Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Φανή Δ. Αθανασιάδου, "Δελτίο καιρού"



ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ

«Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα»
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία·
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού·
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,
διέταξε τη θανάτωση του
και μαζί με αυτήν
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων



ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ

Αυτή η διαλυτική ουσία
πως απομυζά
τους όρκους και τις υποσχέσεις·
πως αποσυνδέει τη μνήμη
και σέρνει παραμάσχαλα
χρόνο και λέξεις, ώστε
να μην ανταμώσουν ποτέ·
πως παίρνει απ’ το χέρι
και οδηγεί σε άγνωστους τόπους
ανθρώπους και πρόσωπα
που κάποτε αγαπήθηκαν πολύ…



Από τη συλλογή «Δελτίο Καιρού», Θεσσαλονίκη 2010
(Τα ποιήματα επελέγησαν από τον Παύλο Παρασκευαΐδη)

Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

Γιώργος Μαρκόπουλος, "Κρυφός κυνηγός"



                  Νοσοκομείο, εν υστερογράφω


-Πάλεψαν και νικήθηκαν. Γιατί εγώ θα νικήσω;

-Ένα πράγμα, απ' το κρύσταλλο της πόρτας,
φαίνεται στο βάθος να διαβαίνει.
Σκιά νοσηλευτών να είναι ή κάτι που μόνο εγώ βλέπω;

-Δεν ήταν αποκριά αυτή, δεν ήταν γλέντι.
"Το χάρο τον αντάμωσαν", έπαιζε το cd στο μηχάνημα
και κλοτσούσαν τα πόδια
και διαβεβαίωναν με αποφασιστικότητα
της παντόφλας οι φτέρνες στο πάτωμα
και διαδήλωναν τα χέρια στον αέρα, και απειλούσαν
και απειλούσαν μαζί τους μερακλωμένοι οι οροί.

-Περνούν επιμελητές και βοηθοί μαζί
και σε ένα λεπτό φεύγουν.
Τι να σημαίνει άραγε αυτό;
Είμαι απολύτως καλά ή δεν έχω καμιά μα καμιά ελπίδα;
-Τα δάχτυλα του γιατρού στο λαιμό μου.
Σκύλοι της Ασφάλειας που ψάχνουν το φονιά.
-Θύμησες με κατακλύζουν συνεχώς
και πρόσωπα, δεκάδες πρόσωπα
που βουβά, αμίλητα, με κατοικούν.
Χαμηλώστε, χαμηλώστε αυτά τα φώτα.
Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη
και περιουσία μου όσοι αγάπησα και όσοι με αγάπησαν.

-Κλείνω τα μάτια και με πλημμυρίζουν
άηχες ουράνιες μελωδίες.
Χιόνι.
Και στη χαράδρα της ψυχής μου μια υπέρλαμπρη πτώση.





Από τη συλλογή  "Κρυφός Κυνηγός", Κέδρος 2010. Κρατικό Βραβείο ποίησης 2011.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Χλόη Κουτσουμπέλη, "Η κονσέρβα"



Η ΚΟΝΣΕΡΒΑ

Το να συντηρεί κανείς κατεψυγμένους έρωτες
είναι κι αυτό μία τέχνη
όπως του καλλιγράφου
ή του πυροσιδηρουργού.
Ακόμα και διαδικασία
όπως αυτή του αρουραίου
που ανοίγει λαγούμια
για να δραπετεύει.
Πολλοί άνθρωποι κάνουν συλλογή
από τέτοια διάφανα βαζάκια
Χωρίς συντηρητικά γράφει απέξω η ετικέτα
και εννοούν γνήσια δάκρυα μικρού κροκοδείλου
ή μιας νυφίτσας που την απήγαγαν νωρίς.
Στον αντίποδα αυτών – των θερμοσυγκολλητών –
υπάρχουν οι άλλοι οι αμνήμονες
που θάβουν σε λάκκο το κεφάλι
ενώ το υπόλοιπο σώμα εξακολουθεί να ζευγαρώνει
με στρουθοκάμηλους του είδους τους.
Κάθε μέθοδος είναι θεμιτή.
Έτσι κι αλλιώς τίποτε ποτέ δεν αποτρέπει
εκείνο το θανάσιμο άλμα στο κενό.



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παρέμβαση τ. 166-167, 2013
(Το ποίημα μάς το επισήμανε ο Παύλος Παρασκευαΐδης)

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Παύλος Παρασκευαΐδης, "Πόντος"



Αντιγόνη

Άταφα άφησε τα κορμιά των γονιών του
σ’ ένα χωματόδρομο κοντά στο Ερζερούμ
το ίδιο θέαμα με πόνο ανείπωτο
είδε λίγο έξω απ’ το Βαν
νεκρό τον αδερφό του παράμερα στο δρόμο
ούτε απ’ τα αγρίμια δεν τον άφησαν
να το φυλάξει

Ποιος το περίμενε εκεί
στα βάθη της Μικράς Ασίας
χρόνους τρεις
να παίζεται η Αντιγόνη;



Μεσόβουνο Εορδαίας Ι

Του Αϊ-Γιώργη αποτεφρωμένος ναός
τα εικονίσματα με καμένα τα πρόσωπα
(τα φέρανε από κει είπανε)
και τις γάζες στα χέρια
θυμίαμα που μύριζε θάνατο

Αγίων το αίμα χύθηκε

Πέντε το απόγευμα ειρηνικές ημέρες ακόμα
ένα μωρό στον ύπνο του
τέτοια μαντάτα βλέπει
μα εμείς ξέρουμε πως ήταν κακό όνειρο
που είδε μικρό παιδί ξυπόλητο
να ξημερώνει κατοχή



Από την ανέκδοτη συλλογή «Πόντος»

Τα ποιήματα του Παύλου Παρασκευαΐδη, «Αντιγόνη» και «Μεσόβουνο Εορδαίας Ι», δημοσιεύονται για πρώτη φορά.

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Το παράπονο του Εμμανουήλ Παπά"

 

Το παράπονο του Εμμανουήλ Παπά

Κάθε τόσο, μέρα ή νύχτα, ο Εμμανουήλ Παπάς βγαίνει από τις πινακίδες της οδού που του έχουν αφιερώσει. Τινάζει τη σκόνη από πάνω του. Τεντώνει τα χέρια, τα πόδια, ισιώνει το κορμί του. Περπατάει στο πεζοδρόμιο πέρα δώθε να ξανακυλήσει το αίμα στις φλέβες του, όπως τότε στο καΐκι που τον πήγαινε στην Ύδρα. Σταμάτησε η καρδιά του στη μέση του πελάγους. Έμεινε με την απορία. Τι δεν έκανε σωστά, τότε, με τον σηκωμό στη Χαλκιδική; Σφάχτηκαν πολλοί στη Σαλονίκη. Τύψεις τον βασανίζουν.
Τελείωσε το λάδι στο καντήλι του ή δεν άντεξε την πίκρα από την αιφνίδια εξέλιξη των γεγονότων; Αυτοί που μέχρι χτες τον είχαν αρχηγό, ετοίμαζαν τη σύλληψη και την παράδοσή του στον πασά. Θεωρεί τον εαυτό του άτυχο που πέθανε νωρίς.
Βάζει ένα μικρό σπαθί στο ζωνάρι του. Στρίβει το παχύ μουστάκι και παίρνει το δρόμο που φέρει το όνομά του. Βλέπει τα σπίτια, τα μαγαζιά, τα αυτοκίνητα, τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονται ή κάθονται στις ταβέρνες και στις καφετέριες. Πάει τότε να συναντήσει τον Τάσο Καρατάσο που χόρτασε μπαρούτι κι επανάσταση, για να ακούσει ιστορίες που δεν πρόλαβε να ζήσει.

Απέναντι από την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, στο μικρό πάρκο, είναι ο ανδριάντας του Καρατάσου. Μουντζουρωμένα συνθήματα ασχημίζουν το μνημείο. Χαρτιά, κουτιά αναψυκτικών, πλαστικά μπουκάλια του νερού, είναι πεταμένα πάνω στα σκαλιά του ανδριάντα και στο αρρωστιάρικο γρασίδι του πάρκου.
Είχε κατέβει από το βάθρο του ο Καρατάσος. Κρατούσε στο δεξί του μια μακριά χατζάρα και την κουνούσε απειλητικά στον αέρα.
– Ποιον φοβερίζεις Καρατάσιο;
– Τα κοπρόσκυλα διώχνω, που μαγαρίζουν την αυλή μου. Πώς από δω Παπά;
– Ήρθα να μου τα διηγηθείς.
– Εκατό φορές στα έχω πει.
– Αφού ξέρεις, άμα πεθάνεις δεν θυμάσαι τίποτα, παρά μόνον εκείνα που ο ίδιος έζησες. Εκατό φορές τα είπες, εκατό φορές τα άκουσα, εκατό φορές τα ξέχασα. Ξαναπέστα Καπετάνιο…
Κι άρχισε ο Καρατάσος να εξιστορεί με λόγια που λεν οι πεθαμένοι μεταξύ τους.
– Αϊρεθύελε… αϊρεθύελε...αμία... ύλοπ αμία...ύλοπ αμία...αϊμάτοπ αμία...αϊμάτοπ αμία…

Αστράφτουν τα σκαλιά της εκκλησιάς απέναντι, ο τρούλος, τα πεντακάθαρα τζάμια. Κόσμος πολύς πάει να λειτουργηθεί. Ο ήλιος λάμπει. Περαστικοί ανάβουν το κερί στο μικρό παρεκκλήσι, μπροστά από τον ναό, στο ύψος της λεωφόρου Ανοίξεως. Αφήνουν τον οβολό τους στον κερματοδέκτη και συνεχίζουν τον περίπατό τους.
– Πάμε να ανάψουμε κι εμείς κάνα κερί καπετάν Τάσο;
Πάμε.
Ανέβηκαν, οι ελευθερωτές, πέντε έξι σκαλοπάτια, έκαναν το σταυρό τους, άναψαν το κερί τους, πέρασαν ανάμεσα από τον κόσμο και στάθηκαν ευθυτενείς μπρος στην ωραία πύλη. Ένα αεράκι φύσηξε απαλά στο πέρασμά τους, σαν χάδι πατρικού χεριού στο κεφαλάκι ενός μωρού. Έστρεψαν τα πρόσωπά τους οι εκκλησιαζόμενοι, δεν είδαν τίποτα, κι αρκέστηκαν, το βάρος τους να ρίξουν στο άλλο πόδι. Άκουσαν τα λόγια του παπά για λίγο οι καπετάνιοι και αποχώρησαν.

Κάθισαν σε ένα παγκάκι του πλαϊνού πάρκου, απέναντι από την προτομή του Μανώλη Ανδρόνικου. Περνούσαν ανέμελοι, ανυποψίαστοι οι άνθρωποι από μπροστά τους, όμορφοι, καλοντυμένοι, καθαροί. Νέες γυναίκες έσπρωχναν τα καρότσια των μωρών τους, κορίτσια δροσερά γελούσαν χαρούμενα.
Τάσο… σκέφτεται ο Ανδρόνικος…
– Θα βρήκε πάλι κανέναν βασιλικό τάφο…
Η προτομή του Ανδρόνικου στηρίζεται σε μια στήλη λευκού μαρμάρου με μια βίδα. Φτιάχτηκε για να κοιτάζει προς το πάρκο. Να τον βλέπουν οι διερχόμενοι και να τον θυμούνται, καθώς τους έδωσε καθρέφτη να κοιτούν το πρόσωπό τους. Πίσω του είναι ο κάμπος, δεξιά του η εκκλησία. Τη μία μέρα κοιτάζει στο πάρκο – χαμηλά σαν να σκέφτεται – την άλλη στον κάμπο, την παράλλη στην εκκλησία. Άλλες πάλι φορές λείπει εντελώς από το βάθρο του, σαν κάποιος να πέρασε το βράδυ, ξεβίδωσε την προτομή, την πήρε παραμάσχαλα κι εχάθη.
– Γραμματικέ τι σκέφτεσαι;
– Ετοιμάζομαι για διεθνές συνέδριο.
Κατέβηκε από τη μαρμάρινη στήλη του ο Ανδρόνικος και στάθηκε μπροστά τους με σεβασμό και συστολή σαν μαθητούδι.
– Κάτσε…
– Επιτρέψατέ μου στρατηγοί να σταθώ ορθός να σας θαυμάζω. Γνωρίζω τα κατορθώματα του καθενός σας χαρτί και καλαμάρι. Θα πω όμως αυτά που ίσως δεν γνωρίζετε. Αυτό που επιχείρησε ο Εμμανουήλ Παπάς το ’21 στη Χαλκιδική το επανέλαβε τριάντα τρία χρόνια αργότερα, ο γιος σου Καρατάσο, ο Τσάμης. Ίδιο το αποτέλεσμα. Να μην στενοχωριέσαι καπετάν Εμμανουήλ, φάνηκε αργότερα πως ήταν πολύ νωρίς για να χτυπήσουμε τη Χαλκιδική.
– Πέστα δάσκαλε γιατί με ζάλισε.
– Όσο για σένα καπετάν Καρατάσο να τι έγραψε ο Κεραμόπουλος:
«Γνωρίζετε άλλους αρχηγούς του αγώνος, οίτινες επραγματοποίησαν τοιούτους πολεμικούς περιπάτους από των εκβολών του Αλιάκμονος μέχρι Σουλίου και από Ναούσης μέχρι Ματαπά, αγωνιζομένους ως ο Καρατάσος και οι συν αυτώ όχι εκ στενού τοπικού ενδιαφέροντος ή εξ ανάγκης, αλλά μόνον δια την πατρίδα, την ιδέαν αυτής και της ελευθερίας;»

Είπαν ακόμα κάνα δυο και σαν βεγγαλικά, αόρατα κι αθόρυβα σκορπίσαν.
Κάτι σαν απώλεια αισθάνθηκαν οι παρευρισκόμενοι στο πάρκο. Μια μικρή μαύρη τρύπα στο μέρος της ψυχής.
Ο Παπάς τράβηξε για τις Σέρρες. Ο Καρατάσος ανέβηκε να απλώσει τον προστατευτικό του μανδύα στην επικράτεια του Βερμίου, κι ο Ανδρόνικος ταξίδεψε για τα συνέδρια του κόσμου.


23/4/2012 Γιώργος Σιώμος


Το διήγημα του Γιώργου Σιώμου: «Το παράπονο του Εμμανουήλ Παπά» δημοσιεύεται για πρώτη φορά.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος, "Ως την άλωση"




ΩΣ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ


τόπος μου εναι δικς μου, κα τίποτα δν μπορε
ν τν λλάξει τ βράχια του, κα τ γιαλ του,
κα τ κύμματα μ τ πυροφάνια, κα τ βουν
μ τς ρθωμένες τους πλαγιές· τόπος μου εναι δικς μου,
κι ς τρέχουν γύρω του γύπες κα μέσα του σκουλήκια.

τόπος μου εναι δικς μου, κα ν τ θέλησα δν τ θέλησα
ατ εναι μι λλη ιστορία· πρεπε τάχα ν γεννηθ δ
πρεπε ν δώσω στ παιδι μου μι καινούρια πατρίδα,
ν π: πμε ν φύγουμε πρν πέσει σκεπ κα μς πλακώσει
κα μείνουμε καταραμένη ράτσα, ρημόσπιτοι, σν τς νυχτερίδες,
σέρνοντας τς καρδις μας νήμπορα, νάμεσα στους ξένους, στ ξένα. 
Ατ εναι μι λλη στορία, κα χαίρομαι πο δν τυχε σ μένα·
θ τύχει βέβαια κάποτε, μως χι στ χρόνια μας, χι στ χρόνια το Βαγιαζήτ·
πέχουμε περίπου δυ γενις ς τν λωση τ δικτο το Μεδιολάνου,
κι ς τότε τόπος μου εναι δικς μου, κι ς εναι νας βρώμικος τόπος,
γεμάτος νησι μ ξορίστους κα πεινασμένα χωριατόπουλα,
καταχρηστς νθύπατους κα μανιασμένα σκυλόψαρα.
Τ μέλλον νήκει σ λλους, σ κείνους πο μπορον και πνωτίζονται·
τ παρν νήκει σ λλους, σ σους λένε πς πρέπει ν πολεμήσουν·
μένα μο μένει τόπος μου, σιχαμερς πως εναι
δν ξίζει πι μήτε ν πολεμήσω γι ατόν, μ εναι
τ μόνο πο μο πομεινε, κι ς τρίζουν ο γύπες τ νύχια τους,
κι ς πήζει τν τμόσφαιρα ποσύνθεση τν σκουλικιν.

Ετυχισμένε Κωνσταντίνε Δραγάτση, σένα πο σο τυχε
ν παντήσεις στ πλούστατο δίλημμα: πρόδωσε πέθανε,
χωρς ν πάρχουν σύμμαχοι, πο θ πρεπε ν ποφύγεις,
παρατάξεις, πο θ χρησιμοποιοσαν κα τ πτμα σου.





Από τη συλλογή: «Θ. Δ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΜΙΑ ΕΚΛΟΓΗ»,
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ Γ. ΦΕΞΗ, ΑΘΗΝΑ 1963. (Προλογίζει ο Άρης Δικταίος).

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, "Επάνοδος από την Ελλάδα"



ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’ Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Αιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός; Ρώτησε την καρδιά σου
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ; Αξίζει να γελοιούμαστε; –
αυτό δεν θάταν βέβαια ελληνοπρεπές.

Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς – τι άλλο είμεθα; –
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον ελληνισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους
σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό
καμιά Αραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καϋμένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

Α όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά.
Σ’ Έλληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Αιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

1914

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Θανάσης Θ. Νιάρχος, "Η ψυχή δεν είναι στη μόδα"


...Ένα σημαντικό ποιητικό βιβλίο, η «Προσομοίωση» του Βασίλη Δασκαλάκη (εκδ. Ενδυμίων), έχει γραφεί και ήρθε από τη Βέροια. Πρόκειται για μια ποίηση που παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό της, που δεν έχει τη χάρη του παιχνιδιού, αλλά αυτό ακριβώς, μαζί με τη βλοσυρότητα, της δίνει κι έναν ξεχασμένο στα σύγχρονα ποιητικά πράγματα τόνο: ότι η ποίηση υπάρχει κυρίως για να ιερουργεί. Η ποίηση είναι η απόλυτη αναγνώριση και παραδοχή της δοκιμασίας – ψυχικής και σωματικής – του ανθρώπου και ο Βασίλης Δασκαλάκης θητεύει με πάθος σε αυτή την εκδοχή.

Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» 20,21-7-2013, ένθετο βιβλιοδρόμιο, σελ. 22

Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Κώστας Καρυωτάκης, "Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες..."



[Είμαστε κάτι...]


Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.




Από τη συλλογή "Ελεγεία και σάτιρες" (1928).

Χρήστος Θηβαίος - Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες
(Μουσική: Βασίλης Δημητρίου, ποίηση: Κώστας Καρυωτάκης)

Κώστας Καρυωτάκης - Εποχές και Συγγραφείς



Σούλης Λιάκος, "Σαν κύμα που τα παρατάει και πάει να γίνει χιόνι"



Ω λε λε
στον Βασίλη Δασκαλάκη

Την πόλη αυτή την έφτιαξα μ’ ογδόντα πινελιές
τον ήλιο φώλιασα ψηλά στις φυλωσιές
ο λόφος του προφήτη Λιά ψηλά σ’ ένα κοντάρι
στην πόλη μόλις που ξυπνά κρατάει το φανάρι
ογδόντα δύο προσευχές όσο να την αφήσεις
και μ’ ό,τι θέλεις διάλεξε πίσω της να γυρίσεις
σήμερα τρύπωσα σε μυρμηγκιού τρυπούλα
και για μια χώρα άγνωστη κινάω την αυγούλα.

Ω λέ λέ λε

Αβάροι άποικοι και Βένετοι ιππότες
φωνές των αγοριών χτυπούν στους γέροντες στις πόρτες.
Αέρηδες στριφογυρνάν σε κάμαρες του Ιούλη
στο μπράτσο μου τ’ αριστερό δένω σφιχτό μαντήλι.
Η χώρα αυτή η άγνωστη φαίνεται να μακραίνει
μα όσο μακριά κι αν κατοικεί, ο πόθος τη μικραίνει

Ω λέ λέ λε.

Σαν μια πετρούλα ξεκινώ και φτάνω χελιδόνι
σαν κύμα που τα παρατάει και πάει να γίνει χιόνι.
Αυλή και κήποι κρεμαστοί, τοίχοι από θυμάρι
και αύρα Αφρικάνικη που μοιάζει με Λιοντάρι.
Τα πόδια μου ποδοβολούν στο άγριο ακρωτήρι
του άλλου κόσμου ειδοποιούν να μπουν στο πανηγύρι.

Ω λέ λέ λε.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ - Ω ΛΕ ΛΕ
Στίχοι, μουσική: Σούλης Λιάκος

- Το τραγούδι περιέχεται στη δεύτερη δισκογραφική δουλειά του Σούλη Λιάκου με γενικό τίτλο: "ΤΟ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΒΟΥΝΟ".
- Στη φωτογραφία ο Σούλης Λιάκος (στο κέντρο της ορχήστρας) σε ένα στιγμιότυπο από την εκδήλωση που διοργάνωσε ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ στις 21-3-2013 για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, στη μουσική σκηνή Ονειρογραφία στη Βέροια (πηγή: αφιέρωμα Arive, φωτογραφίες: Πωλίνα Ταϊγανίδου, Τάσος Θώμογλου).

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Λεωνίδας Μαλένης, "Χρυσοπράσινο φύλλο"



ΧΡΥΣΟΠΡΑΣΙΝΟ ΦΥΛΛΟ

Γη της λεμονιάς, της ελιάς
γη της αγκαλιάς, της χαράς
γη του πεύκου, του κυπαρισσιού
των παλικαριών και της αγάπης

χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο

Γη του ξεραμένου λιβαδιού
γη της πικραμένης Παναγιάς
γη του λίβα, τ’ άδικου χαμού
τ’ άγριου καιρού, των ηφαιστείων

χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο

Γη των κοριτσιών που γελούν
γη των αγοριών που μεθούν
γη του μύρου του χαιρετισμού
Κύπρος της αγάπης και του ονείρου

χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο


ΚΑΙΤΗ ΧΩΜΑΤΑ - ΧΡΥΣΟΠΡΑΣΙΝΟ ΦΥΛΛΟ
Μουσική: Μ. Θεοδωράκης, στίχοι: Λ. Μαλένης

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Λουί Αραγκόν, "Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη"




ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΓΑΠΗ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ


Τίποτα δε χαρίστηκε στον άνθρωπο ποτέ. Μηδέ η δύναμή του,
Μηδέ αδυναμία, μηδέ καρδιά. Κι όταν νομίζει πως
Τα χέρι’ ανοίγει, ο ίσκιος του είναι σωστός σταυρός
Και μνέσκει μες στη χούφτα του της ευτυχίας του η σποδός
Είναι μια προδοσία φριχτή κι αλλόκοτ’ η ζωή του.
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.

Η ζωή του... Μοιάζει σε στρατιώτες με στολές
Μα δίχως όπλα, για έναν άγνωστο σκοπό ταγμένους.
Τι κι αν τους έβρεις το πρωί ετοιμασμένους,
Αυτούς, οπού το βράδυ θα τους δεις αβέβαιους, νικημένους;
Πείτε μονάχα: η ζωή μου! Και βαστήχτε των δακρύων σας τις πηγές...
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.

Ωραία μου αγάπη, καλή μου αγάπη, οδύνη και πλάνη,
Μαζί μου σ’έχω, μέσα μου, σαν πουλί πληγωμένο·
Κι όλοι γύρω μάς βλέπουν μ’ένα βλέμμα χαμένο,
Ξαναλέγοντας, πίσω μου, κάθε λόγο που είχα πλεγμένο
Στα μεγάλα τα μάτια σου –κι έχει τώρα πεθάνει...
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.

Ο καιρός να μάθουμε να ζούμε έχει διαβεί...
Κλαίνε στην ένωσή τους οι καρδιές μας κάθε βράδι,
Για το σπαθί της δυστυχίας που της χαράς το υφάδι
Κόβει, για τις λύπες που πληρώνουν ένα χάδι,
Τα όσα δάκρυα για μια κιθάρας πνοή.
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.

Δεν υπάρχει αγάπη, σαν κισσός στον πόνο να μη στρέφεται,
Δεν υπάρχει αγάπη που να μη σε πεθαίνει,
Δεν υπάρχει αγάπη που να μη σε μαραίνει,
Και της πατρίδας όχι πιότερο η αγάπη η βλογημένη
Δεν υπάρχει αγάπη που απ’ το κλάμα να μη θρέφεται.
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.

Κι όμως, μ’ αγάπη εμείς οι δυο είμαστε δεμένοι!



Μετάφραση: Αντώνης Φωστιέρης




Από το βιβλίο: Χριστόφορος Λιοντάκης, «Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης. Από τον Μπωντλαίρ ώς τις μέρες μας», Καστανιώτης 2000

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Τούμας Τράνστρεμερ, "Πέντε ποιήματα"




Στη Σμύρνη ώρα τρεις


Εδώ μπροστά στον σχεδόν άδειο δρόμο
δυο ζητιάνοι, ο ένας χωρίς πόδια –
τον κουβαλούσε στην πλάτη του ο άλλος.

Στάθηκαν – όπως στέκεται ένα ζώο σε μεσονύχτιο δρόμο,
κοιτάζοντας τυφλωμένο τους προβολείς του αυτοκινήτου –
για λίγο και μετά συνέχισαν την πορεία τους

και με σβελτάδα αγοριών σε αυλή σχολείου
διέσχισαν τον δρόμο, ενώ στον αέρα ακούγονταν το τικτάκ
από τ’ αναρίθμητα ρολόγια του μεσημεριάτικου καύσωνα.

Ένα γαλάζιο πέρασε πάνω απ’ το αραξοβόλι, τρεμοσβήνοντας.
Ένα μαύρο σύρθηκε και ζάρωσε, κοίταζε επίμονα μεσ’ απ’ την πέτρα.
Ένα λευκό αγρίεψε κι έγινε θύελλα στα μάτια.

Όταν η ώρα έγινε τρείς και πατήθηκε από οπλές
και το σκοτάδι βαρούσε στον τοίχο του φωτός
η πόλη σέρνονταν στην πόρτα της θάλασσας

κι έλαμπε στου γύπα το τηλεσκοπικό στόχαστρο.


Μυστικά καθ’ οδόν, 1958





Σύρος


Στο λιμάνι της Σύρου παρατημένα εμπορικά πλοία σε αναμονή.
Οι πλώρες δίπλα δίπλα. Αραγμένα εδώ και χρόνια:
CAPE RION, Μονρόβια.
KRITOS, Άνδρος.
SCOTIA, Παναμάς.

Σκοτεινοί πίνακες πάνω στο νερό, κρεμασμένοι απόμερα.

Σαν παιδικά παιχνίδια που γιγαντώθηκαν
και μας κατηγορούν
για ό,τι δεν γίναμε.

XELATROS, Πειραιάς
CASSIOPEJA, Μονρόβια.
Η θάλασσα σταμάτησε να τα διαβάζει.

Όταν όμως ήρθαμε για πρώτη φορά στη Σύρο, νύχτα ήταν,
είδαμε τις πλώρες δίπλα δίπλα στο φως της σελήνης και σκεφτήκαμε:
τι πανίσχυρος στόλος, υπέροχα ενωμένος!


Ο μισοτελειωμένος ουρανός, 1962





Ανάπαυλα τον Ιούλιο


Αυτός που είναι ξαπλωμένος ανάσκελα κάτω από τα ψηλά δέντρα
είναι επίσης πάνω τους. Διαχέεται σε χιλιάδες κλωνάρια,
κουνιέται πέρα δώθε,
κάθεται σ’ εκτινασσόμενο κάθισμα που εκτοξεύεται σε αργή κίνηση.

Αυτός που στέκει πέρα στην αποβάθρα ατενίζει το νερό.
Οι αποβάθρες γερνάνε πιο γρήγορα απ’ τους ανθρώπους.
Έχουν αργυρότεφρες σανίδες και πέτρες στο στομάχι.
Το εκτυφλωτικό φως φτάνει ως εκεί μέσα.

Αυτός που ταξιδεύει όλη μέρα πάνω σε πλοίο ανοιχτό
σε πέλαγος αστραφτερό
θα κοιμηθεί τελικά μέσα σε μια γαλάζια λάμπα,
ενώ τα νησιά θα έρπουν σαν μεγάλες νυχτοπεταλούδες πάνω στο γυαλί.


Βλέποντας στο σκοτάδι, 1970





Κατακλείδα


Σέρνομαι σαν άγκυρα στον πυθμένα της θάλασσας.
Και τι δεν πιάνω που δεν το χρειάζομαι.
Κουρασμένη αγανάκτηση, πυρωμένη αυτοεγκατάλειψη.
Οι δήμιοι φέρνουν πέτρες, ο Θεός γράφει στην άμμο.

Σιωπηλά δωμάτια.
Τα έπιπλα στο φως του φεγγαριού, έτοιμα να πετάξουν.
Εισέρχομαι αργά στον εαυτό μου
μέσ’ από ένα δάσος από άδειες πανοπλίες.


Η άγρια πλατεία, 1983





Απρίλιος και σιωπή


Η άνοιξη έρημη.
Το χαντάκι, γεμάτο βελούδινο σκοτάδι,
σέρνεται δίπλα μου
δίχως κατοπτρισμούς.

Το μόνο που φέγγει
είναι τα κίτρινα λουλούδια.

Με κουβαλά η σκιά μου,
όπως μια μαύρη θήκη
κουβαλά το βιολί της.

Το μόνο που θέλω να πω
αστράφτει απρόσιτο
σαν τ’ ασημικά
στο ενεχυροδανειστήριο.


Η πένθιμη γόνδολα, 1996





Πηγή: «Tomas Tranströmer, Τα ποιήματα», εκδόσεις Printa / Ποίηση για πάντα, 2004, Εισαγωγή - μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου.