όποτε η ψυχή απειλείται.
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
Ήρθαν αργά ως φαίνεται
σαν μπήκε στα νερά του ποταμού
να πνίξει τις φωνές
η Βιργινία Γουλφ.
την πιστολιά στην Πρέβεζα
μήτε τους κόρακες
στα σταροχώραφα
της Άρλης.
όταν
όμορφο στο χιόνι κύλησε
πυρρό
του Μοντιλιάνι
το κεφάλι.
που πια κουράστηκα
ν’ απαριθμώ.
μη λέτε ψέματα σ’ αυτούς
που ονειρεύονται να ιστορήσουν,
να γράψουν στίχους
ή να σμιλέψουνε
τα μάρμαρα.
τις πιο πολλές φορές
μας ξεπερνά.
είναι χελώνες
οι Δυνάμεις.
σπαράζει τον Ορφέα.
ψηλόλιγνο κυπαρίσσι
πλάι
σε κατάλευκο μετόχι.
στοχαστικό,
το πένθιμο δέντρο.
και πίσω του ο κόσμος
των κατά φαντασίαν ζωντανών,
θόρυβοι από έγχορδα και πιάτα
σε παράλια καφωδεία,
άλυσες και κρότοι.
τούτο το ασάλευτο κοτσύφι
που κανείς
τη μολπή του δεν ακούει,
μα πλούσιο
θάλλει
μες στην υπόγεια,
μυστική ζωή του
όπου
ωραίος ο χτύπος της αξίνας
αντηχεί.
(στόνους ο άνεμος να εκμαιεύσει)
μόνο ένα φτέρωμα μουντό
που μαυροφέρνει
και που
σαν κόχυλα φυσούν τα χείλη της σιωπής
τις λίγες,
τις σπάνιες φορές
που ξεθαρρεύουν οι λέξεις
ενός λόγου υπέρτερου.
πως κάποτε θα γίνει χορτάρι,
πως θα χωρέσει
μες στο μικρό εκκλησιδάκι
όπως τόσα μυρμήγκια,
τόσες ψυχές.
πάντα εκεί,
μπροστά στη θάλασσα,
έξω απ’ τη μάντρα
που περιβάλλει το ξωκλήσι.
των αγαλμάτων:
έγχορδα και πιάτα
σε παράλια καφωδεία,
άλυσες και κρότοι.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑ
Ούτω επλάσθημεν! Ο σταθερός
της ευτυχίας ήλιος κουράζει,
το σθένος της ψυχης μας παραλύων.
Αριστομένης
Προβελέγγιος
Δεν προσβάλλω τους
νεκρούς −τους ωραίους νεκρούς− αυτού του τόπου όταν αρνούμαι τον παρήγορο λόγο
τους.
Οι πληγές μου κακοφόρμισαν, πατρίδα! Τί να
μου κάμουν τα ένδοξα μάρμαρα όταν η ζωντανή καρδιά δεν ανασαίνει!
Μπήκε
κουτσαίνοντας ο Φεβρουάριος, φλερτάροντας με την άνοιξην ασύστολα ο δύστυχος.
Ο
ήλιος ανέβηκε λαμπρός, μα δεν μου δίνει χαρά (ποτέ δεν μου έδινε ο μαύρος
ιοβόλος).
Αν
υπάρχει Παράδεισος θά ’ναι φθινόπωρο, λέω, με γαλάζια λουλούδια κι απαλή βροχή.
Τα χιόνια λιώνουν, ο χρόνος κυλάει προς την
Κόλαση. Το θέρος πλησιάζει. Το μαύρο του σκυλί τρέχει να με προϋπαντήσει μ’ ένα
καλάθι αστρίτες. Τρομερό να υπάρχεις!
Τί είναι η θλίψη; Από πού έρχεται; Τί ’ναι
αυτό που τινάζει αίφνης τα μυαλά ενός διάσημου σεφ; Ζούμε από αγάπη τάχα ή από
φόβο; Το φως με διώχνει. Μόνο στον ήλιο σκέφτομαι τον θάνατο − ποτέ όταν
βρέχει.
Ο άνεμος σηκώνει τη σκόνη που είμαστε.
Γιατί
αντιστέκομαι στην Κυριακή όταν όλα νοσταλγούν το χώμα;
Νιώθω το δέντρο κλεισμένο μες στο σώμα μου.
Νιώθω τον άνθρωπο κλεισμένο μες στο δέντρο.
Πότε το δέντρο θα σκοτώσει τον άνθρωπο; Πότε ο άνθρωπος θα σκοτώσει το δέντρο;
Τούτος ο κουτσός, ανάπηρος μήνας ας μη
βιαστεί στην άνοιξη να παραδώσει την ψυχή μου
μην παραιτηθεί ας ζητήσει πίσω
τη βροχή, την πάχνη που ο ήλιος τού έκλεψε (είναι σκληρή για τους ξένους η
άνοιξη).
Οι
άνθρωποι μικροί στη
ροβιθιάν ανέβηκαν τινάζουν τα ροβίθια.
Κι η φύση σκοτεινός
σιδεράς: ακονίζει ρύγχη, ακονίζει στεροπές για τη Σφαγή.
Το βράδυ στις ειδήσεις: οι απέραντοι
ερειπιώνες της Συρίας, οι δουλέμποροι Λεπόρ και ντε Φερ, πτώματα παιδιών, ο
χορός της βασίλισσας Μονέδας. Όλα είναι χρήμα.
Μονάχος συδαυλίζω τη φωτιά κάτω απ’ τ’
αστέρια.
Μάτι, 10.2.2016
Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης
Ο Ιωάννης
Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο
Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία
ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του
ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί
(εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε
διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ,
ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα
συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις
Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα
αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.








.jpg)