Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Borges Jorge Luis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Borges Jorge Luis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2023

Xόρχε Λουί Μπόρχες, "Το σκοτεινό τριαντάφυλλο"





Κοσμογονία


Ούτε σκοτάδι ούτε χάος. Στο σκοτάδι
πρέπει να υπάρχουν μάτια για να βλέπουν πως υπάρχει,
όπως και για τη σιωπή και για τον ήχο αυτιά,
όπως χρειάζεται ο καθρέφτης τη μορφή που περιέχει.
Ούτε χώρος, ούτε χρόνος. Ούτε καν
κάποια θεότητα που να προνόησε
την αρχέγονη σιωπή της αρχικής νύχτας
του χρόνου, που θα είναι αέναος.
Το μεγάλο ποτάμι του Σκοτεινού Ηράκλειτου
δεν έχει αρχίσει την αμετάκλητη ροή του
που από το παρελθόν ξεχύνεται στο μέλλον,
που από τη λησμονιά κυλάει στη λησμονιά.
Κάτι που υποφέρει. Κάτι που ικετεύει.
Και υστέρα η ιστορία του κόσμου. Τώρα.





Το όνειρο


Τα μεσάνυχτα, καθώς θα σκορπάνε τα ρολόγια
άφθονο χρόνο
θα προχωρήσω παραπέρα απ’ τους συντρόφους του Οδυσσέα
στον τόπο του ονείρου, εκεί που δε φτάνει
η ανθρώπινη μνήμη.
Από τον βυθισμένο αυτό τόπο, διασώζω κατάλοιπα
που δεν καταλαβαίνω εντελώς:
τα πιο κοινά χορτάρια της βοτανικής,
ζώα κάθε λογής, συνομιλίες με νεκρούς,
πρόσωπα που εντέλει είναι προσωπίδες,
λέξεις από γλώσσες πανάρχαιες
και πότε πότε ένας τρόμος που δεν μπορεί να συγκριθεί
με τα καθημερινά βάσανα.
Θα είμαι όλοι ή κανείς. Θα είμαι ο άλλος,
που ήδη είμαι δίχως να το ξέρω, αυτός που κοίταξε
τούτο το άλλο όνειρο, την αγρύπνια μου.
Τη λογαριάζει υπομονετικά και χαμογελάει.





Δεκαπέντε νομίσματα
(εκλογή)

                                     στην Αλίσια Χουράδο


Βρέχει


Άραγε σε ποιο χτες και σε ποιες τάχατες αυλές της Καρθαγένης
να πέφτει τώρα δα αυτή η βροχή;




Ένας ελάσσων ποιητής


Στο τέρμα είναι η λησμονιά.
Ήρθα νωρίς.




Γένεσις Δ΄, 8 


Ήμουνα στην αρχέγονη έρημο.
Δυο μπράτσα έριξαν μια μεγάλη πέτρα.
Κραυγή δε βγήκε. Μονάχα αίμα.
Κι ο θάνατος − πρώτη φόρα.
Δε θυμάμαι αν ήμουνα ο Άβελ ή ο Κάιν




Ο φυλακισμένος


Μια λίμα.
Η πρώτη από τις συμπαγείς σιδερένιες πόρτες.
Κάποια μέρα θα ’μαι ελεύθερος.




Αιωνιότητες


Το φίδι που ζώνει τη θάλασσα και είναι η θάλασσα
το κουπί του Ιάσονα που δε σταματάει,
το καινούργιο του Σίγκουρντ σπαθί.
Τα μόνα πράγματα που αντέχουνε στο χρόνο
είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ.


* * *




Πρωτέας


Προτού οι κωπηλάτες του Οδυσσέα
να εξαντλήσουν το κρασόχρωμο πέλαγο
μαντεύω τις απροσδιόριστες μορφές
εκείνου του θεού, του Πρωτέα.
Βοσκός των κοπαδιών της θάλασσας
και προικισμένος με το δώρο του προφήτη,
προτιμούσε τη γνώση του να κρύβει,
να περιπλέκει διάφορους χρησμούς.
Όταν τον υποχρεώνουν να μιλήσει,
μεταμορφώνεται σε φλόγα ή λιοντάρι,
σε δέντρο που ρίχνει τον ίσκιο του στην όχθη,
νερό που χύνεται μες στο νερό.
Μην τον φοβάσαι Αιγύπτιο Πρωτέα
εσύ, που είσαι ένας και μαζί πολλοί άνθρωποι.





Ο εξόριστος (1977)


Κάποιος ανηφορίζει στα δρομάκια της Ιθάκης
κι έχει ξεχάσει πια τον βασιλιά του, που ήταν στην Τροία
εδώ και τόσα χρόνια.
Κάποιος συλλογίζεται τις εκτάσεις που απόκτησε
το καινούργιο του αλέτρι, τον γιο του
και ίσως είναι ευτυχισμένος.
Στην άκρη του κόσμου, εγώ, ο Οδυσσέας,
κατέβηκα και πέρασα τις πύλες του Άδη
κι είδα τον ίσκιο του θηβαίου Τειρεσία
που χώρισε πάνω στο σμίξιμο τα φίδια,
κι είδα τον ίσκιο του Ηρακλή
που σκότωσε ίσκιους λιονταριών στον κάμπο
ενώ την ίδια στιγμή ήταν στον Όλυμπο. Αυτήν την ώρα
κάποιος θα βαδίζει στην οδό Μπολιβάρ, στην οδό Χιλής
ίσως ευτυχισμένος ή ίσως και όχι.
Μακάρι να μπορούσα να ’μουν εγώ.



                                                                          Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης




Το σκοτεινό τριαντάφυλλο (1975).
Πηγή: «Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα»,
Μετάφραση, Εισαγωγή, Σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης.
Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2006.


Στην εικονα: Jorge Luis Borges by Annemarie Heinrich, 1967.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, "Η ιστορία των δύο που ονειρεύτηκαν"




Η ιστορία των δύο που ονειρεύτηκαν


Ο άραβας ιστορικός Ελ Ισάκι αναφέρει αυτό το γεγονός:
   «Άνθρωποι αξιόπιστοι αφηγούνται (μα ο Αλλάχ μονάχα είναι παντογνώστης και πανίσχυρος και πανελεήμων και ακοίμητος) πως στο Κάιρο ζούσε κάποιος με αμύθητα πλούτη, αλλά τόσο μεγαλόψυχος και γενναιόδωρος, ώστε τα ’χασε όλα εκτός από το πατρικό του σπίτι κι αναγκάστηκε να δουλέψει για να βγάζει το ψωμί του. Δούλεψε τόσο σκληρά, ώστε μια νύχτα τον πήρε ο ύπνος κάτω από μια συκιά του κήπου του, και είδε στ’ όνειρό του έναν μουσκεμένο άντρα που έβγαλε απ’ το στόμα του ένα χρυσό φλουρί και του είπε: “Η τύχη σου είναι στην Περσία, στο Ισπαχάν· τράβα να τη βρεις”. Το πρωί, ξύπνησε, ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι κι έζησε τους κίνδυνους της ερήμου, των καραβιών, των πειρατών, των ειδωλολατρών, των ποταμών, των άγριων θηρίων και των ανθρώπων. Κάποτε, έφτασε στο Ισπαχάν, αλλά η νύχτα τον βρήκε μέσα στα τείχη της πόλης, κι έπεσε να κοιμηθεί στο προαύλιο ενός τζαμιού. Δίπλα στο τζαμί ήταν ένα σπίτι, κι ο Παντοδύναμος Θεός το θέλησε, κάποιοι κλέφτες να διασχίσουν το τζαμί και να μπουν στο σπίτι. Οι άνθρωποι που κοιμόνταν μέσα, ξύπνησαν απ’ τη φασαρία που έκαναν οι κλέφτες, και φώναξαν βοήθεια. Φώναξαν κι οι γείτονες, ώσπου ο χωροφύλακας που περιπολούσε εκεί γύρω, έτρεξε με τους άνδρες του, και οι κλέφτες το ’σκασαν απ’ την ταράτσα. Ο αξιωματικός έβαλε να ψάξουν το τζαμί, κι εκεί έπεσαν στον άνθρωπο απ’ το Κάιρο και τον τσάκισαν τόσο πολύ στο ξύλο με τα καλάμια, που παραλίγο να τον σκοτώσουν. Σε δύο μέρες, συνήλθε στη φυλακή. Ο αξιωματικός τον κάλεσε μπροστά του και του είπε: “Ποιος είσαι και πούθ’ έρχεσαι;” Ο άλλος απάντησε: “Είμαι από την ξακουστή πόλη του Καΐρου, και τ’ όνομά μου είναι Μοχάμεντ ελ Μαγκρέμπι”. Ο αξιωματικός τον ρώτησε: “Και τι σ’ έφερε στην Περσία;” Ο άλλος προτίμησε να πει την αλήθεια: “Κάποιος στ’ όνειρό μου με πρόσταξε να ’ρθώ στο Ισπαχάν, γιατί εδώ είν’ η τύχη μου. Να με, λοιπόν, στο Ισπαχάν, κι απ’ ό,τι βλέπω, η περιουσία που μου ταξε, πρέπει να ’ναι αυτές οι ξυλιές που μου δώσατε τόσο πλουσιοπάροχα”.
     »Ακούγοντας αυτά, ο αξιωματικός γέλασε τόσο πολύ ώστε φάνηκαν οι φρονιμίτες του, και είπε στο τέλος: “Άνθρωπε ευκολόπιστε και άμυαλε, τρεις φορές ονειρεύτηκα ένα σπίτι στο Κάιρο, και στο βάθος του σπιτιού έναν κήπο, και στον κήπο ένα ηλιακό ρολόι, και πίσω απ’ το ηλιακό ρολόι μια συκιά, και μετά τη συκιά μια βρύση, και κάτω από τη βρύση ένα θησαυρό. Ένα τέτοιο ψέμα, ούτε που το πίστεψα. Εσύ, όμως, γέννημα απ’ το σμίξιμο μιας μούλας μ’ ένα δαίμονα, έπιασες να γυρίζεις από πόλη σε πόλη επειδή πίστεψες στ’ όνειρό σου. Να μη σε ξαναδώ στο Ισπαχάν. Πάρε αυτά τα λεφτά και φύγε!”
     »Ο άνθρωπος τα πήρε και γύρισε στον τόπο του. Στον κήπο του, κάτω απ’ τη βρύση (τη βρύση που είδε στ’ όνειρό του ο χωροφύλακας), βρήκε και ξέθαψε το θησαυρό. Έτσι ο Θεός τον ευλόγησε, τον αντάμειψε και τον εξύψωσε. Ο Θεός είναι ο Γενναιόδωρος, ο Απόκρυφος».

Από τις Χίλιες και μία νύχτες − 351η νύχτα.



μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης




Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (1935).
Πηγή: «Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα πεζά»,
Μετάφραση, επιμέλεια, σχόλια: Αχιλλέας Κυριακίδης,
Ελληνικά Γράμματα 2005.

Στην εικόνα: Eugen Bracht, «Rast in der Araba (Peträisches Arabien)», 1883.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, "Το εγκώμιο της σκιάς"




Λαβύρινθος


Πόρτα ποτέ δε θα υπάρξει. Κι είσαι μέσα
και το μέγαρο αγκαλιάζει το σύμπαν·
δεν έχει ούτε μπρος ούτε πίσω όψη
ούτε περίβολο ούτε κέντρο μυστικό.
Μην ελπίζεις πως ο απέραντος δρόμος
που πάλι διακλαδίζεται σε άλλον,
και πάλι διακλαδίζεται σε άλλον,
κάπου τελειώνει. Το ριζικό σου αλύγιστο
σαν τον κριτή σου. Μην περιμένεις να σου ορμήσει
ο ταύρος που είναι άνθρωπος κι η αλλόκοτη,
πολύμορφη όψη του σκορπάει τον τρόμο
μέσα σ’ αυτό το μπερδεμένο πέτρινο κουβάρι.
Δεν υπάρχει. Να μην ελπίζεις ούτε καν
μέσ’ απ’ το φοβερό σκοτάδι να φανεί το τέρας.





Ρουμπαγιάτ


Η φωνή μου στου πέρση τα μέτρα γυρίζει
και πως ο χρόνος είν’ εκείνα, μου θυμίζει
τ’ άπληστα όνειρα που υφαίνεις μέρα νύχτα
κι ο μυστικός Ονειροπόλος σ’ τα σκορπίζει.

Και μου θυμίζει ακόμα πως η φλόγα είναι στάχτη
η σάρκα σκόνη, το ποτάμι οφθαλμαπάτη
που καθρεφτίζει στα νερά του τη ζωή μας
καθώς μας παρασέρνει στ’ ανοιχτά σε άλλα πλάτη.

Και μου θυμίζει πως το αγέρωχο μνημείο
που υψώνει η έπαρση, είναι μόνο ένα σημείο,
μια λάμψη ασήμαντη, ένα μικρό χαλίκι
μέσα σ’ Εκείνου το απύθμενο ορυχείο.

Και μου θυμίζει πως τ’ ολόχρυσο αηδόνι
κελαηδά για μια στιγμή κι ευθύς ψηλώνει
και χάνεται στης νύχτας τους βυθούς, που τ’ άστρα της
σαν το πολύτιμο χρυσαφικό κλειδώνει.

Πέφτει το φως του φεγγαριού σ’ αυτόν το στίχο
που γράφεις, και η λάμψη του πάνω στον τοίχο
του κήπου γίνεται μαρμαρυγή γλαυκή
ψάχνοντας μάταια της φωνής σου τον ήχο.

Να ’σουν κι εσύ όπως τις στέρνες −που αιώνες
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού αστράφτουν μόνες−
ένας υδάτινος καθρέφτης που αντιγράφει
κάποιες παράξενες, αιώνιες εικόνες.

Αν ξανάρθει του πέρση η σελήνη, κι οι χαμένοι
της άμμου ορίζοντες, στο χρυσάφι βαμμένοι.
Το χτες είναι τώρα. Κι εσύ είσαι οι άλλοι
εκείνοι που έχουν γίνει χώμα πια: οι πεθαμένοι.





Επίκληση στον Τζόις


Διάσπαρτοι σε σκορπισμένες πολιτείες
όλοι μαζί και ταυτόχρονα μόνοι,
υποδυόμασταν τον πρωτόπλαστο Αδάμ
που έδωσε στο κάθε πράγμα τ’ όνομά του.
Απ’ τις πλατιές κατηφοριές της νύχτας
εκεί που συνορεύει με τα χαράματα της μέρας,
γυρεύαμε (ακόμα το θυμάμαι) λέξεις
για τη σελήνη, για το θάνατο, το πρωινό
και τις υπόλοιπες συνήθειες του ανθρώπου.
Γίναμε ο εικονισμός, ο κυβισμός,
οι αποσυνάγωγοι, οι αιρεσιάρχες
που τα μωρόπιστα πανεπιστήμια εκτιμούνε τώρα.
Επινοήσαμε την απάλειψη της στίξης
τα κεφαλαία γράμματα,
στιχουργήματα των βιβλιοθηκάριων της Αλεξάνδρειας
σε σχήμα περιστεριού.
Στάχτη το έργο των χειρών μας
και η πίστη μας φλεγόμενη πυρά.
Εσύ, στο μεταξύ,
στις πολιτείες της εξορίας,
αυτής της εξορίας που για σένα ήταν
το αποκρουστικό μα επιλεγμένο σου εργαλείο,
το όπλο της τέχνης σου,
ύψωσες τους δύσβατους λαβυρίνθους,
απειροστικούς και άπειρους
εντυπωσιακά ασήμαντους,
πιο πολυάνθρωπους κι από την ιστορία.
Θα πεθάνουμε χωρίς ν’ αντικρίσουμε
το θηρίο το δίμορφο ή το ρόδο
που αποτελεί το πολυδαίδαλο κέντρο σου,
η μνήμη όμως συγκρατεί τα φυλαχτά της,
τις απηχήσεις της απ’ τον Βιργίλιο,
και έτσι στους δρόμους της νύχτας
διασώζονται οι έξοχοί σου κάτω κόσμοι,
τόσες διακυμάνσεις, τόσες μεταφορές
και τόσα μαλάματα των ίσκιων σου.
Τι σημασία έχει η δικιά μας δειλία
αν έχει η γη έστω κι έναν γενναίο,
τι σημασία έχει η λύπη
αν μέσα στους καιρούς κάποιος ένιωσε ευτυχισμένος,
τι σημασία έχει η χαμένη γενιά μου,
αυτός ο θολός καθρέφτης,
αν τα βιβλία σου τη δικαιώνουν.
Είμαι οι άλλοι. Είμαι όλοι εκείνοι
που περισώθηκαν απ’ τον πεισματικό σου μόχθο.
Είμαι όλοι εκείνοι που χωρίς να τους ξέρεις τους σώζεις.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης



Από τη συλλογή «Το εγκώμιο της σκιάς» (1982).
Πηγή: «Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα»,
Μετάφραση, Εισαγωγή, Σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης.
Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2006.

Στην εικόνα: ο Jorge Luís Borges, φωτογραφία της Grete Stern, 1951.
Πηγή για την εικόνα: Wikipedia.

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2019

Xόρχε Λουί Μπόρχες, "Δύο ποιήματα για τον Ηράκλειτο"



                          Ηράκλειτος


Το δεύτερο μισοσκόταδο.
Η νύχτα που βαθαίνει μες στον ύπνο
Η κάθαρση κι η λησμονιά.
Το πρώτο μισοσκόταδο.
Το πρωινό που ήταν αυγή.
Η μέρα που ήταν πρωί.
Η πλούσια μέρα που θα καταλήξει σε μια χαμένη βραδιά.
Το δεύτερο μισοσκόταδο.
Η νύχτα − τούτο το άλλο ένδυμα του χρόνου.
Η κάθαρση κι η λησμονιά.
Το πρώτο μισοσκόταδο...
Το φευγαλέο ξημέρωμα και, καθώς ξημερώνει,
η αγωνία του Έλληνα.
Τι υφάδι είναι τούτο
του είναι του θα ’ναι και του ήταν;
Και ποιο είναι τούτο το ποτάμι
              που μέσα του κυλάει ο Γάγγης;
Τι είναι τούτο το ποτάμι
              που την πηγή του δεν αντέχεις καν φανταστείς;
Τι είναι τούτο το ποτάμι
              που παρασέρνει ξίφη και μυθολογίες;
Είναι ανώφελο να κοιμηθώ.
Κυλάει μες στον ύπνο, στην έρημο, στα υπόγεια.
Με παρασέρνει το ποτάμι και το ποτάμι τούτο είμαι εγώ.
Είμαι από μια ύλη από αινιγματικό χρόνο
              που συνεχώς μεταβάλλεται.
Ίσως η πηγή να βρίσκεται μέσα μου
Ίσως απ’ τη σκιά μου
να αναβλύζουν οι μέρες: ανελέητες και φανταστικές.



Το εγκώμιο της σκιάς, 1969.





                          Ηράκλειτος


Ο Ηράκλειτος περπατάει βραδάκι
για την Έφεσο. Το δειλινό τον έφερε
χωρίς να το ’χει συνειδητά επιδιώξει
στην όχθη ενός σιωπηλού ποταμού.
Δεν ήξερε ούτε πώς τον έλεγαν, ούτε κατά πού πάει.
Υπήρχε ένας πέτρινος Ιανός και κάτι λεύκες.
Κοιτάζεται στον αεικίνητο καθρέφτη
και συλλαμβάνει και επεξεργάζεται τη φράση
που κράτησαν αμετάβλητη
οι ανθρώπινες γενιές. Η φωνή του εξάγγειλε:
Κανείς δεν μπαίνει δυο φορές στα νερά
του ίδιου ποταμού. Στάθηκε. Νιώθει
με ένα δέος ιερό και μ’ ένα ρίγος
ότι κι ο ίδιος είναι ένα ποτάμι, μια ροή.
Θέλει να ξανακερδίσει εκείνο το πρωινό,
τη νύχτα του, το δειλινό της. Όμως δεν μπορεί.
Ξαναλέει τη φράση. Τη βλέπει τυπωμένη
καθαρά, με γράμματα του μέλλοντος
σε κάποια σελίδα του Μπάρνετ.
Ο Ηράκλειτος δεν ξέρει ελληνικά. Ο Ιανός,
θεός των θυρών, είναι λατίνος θεός.
Ο Ηράκλειτος δεν έχει τώρα ή χτες.
Είναι ένα καθαρό τέχνασμα που ονειρεύτηκε
ένας μελαγχολικός άνθρωπος στην όχθη του Κόκκινου Κέδρου,
ένας άνθρωπος που συνδυάζει εντεκασύλλαβους
για να μη σκέφτεται συνέχεια το Μπουένος Άιρες,
και τα αγαπημένα του πρόσωπα. Κάποιος του λείπει.



Το σιδερένιο νόμισμα, 1976.



Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης




Από το βιβλίο «Χόρχε Λουίς Μπόρχες - Ποιήματα»,
Μετάφραση, Εισαγωγή, Σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης.
Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2006.

Στην εικόνα: Utrecht Moreelse, «Heraclite», (1630).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, "Ο δημιουργός"




Σκάκι

Ι

Συγκεντρωμένοι οι παίχτες νύχτα μέρα
καθοδηγούν τα αδιάφορα πιόνια.
Ως το πρωί θα κλείνει η σκακιέρα
δυο χρώματα που αντιμάχονται αιώνια.

Μέσα, τα πιόνια αναδίνουν μια προσήλωση
μαγευτική: ευκίνητα άλογα, πύργοι ομηρικοί,
βασιλιάς στα μετόπισθεν, διαγώνιοι αξιωματικοί.

Μα κι όταν αποσύρονται οι παίχτες,
από το χρόνο πια εξαντλημένοι,
η δράση εξακολουθεί να επιμένει.

Απ’ την Ανατολή έχει ο πόλεμος αυτός ανάψει∙
το δίχτυ του σ’ ολόκληρη τη γη απλώνει.
Μα ούτε η μια παρτίδα ούτε η άλλη δεν τελειώνει.



ΙΙ

Φρενιασμένη βασίλισσα, πύργος ευθύς, αξιωματικός
λοξός, στρατιώτης πολυμήχανος, βασιλιάς ασθενικός
ψάχνονται στο ασπρόμαυρο πεδίο του αοράτου
να συγκρουστούν σιωπηλά μέχρι θανάτου.

Δεν ξέρουν πως το αποφασισμένο χέρι
του παίχτη τούς ρυθμίζει την πορεία τέλεια,
δεν ξέρουν καν πως μια ασύλληπτη νομοτέλεια
τις αποφάσεις και τη διαδρομή τους περιφέρει.

Αλλά κι ο παίχτης είναι επίσης ένας αιχμάλωτος
μιας άλλης σκακιέρας με νύχτες μαύρες
(η έκφραση είναι του Ομάρ) και άσπρες μέρες.

Ο Θεός ελέγχει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια.
Μα τάχα ποιος θεός πίσω από τον Θεό, κινεί αιώνια
τα νήματα του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;




Η βροχή

Το πρόσωπο της μέρας χαρακώνει
η αργυρή λεπίδα της βροχής.
Όμως η λάμψη αυτή που σε κυκλώνει
είναι η βροχή μιας άλλης εποχής.

Και σε χρονιές σε παίρνει που η μοίρα
σε μοίρανε να δεις μέσ’ απ’ το χώμα
του ρόδου του εκατόφυλλου τη σπείρα
το άλικο παράξενό του χρώμα.

Αυτή η βροχή που τα τζάμια θολώνει
στην ξεχασμένη αυλή μιας γειτονιάς
αλλοτινής τα σταφύλια χρυσώνει.

Κι όσο γέρνει η μέρα το υγρό της στεφάνι
μια φωνή ξανακούω, έναν αχό λησμονιάς:
τον πατέρα μου, λες και δεν έχει πεθάνει.




Σ’ έναν παλιό ποιητή

Την πεδιάδα διασχίζεις της Καστίλης
και σχεδόν δεν τη βλέπεις. Σε παιδεύει
ένα δύσκολο εδάφιο του Ιωάννη και της ύλης
Δεν προσέχεις τον ήλιο που βασιλεύει.

Το φως σκορπίζεται σπαρταρώντας∙ διαυγής
στα βάθη του ήλιου ανοίγει εκείνη
η πορφυρένια σκωπτική σελήνη
που είναι ίσως ο καθρέφτης της Οργής.

Γυρνάς το πρόσωπό σου και την κοιτάζεις.
Κάποια σου μνήμη ξεπετάγεται χωρίς ήχο.
Χαμηλώνεις το λευκόμαλλο κεφάλι

και προχωράς βαθιά στης λύπης το χορτάρι
χωρίς να θυμηθείς εκείνον τον παλιό σου στίχο:
Και είχε επιτύμβιο το ματωμένο φεγγάρι.




Αναφορά σ’ έναν ίσκιο του 189…

Τίποτα. Μόνο το μαχαίρι του Μουράνια.
Στο γκρίζο απόβραδο πλανιέται μια ιστορία.
Καθώς νυχτώνει νιώθω πίσω απ’ τα πλατάνια
εκείνο τον απρόσωπο φονιά να ψάχνει ευκαιρία.

Το Παλέρμο έφτανε τότε ως τα μέρη
που σκίαζε ο ωχρός περίβολος της φυλακής
στο υγρό προάστιο μιας άλλης εποχής
όπου είχε πέραση μόνο η φρίκη, το μαχαίρι.

Ένα μαχαίρι. Ένα πρόσωπο σβησμένο.
Απ’ το χέρι αυτό το πληρωμένο
που για μοναδική του τέχνη είχε το θάρρος

απόμεινε μια λάμψη ατσαλιού, σαν ίσκιος δίχως βάρος.
Ο χρόνος που σκουριάζει τα καράβια στα λιμάνια
ας ήταν να κρατήσει τούτο τ’ όνομα: Χουάν Μουράνια.




Από το βιβλίο «Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ΠΟΙΗΜΑΤΑ» (συλλογή «Ο δημιουργός, “EL HACEDOR”, 1960»), Μετάφραση, Εισαγωγή, Σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2006

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, "Πέντε Χαϊκού"




II

Τι απομένει
απ’ ολόκληρη νύχτα;
Ένα άρωμα.




V

Δεν χαίρομαι πια
τις μυγδαλιές στον κήπο,
που σε θυμίζουν.




X

Αυτό το χέρι
σου χάιδεψε κάποτε
τα ξανθά μαλλιά.




XII

Φεγγαρόφωτο,
ο ίσκιος που μακραίνει
είναι μονάχος.




XV

Πέρα μια τρίλια.
Τ’ αηδόνι άθελά του
παρηγοριά σου.



μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης




Από τον τόμο
Χόρχε Λουίς Μπόρχες «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»,
εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2006.


GOTAN PROJECT - Vuelvo Al Sur