Δεν έκρυβες δυο άσσους στο μανίκι σου και
Δεν τους έριχνες στην τσόχα την ώρα που
Φαίνονταν πως όλα είχαν τελειώσει ο κερδι-
σμένος είχε απλώσει τα χέρια του κι έμεινε
Αποσβολωμένος όπως ό αναγνώστης σου όταν
− Διασχίζοντας ένα ανθισμένο λιβάδι −
Αντικρύσει ξάφνου την άβυσσο και μείνει
Με το ένα πόδι στα λουλούδια και το άλλο
Κρεμασμένο στο κενό.
Τυχόν και μου κρυολογήσεις γιατί οι στίχοι των
Περισσότερων ποιητών μπάζουν μη μου αρρωστήσεις
Και δεν αντέχω τα νοσοκομεία τις μυρωδιές τους
Και το βήχα από φυματικές ομοιοκαταληξίες.
Χρόνος ανάμεσα νοιώθει ανήμπορος κι άχρηστος
Που δεν τα καταφέρνει να στεγνώσει τα δάκρυά μου.
Στη λίμνη και στα γκαλντερίμια από
Βυθισμένο κλαρίνο μοιρολόι − αλί −
Βήματα βιαστικά στα στενορύμια…
Ο ένας στον άλλον· θα μπορούσαμε να περάσουμε
Τις συμπληγάδες χωρίς απώλειες κι όχι όπως τώρα
Που μας ξεμοναχιάζουν κι έναν-έναν μάς λιανίζουν.
Καμιά ιδέα δεν μπαίνει ανάμεσα μας
Τ’ ακροδάχτυλα πυγολαμπίδες στο σκοτάδι
Πάνε κι έρχονται στα χρόνια μας στο
Δέρμα π’ ανατριχιάζει σαν σε θυμάται
Νύχτα ώς το νοτισμένο πρωινό που
Χτυπάει την πόρτα τουρτουρίζοντας.
Πώς ακουμπάς με τον ίδιο τρόπο το ποτήρι στο δίσκο
Περνάς τα δάχτυλα στα μαλλιά σου −τα κάτασπρα πια −
Λαχταράς το βλέμμα των γιων σου και δεν μπορείς
Να ολοκληρώσεις μια πρόταση με αγαπημένα πρόσωπα σε
Ανταμώματα και χωρισμούς χωρίς να σε πνίγει ο λυγμός
Ο ίδιος εκείνος που τράνταζε το στέρνο του πατέρα σου.
Οι φωλιές οι έρημες φωλιές κάτω από έναν γκρίζο
Ετοιμόρροπο ουρανό παρατημένες στο έλεος τού
Βοριά και των αχόρταγων βλεμμάτων μας προστατευμένες
Τον καιρό της αναπαραγωγής από την πολύβουη ανθοφορία
Και τα εαρινά δρομολόγια των τραίνων με ανοιχτούς
Γιακάδες βιαστικές χειραψίες κι ένα «χαίρω πολύ»
Κλεμμένα από το χρόνο που καταβροχθίζει φωλιές εποχές και
Βιαστικές αμαξοστοιχίες με ανυποψίαστους επιβάτες.
Λέξεις πεταλούδες σ’ αιφνιδιάζουν καθώς πετώντας
Πολυχρωμούν το δωμάτιο κι η χειροβομβίδα που
Ακούμπησες βιαστικά −για να προλάβεις τί;− σ’ ένα
Στρώμα σκουριάς τυλιγμένη χωνεμένη φωτιά με
Ακυρωμένες όλες τις μελλοντικές της εκρήξεις.
Απόθεμα που κουβαλούσε μέσα του έφτασε όμως στο σημείο
Με το συχνό δανεισμό να μειωθεί επικίνδυνα το ανεξάντλητο
Νταμάρι με λίγα λόγια έτρωγε απ’ τα έτοιμα ενώ θα μπορούσε
Να αρκεστεί στο ένα μοναδικό ποίημα αντί να σπαταλάει εδώ
Κι εκεί στίχους του ποντάροντας σε μιαν επισφαλή προσπάθεια
Αναγνώρισης του ταλέντου του από ευκαιριακούς αναγνώστες.
Στη μοναξιά μας μια διακριτική
Βροχή χτυπάει στον τσίγκο για νά ’ρθει
Συντροφιά στα όνειρά μας!
Τους ιαμβικούς στη γριά έμπνευση
Με προσοχή μήπως σαπίσει
Σκάλες και τοίχους
Σε φυματικά φθινοπωρινά τοπία
Ξυπόλυτη βροχή αποκλεισμένη σε
Στρατιωτικά νεκροταφεία
Στο χώμα που ’χε καρπίσει εμβατήρια
Ονόματα και χρονολογίες κι ή λησμονιά
Χιονίζει σιωπητήρια.
Από τη συλλογή «Σώμα κινδύνου», Ύψιλον/Βιβλία, 2004.
Πηγή: «Νεμέρτσκα, Ποιήματα [1961-2011]», Οι εκδόσεις Των Φίλων, Αθήνα 2013.

















