Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Πέντε ποιήματα"





ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΟΥΑΝ ΡΑΜΟΝ ΧΙΜΕΝΕΘ

                        Y yo me ire, y sere otro, sin hogar, sin arbol
                        verde, sin pozo blanco,
                        sin cielo azul y placido…
                        Y se quedaran los pajaros cantando.
                                                                                                                                  -
                                                        Juan Ramon
Jimenez


Καθώς περιτρέχω το άλμπουμ
με τις φωτογραφίες
ακούω τον κούκκο να φωνάζει:
Έζησε    και πέρασε
Έζησε    και πέρασε.

Κι εγώ χωρίς τόπο, χωρίς δέντρο
πράσινο, χωρίς λευκό πηγάδι,
χωρίς γαλάζιο ουρανό γαλήνιο… να διορθώνω:
Ήταν    μα δεν έζησε
Ήταν    μα δεν έζησε.


                                                Μάτι, 1.4.2025





ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΜΑ


Αυτό δεν είναι ποίημα.

Είναι ντροπή να γράφεις ποίηση μετά τη Γάζα,
θα ’λεγε κάποιος παλαιστίνιος Αντόρνο.

Είναι ντροπή να τρως    να διασκεδάζεις
ν’ αναπαύεσαι όταν παιδιά
λιμοκτονούν στην Παλαιστίνη.

Είναι ντροπή να είσαι οτιδήποτε
πέρ’ από άνθρωπος.
Είναι ντροπή να είσαι οτιδήποτε
πέρ’ από ένοχος.

Και συ, ηλίθια Χαμάς, τι πέτυχες;
Τις κάνουλες του αίματος ν’ ανοίξεις,
μια τρύπα μοναχά
στην κατακόκκινη πλημμύρα.

Τα όνειρα του Ισραήλ πραγμάτωσες,
στους μακελλάρηδες της Σιών προσφέροντας
αυτό που πάντα ήθελαν:

Μια παλαιστίνια Σοά,
μια παλαιστίνια Τελική Λύση.

                                             *

Απολαμβάνω το γεύμα μου
σαν να’ ναι πάντα το τελευταίο. Πλαγιάζω
στα καθαρά σεντόνια μου σαν να’ ναι πάντα
η ύστατη φορά.

Ο χθεσινός μικροαστός    αυριανός νομάδας, λέω.
Το χθεσινό σου σπιτικό    αυριανό ερείπιο.

Τίποτε σταθερό σ’ αυτό τον κόσμο
εξόν από τον θάνατο.
Ναι, απαισιόδοξος είμαι.
Σκοτεινός σαν τον Ηράκλειτο.

Πως δεν ακούτε την καρδιά της ζωής;
(Παραμερίστε της ομορφιάς το παραπέτασμα.
Παραμερίστε το πανέμορφο σύννεφο που καμαρώνει.
Παραμερίστε τα δέντρα    τα πουλιά,
τα γέλια των ανίδεων).
Ακούστε που χτυπά
− καμπάνα θλιμμένη στο ξόδι κάθε γέννησης.

                                             *

Δεν προσεύχομαι πια. Με τρομάζει
τόσο φως το καλοκαίρι. Το πρόσεξα.
Κάνει πιο έντονη των ουρανών την κουφαμάρα.
Καμιά λιτή δεν εισακούεται. Εκ πείρας μιλώ.
Ιούλιος ήταν
όταν πυρπόλησεν ο κεραυνός την προσευχή μου.

Ο χρόνος δεν μας ανήκει.
Είναι στα χέρια των Δυνατών. Αυτοί
του κεφαλιού μας την κάθε τρίχα έχουν μετρήσει.


                                                Μάτι, 31.5.2025





ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΙΝΑΙ

                        ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους
                                                                                                                       -
                                               Κώστας Καρυωτάκης


Καλοκαίρι είναι ο παιδικός γιαλός    λημέρι πια
των μπουκανιέρων.

Είναι οι τοίχοι που βράζουν
σαν το νερό στην κατσαρόλα.

Είναι η αποφορά
των στοιβαγμένων στα λεωφορεία.

Είναι ο άγριος άνεμος
που συναγείρει τους εμπρηστές,
συνεπαίρνει τα μπάζα    τα ξεσκλίδια
τα ξερόκλαδα.

Είναι η Ελλάδα που ερημώνει.

Είναι η ωρυγή των σειρήνων
η αγωνία των Canadair
πάνω απ’ τις καρδιές    τις ανομίες και τα δάση μας.

Είναι τα κάψαλα    οι στάχτες    η σιωπή.
Ο νοτιάς
που φέρνει τους άμμους απ’ τη Σύρτη.

Καλοκαίρι είναι τα ποντίκια που συνωστίζονται
μπροστά στους καταπέλτες των καραβιών.

Είναι οι θλιβερές οικογένειες στις παραλίες,
το μάταιο κυνήγι των διακοπών.

Είναι το Τίποτα
που λιάζεται διάσημο στη Μύκονο.

Καλοκαίρι είναι η ατέρμονη πορεία,
η παραλία που κατάντησε ανία
με ομπρέλες    φασαρία    εξουθένωση
− άρρωστη    γεμάτη ξαπλώστρες
μολυσμένη από εμπόρους και σώματα.

Καλοκαίρι είναι ο θάνατος
του φίλου    και του άστεγου,
είναι ο ψόφιος γάτος που σαπίζει
μες στα σκοίνα.

Είναι το νερό που λιγοστεύει.
Είναι η δίψα που έρχεται.

Είναι η φλόγα μέσα σου που ικετεύει τη Στύγα,
οι άγγελοι που ήρθαν νωθροί,
πρόθυμοι μόνο για χασίσι.

Είναι το Μάτι που καίγεται ακόμη,
οι νεκροί που κολυμπούν μαζί σου.

Είναι το παιδί στη Γάζα που πεθαίνει,
οι ξενόφερτοι γλαύκοι στα νερά του Αιγαίου.

Καλοκαίρι είναι η λαγνεία,
καρότο που
ο ήλιος μας πετά όταν το βίτσιο του μας ψήνει
στην άμμο    στα ξωκλήσια    μέσα
σε πορνόσπιτα της νύχτας    Ελπήνορες εμείς
μεθυσμένοι από άνομες θεές.

Κι ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.


                                                Μάτι, 30.6.2025





ΕΞΟΔΙΟΣ ΧΩΡΟΣ


Στο μεγάλο σπίτι όπου έζησα
και ζω ακόμη
έχω εξαντλήσει όλα τα δωμάτια που μου αναλογούν
εκτός από ένα.

Οι πίσω πόρτες όλες εφτασφράγιστες.
Μόνο η ανάμνηση
κάποιες φορές τις ξεκλειδώνει,
μα είναι φάντασμα    όχι σάρκα
δεν μπορεί τίποτε να διορθώσει,
σε τίποτε αίμα και πνοή να μεταδώσει.

Επώδυνη δίχως αποτέλεσμα προσπάθεια.

Κάθε τόσο οι καμπάνες
ένα ξόδι αναγγέλλουν    θυμίζοντας πως
το δωμάτιο που απόμεινε,
(αυτό το ένα)
με την πόρτα του ολάνοιχτη
όλες τις μέρες κι όλες τις νύχτες,
δεν είναι δωμάτιο αλλά εξόδιος χώρος
ένα μοτέλ για όσους αύριο
ταξιδεύουν για τη Στύγα.

Δεσμοφύλακας ο θάνατος. Αυτός κατέχει
τα κλειδιά. Αυτός
κρατάει διάπλατη την πόρτα    αυτός
και θα την κλείσει    όταν
φλεγόμενη βάρκα η ζωή σου
πίσω στο τίποτα επιστρέψει
χωρίς ποτέ να μάθεις
γιατί λυπάσαι γι’ αυτή την ξενιτειά
που παίρνει ένα τέλος πια,
γι’ αυτή την ξενιτειά που τόσο γρήγορα αφήνεις.

(Πάντα φαντάζει σύντομη κι η πιο μακρόχρονη ζωή,
σύντομος κι ο πιο μακρόσυρτος πόνος).
Παράξενο να λυπάσαι
για ό,τι παρακάλεσες τόσες φορές τον Ύπνο:
εκεί    την ώρα που κοιμάσαι,
πριν να προκάμει
τα μάγια η Ροδοδάχτυλη να ξεδιπλώσει,
αθόρυβα κι ο Μέγας Θάνατος να ’ρθει,
ο αδελφός του.

Πώς γίνεται ολάκερη ζωή
με τόσους Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες
ασκήμια κι ομορφιά
πτώσεις κι ανατάσεις    πώς γίνεται
τόσος πόνος
σ’ ένα κουτάκι να χωράει ξύλινο
σαν γομολάστιχα σε σχολική κασετίνα;


                                                Μάτι, 22.10.2025





ΚΑΝΕ ΟΠΩΣ Ο BANKSY, ΠΟΙΗΤΗ


Τί να τους κάμεις τους εκδότες,
τους στίχους σου κλεισμένους σε τόμους
κι ανθολόγια.

Βγες αόρατος τη νύχτα
και γράψε σε μαντρότοιχους ποιήματα,
σε δρόμους και πλατείες
τα σονέτα σου.

Μοίρασέ τα
όπως πουλάει ο άλλος τα κουλούρια
ή γεμίζει με φυλλάδια
τα κατώφλια των σπιτιών.

Κάνε όπως ο Banksy, ποιητή.
Ιστόρησε τίς ομιλούσες ζωγραφιές σου
σε κάθε τοίχο πρόσφορο
στην ουτοπία και το όνειρο,
σ’ ερειπωμένους πήγαινε ναούς
σε κάτασπρα ξωκλήσια ή φυλακές

ώσπου
ο ήλιος κι η βροχή    ο νόμος και η τάξη
στης Λήθης τα κατάστιχα σε γράψουν.



                                                Μάτι, 23.10.2025

                    Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης




Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: «Balloon Girl» by Banksy.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons:
«The World of Banksy 2022, Brussels» (cropped).




Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία ώς την συνταξιοδότησή του. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Τελευταία του ποιητική συλλογή Η χώρα που δεν τιμωρεί (εκδόσεις "κουκούτσι" 2019). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά μεταξύ των οποίων, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ καθώς και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ. Ποίημά του θα συμπεριληφθεί στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ που ετοιμάζουν οι εκδόσεις Μαΐστρος ενώ στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Πολύμνια, ARS POETICA" θα αναρτηθούν ποιήματά του μεταφρασμένα και στα ισπανικά.

 

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Αριστούλα Δάλλη, "Οι κόρες της Δήμητρας"





Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ


Στη γειτονιά των παιδιών, η παρέα με τ’ όνομα « Άσπροι και μαύροι άγγελοι» παίζει το παιχνίδι του πολέμου. Δύο ομάδες εχθρικές, θανατηφόρα η αναπαράσταση του διχασμού. Σημαία νίκης η δύναμη, η λευκή ή μαύρη κυριαρχία.
    Είμαι ένας ουράνιος επισκέπτης, ένα παιδί-άγγελος. Πέταξα ανάμεσα τους με αποστολή να τους μονοιάσω, με το φως των ματιών μου τα σκοτάδια των εμπόλεμων να διαλύσω. Όμως απέτυχα. Οι μαύροι άγγελοι νίκησαν, με σκουριασμένο πιρούνι του σκουπιδότοπου έβγαλαν τα μάτια μου και σέρβιραν τους βολβούς μου στον αιμοδιψή αρχηγό τους για έπαθλο. Έσπασαν τα φτερά μου και αιμόφυρτο με πέταξαν στο λασπωμένο χώμα.
     Δύο αγόρια πονούσαν μαζί μου. Γονάτισαν με αγάπη δίπλα στο πληγωμένο μου σώμα. Έδεσαν τα μάτια μου με το μαντήλι τους να μην αιμορραγούν, και μ’ αυτοσχέδιο φορείο με μετάφεραν στον λειμώνα της χαμένης αθωότητας. Ελεγεία ακούστηκε μέσα από τα σύννεφα. Ήταν οι ουράνιοι άγγελοι που θρηνούσαν μαζί μας.





ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ


Ήταν ένα ζεστό πρωινό του Αυγούστου. Είχα ξεκινήσει νωρίς για το χωράφι, πριν ανέβει ψηλά ο καυτός ήλιος. Τα καλαμπόκια συχνά καίγονται από τη ζέστη και ανοίγουν ξέφρενα τα φύλλα τους πριν ακόμη ωριμάσουν, με αποτέλεσμα να στεγνώνουν και να γεμίζουν σκουλήκια.
     Στον δρόμο συνάντησα τις κόρες της Δήμητρας, της χαρτορίχτρας του χωριού. Την αποκαλούν μάγισσα, γιατί λέει τα κακά μελλούμενα. Αλλά και οι κόρες της έχουν τη φήμη ότι το μάτι και η σκέψη τους έχουν μια αρνητική δύναμη και μπορούν να καταστρέψουν ό,τι βάλουν στο μυαλό τους.
    Με χαιρέτησαν και περπατήσαμε παρέα για λίγο δρόμο, έως ότου φτάσαμε στα χωράφια μας. Ήμασταν μπροστά σε μια γειτονική έκταση με καλαμποκιές, με πλούσια σοδειά και ώριμα, μεγάλα, χρυσοπράσινα καλαμπόκια. Τότε άκουσα τη μία αδελφή με αλαζονεία να λέει στην άλλη:
     «Θέλεις ως τον γυρισμό μας να έχει μαραθεί το χωράφι;»
     «Δοκίμασε και η μάνα θα σου δώσει δώρο» απάντησε η άλλη με ειρωνεία.
     Δεν έδωσα σημασία, γέλασα αμήχανα, θεωρώντας ότι ήταν αστεϊσμός για παραμύθια και επίδειξη της μαγικής τους δύναμης.
    Έμεινα έκπληκτη το απόγευμα στην επιστροφή μας όταν αντίκρισα το πρωινό χωράφι κατεστραμμένο και μαραμένο. Εντυπωσιάστηκα και συγχρόνως τρόμαξα με το θέαμα του θανάτου.
      Στη άκρη του είχε μείνει ζωντανή μόνο μία ρίζα και το καλαμπόκι της είχε ανοίξει στη μέση. Τα μουστάκια του είχαν ξεχειλίσει και έμοιαζαν με πυκνά, σγουρά μαλλιά ριγμένα στους ώμους μιας γυναικείας φιγούρας. Έδειχνε επιθετική και το ένα χέρι της είχε κοπεί, θαρρείς από μαχαίρι που έμοιαζε με μικρό ξίφος.
    Σταυροκοπήθηκα και απομακρύνθηκα γρήγορα από το κακό συναπάντημα, παίρνοντας την επόμενη στροφή του δρόμου.
     Όταν έφτασα στο χωριό, είδα κόσμο μαζεμένο. Στη μέση, με ρούχα ματωμένα, ήταν οι κόρες της Δήμητρας. Το χέρι εκείνης που μάρανε το χωράφι ήταν κομμένο στην παλάμη και τα δάχτυλά της ήταν σημαδεμένα, σαν κάποιος να τα είχε χαράξει με μαχαίρι. Καμία από τις δύο δεν κατάλαβε πώς έγινε αυτό, αφού δεν είχε χρησιμοποιηθεί κοφτερό αντικείμενο. Υπέθεσαν ότι ίσως να ήταν το μαχαίρι που κουβαλούσε πάντα μαζί της για να μαζέψει τα χόρτα του βουνού αυτό που κατά λάθος την πλήγωσε.
    Έτρεξα πίσω στο χωράφι για να δω από κοντά την καλαμποκιά με το κομμένο χέρι. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος της, πέρα από ένα μαραμένο χωράφι. Η γυναίκα-καλαμποκιά είχε εξαφανιστεί.
    «Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον» προσευχήθηκα.
     Η ιδέα ότι το πνεύμα της θεάς Δήμητρας, μητέρας της γης, ήταν αυτό που τιμώρησε τις κόρες για την αλαζονική ασέβεια στη γονιμότητα της φύσης, σφηνώθηκε σαν βεβαιότητα στο μυαλό μου.
     Δεν σχολίασα τίποτε και απομακρύνθηκα σιωπηλά. Έσφιξα στην τσέπη μου το κρυφό φυλαχτό μου για το μάτι, φτιαγμένο από σκόρδο και κοκαλάκι νυχτερίδας.





ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΛΕΜΒΟΣ


Το κρουαζιερόπλοιο «Το γοβάκι της Σταχτοπούτας» είχε αγκυροβολήσει για δύο βράδια στο λιμάνι της Πριγκιπονήσου. Ήταν το ιδιωτικό νησί του λεγόμενου πρίγκιπα της διακίνησης όπλων. Κοινό μυστικό σε όλους ότι το κρουαζιερόπλοιο ήταν δώρο στην ωραία σύντροφό του. Την είχε γνωρίσει σ’ ένα μπαρ· κορίτσι χωρίς πατρίδα, χόρευε για να ζήσει. Την πήρε μαζί του – ωραία βιτρίνα για την κάλυψη της παρανομίας και το ξέπλυμα παράνομου χρήματος.
     Η εορταστική βραδιά, μαζί με κάτι διαμαντένια γοβάκια για σκουλαρίκια, ήταν το δώρο των γενεθλίων της.
     Η μουσική έπαιζε, τα ζευγάρια στροβιλίζονταν στην πίστα, τα ποτά έρεαν άφθονα και πλημμύριζαν τη θάλασσα. Φωταγωγημένο το πλοίο έλαμπε στο βαθύ μπλε της νύχτας κάτω από το παγωμένο βλέμμα της σελήνης. Όλα ήταν ερωτικά, όπως ταίριαζε στη γιορτή.
  Κανένας δεν είχε προσέξει τις δύο ασυνήθιστες βάρκες, όμοιες με λαστιχένια βατραχοπέδιλα, που απομακρύνονταν γρήγορα από το πλοίο, λίγο πριν ανατιναχθεί, σαν μαγευτικό εορταστικό πυροτέχνημα, μαζί με τους επώνυμους καλεσμένους.
    Ούτε γνώριζαν ότι οι μασκοφόροι κομάντος, οδηγοί της θανάσιμης λέμβου, ντυμένοι στα μαύρα, ήταν γυναίκες και η μία από αυτές ήταν η αγαπημένη σύντροφος του μεγαλέμπορα πρίγκιπα. Η μικρή του, γλυκιά Σταχτοπούτα έβλεπε από απόσταση το τέλος της σκλαβιάς της.



*    *    *



Οικείο και ανοίκειο. Συνειδητό και ασυνείδητο. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με την υπαρξιακή φιλοσοφία, σε όλη την πορεία της ζωής του αναζητάει την ουσία τού είναι του και τον οικείο, γνωστό στο συνειδητό, χώρο όπου θα αισθανθεί ασφάλεια, αποφεύγοντας ταυτόχρονα το ανοίκειο, το μύχιο, το άβολο, το αλλόκοτο.
    Οι κόρες της Δήμητρας είναι ένα ταξίδι στον κόσμο των απωθημένων ανοίκειων εικόνων του ασυνείδητου, οι οποίες, κάτω από κατάλληλες συνθήκες, αναδύονται στο συνειδητό και, γνώριμες πλέον, βιώνονται ως οικείες μέσω της μυθοπλαστικής αφήγησης, της αλληγορίας, του συμβολισμού.
    Οι ήρωες στις ιστορίες του βιβλίου αναζητούν την παρουσία ή την απουσία του άλλου, στοχάζονται πάνω στη σχέση τού είναι και του συν-είναι, αναζητώντας τελικά την κάθαρση και την υπαρκτική ελευθερία τους.
Από την έκδοση





Από τη συλλογή διηγημάτων «Οι κόρες της Δήμητρας», εκδόσεις Βακχικόν, 2025.




Η Αριστούλα Δάλλη είναι συγγραφέας, εικαστικός και ψυχοθεραπεύτρια. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και εργάστηκε στη Δημόσια Υγεία ως φυσικοθεραπεύτρια. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην εικαστική ψυχοθεραπεία, και στη συστημική οικογενειακή θεραπεία. Διευθύνει το Κέντρο Προσωπικής Ανάπτυξης και Ψυχοθεραπείας μέσω της Τέχνης Άκεσα στη Θεσσαλονίκη.
     Ως εικαστικός, έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις, ενώ ως ψυχοθεραπεύτρια, έχει συμμετάσχει σε διεθνή ψυχαναλυτικά συνέδρια. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής και επιμέλειας κειμένου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
       Γράφει πεζά, ποιήματα, δοκίμια και κριτικές. Κείμενά της έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, όπως τα: Περί Ου, Παρέμβαση, Fractal, Φρέαρ, Culturebook, Θευθ και Καρυοθραύστις.
Έργα της έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους: Φλέβες γραφής (εκδόσεις Ρώμη 2019), Η συμβολή των Ψυχοθεραπειών μέσω Τέχνης στην Ψυχιατρική Θεραπευτική (εκδόσεις Βήτα 2019), Επιστολές από μια άλλη ήπειρο (εκδόσεις Ρώμη 2022), Ο χρόνος που περνά και χάνεται (εκδόσεις Παρέμβαση 2023), Το πρόσωπο του έρωτα (εκδόσεις Παρέμβαση 2024), Βαλς με έναν λογοτεχνικό ήρωα (εκδόσεις Ρώμη 2024) και Το ταξίδι (εκδόσεις Παρέμβαση 2025).
    Το 2024 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη της συλλογή διηγημάτων, Το δέρμα της φώκιας.
      Η συλλογή διηγημάτων Οι κόρες της Δήμητρας είναι το δεύτερο βιβλίο της.


Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Γιάννης Βαρβέρης, "Βαθέος γήρατος"





ΒΑΘΕΟΣ ΓΗΡΑΤΟΣ, ΙΙ


Πώς ψάχνει κάθε λεπτομέρεια
πώς υποπτεύεται τα βλέμματά μου
πώς γεγονότα ελάχιστα σχολιάζει και θυμάται
πώς με συγχωρεί
και πώς παραμονεύει
με διαίσθηση άκρα
ανύπαρκτους κινδύνους ή υπαρκτούς
έστω για φευγαλέα απόδρασή μου
έξω από τη νόρμα.

Έτσι κατασκοπεύονται άνδρες
από ιερές δήμιες γυναίκες

ανάμεσα στη γέννηση
και στην ταφή τους.





ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟ, ΙΙ


Περνάει κάθε μέρα
από το δρόμο μας
ο ίδιος σοφός παλιατζής.

Κανένας δεν του έχει πει
κι όμως
διαφημίζει αυτά που θα πάρει.


Από την ενότητα
«Α΄. Αθήνα»





ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ


Μου λεν για το Λουτράκι:
πολύ ζεστό
κρύα η θάλασσα
πολλά παιδιά
και θόρυβος.

Βεβαίως και δεν πάμε
στο ίδιο μέρος.





ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ


Πρέπει να ’ρθεις
με τη γυναίκα σου, με το παιδί σου
συμβουλεύεις.

Όμως αυτή
είναι εκδρομή
με όσους, λίγο πολύ
έχουν πεθάνει.


Από την ενότητα
«Β΄. Λουτράκι»





«ΝΑΡΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΓΟΥΣ ΔΟΚΙΜΕΣ»


Οι τύψεις ξέρω πόσο
θα με βασανίζουν κάποτε.
Είναι όμως
το μόνο φάρμακο
κατά της λήθης.





ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ Π. ΚΑΒΑΦΗ
+ 4.2.1899

ΙΙ


Τα είχε εκείνη από καιρό
ντυλίξει όλα
σε πράσινο πολύτιμο μετάξι.
 
Όλα της τα βραχιόλια κι αλυσίδες
σταυρούς και περιδέραια, δακτυλίδια κι άλλα
για να τα βρει ο Κωστάκης της
για να τα βρει ο Κωστάκης.

Γυρίζοντας απ’ την φρικτήν κηδεία
τρέμοντας κατευθύνθηκε προς το συρτάρι
άνοιξε με ωραίες, σεβαστικές κινήσεις
τον ιερόν του θησαυρόν
κι αμέσως τού ήλθαν εις τον νου
ταξίδια, δώρα, επέτειοι
καλέσματα, εορτές, πάντα μ’ εκείνην.

Σε μια στιγμή είπε να δακρύσει.
Αλλά δεν δάκρυσε.
Τα ντύλιξε προσεκτικά, με τάξι
σε ποίημα από πολύτιμο μετάξι.

Δεν τα ξανάνοιξε ποτέ.


Από την ενότητα
«Γ΄. Αθήνα»





Από τη συλλογή «Βαθέος γήρατος», Κέδρος 2011.
Πηγή: «Γιάννης Βαρβέρης, Ποιήματα, Τόμος Β΄ [2001-2013]», εκδ. Κέδρος, 2013.


Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Αργύρης Χιόνης, "Στο υπόγειο"




ΤΑ ΞΥΛΑ


Στο υπόγειο φυλάω ψιλοκομμένο ένα δάσος· συμμετρικά ψιλοκομμένο και με τάξη στοιβαγμένο ώς το ταβάνι. Μοσκοβολάει το δάσος στο υπόγειο· μέθη σχεδόν με πιάνει. Τι κράμα, αλήθεια, αρωμάτων από κυπαρίσσι, πεύκο, σκίνο, λαγομηλιά, δρυάρι, κουτσουπιά, συκιά και καρυδιά. Με τι βαριά καρδιά το ρίχνω στη θερμάστρα, λίγο λίγο, αυτό το δάσος, αυτό το συντριμμένο κάλλος, τα κακομαθημένα μέλη μου για να ζεστάνω· τέσσερα επηρμένα κούτσουρα που δεν μοσκοβολήσανε ποτέ.





ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ


Δεν υπάρχει υπόγειο χωρίς σεντούκι και σεντούκι χωρίς γράμματα, φωτογραφίες κι άλλα μικροπράγματα που έπιαναν τάχα πολύ χώρο μες στο σπίτι και αποθηκεύτηκαν εκεί. Αυτό δεν είν’ αλήθεια· η αλήθεια είναι πως στην ψυχή μας έπιαναν χώρο πολύ και η ψυχή μας δεν το άντεχε. Όσο περνά, ωστόσο, ο καιρός και αδυνατίζει η μνήμη, κι η λησμονιά σαν λάδι απλώνεται και μαλακώνει τις πληγές του παρελθόντος, τόσο και πιο συχνά η νοσταλγία με ωθεί ν’ ανοίγω το σεντούκι και ν’ ανασύρω από εκεί κάποια απ’ αυτά τα λείψανα που, όμως, δεν είναι λείψανα ακριβώς, γιατί, μόλις βρεθούν στο φως, σαν ν’ ανασαίνουν πάλι, σαν να ζωντανεύουν, σαν ν’ ανοίγουνε παλιές πληγές, και πανικόβλητος τα ξανακλείνω στο σεντούκι. Αυτό, ωστόσο, το παιχνίδι, παιχνίδι ηδονής και οδύνης, ποτέ δεν σταματά, κι αδιάκοπα ανοιγοκλείνω το σεντούκι, αδιάκοπα ανοιγοκλείνω τις πληγές μου.





Ο ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ


Κάποτε, κατοικούσε στο υπόγειο κι ο Μπαμπούλας που παίρνει τα κακά παιδιά. Τώρα, δεν είμαι πια κακό παιδί, δεν είμαι καν παιδί κι ούτε ο Μπαμπούλας μένει πια εκεί· έχει μετακομίσει από καιρό· μέσα μου μετακόμισε. Έτσι, μπορώ, όποτε θέλω,
στο υπόγειο να πηγαίνω.



Σημείωση
 
Ανέβηκα στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού μου, στην ταράτσα, για να ξεσκάσω λίγο από την κλεισούρα του υπογείου, να δω τ’ αστέρια, αλλά ήταν τόσο μακρινά που ένιωσα ότι βρισκόμουνα ξανά στο υπόγειο. Ναι, η ταράτσα μου ήταν το υπόγειο του ουρανού.


Από την ενότητα
«Στο υπόγειο»





ΧΤΥΠΑΕΙ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, χτυπάει και ξαναχτυπάει· δεν το σηκώνω, όχι, δεν πρόκειται να το σηκώσω· ποιος ξέρει τι καινούργιες συμφορές θα μου αναγγείλει; Πέθανε αυτός, πέθαν᾽ εκείνος, ο τάδε βηματίζει με βηματοδότη, ο δείνα δεν μπορεί το σπίτι του να βρει κι ο Ερυθρός Σταυρός τον ψάχνει. Είναι η γενιά μου που αρχίζει να θολώνει και να σβήνει. Έτσι που πάει το πράγμα, θα μάθω, σύντομα, και το δικό μου θάνατο από τηλεφώνου.
     Χτυπάει το τηλέφωνο, χτυπάει και ξαναχτυπάει· δεν το σηκώνω, όχι· θα το βγάλω από την πρίζα, θα βγω από τον κατάλογο του ΟΤΕ· δεν πρόκειται να παραμείνω εγώ συνδρομητής θανάτων.





ΕΧΕΤΕ ΔΕΙ ΠΟΤΕ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟ ΑΕΤΟ σε κήπο ζωολογικό; Δείχνει ακόμη πιο γελοίος κι από κότα. Παραπατά, τρεκλίζει, κωλοκάθεται σαν μεθυσμένος, και τα τεράστια φτερά του σέρνονται στις λάσπες σαν κουρελιασμένη ρεντινγκότα ξεπεσμένου ευγενούς. Το διαπεραστικό του βλέμμα που, από ύψη δυσθεώρητα, εντόπιζε τη λεία του στη γη, σκοντάφτει τώρα, πρεσβυωπικό, λίγα μονάχα εκατοστά από τα μάτια του, πάνω στο βρομισμένο χώμα. Και το ράμφος του (α, το φοβερό εκείνο ράμφος!) δεν σπαράζει πια σπαρταριστά θηράματα, τσιμπολογάει μόνο σάπιους κατιμάδες που του πετά με περιφρόνηση ο φύλακας, εν’ ανθρωπάκι που ποτέ δεν ονειρεύτηκε τα ύψη παρά μόνο ως εφιάλτη, που δεν μπορεί ν’ ανέβει ούτε δυο σκαλιά χωρίς να ζαλιστεί.





ΟΠΟΙΟΣ ΧΑΡΑΖΕΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ στη φλούδα ενός δέντρου, πράξη τελεί ερωτική ημιτελή. Αν θέλει να ολοκληρωθεί αυτή η πράξη, πρέπει και στη δική του φλούδα να χαράξει το όνομα του δέντρου. Μονάχα τότε θα θροΐσουν γλυκά τα φύλλα της καρδιάς του.


Από την ενότητα
«Τραγούδια της Γης»





ΑΔΗΛΕΣ ΟΙ ΒΟΥΛΕΣ ΚΑΙ ΚΡΥΦΙΕΣ ΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ ΚΥΡΙΑΣ. Κάποτε, ξαφνικά, γίνεται φωτεινή, μεταμορφώνεται σε ανέμελο, τρελό κορίτσι, πηδά στα γόνατά μου και ζητά, επίμονα, τραγούδια αγάπης. Της τραγουδώ, κι αυτή, τάχα για χάρη μου, χορεύει τον χορό των επτά πέπλων. Πετάει το πρώτο και το δεύτερο, πετάει το τρίτο και το τέταρτο, το πέμπτο και  το έκτο, κι απάνω που ’μαι μεθυσμένος κι έτοιμος την κεφαλή μου επί πίνακι να της  προσφέρω, πετάει και το έβδομο και είναι αδειανό.


Από την ενότητα
«Όταν με επισκέπτεται η σκοτεινή κυρία»






Από τη συλλογή «Στο υπόγειο», 2004.
Πηγή, η συγκεντρωτική έκδοση «Η φωνή της σιωπής [Ποιήματα 1966-2010]», εκδ. Κίχλη, 2025.

Στην εικόνα: Pieter Quast Jansz, «Cellar Interior» (1636).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Ασημίνα Λαμπράκου, "Χοές"




Χοές


Κέρβερα νέφη
και φως – για ένα θαύμα αρκετό
Τότε ζυγιάστηκε η ανεμώνη
Φόρεμα εφόρεσε άραχλο
στη μεγάλη θέση αρχόντεψεν
ακολουθήσανε χορτάρια,
λευκά κανελλολούλουδα
σαν κατακάθι χρόνου

Πέτρα ναρδοκαρβούνισε
ολόρθη η γυναίκα

γουργούρισεν ο γκιώνης
μακριά μέσα στο πεύκο

κι εχ!

Μωρέ πώς σάλεψες
ήλιος αμπόρεγος

μαύρο σκυλί στην πόρτα.



               Ασημίνα Λαμπράκου





Πρώτη δημοσίευση

Φωτογραφία: Ασημίνα Λαμπράκου.



Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Σταύρος Σταυρόπουλος, "Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος"




Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος


               Είμαι ο εκλεκτός ανάμεσα στους ναυαγούς
                                                        Arthur Rimbaud



I.


Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που υπερασπιζόταν την σαφήνεια
Ή κάποιων αμφίπλευρων εμμονών
Που έγιναν απολυτίκια

Δύσκολα αποχωρίζεται κανείς
Τις εμφύλιες εμμονές του
Την εκτυφλωτική ανακύκλωση της ήττας του
Τα συνεχή ελάφια στο δάσος
Με τις ραδιενεργές πατούσες τους

Τα κλαδιά στο κεφάλι τους
Είναι γεμάτα λέξεις

Πώς να τις ξεχωρίσεις μια μια;
Πώς να απαιτήσεις χειρόγραφα
Στην τελική ανταλλαγή αιχμαλώτων;
Τι χάνεις και τι κερδίζεις
Δίπλα σ’ αυτό το αχόρταγο ποτάμι
Με τα πανύψηλα δέντρα
Που παραμένουν αόρατα
Σαν μωρά;

Τα βλέπω ακόμα
Ροκανίζουν το αδιευκρίνιστο φως

Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Στόλιζα κάθε νύχτα το ίδιο φάντασμα
Κι αυτό
Κατρακύλαγε σε δωμάτια με καρφιά
Που έγερναν
Σαν συρμάτινα σώματα
Το ένα μέσα στο άλλο

Έβλεπα
Δωμάτια σώματα
Με καρφιά

Τα ρούχα τους που σώθηκαν
Όσα επιβίωσαν της φωτιάς
Και τις φωτογραφίες τους
Άοκνα δεκανίκια
Να φυτρώνουν σελίδες στα κόκαλά μου
Χωρίς ούτε ένα δέντρο
Ούτε ένα λευκό άλογο
Σαν παιχνιδάκι ενός παιδιού
Που ποτέ δε μεγάλωσε





ΙV.


Και τα χέρια μου γέννησαν όνειρα
Και γέμισαν όλο το σώμα μου απ’ τη μελάνη
Κι όλο λάδωνα τα κομμάτια που έπεφταν
Που χωρίζονταν από μένα
Να μην ακούγεται ο ανατριχιαστικός θόρυβος του χαρτιού

Που ήταν ερήμην μου

Κι όλο έχανα την μετάφραση του ονόματός σου
Μέσα σε δυσβάσταχτες αντωνυμίες
Από την υπερβολική σου συγκομιδή
Από την ολική έκλειψη μιας έστω αλήθειας
Χωρίς μεταφορές
Κι όλο πρόσεχα τους διακόπτες
Μην κατά λάθος πατήσω κάποιο κουμπί και μου σβήσεις
Μην ακουμπήσω χωρίς να το θέλω
Τα οικογενειακά γραμμάρια του θανάτου σου

Όμως εσύ έσβηνες μόνη σου

Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν θεό
Ένα σπίτι
Έναν τόπο
Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο
Όπως συνήθως γίνεται στην λογοτεχνία

Συμπλήρωσες αιώνα και τον ξεπέρασες
Με τον αέρα ενός πολύγλωσσου
Οι αναγνώστες των κεριών
Και οι παράτονοι κριτικοί της ορχήστρας
Που δεν διεύθυνες
Με τα μνημόσυνα από χάντρες
Και τα χαλασμένα χαρτοφυλάκια

Του έβγαλες τα καλώδια και τα έκανες κεραίες
Σειρές
Για να συνεχίσεις να βλέπεις χειρότερα
Από άλλη οθόνη
Την δυστυχία του να μην έχεις όνομα





XIII.


Σταματώ όμως εδώ
Σταματώ
Πρέπει να σταματήσω
Εκτός κι αν δεν σταματήσω
Και κάνω
Όπως συνηθίζω τον τελευταίο αιώνα
Ότι σταμάτησα

Σε είχα κοντά μου
Πεντακόσια χρόνια πριν τον Τρωικό Πόλεμο
Και σε έχασα
Μέσα στις επιγραφές και τις ομοιοκαταληξίες της Ακαδημίας
Σε κρατούσα όμως
Παρόλα αυτά
Στην μνήμη των κυττάρων μου

Από τότε

Από τον ιερογλυφικό δίσκο της Φαιστού
Δέκα επτά αιώνες πριν τον Χριστό
Είχα όλα σου τα σύμβολα στη μια πλευρά
Και όλα σου τα ερείπια στην άλλη
Κατευθυνόμενος πάντα προς το κέντρο του φόβου σου
Μεταφράζοντας πάντα τους συλλαβικούς στίχους
Ως σταγόνες φωτός
Σ’ ένα πολυπληθές ακροατήριο
Χωρίς να υπάρχει κανείς
Στην θαλάσσια οδό Ασκληπιού
Που σε περιμένω
Από την εποχή του χαλκού
Χαμογελώντας γύρω απ’ το άγαλμα του Παλαμά

Κάποτε αποδέχτηκα
Τον χρόνο αναμονής μου
Που ήταν τρεις χιλιάδες επτακόσια ογδόντα δύο πρωινά
Και μια ζωή
Και αποφάσισα να σε αποχαιρετήσω
Με την λάμψη και τον ηλεκτρισμό που αξίζει
Στους ήρωες των βιβλίων

Της μητρικής μας γλώσσας





XXII.


Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που είπα

Τόσα χρόνια γράφω το αντίγραφό σου
Τις πολλαπλές εξεγέρσεις του που έμοιαζαν με χταπόδια
Με κρεμασμένα ερείπια
Τις προάλλες είπα στη φωτογραφία σου
Να σταματήσει να ανακατεύει το χώμα στον τάφο μας
Και ότι θα ήθελα πια να ηρεμήσουν
Οι ζωές που δεν ζήσαμε

Έτσι μάλλον ξεκίνησε
Και συνεχιζόταν

Αλλά τώρα
Μετά από έξι δεκαετίες νερού
Και με πολλά κεριά τυφλωμένα
Έτσι θα έπρεπε να τελειώσει
Κι ας μοιάζει με αποχαιρετισμό

Έτσι θα τελειώσει

Τελειώνει
Τελείωσε

Τέλος


*   *   *



Η αδυσώπητη πάλη του ποιητή με το ποίημα δίνει την ευκαιρία στον Σταύρο Σταυρόπουλο να προβεί με μια ανασκόπηση της μέχρι τώρα πορείας του, με ένα ποίημα-ποταμό που χωρίζεται σε 22 ενότητες. Γραμμένο σε ρυθμό πυρετώδη – θαρρείς σαν σε ασκήσεις αναπνοής και με εμφανές το στοιχείο της διακειμενικότητας, ο ποιητής αναπολεί, στοχάζεται, συμπεραίνει, αποφαίνεται για την ίδια την λειτουργία της λογοτεχνίας, πότε αγκαλιάζοντας την και πότε αμφισβητώντας τα δομικά υλικά της.
 
Το πρόσωπο της λογοτεχνίας φιλοτεχνείται σαν ένα γυναικείο πορτρέτο στο οποίο ο ποιητής απευθύνεται διαρκώς σαν να ζητά εξηγήσεις. Το συναίσθημα αρδεύεται πολλές φορές ανεμπόδιστα, άλλες πάλι φορές συγκρατείται για να αφήσει χώρο στο υπερβατικό και το ανοίκειο. Στο τέλος, το τέλος είναι αναπόφευκτο.

Από την έκδοση

 
 
 
Από την ποιητική σύνθεση «Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος», Σμίλη, 2022.
Φωτογραφία εξωφύλλου: Σταύρος Σταυρόπουλος.





Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία και στην Αθήνα δημοσιογραφία, εγκαταλείποντας και τα δύο στη μέση, χωρίς να πάρει πτυχίο. Το πρώτο του βιβλίο «Διαμελίζομαι» κυκλοφόρησε το 1983, σε ηλικία 21 ετών, έτος που γνωρίζει την Κατερίνα Γώγου. Σχέση που τον επηρέασε βαθιά και διήρκεσε δέκα χρόνια, έως τον θάνατό της το 1993. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δυο «σχέδια» νέου μυθιστορήματος, ένα θεατρικό μονόλογο, και έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Την επταετία 2001 - 2008 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα Metro («Οδός Βιβλίου») με θέμα το βιβλίο, αλλά έγραφε και την «Άποψη» της εφημερίδας. Την τριετία 2009-2012 υπήρξε βασικός συντάκτης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στο ένθετο Βιβλιοθήκη, όπου διατηρούσε, εκτός της αρθρογραφίας και την μόνιμη στήλη «Νύχτα είναι, θα περάσει». Για τρία χρόνια (2016-2019) δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στην εκπομπή «Ολομόναχοι μαζί» που είχε σαν θέμα την Λογοτεχνία και την Μουσική, με καλεσμένους συγγραφείς και ποιητές.
Έχουν εκδοθεί 25 βιβλία του (τα περισσότερα ποιητικά) εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (Οξύ 2011) – Μετά (Απόπειρα 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη 2013) και Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη 2014) εγκαινιάζει την λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και θεωρείται έργο αναφοράς, σαν μια μεγάλη, φασματική αλληγορία που διαρρηγνύει τα πλαίσια του Κανόνα.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Γερμανικά, στα Ισπανικά και στα Σέρβικα.

Web-site


Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 59, Δεκέμβριος 2025 - Ιούνιος 2026





Ένεκεν
Επιθεώρηση πολιτισμού
τεύχος 59ο
Δεκέμβριος 2025 - Ιούνιος 2026


    1   ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ: Πλάνα
    4   Εκδοτικό: Η εποχή των τεράτων. Γιατί εξεγείρονται οι νέοι
    8   RAGIP DURAN: Θεσσαλονίκη-Selanik
  14   ANDRE BARBIERI: Deepseek. Ανταγωνισμοί ΗΠΑ-Κίνας και ο μύθος της «τεχνοφεουδαρχίας»
  29   ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΙΤΣΩΝΗΣ: Η συμβουλή των τροτσκιστών στο συνδικαλιστικό κίνημα
  38   JEAN BATOU: Αστική ολιγαρχία και σοσιαλιστική δημοκρατία
  48   ISTVAN MESZAROS: Ο ιστορικός αναχρονισμός και η αναγκαία αντικατάσταση του κράτους (μετάφραση: Λένα Κωνσταντέλλου)
  64   ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: Πολιτιστικός δωσιλογισμός
  82   ΝΙΚΟΛΑΙ ΤΕΡΤΟΥΛΙΑΝ: Το ιστορικό μυθιστόρημα (μετάφραση: Χρήστος Υφαντής)
109   ΛΕΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΛΟΥ: Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Έγκλημα και Τιμωρία, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Η Φόνισσα, Μπερνάρ-Μαρί Κολτές: Μεθυσμένη Δίκη, Σχέσεις και επιρροές
18   NATHANIEL FLANKIN: Αιμοσταγείς ομολογίες
129   ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΕΡΒΑΣ: Οι μάρτυρες του σοσιαλισμού. Boris Mikhailovich Hessen
135   ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΡΑΒΑΣ: Από την αρχαία στη νέα Αλμωπία
171   Η τέχνη του λόγου
172   ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ: Ποιήματα
188   ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΝΟΣ: Κατάκλιση
190   ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ: Άννα και Λίνα
193   ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ: Η λάθος σήμανση
195   ΜΑΡΙΛΟΥ ΚΑΛΟΚΑΣΗ: Ο χάρτης
197   ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΠΟΛΥΖΟΣ: Ακάλεστος επισκέπτης
199   ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ: Το μαύρο πρόβατο (μετάφραση: Τούλα Παπαπάντου)
202   ΤΑΚΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: Nancy
207   ΜΑΡΙΛΟΥ ΚΑΛΟΚΑΣΗ: Ο Τάκης Κανελλόπουλος
208   ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: Η Φραγκογιαννού
210   ΚΡΙΣΤΟΦ ΡΑΝΣΜΑΪΡ: Πρζέμισλ, ένα διδακτικό μάθημα μεσευρωπαϊκής ιστορίας (μετάφραση: Ιωάννης Πήττας)
217   DIETER WELLERSHOFF: Μείνε (μετάφραση: Ιωάννης Πήττας)
220   ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: Το γοβάκι
224   ΖΩΗ ΧΑΤΖΗΣΤΑΥΡΟΥ: Η οδοντόβουρτσα - Τα σημειωματάρια - Το βέλος
230   ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΘΟΥΡΑΚΗΣ: Μπαλάντα για την απουσία του Άρθουρ
235   ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΥΡΟΣ: Μάγδα η ταξιτζού - Βιβλιοπαρουσιάσεων εγκώμιο - Ταξίδι στον χρόνο - Ο καφές και ο ασεβής
239   ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΖΙΩΚΟΣ: Ο κουρέας
245   ΜΑΡΙΛΟΥ ΚΑΛΟΚΑΣΗ: Συνέντευξη με τον Νίκο Λέκκα
249   Ματιές
250   ΝΙΚΟΣ ΛΕΚΚΑΣ: Γιάννης Παρίς, Ντέλα
252   ΖΩΗ ΧΑΤΖΗΣΤΑΥΡΟΥ: Μαριλού Καλοκάση, Υψηλές συχνότητες
254   ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΤΖΗΜΑΓΙΩΡΓΗ: Ψίθυροι στο λεωφορείο
255   ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ



________
ΕΝΕΚΕΝ
Εκδότης διευθυντής: Γιώργος Γιαννόπουλος
Προξένου Κορομηλά 37
Θεσσαλονίκη 546 41
τηλ. φαξ: 2310260597
e-mail: eneken@hotmail.com
http://enekenperiodiko.blogspot.com/
ISSN 1107-186