Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Σταύρος Σταυρόπουλος, "Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος"




Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος


               Είμαι ο εκλεκτός ανάμεσα στους ναυαγούς
                                                        Arthur Rimbaud



I.


Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που υπερασπιζόταν την σαφήνεια
Ή κάποιων αμφίπλευρων εμμονών
Που έγιναν απολυτίκια

Δύσκολα αποχωρίζεται κανείς
Τις εμφύλιες εμμονές του
Την εκτυφλωτική ανακύκλωση της ήττας του
Τα συνεχή ελάφια στο δάσος
Με τις ραδιενεργές πατούσες τους

Τα κλαδιά στο κεφάλι τους
Είναι γεμάτα λέξεις

Πώς να τις ξεχωρίσεις μια μια;
Πώς να απαιτήσεις χειρόγραφα
Στην τελική ανταλλαγή αιχμαλώτων;
Τι χάνεις και τι κερδίζεις
Δίπλα σ’ αυτό το αχόρταγο ποτάμι
Με τα πανύψηλα δέντρα
Που παραμένουν αόρατα
Σαν μωρά;

Τα βλέπω ακόμα
Ροκανίζουν το αδιευκρίνιστο φως

Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Στόλιζα κάθε νύχτα το ίδιο φάντασμα
Κι αυτό
Κατρακύλαγε σε δωμάτια με καρφιά
Που έγερναν
Σαν συρμάτινα σώματα
Το ένα μέσα στο άλλο

Έβλεπα
Δωμάτια σώματα
Με καρφιά

Τα ρούχα τους που σώθηκαν
Όσα επιβίωσαν της φωτιάς
Και τις φωτογραφίες τους
Άοκνα δεκανίκια
Να φυτρώνουν σελίδες στα κόκαλά μου
Χωρίς ούτε ένα δέντρο
Ούτε ένα λευκό άλογο
Σαν παιχνιδάκι ενός παιδιού
Που ποτέ δε μεγάλωσε





ΙV.


Και τα χέρια μου γέννησαν όνειρα
Και γέμισαν όλο το σώμα μου απ’ τη μελάνη
Κι όλο λάδωνα τα κομμάτια που έπεφταν
Που χωρίζονταν από μένα
Να μην ακούγεται ο ανατριχιαστικός θόρυβος του χαρτιού

Που ήταν ερήμην μου

Κι όλο έχανα την μετάφραση του ονόματός σου
Μέσα σε δυσβάσταχτες αντωνυμίες
Από την υπερβολική σου συγκομιδή
Από την ολική έκλειψη μιας έστω αλήθειας
Χωρίς μεταφορές
Κι όλο πρόσεχα τους διακόπτες
Μην κατά λάθος πατήσω κάποιο κουμπί και μου σβήσεις
Μην ακουμπήσω χωρίς να το θέλω
Τα οικογενειακά γραμμάρια του θανάτου σου

Όμως εσύ έσβηνες μόνη σου

Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν θεό
Ένα σπίτι
Έναν τόπο
Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο
Όπως συνήθως γίνεται στην λογοτεχνία

Συμπλήρωσες αιώνα και τον ξεπέρασες
Με τον αέρα ενός πολύγλωσσου
Οι αναγνώστες των κεριών
Και οι παράτονοι κριτικοί της ορχήστρας
Που δεν διεύθυνες
Με τα μνημόσυνα από χάντρες
Και τα χαλασμένα χαρτοφυλάκια

Του έβγαλες τα καλώδια και τα έκανες κεραίες
Σειρές
Για να συνεχίσεις να βλέπεις χειρότερα
Από άλλη οθόνη
Την δυστυχία του να μην έχεις όνομα





XIII.


Σταματώ όμως εδώ
Σταματώ
Πρέπει να σταματήσω
Εκτός κι αν δεν σταματήσω
Και κάνω
Όπως συνηθίζω τον τελευταίο αιώνα
Ότι σταμάτησα

Σε είχα κοντά μου
Πεντακόσια χρόνια πριν τον Τρωικό Πόλεμο
Και σε έχασα
Μέσα στις επιγραφές και τις ομοιοκαταληξίες της Ακαδημίας
Σε κρατούσα όμως
Παρόλα αυτά
Στην μνήμη των κυττάρων μου

Από τότε

Από τον ιερογλυφικό δίσκο της Φαιστού
Δέκα επτά αιώνες πριν τον Χριστό
Είχα όλα σου τα σύμβολα στη μια πλευρά
Και όλα σου τα ερείπια στην άλλη
Κατευθυνόμενος πάντα προς το κέντρο του φόβου σου
Μεταφράζοντας πάντα τους συλλαβικούς στίχους
Ως σταγόνες φωτός
Σ’ ένα πολυπληθές ακροατήριο
Χωρίς να υπάρχει κανείς
Στην θαλάσσια οδό Ασκληπιού
Που σε περιμένω
Από την εποχή του χαλκού
Χαμογελώντας γύρω απ’ το άγαλμα του Παλαμά

Κάποτε αποδέχτηκα
Τον χρόνο αναμονής μου
Που ήταν τρεις χιλιάδες επτακόσια ογδόντα δύο πρωινά
Και μια ζωή
Και αποφάσισα να σε αποχαιρετήσω
Με την λάμψη και τον ηλεκτρισμό που αξίζει
Στους ήρωες των βιβλίων

Της μητρικής μας γλώσσας





XXII.


Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που είπα

Τόσα χρόνια γράφω το αντίγραφό σου
Τις πολλαπλές εξεγέρσεις του που έμοιαζαν με χταπόδια
Με κρεμασμένα ερείπια
Τις προάλλες είπα στη φωτογραφία σου
Να σταματήσει να ανακατεύει το χώμα στον τάφο μας
Και ότι θα ήθελα πια να ηρεμήσουν
Οι ζωές που δεν ζήσαμε

Έτσι μάλλον ξεκίνησε
Και συνεχιζόταν

Αλλά τώρα
Μετά από έξι δεκαετίες νερού
Και με πολλά κεριά τυφλωμένα
Έτσι θα έπρεπε να τελειώσει
Κι ας μοιάζει με αποχαιρετισμό

Έτσι θα τελειώσει

Τελειώνει
Τελείωσε

Τέλος


*   *   *



Η αδυσώπητη πάλη του ποιητή με το ποίημα δίνει την ευκαιρία στον Σταύρο Σταυρόπουλο να προβεί με μια ανασκόπηση της μέχρι τώρα πορείας του, με ένα ποίημα-ποταμό που χωρίζεται σε 22 ενότητες. Γραμμένο σε ρυθμό πυρετώδη – θαρρείς σαν σε ασκήσεις αναπνοής και με εμφανές το στοιχείο της διακειμενικότητας, ο ποιητής αναπολεί, στοχάζεται, συμπεραίνει, αποφαίνεται για την ίδια την λειτουργία της λογοτεχνίας, πότε αγκαλιάζοντας την και πότε αμφισβητώντας τα δομικά υλικά της.
 
Το πρόσωπο της λογοτεχνίας φιλοτεχνείται σαν ένα γυναικείο πορτρέτο στο οποίο ο ποιητής απευθύνεται διαρκώς σαν να ζητά εξηγήσεις. Το συναίσθημα αρδεύεται πολλές φορές ανεμπόδιστα, άλλες πάλι φορές συγκρατείται για να αφήσει χώρο στο υπερβατικό και το ανοίκειο. Στο τέλος, το τέλος είναι αναπόφευκτο.

Από την έκδοση

 
 
 
Από την ποιητική σύνθεση «Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος», Σμίλη, 2022.
Φωτογραφία εξωφύλλου: Σταύρος Σταυρόπουλος.





Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία και στην Αθήνα δημοσιογραφία, εγκαταλείποντας και τα δύο στη μέση, χωρίς να πάρει πτυχίο. Το πρώτο του βιβλίο «Διαμελίζομαι» κυκλοφόρησε το 1983, σε ηλικία 21 ετών, έτος που γνωρίζει την Κατερίνα Γώγου. Σχέση που τον επηρέασε βαθιά και διήρκεσε δέκα χρόνια, έως τον θάνατό της το 1993. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δυο «σχέδια» νέου μυθιστορήματος, ένα θεατρικό μονόλογο, και έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Την επταετία 2001 - 2008 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα Metro («Οδός Βιβλίου») με θέμα το βιβλίο, αλλά έγραφε και την «Άποψη» της εφημερίδας. Την τριετία 2009-2012 υπήρξε βασικός συντάκτης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στο ένθετο Βιβλιοθήκη, όπου διατηρούσε, εκτός της αρθρογραφίας και την μόνιμη στήλη «Νύχτα είναι, θα περάσει». Για τρία χρόνια (2016-2019) δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στην εκπομπή «Ολομόναχοι μαζί» που είχε σαν θέμα την Λογοτεχνία και την Μουσική, με καλεσμένους συγγραφείς και ποιητές.
Έχουν εκδοθεί 25 βιβλία του (τα περισσότερα ποιητικά) εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (Οξύ 2011) – Μετά (Απόπειρα 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη 2013) και Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη 2014) εγκαινιάζει την λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και θεωρείται έργο αναφοράς, σαν μια μεγάλη, φασματική αλληγορία που διαρρηγνύει τα πλαίσια του Κανόνα.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Γερμανικά, στα Ισπανικά και στα Σέρβικα.

Web-site


Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 59, Δεκέμβριος 2025 - Ιούνιος 2026





Ένεκεν
Επιθεώρηση πολιτισμού
τεύχος 59ο
Δεκέμβριος 2025 - Ιούνιος 2026


    1   ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ: Πλάνα
    4   Εκδοτικό: Η εποχή των τεράτων. Γιατί εξεγείρονται οι νέοι
    8   RAGIP DURAN: Θεσσαλονίκη-Selanik
  14   ANDRE BARBIERI: Deepseek. Ανταγωνισμοί ΗΠΑ-Κίνας και ο μύθος της «τεχνοφεουδαρχίας»
  29   ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΙΤΣΩΝΗΣ: Η συμβουλή των τροτσκιστών στο συνδικαλιστικό κίνημα
  38   JEAN BATOU: Αστική ολιγαρχία και σοσιαλιστική δημοκρατία
  48   ISTVAN MESZAROS: Ο ιστορικός αναχρονισμός και η αναγκαία αντικατάσταση του κράτους (μετάφραση: Λένα Κωνσταντέλλου)
  64   ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: Πολιτιστικός δωσιλογισμός
  82   ΝΙΚΟΛΑΙ ΤΕΡΤΟΥΛΙΑΝ: Το ιστορικό μυθιστόρημα (μετάφραση: Χρήστος Υφαντής)
109   ΛΕΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΛΟΥ: Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Έγκλημα και Τιμωρία, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Η Φόνισσα, Μπερνάρ-Μαρί Κολτές: Μεθυσμένη Δίκη, Σχέσεις και επιρροές
18   NATHANIEL FLANKIN: Αιμοσταγείς ομολογίες
129   ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΕΡΒΑΣ: Οι μάρτυρες του σοσιαλισμού. Boris Mikhailovich Hessen
135   ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΡΑΒΑΣ: Από την αρχαία στη νέα Αλμωπία
171   Η τέχνη του λόγου
172   ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ: Ποιήματα
188   ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΝΟΣ: Κατάκλιση
190   ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ: Άννα και Λίνα
193   ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ: Η λάθος σήμανση
195   ΜΑΡΙΛΟΥ ΚΑΛΟΚΑΣΗ: Ο χάρτης
197   ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΠΟΛΥΖΟΣ: Ακάλεστος επισκέπτης
199   ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ: Το μαύρο πρόβατο (μετάφραση: Τούλα Παπαπάντου)
202   ΤΑΚΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: Nancy
207   ΜΑΡΙΛΟΥ ΚΑΛΟΚΑΣΗ: Ο Τάκης Κανελλόπουλος
208   ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: Η Φραγκογιαννού
210   ΚΡΙΣΤΟΦ ΡΑΝΣΜΑΪΡ: Πρζέμισλ, ένα διδακτικό μάθημα μεσευρωπαϊκής ιστορίας (μετάφραση: Ιωάννης Πήττας)
217   DIETER WELLERSHOFF: Μείνε (μετάφραση: Ιωάννης Πήττας)
220   ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: Το γοβάκι
224   ΖΩΗ ΧΑΤΖΗΣΤΑΥΡΟΥ: Η οδοντόβουρτσα - Τα σημειωματάρια - Το βέλος
230   ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΘΟΥΡΑΚΗΣ: Μπαλάντα για την απουσία του Άρθουρ
235   ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΥΡΟΣ: Μάγδα η ταξιτζού - Βιβλιοπαρουσιάσεων εγκώμιο - Ταξίδι στον χρόνο - Ο καφές και ο ασεβής
239   ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΖΙΩΚΟΣ: Ο κουρέας
245   ΜΑΡΙΛΟΥ ΚΑΛΟΚΑΣΗ: Συνέντευξη με τον Νίκο Λέκκα
249   Ματιές
250   ΝΙΚΟΣ ΛΕΚΚΑΣ: Γιάννης Παρίς, Ντέλα
252   ΖΩΗ ΧΑΤΖΗΣΤΑΥΡΟΥ: Μαριλού Καλοκάση, Υψηλές συχνότητες
254   ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΤΖΗΜΑΓΙΩΡΓΗ: Ψίθυροι στο λεωφορείο
255   ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ



________
ΕΝΕΚΕΝ
Εκδότης διευθυντής: Γιώργος Γιαννόπουλος
Προξένου Κορομηλά 37
Θεσσαλονίκη 546 41
τηλ. φαξ: 2310260597
e-mail: eneken@hotmail.com
http://enekenperiodiko.blogspot.com/
ISSN 1107-186


Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Κώστας Θ. Ριζάκης, "πιστοποιώ τα λόγω"





πιστοποιώ τά λόγω


κατέβαιν’ εύχαρις δύο στα δυο μάλιστα
τα της εισόδου μετρημένα τον αριθμόν
δέκα οι αποκαλύψεις από στίχου τρίτου
ήδη δεν έπεισαν λοιπόν;
                                            η γύμνια ουδέν
έκρυψεν του ειλικρινούς δίκην δε πρώτης

στροφής εδώ (τ’ όποιον εδώ στρεβλόν θα ηχεί
περάσαμ’ εάν προσέξατε ξυστά σχεδόν τη
δεύτερην) το ποίημα εκ φύσεως υποχρεούται

στο αληθές και απόλυτον – αρέσει, δεν αρέσει


                                           Κώστας Θ. Ριζάκης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Marcel Duchamp, «Nude Descending a Staircase» (1912).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.





Ο ποιητής Κώστας Θ. Ριζάκης (Λαμία, 23/04/1960 ‒ 23/02/2026) εξέδωσε είκοσι μία συλλογές, τη μία συγκεντρωτική (των έξ πρώτων ‒ γ΄ επαν. Κουκκίδα 2020). Επίσης, τρία (τα δύο εξ αυτών, αντιστοίχως, εμπεριέχοντα ισάριθμα ανέκδοτα ποιήματα) ημερολόγια της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ Α.Ε. Διηύθυνε ή και συνδιηύθυνε επτά (σε εννέα εν συνόλω περ.) λογ. περιοδικά. Ακόμα, επιμελήθηκε περί τα 250 βιβλία (ιδία ποιητικά), αρκετά αφιερώματα σε έντυπα άλλων, καθώς και τιμητικούς τόμους σε μορφές (Κ.Ε. Τσιρόπουλο, Γ. Πέγκλη, Μ. Μέσκο, Ο. Αλεξάκη, Σ. Σαράκη, Ζ. Σαμαρά, Β.Π. Καραγιάννη, Δ. Αγγελή, Γ.Χ. Θεοχάρη, Κ.Α. Κρεμμύδα, Σ.Σ. Σταμπόγλη ‒ το τελευταίο υπό έκδοσιν) τής λογοτεχνίας μας. Ασχολήθηκε δε ιδιαίτερα με τη σύγχρονη γυναικεία γραφή (Ζ. Δαράκη, Λ. Παππά, Μ. Καραγιάννη, Κ. Κούσουλα, Χ. Κουτσουμπέλη, Έ. Λάγκε, Έ. Κορνέτη, Ν. Κεσμέτη, Κ. Ρουκ, Μ. Κουγιουμτζή, Α. Μπακονίκα, Ά. Γρίβα, Δ. Δημητριάδου, Ν. Χαλκιαδάκη, Δ. Μήττα, Η. Νικοπούλου, Λ. Καλλέργη, N. Δουλαβέρα). Πρόσεξε πολύ όσους νεώτερους άξιους. Έχουν γραφεί και εκδοθεί πολυάριθμα μελετήματα για το ποιητικό του έργο.


Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Τέσσερα ποιήματα"





ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΖΑΝ-ΖΑΚ ΡΟΥΣΣΩ

                  Ελάχιστοι είναι οι ακέραιοι θάνατοι.
                  Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα απάτες.
                  Οι δρόμοι γεμάτοι φαντάσματα.
                                               Roberto
Juarroz


Οι ιδέες, η σκέψη του αναστάτωσαν
την εποχή του, επέδρασαν
καταλυτικά στους κατοπινούς
(ακόμη και σήμερα μιλούν    γράφουν
                                                         για κείνον)
μα κάτι σαν συρματόπλεγμα με χωρίζει
απ’ τον πολίτη της Γενεύης,
απ’ τον Νεύτωνα του ηθικού κόσμου
κατά το εύσημο του Κάντ.

Σαν πάω να διαβάσω κάποιο βιβλίο του
έρχονται στον νου μου τα πέντε του παιδιά
αυτά που εγκατέλειψε σ’ ένα ίδρυμα
                                                  για έκθετα
(ναι, καλά ακούσατε)
πράξη
που παραπέμπει στο γνωστό εκείνο:
Δάσκαλε που δίδασκες...

Πάντα αναρωτιόμουν
για την τύχη αυτών των παιδιών,
για τη ζωή τους μετά την εγκατάλειψη.
Τόσο μ’ εξόργισε ο ένδοξος Ρουσσώ
που μοίρασα
−θυμάμαι− τα βιβλία του στους φίλους μου
χωρίς να τα διαβάσω.

Δεν ήθελα τη συντροφιά τους.
Λόγια, είπα, λόγια. Δεν τα χρειάζομαι.
Οι πράξεις του
περιπαίζουν τη φωνή του.
Το θράσος του ξεπερνά τη διδαχή του.

Η αλλαγή αρχίζει πρώτα μέσα μας,
με μικρές αποφάσεις στην αρχή
που ολοένα μεγαλώνουν
ώς το βέλτιστο άλμα:
τον δικό μας ακέραιο θάνατο.

Αργότερα, μεγάλος πιά, προσπάθησα ξανά
να ξεφυλλίσω τα βιβλία του. Ο χρόνος,
βλέπετε, νερώνει το κρασί της νιότης.
H ματαιότητα
λασκάρει το σκοινί που τέντωσες.
Τα διάβασα λοιπόν ενδίδοντας στη φήμη του.
Μα δεν τ’ αγάπησα.

Ωστόσο,
                δεν παραλείπω να κοιτάζομαι
κάθε μέρα στον καθρέφτη.
Συνήθεια που με προστατεύει   και δεν χάνω ποτέ
το μικρό   αξιοθρήνητο ποντίκι
που καθρεφτίζεται στα νερά του.

Δεν είμαι το παράδειγμα για κανέναν.
Ξέρω πως δεν θα ’ναι ακέραιο το τέλος μου.

Γι’ αυτό αγαπώ τον σκοτεινό Ηράκλειτο,
τον ένθεο Εμπεδοκλή
μαζί με το πιθάρι του Διογένη
και τον Κήπο του Επίκουρου.

Κι έχω μες στην καρδιά μου πάντα τον Χριστό
συντροφιά με τον θλιμμένο πρίγκιπα
                                                       Σιντάρτα.
Μα δεν ξεχνώ
και τον Άγρυπνο Κοπεγχάγειο.
Ακέραιος στο κοιμητήρι τού Κίρκεγκωρ
                      αναπαύεται ο Σαίρεν.
                                                              Και πλάι του
ο Νίτσε, Διόνυσος Εσταυρωμένος.

Άκρατο ώς το τέλος της ζωής τους το κρασί.
Ανέρωτο. Αυτοί, ναι, δικαιούνται να μιλούν.


                                               Μάτι, 28.1.2025





ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ


Ζούσε κάποτε ψηλά στ’ αλπικά βουνά
ένα υπέροχο λουλούδι.
                                          Τάλως, τ’ όνομά του.

Ήταν όμορφο πολύ
χιονόλευκο σαν εντελβάις. Ώσπου
άνεμος σκαιός το άρπαξε
σ’ έναν ξερότοπο το πέταξε του Νότου,
στο βαλτοτόπι της Αθήνας.

Εκεί, εξόριστο
το λαμπερό όλο δροσιά λουλούδι
μονάχο πάλεψε    να ζήσει    να ριζώσει.

                                                                 Μάταια.
Ήταν του τόπου τα λουλούδια φθονερά,
στην ομορφιά τα ξεπερνούσε
(φρέσκια η ανάσα του
τον βάλτο τον δικό τους ενοχλούσε).

                                                                  Ώσπου
ρόδο κακό    ζηλόφθονο πολύ ο Δαίδαλος
από τα βράχια της Ακρόπολης εγκρέ
                                                                   μισε
τον τρυφερόν ανθό
                                     τον χιονόλευκο Τάλω.

Μα η Ευτέρπη
που το λουλούδι τούτο αγαπούσε
το παραμύθι μού τραγούδησε αυτό    κι εγώ
από μνήμης σάς το λέω.


                                               Μάτι, 28.7.2025





Η ΕΜΙΛΥ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

                  στην Emily Bronte
                  θύμηση μιας ανεμόδαρτης νύχτας


Τον έφεραν όχι τα μάτια του σκύλου,
διεσταλμένα κι ανήσυχα
για ό,τι σε λίγο θα τα σφάλιζε για πάντα,
παρά μια κούραση φιλόξενη
που καλωσόριζε τον αδελφό του ύπνου
στην αϋπνία της ζωής της.

Δεν ήθελε να τη βρει
στο κρεβάτι της αρρώστιας.
Γι’ αυτό έδιωξε τους γιατρούς.
Αρνήθηκε κάθε θεραπεία.
Ντύθηκε    χτένισε τα πλούσια
μακριά μαλλιά της
και κατέβηκε στη σάλα    όπου τον πρόσμενε
πλάι στη φωτιά όπως
ερωτευμένη τον αγαπημένο της.

Κοίταξε έξω τη λάμψη που ξέχυνε
το σμάλτο του φεγγαριού. Εκεί,
σ’ αυτό το φως, τον είδε,
ανακουφισμένη, να ξεπεζεύει
απ’ το μαύρο του άλογο.

Της φάνηκε
πως το παράστημα    οι κινήσεις του
θύμιζαν τον Μπράνγουελ    τον αδελφό της
όταν συχνά    στα όνειρά της
τον έδενε γυμνό και τον μαστίγωνε.
Τόσο οικείος.

«Ανοησία
να φοβόμαστε τον θάνατο», σκέφτηκε.
«Τον μόνο φίλο που έχουμε
σε τούτα τ’ ανεμόδαρτα υψώματα».

Είσαι έτοιμη; ρώτησεν εκείνος.

Κι η Έμιλυ ένευσε ναι    ήταν έτοιμη
καθώς την βοηθούσε ν’ ανεβεί στο άλογό του.


                                               Μάτι, 19.3.2025





L. S. LOWRY

                  I am not an artist. I am a man who paints.
                                                                L. S.
Lowry


Έχεις δίκιο.
Είναι προτιμότερο να είσαι
ένας άνθρωπος που ζωγραφίζει παρά καλλιτέχνης.
Προτιμότερο να γράφεις ποιήματα
παρά να είσαι ποιητής.

Τότε κάθε πίνακας    κάθε ποίημα
έχει τη γνησιότητα
μιας ημερολογιακής καταγραφής    μιας μαρτυρίας
ανέγγιχτης από αδόλεσχες γραφίδες
παράσιτων της τέχνης.

Όταν γεννήθηκα,
άγριος ένας άνεμος φυσούσε
απ’ τα όρη του Φόβου.
Από τότε κουβαλάω το καβούκι μου
όπως εσύ το σκιάχτρο της δικής σου μητέρας.

Όμως, πώς ζήσαμε τόσο υποταγμένοι, Λώρενς;
Πώς ανεχτήκαμε τέτοια ζωή;

Και να ’ναι πίνακες όσα ζωγράφισε
ο άνθρωπος που ήσουν;

Και να ’ναι ποιήματα όσα γράφει
ο άνθρωπος που είμαι;


                                               Μάτι, 20.4.2026

                        Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: L. S. Lowry, «Going to Work» (1943).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.





Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Τόλης Νικηφόρου, "μαζί σου και στο πουθενά (ποιήματα για τη Σοφία, 2)"




αγάπη


ευχαριστώ
για τα σχεδόν εξήντα χρόνια
που ζήσαμε μαζί
και για όσο μας μένει ακόμα

για το συντροφικό σου χέρι
που με συγκράτησε στο χείλος το γκρεμού
και για τον μαγικό κόσμο που μου χάρισες
μέσα απ’ τα μάτια του παιδιού μας

ευχαριστώ
για την αγάπη ως πράξη καθημερινή
αγάπη γενναιόδωρη
που ξέρει να συγχωρεί αδυναμίες και λάθη
και να εμπνέει βιβλία και ποιήματα

η τελευταία μου επιθυμία
είναι να φύγουμε μαζί
σφιχτά κρατώντας όπως πάντα
ο ένας το χέρι του άλλου





τα μυστικά ποιήματα


υπάρχουν ποιήματα
σαν χάδι απαλό ή δάκρυ
πίνακας ζωγραφικής
ή εξαίσια μουσική
που αρνούνται τη γραφή
και στο χαρτί δεν εγκλωβίζονται

συνήθως είναι αόρατα και σιωπηλά
όσοι όμως έχουν καθαρή καρδιά
συχνά τα βλέπουν ν’ αναδύονται
στα μάτια ενός μικρού παιδιού
στους κρόκους όταν προβάλλουν
πολύχρωμοι μέσα στο χιόνι
ή στις ακτίνες του ήλιου τον χειμώνα

τα μυστικά ποιήματα πηγάζουν
στο Ελντοράντο της ψυχής





κάποτε την άνοιξη


ένα χελιδόνι ξαφνικά
μπήκε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
φτερούγισε στο δωμάτιο για λίγο
κι ύστερα έφυγε και χάθηκε
ψηλά στον ουρανό

κάποτε την άνοιξη
στο εξοχικό μας σπίτι
στα φλογισμένα νιάτα μου
στα έκθαμβα μάτια μου
σε όσα δεν υπάρχουν πια





μαζί σου και στο πουθενά


δύο και τρεις φορές και πέντε
κοιτάζω δίπλα μου τον καναπέ
τη γωνιά όπου πάντοτε καθόσουν
αλλά εσύ δεν είσαι εκεί

γυρίζω όλους του χώρους
και τα μπαλκόνια ακόμη
αλλά δεν είσαι ούτε εκεί
δεν είσαι πουθενά

βρίσκω ένα ρούχο σου
και το αγγίζω, το αγκαλιάζω
και κλαίω απελπισμένα
και θέλω να χαθώ κι εγώ
καλύτερα μαζί σου και στο πουθενά





απουσία


πόσο πολύ θα ήθελα
να ήσουν απόψε εδώ
δίπλα μου να κάθεσαι
ή έστω απέναντι στον καναπέ

ακόμη κι αν δεν μου μιλάς
η παρουσία σου και μόνο
θα γεμίζει το άδειο σπίτι
τα μάτια σου θα με φωτίζουν
απαλά θα με χαϊδεύουν

πόσο πολύ θα ήθελα
να ήσουν απόψε εδώ
ν’ αρχίσω πάλι ν’ ανασαίνω
και να χτυπάει η καρδιά μου





Από τη συλλογή «μαζί σου και στο πουθενά (ποιήματα για τη Σοφία, 2)», Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2026.

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Λογοτεχνική Συντροφιά Νάουσας, "Ρόδα και Άκανθοι"




Ρόδα και Άκανθοι
Συναπαντήματα πεζού και ποιητικού λόγου


Εισαγωγή
[απόσπασμα]


[…] Δώδεκα άνθρωποι, από διαφορετική αφετηρία, διαφορετικών ηλικιών και επαγγελμάτων, αλλά με κοινό υπόβαθρο την αγάπη για την τέχνη του λόγου, με βαθύ το αίσθημα της ατομικής ευθύνης των γραφομένων, με γνώμονα πάντα το ρητό του Σεφέρη πως «δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη» και του Σόμπεργκ ότι «εάν είναι τέχνη τότε δεν είναι για όλους, αν όμως δεν είναι για όλους, τότε ίσως ακόμη δεν έγινε Τέχνη», εργαστήκαμε μαζί, με πολύ σεβασμό για το έργο του καθενός, για να δώσουμε σήμερα αυτό το πόνημα.
Όλοι εμείς, μέλη και φίλοι της Λογοτεχνικής Συντροφιάς Νάουσας, σας καλωσορίζουμε σε αυτό το συλλογικό μας έργο, την πρώτη ανθολογία Ναουσαίων λογοτεχνών.


*    *    *


ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΣ ΓΙΑΝΤΣΗΣ

Του έρωτα (δημοτικό)


Σεφαραδίτικο τραγούδι εσύ
είσαι καημός ολόκληρη
και μαύρο μοιρολόι
κι ο έρωτας μου ένα βαθύ
χωρίς νερό πηγάδι
και έχω δίψα δυνατή
και πώς θα ξεθυμάνω;





ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

Παιδί


Στο γάλα μου που έπινα
έπεσε μέσα ο ήλιος
κι η μάνα μου το στράγγιζε
τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
Τ’ αποστραγγίδια σκόρπισαν
στους τέσσερις ανέμους,
’γίναν λουλούδια και πουλιά
για τους αγαπημένους.





ΜΑΡΙΑ Α. ΡΕΝΤΗ ΚΟΛΤΣΑΚΗ

Γραμμές


Πεντάγραμμο άγραφο
Οι γραμμές του τραίνου
Κενή αποσκευή

Απόβραδο στον έρημο σταθμό
Μοναχικός ταξιδιώτης
Σταγόνες ακούει
Τη βροχή του πεπρωμένου

Κρύο περονιάζει
Στεγνή αφήνει την ψυχή
Τα δικά της δάκρυα στέρεψαν
Θάφτηκαν παρέα με τα όνειρα

Για ονειροπόλες υπάρξεις
Δεν έχει χώρο ο σταθμός
Ξεχείλισε πραμάτεια





ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΤΙΚΑΣ (ΡΟΔΟΣΤΑΜΟ)

Έξοδος


Αγόραζα πάντα
από πλανόδιους
πράγματα ιδέες και λέξεις
η φτήνια με δελέαζε
μ’ άρπαζε σαν μαγνήτης
φθαρτές αξίες
αλήθειες πλαστές
και στα έγκατα του μέλλοντος
το χάος
κι όμως κάποτε
ο ήλιος θα επιχειρήσει
μιαν ηρωική
βραδινή έξοδο…





ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΑΜΠΑΚΗ

[Τρία τάνκα]


Βλεεφαρίσματα
Της άχρονης εικόνας
Φτερουγίσματα
Η σπίθα της ματιάς σου
Παντοτινό ταξίδι


*   *   *


Αρχή και τέλος
Ταξιδιώτες του πάθους
Κίνητρο ψάχνουν
Απροσδόκητη χαρά
Ταπεινά αναμένουν


*   *   *


Μωβ ναυάγιο
Ξαποσταίνει στα βράχια
Κλαίει γοερά
Της νιότης η ένταση
Ζωγραφιά κλειδωμένη





Από την ανθολογία «Ρόδα και Άκανθοι [Συναπαντήματα πεζού και ποιητικού λόγου]», Εκδόσεις Ανάλεκτο, 2024.
Έργο εξωφύλλου: Χρήστος Κωστελίδης, «Χρυσός και Πορφύρα» (μικτή τεχνική).

Στην ανθολογία συμμετέχουν: Γιώργος Αγγελιδάκης, Δημήτρης Βαλαής, Μερκούριος Γιάντσης, Αντώνης Γιτόπουλος, Αθανάσιος Δεληχρήστος, Χρήστος Κωστελίδης, Αλέξανδρος Λυσιμάχου, Κατερίνα Λυσιμάχου, Δημήτρης Ντίκας (Ροδόσταμο), Ντίνα Παλιομπέη, Μαρία Α. Ρέντη Κολτσάκη, Δήμητρα Ταμπάκη.



Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Άντζελα Γεωργοτά, "Αυτή η καρδιά είμαι εγώ"




Αυτή η καρδιά είμαι εγώ
[αποσπάσματα]


τοπίο δεύτερο


μια διαδρομή στην Τσιμισκή
απλώνεις τα χέρια και κόβεις την άβυσσο
περπατώ δίπλα σου βουβή
εγώ και το ανυπεράσπιστο παρελθόν μου
εγώ και το ανύποπτο μέλλον μου
φτάνουμε στην άκρη του πεζοδρομίου
με πίνει η άσφαλτος
αναζητάω να σε νιώσω, μα χύνεται
μέσα μου ο πάγος του θανάτου
κροταλίζει η νύχτα τις σκέψεις μου
καθώς εσύ ψάχνεις στις τσέπες σου
ένα α ν τ ί ο

πόσα αντίο να πει κανείς και να τ’ αντέξει;

[…]





τοπίο πέμπτο


οι κάμποι του απριλομάη στο ξέφωτο της Κυράς Χρυσικού
περπατάμε με πόδια γυμνά
εσύ είσαι μια αίσθηση
ένα όνειρο που θα ’ρθει
το δροσάτο φως χάνεται στα ασβεστωμένα πεζούλια
[…]

δεν ήμουν εγώ η εκλεκτή
δεν ήμουν το σγουρό μέλι
κι ας θυσίασα τη γύρη μου προσφορά στο βασιλικό σου αίμα
σώπασε έρωτα,
η λογική μέμφεται να νωπά μάγουλα
οι αγάπες μερώνουν την άμπωτη της συμφοράς
λέω αγαπώ και χάνομαι
λέω εσύ και από τα χείλη μου φτερουγίζουν κρίνα
λέω έρωτα και φύκια τυλίγουν τα μαλλιά
είμαι βέλος χωρίς τόξο

αυτή η καρδιά υπήρχε από το πρώτο βάδισμα
γαλουθήκε με το ψωμί και τη ζάχαρη
ανατράφηκε στη χλόη της αγνότητας
αυτή η καρδιά είμαι εγώ





τοπίο δέκατο
γενέτειρα


γυρίζουμε πάντα εκεί όπου ανήκουμε
στο μικρό χωριό των παιδικών μας χρόνων
με τα κυκλάμινα στους πέτρινους τοίχους
με τα χωμάτινα στρατιωτάκια περήφανα να στέκονται
στα πεζούλια της αθωότητάς μας
με τα χέρια γεμάτα μούρα, τζίτζιφα και στα χείλη το γλυκό κυδώνι

γυρίζουμε στον χρόνο που δεν υπάρχει
ανίδεοι
σκαλίζοντας γραμμές στο αναπόφευκτο μέλλον

το παρελθόν είναι η στάχτη της μέρας
καίγεται, όπως τα ξεροχώραφα στο καύμα του Αυγούστου
μένουν μονάχα οι ρίζες
[…]

ο κόσμος στεριώνει αν δεσμευτούμε στην αγάπη
χωρίς φθόγγους
χωρίς αλυσίδες
χωρίς τα πάθη του Βερθέρου
χωρίς της ζήλιας το ξυράφι
χωρίς όπλα
χωρίς χωρίς

με όλο το είναι μεταρσιωμένο
άσπιλοι ταξιδιώτες της ζωής





Αυτή η καρδιά είμαι εγώ είναι μια ποιητική διαδρομή πάνω στην αγάπη, την απώλεια, την ενοχή και την πίστη.
Ένα σώμα λόγου όπου ο έρωτας, η μνήμη, η παιδική ηλικία, η μητρότητα και η ιστορία συναντιούνται, συγκρούονται και μετασχηματίζονται.
Τα ποιήματα λειτουργούν ως τοπία: άλλοτε αστικά, άλλοτε εσωτερικά, άλλοτε μυθικά.
Η φωνή παραμένει γυναικεία, ανθρώπινη και ευάλωτη − χωρίς εξομολογητική διάθεση, χωρίς ωραιοποίηση.
Εδώ η ποίηση δεν παρηγορεί.
Επιμένει..
Και μέσα από αυτή την επιμονή, αναζητά το φως.
Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης





Από τη συλλογή «Αυτή η καρδιά είμαι εγώ», Εκδόσεις Ηδυέπεια, 2026.




Η Άντζελα Γεωργοτά γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1977. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, στο τμήμα της Ελληνικής Φιλολογίας. Εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως φιλόλογος από το 2003.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Αυγή, στα λογοτεχνικά περιοδικά Θευθ, Μανδραγόρας, Δίοδος, Παρέμβαση, Οδός Πανός και σε ηλεκτρονικές ιστοσελίδες, ενώ έχει βραβευτεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς.
Το 2017 ολοκλήρωσε τη φοίτησή της στο μεταπτυχιακό «Δημιουργικής Γραφής» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και το 2021 στο μεταπτυχιακό του τμήματος Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας & Μουσειολογίας με τίτλο «Διαχείριση και Ανάδειξη Πολιτιστικής Πληροφορίας».

Εργογραφία:
Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη (Γαβριηλίδης, 2016)
Το ανεπίδοτο της συντριβής (Κουκκίδα, 2017)
Γώγου και Σέξτον, Η απόσταση που τις ενώνει (Οδός Πανός, 2020)
της μοναξιάς θαλλόφυτα (Καρυοθραύστις/Ρώμη, αρ.2, 2021)
Τι μου έμαθε η ποίηση (Ηδυέπεια, 2022).


Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Κώστας Θ. Ριζάκης, "μέσω τής καύσης"




Ο ποιητής έφυγε αλλά η ποίησή του θα είναι πάντα εδώ.
Από τις αρχές του 2022 ο Κώστας Θ. Ριζάκης έγινε ένας από τους συνεργάτες του ιστολογίου μας καθώς μας εμπιστεύτηκε δεκάδες ανέκδοτα ποιήματά του.
Η συλλογή «μέσω της καύσης [Ποιητικού Πυρήνα εμβόλιμα, 1]» είναι ένα από τα έργα που ενώ είχε δρομολογήσει δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο και περιλαμβάνει 26 ποιήματά του, όλα πρωτοδημοσιευμένα στο παρόν ιστολόγιο.

Προλεγόμενα: Βασίλης Δασκαλάκης, Παύλος Παρασκευαΐδης.
Επίμετρο: Ιωάννα Ευθυμιάδου.
Έργα εξωφύλλου: Χριστίνα Καραντώνη.

Δείγμα γραφής




θυσία αυταπόδεικτος


‒ είναι ανελέητη λοιπόν η ομορφιά
γι’ αυτό προσωποκράτηση μην πεις
πώς κι έχει ο βίος σύμπας; κοίτα
καλύτερ’ άρτιον το σμίλευμα λαιμού
τα ωραία της μαλλιά σαν πεταχτές αχτίνες
τα χείλη βυσσινιά το βλέμμα βαθυπράσινο
τη μεταξύ τους σύνθεση ουράνια τραμπάλα
που να ζαλίζει τις ζαριές λωλής μιας πρώην τύχης
που να φιλάς σ’ εσπερινόν αλλήθωρους αγίους

το σώμα κοίταξεν ορθό πουλί στις αντοχές του
τα πόδια της λατρεύοντας δυο πλάνα δυνατά
μεγεθυμένα όπως σκαλιά βυζαντινού ναΐσκου
πόσο λευκά; τόσον λευκά που εδάκρυσαν στα μάτια

το πέπλο ρίξε στην φωτιά την όρασή σου κάψε
με λίγην φεγγαρόσκονη γιά τρίψε στις παλάμες

όσα στενάξαν ποιήματα σ’ αοιδού τυφλού το σθένος!





η συγκάτοικος


με την προϋπόθεση πως δεν θα με πονέσεις
δέχομαι: ας μου κάμεις προτομή
στην βέβαιη σμίλη όμως αρκούντως ν’ αφαιρέσεις
λίγο από μάρμαρο μα πιο πολλήν ψυχή

υπήρξα ο άρρωστος με ντόπαραν οι ενέσεις
στους εφιάλτες υπερίσχυσες μορφή
κ’ επέστρεψα οίκαδε: κακές δείχνεις προθέσεις
‒ το διαλύουμε; προέτασσες κοφτή

μήνα θεός μην ο καιρός δεν έστρεξες σ’ εφέσεις
κομμάτια πάγωσες πρωτίστως το κορμί
κ’ ερπετοΰπουλος τι προσπαθείς να δέσεις
πόσα συντρίμμια σε ανανήπτουσα πυγμή;

τόσων καυχώμεθα θρυπτών πριν αποθέσεις
στων σκοταδιών μι’ άχαρον νυν στιγμή
φως θέλουμε ‒ τρύπια πώς θα επιδέσεις
φόρτσα μπαλώματα για ψεύδη εμφανή;





Ιωάννα Ευθυμιάδου: Λόγος εμπύρετος σιωπές ομιλούσες
[απόσπασμα από το επίμετρο]

[...] Η ζωή, ο έρωτας, η ποίηση, γίνονται διαδρομές μέσα στη νύχτα. Κι ο ποιητής ηνίοχος. Με μόνη προίκα την πίκρα και σώμα ανυπόδητο. Οδηγεί τα άγρια άτια με χαλινάρια έτοιμα να σπάσουν. Και μέσα στον σπαραγμό της σκόνης ακούμε τη φωνή του Παπαδίτσα: «μισός άνθρωπος μισός / διαδρομή / και στη μέση άγριο μελίσσι θυμωμένο». Όσα έαρα κι αν απαρίθμησε ο ποιητής προέκυψες o / χειμών. Όμως η άνοιξη είναι αμετανόητη. «Έρχεται πάντα φορώντας σκούρα και σκορπίζοντας φωτεινά· την αναγκάζουμε να συμμετέχει σε ταπεινές δουλειές, ίσως και θάνατο. Μα ξανάρχεται», ακούγεται από τα βάθη η φωνή τής Αγγελάκη Ρουκ. Και κάπως έτσι ο περίπατος εξελίσσεται σε μια εκδρομή ανάμεσα σε βράχια δύσβατα, ποτάμια δροσερά, πυκνά και σκοτεινά δάση, ψιθύρους, κραυγές, σιωπές, κινδύνους που αψηφάς, γιατί ο ποιητής σού έμαθε να ακούς προσεχτικά τη φωνή του, λίγο πριν την κατακρήμνιση, και ενώ είσαι κι εσύ δυνάμει «θύμα κινδύνου»:

κίνδυνε μ’ επανδρώνεις





Από τη συλλογή «μέσω της καύσης [Ποιητικού Πυρήνα εμβόλιμα, 1
Εκδόσεις Κουκκίδα, 2026.



Ο ποιητής Κώστας Θ. Ριζάκης (Λαμία, 23/04/1960 ‒ 23/02/2026) εξέδωσε είκοσι μία συλλογές, τη μία συγκεντρωτική (των έξ πρώτων ‒ γ΄ επαν. Κουκκίδα 2020). Επίσης, τρία (τα δύο εξ αυτών, αντιστοίχως, εμπεριέχοντα ισάριθμα ανέκδοτα ποιήματα) ημερολόγια της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ Α.Ε. Διηύθυνε ή και συνδιηύθυνε επτά (σε εννέα εν συνόλω περ.) λογ. περιοδικά. Ακόμα, επιμελήθηκε περί τα 250 βιβλία (ιδία ποιητικά), αρκετά αφιερώματα σε έντυπα άλλων, καθώς και τιμητικούς τόμους σε μορφές (Κ.Ε. Τσιρόπουλο, Γ. Πέγκλη, Μ. Μέσκο, Ο. Αλεξάκη, Σ. Σαράκη, Ζ. Σαμαρά, Β.Π. Καραγιάννη, Δ. Αγγελή, Γ.Χ. Θεοχάρη, Κ.Α. Κρεμμύδα, Σ.Σ. Σταμπόγλη ‒ το τελευταίο υπό έκδοσιν) τής λογοτεχνίας μας. Ασχολήθηκε δε ιδιαίτερα με τη σύγχρονη γυναικεία γραφή (Ζ. Δαράκη, Λ. Παππά, Μ. Καραγιάννη, Κ. Κούσουλα, Χ. Κουτσουμπέλη, Έ. Λάγκε, Έ. Κορνέτη, Ν. Κεσμέτη, Κ. Ρουκ, Μ. Κουγιουμτζή, Α. Μπακονίκα, Ά. Γρίβα, Δ. Δημητριάδου, Ν. Χαλκιαδάκη, Δ. Μήττα, Η. Νικοπούλου, Λ. Καλλέργη, N. Δουλαβέρα). Πρόσεξε πολύ όσους νεώτερους άξιους. Έχουν γραφεί και εκδοθεί πολυάριθμα μελετήματα για το ποιητικό του έργο.