμενα ελπίδας
(τόσα οχυρώματα,
τόσες επιχειρήσεις ψυχραιμίας)
αυτός που δεν είχε ελπίδα στην καρδιά,
ούτε καν την ελπίδα του πρωινού φωτός.

Αυτόν τον προσφιλή και άγνωστο
τώρα τον καταδίκασαν
στη δημοσίευση των κειμένων του σκαμμένων από μέσα

γεμάτων λαγούμια και υλικά ανατινάξεων.





ΑΦΙΞΕΙΣ


Φόβος είν οι αφίξεις που μαστίζουν
τα δωμάτια,
τα ευπαθή τους πράγματα.
Ο καιρός περνάει
κι ο χαρακτήρας μου αλλάζει.

Περνάει ο καιρός κι ο χαρακτήρας μου
φθίνει
όπως του κουρασμένου τραγουδιστή η φωνή
(χαράματα σε κέντρο διασκεδάσεως)
ή όπως φθίνουν οι μύες του χεριού του σερβιτόρου
που συγκεντρώνει τ’ άδεια πιάτα.





Η ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ


Τα βραχιόλια σου
πάνω στο μάρμαρο
κυκλώνες.





ΕΝΑ ΜΑΚΡΙΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ


Όταν συναντηθούμε
Αναφορές στο παρελθόν δεν θα επιδιώξουμε,
εύθραυστες διηγήσεις δεν θα επιχειρήσουμε
(θα μιλούν τα άλλα πρόσωπα
που θα ’χουν επικαθίσει στα πρόσωπά μας,
οι κόλαφοι
που θα ’χουν αυλακώσει τα μάγουλά μας).

Κάποια μέρα
αν συναντηθούμε
θα χαρούμε ο ένας την παρουσία του άλλου
σαν ν’ αρχίζει νέα σχέση μεταξύ μας

κι ενώ θα έλκεται η νύχτα προς την πόλη
θα συζητήσουμε για χίλια τετριμμένα.





Από τη συλλογή «Οικείος», εκδ. Οδυσσέας, 1984.
Πηγή: «Δημήτρης Κονιδάρης - Ποιήματα (1981-2016)», εκδ. Κουκκίδα, 2017.

Στην εικόνα: Ilya Repin, «They Did Not Expect Him».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Κώστας Θ. Ριζάκης, "στο δαμασκί (α)ετών"




 
στο δαμασκί (α)ετών


καβάντζα στα σαράντα εχ βάλε άλλα
πέντε στην λαδόκολλα και επακριβώς
την εν συνόλω ηλικίαν της καπαρώνεις
η πάντως ναι ορεκτική ω ναι πνευματώδης
το ετόνιζεν διάδημα διαδόχου στέμμα-
τος ιδιαίτερα αυτόν μάς γκάστρωσεν τόση
άνοστη περιγραφή πέρασεν στο ψαχνόν
δυο στήθια πάλλουσες ακόμα κούνιες λα-
χταριστές τα δύο κι εδώ κανιά τής προσοχής
ετύγχαναν καίγανε βλέμματι εσπερινοί κ’ η

δημοσιά γλένταγεν φως ‒ πριν την ολονυκτία



                                                        Κώστας Θ. Ριζάκης




Ο ποιητής Κώστας Θ. Ριζάκης (Λαμία, 1960) εξέδωσε δώδεκα συλλογές, τη μία συγκεντρωτική (των εξ πρώτων ‒ γ΄ επαν. Κουκκίδα 2020). Διηύθυνε ή και συνδιηύθυνε επτά έως τώρα (σε εννέα εν συνόλω περ.) λογ. περιοδικά. Επίσης, επιμελήθηκε περί τα 200 βιβλία (ιδία ποιητικά), αρκετά αφιερώματα σε έντυπα άλλων, καθώς και τιμητικούς τόμους σε μορφές (Κ.Ε. Τσιρόπουλο, Γ. Πέγκλη, Μ. Μέσκο, Ο. Αλεξάκη, Σ. Σαράκη, Ζ. Σαμαρά, Β.Π. Καραγιάννη, Γ.Χ. Θεοχάρη, Δ. Αγγελή ‒ τα τελευταία 2 υπό έκδοσιν) τής λογοτεχνίας μας. Ενασχολείται δε και συνεχίζει, με τη σύγχρονη γυναικεία γραφή (Ζ. Δαράκη, Λ. Παππά, Μ. Καραγιάννη, Κ. Κούσουλα, Χ. Κουτσουμπέλη, Έ. Λάγκε, Έ. Κορνέτη, Ν. Κεσμέτη, Κ. Ρουκ, Μ. Κουγιουμτζή, Α. Μπακονίκα, Ά. Γρίβα, Δ. Δημητριάδου, Ν. Χαλκιαδάκη). Πρόσεξε πολύ όσους νεώτερους άξιους, ιδρύων σχετικήν (με την Μ. Ζαγκλαρά) σειρά. Τελευταία του συλλογή (με τον Σταύρο Σταμπόγλη) η, πυξίδα ουρανομήκης, εκδ. Παρέμβαση 2023. Έχουν γραφεί και εκδοθεί πολυάριθμα μελετήματα για το ποιητικό του έργο.



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Ismael Nery, «Auto-retrato» (1930).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022

Λίλια Τσούβα, "Εγκέφαλος Ψάρι"





ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ


Ι

Ταΐζει το καναρίνι
στο κλουβί. Καθαρίζει
τη γαρδένια από τα σάπια φύλλα.
Η πόρπη στη μέση μυτερό καρφί.
Η μνήμη χρυσόψαρο.

Άλογα άσπρα
με χαίτη πυκνή
καλπάζουν ανάλαφρα
σ’ ανοιξιάτικη αύρα.

Στον φιδωτό δρόμο
ένα μαυροπούλι ράβει τη θλίψη
με άχρωμη κλωστή.
Η μητέρα
καθρεφτίζεται.

Σε αγχόνη δεμένη.



ΙΙ

Κάθε αυγή βάφει το πρόσωπο.
Τα χείλη κεράσι
θύσανοι τα μαλλιά.
Γράφει γράμματα ερωτικά
η μητέρα.
Στο μπούστο μία
σταγόνα κόκκινο κρασί.
Αιώρηση πουλιού
η μέρα της.

Τώρα στα όνειρά της κατοικούν
αρκούδες.
Σε πυκνό δάσος
από λαγούμια χάνονται
κι οι πεταλούδες.
Δάκρυα κύματα
η ουρά του φουστανιού της.



ΙΙΙ

Λεπτό το νήμα
της ζωής κόβεται αργά
με μισοφέγγαρα ψαλίδια,
έντομα αφήνουν
στίγματα μαύρα στο γυαλί, οι μέρες
σπασμένες κιθάρας χορδές.
Αντικατοπτρισμοί ξεθωριασμένων μαργαριταριών,
μόνιμη η βροχή για τα όνειρα ψάρια.



IV

Έψαχνε συνταγές παλαιών φαρμάκων.
Έναν λωτό
να καταπιεί τη θλίψη.
Βρήκε
μια κλαίουσα ιτιά
το βραδινό της φόρεμα να θυμιατίζει.

Στον υδαρή καθρέφτη.



V

Οι ανοιξιάτικες ημέρες χάθηκαν
σε τούφες ανάμεσα καπνού.
Το άρωμά τους σβήνουν
κίτρινα δάκρυα.
Υδάτινο το ρολόι
με ήχο
καμπάνας
σημαίνει την ανθρώπινη μοίρα.





ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΨΑΡΙ


IV

Στο όνειρο μια νέα γυναίκα τραβάει για την πόλη.
Ποιος έχει κλέψει τα παπούτσια μου;



VIII

Τύμπανα με τρελαίνουν. Οι
άνθρωποι που αγαπούσα
στον άνεμο στροβιλίζονται.





Ο ΒΡΑΧΟΣ


Η Αλίκη όταν είδε τον βράχο ενώ κρεμόταν
σύννεφο μαύρο στον ουρανό,
ήδη στη χώρα των παραμυθιών βρισκόταν.
Στη γη είχε ομίχλη
ένα θαμπό, γκρίζο φως.
Θα ενέσκηπτε κακοκαιρία.
Για θεομηνία οι μετεωρολόγοι μιλούσαν.
Στις εκκλησίες άναβαν κεριά,
τεράστια κύματα εμφανίστηκαν στις θάλασσες,
τα ψάρια κρύφτηκαν.
Μη φοβάστε, είπε η Αλίκη στον βυθό
κι άνοιξε τη μαύρη γι’ αντιπερισπασμό ομπρέλα.
Τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει.
Τα παιδιά θα συνεχίσουν να πεινάνε
οι άνθρωποι να χάνουν τις πατρίδες τους.
Ο Μαρτσέλο θα κλέβει
στο ταχυδρομείο όπως πάντα
κι οι σκύλοι θα γαβγίζουν λυπημένα τα μεσάνυχτα.
Με πύρινα χρώματα θα καίγεται το δειλινό,
η κυδωνόπαστα θα ’ναι και πάλι νόστιμη.
Ζευγάρια θα φιλιούνται παθιασμένα στα στενά.
Στη Νέα Υόρκη θα βρέχει ποιήματα.





ΕΙΔΙΚΑ ΓΥΑΛΙΑ


Έπρεπε
να ’χα αγοράσει
−προ πολλού−
τα ειδικά γυαλιά
τις δίνες του μυαλού να αποφύγω
τις του φωτός παλινωδίες
την εγκεφάλου ωχρά
κηλίδα.
Σαν κρασί μελίρρυτο
οι λέξεις σου.
Τις ήπια
άσπρο πάτο.
Τα κρύσταλλά τους θα
με προστάτευαν για χρόνια
απ’ την οξεία εμμονή που
μ’ έκανε βαρύτατα
για σένα να νοσώ.





ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΠΟΙΗΜΑ


Φοβόσουν το σκοτάδι.
Τώρα η νύχτα σου
βούτυρο στη φέτα του ψωμιού.
Καθώς του ουρανού
τ’ αστέρια ανάβουν
η Billie Holiday χαμογελάει στο σαλόνι.
Ο Cummings τραγουδά για
τη δολοφονία των ονείρων
και ο Machado σού γνέφει
μ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.





Από τη συλλογή «Εγκέφαλος Ψάρι», εκδ. Βακχικόν, 2022.