Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορφύρης Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορφύρης Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Απριλίου 2025

Τάσος Πορφύρης, "Η πέμπτη έξοδος"




J.R.


Χιονίζει στα παιδικά μου χρόνια
Ποιος άνοιξε το παράθυρο για να την δω;
Στο δρόμο την προλάβαν οι νιφάδες
Παίζαν οι νιφάδες με την κάπα της
Κι ο δρόμος πίσω της γέρος κι έρημος
      Χειρονομούσε απελπισμένος
Τώρα περνούνε τραίνα και σφυρίζουν
Περνούνε τραίνα και με κάνουνε κομμάτια
Πέφτουν νιφάδες και παγώνουν την καρδιά μου
Χιονίζει στα παιδικά μου χρόνια.





ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ ΠΑΛΙ...


Ονειρεύτηκα πάλι το γκρίζο μου όνειρο
Έρχεται και ξανάρχεται παλιά πληγή που δεν λέει να κλείσει
Είναι ένα παραμελημένο περιβόλι η πόρτα του σάπια απ’
Τη βροχή ο φράχτης του ένας σωρός πέτρες
Όσα κλήματα γλίτωσαν σκαρφάλωσαν σ’ αγριοκερασιές
Ταΐζουν κάθε χρόνο τα πουλιά και τον άνεμο
Εκεί περιφέρεται περίλυπη ανάμεσα στα δέντρα
Μιλάει στα σύννεφα κι εκείνα βρέχουν μπορεί
Να κλάψει ελεύθερα είμαι κρυμμένος πίσω
Απ’ τον κορμό μιας Βελανιδιάς δεν αντέχω άλλο
Τρέχω ανοίγοντας τα χέρια και χάνεται στην αγκαλιά μου
Και βρέχει σκέφτομαι πως είναι όνειρο
−Θε μου πόσος σπαραγμός χωράει σ’ ένα όνειρο−
Είναι χιλιάδες μίλια μακριά μπορεί να μην την ξαναδώ
Συνηθισμένη ιστορία −θα πείτε− άλλοι την ξεπερνούν εύκολα
Μα εγώ τη φορώ κατάσαρκα χειμώνα καλοκαίρι.





Ο,ΤΙ ΕΙΧΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ


Ό,τι είχα για σένα μέσα μου το κάνα στίχους
Άδειασα, ρημάχτηκα για χατίρι σου κι εσύ
Ρίχνεις μπόι κι ομορφαίνεις απ’ το στερνό μου
Αίμα μού καρφώνεις την ανάσα στο στήθος με
Τα μακριά σου δάχτυλα κι από τις ρίζες της
Ξεπηδάνε τριαντάφυλλα που με πληγώνουν
                          Και με μεθάνε.





ΓΡΑΦΩ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ…


Γράφω γιατί το πέτρινο σπίτι είναι μακριά
Το μισό στα χιόνια και τ’ άλλο μισό στο μπάσο κλαρίνο
Η αγάπη μου έρχεται ανάμεσα σε δυο εφιάλτες
Ταχτοποιεί τα σεντόνια και γυρίζει στον ύπνο της
Χέρια και χείλια υποσχέσεις μια άλλης ζωής
Αργό ατέλειωτο κλάμα ρετσίνι πεύκου
Γράφω γιατί το ποτάμι με ξυπνάει με τις κραυγές του
−Πέστροφες κόντρα στο ρέμα κι ελάφια σκύβοντας για νερό−
Γιατί τα παιδιά μου ξέρουν τη Νεμέρτσκα από φωτογραφίες
Γιατί το δάσος ουρλιάζει −ζητώντας τ’ αγρίμια του−
Την ώρα του δείπνου στη δρύινη τραπεζαρία.





ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ


Αυτά τα ποιήματα −αθώα τοπία− κρύβουν ένα σωρό
Κινδύνους μπορεί να σας φέρουν σε δύσκολη θέση οι
Στίχοι τους εκ πρώτης όψεως κατανοητοί γίνονται
Δυσνόητοι στην περιοχή τους συννεφιάζει απότομα
Πέφτουν χοντρές στάλες βροχής στα φυτά που παίρνουν
Το σχήμα του σταυρού οι στροφές τους απότομες με
Τον αγέρα να σφυρίζει ψηλά και κάτωθε το βουητό
Της θάλασσας άλλοτε απειλητικό κι άλλοτε
Μακρύ κι απελπισμένο και μην σκεφτείτε την
Ανάπαυλα στο χέρσο διάστημα ανάμεσα στις
Αβύσσους γιατί αυτή η περιοχή της περισυλλογής
Της προετοιμασίας και του μεσημεριάτικου ύπνου
                               Είναι Ναρκοθετημένη.





ΧΛΩΡΟΦΥΛΛΗ


Η χλωροφύλλη των δέντρων κρατούσε τις φωνές μας για τις
Δικές της κραυγές το άλλο καλοκαίρι κλωνάρια φορτωμένα
Φρούτα ωριμάζοντας μηνιαίες περιπέτειες σ ερημονήσια
Χάσαμε ο ένας τον άλλον σ εκείνη την περιπλάνηση στο
Δάσος σε πρόσμενα όλη νύχτα παίζοντας σκάκι με τον ύπνο
Ο Βασιλιάς χασμουριόταν στο θρόνο του, έχανα ένα
Ένα τα πιόνια μου μονάχα το μαύρο άτι χτυπούσε τις
Οπλές του πηδώντας γύρω στη βασίλισσά του τρέποντας
Σε φυγή τους αντιπάλους χαράματα που γύρισες
Με τ αγριμάκια στην αγκαλιά σου τυλιγμένα στην
Πρωινή πάχνη το πρόσωπό σου νοτισμένο δρόσο ή
Δάκρυα; πότε γίναν όλα αυτά; σε ποια ζωή;
Ήμουν εκεί τζάκι αναμμένο ανοιχτή αγκαλιά πιστό
Σκυλί ζητιανεύοντας μιαν υπόσχεση μην ξαναφύγεις.





ΛΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ


Μυρωδιές από ζαρζαβατικά και φρούτα τον γύριζαν
Τριάντα τόσα χρόνια πίσω δεκαεξάχρονο αγόρι
Ξαπλωμένο πλάι στο ποτάμι αγριοπερίστερα
Κόβοντας το διάστημα σε πλατιές λωρίδες
Ο χρόνος χρειαζόταν επιδέσμους για τις πληγές του
Στην ιτιά ο πόνος του αηδονιού μποστάνια
Μ’ όλα τους τα υπάρχοντα παράδεισος κι ο θόρυβος
Του νερού ισοκράτης της Βιβλικής συμφωνίας
Βατομουριές γέρνοντας τα αιμάτινα κλωνιά τους
Στο νερό νάρκισσοι κι η Τζούλια στ
 άσπρα
Να ’ρχεται απ’ το μονοπάτι παλιέ καημέ
Μνήμη από μπομπότα μέλι κι άγουρο
Φιλί εικόνες και μυρωδιές τον πολιορκούν ώς
Το άλλο τετράγωνο με τα μεγάλα κτίρια ρουφιάνοι
Θυρωροί κλητήρες καρφιά τον υποδέχονται
Ενώ πίσω του βουίζει απειλητικό −ώριμα
Θυμωμένα στάχυα− το χαμένο καλοκαίρι.





Από τη συλλογή «Η πέμπτη έξοδος», 1980.
Πηγή: «Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017.





Ο Τάσος Πορφύρης (1931-2025) γεννήθηκε στον Άγιο Κοσμά Πωγωνίου (πρ. Κακουσιούς ή Καξιούς). Το 1938 κατέβηκε στην Αθήνα, όπου ο πατέρας του είχε ανοίξει ζαχαροπλαστείο με τον ξάδελφό του στην οδό Γ΄ Σεπτεμβρίου 24. Τον χειμώνα του 1941 επέστρεψε στο χωριό του. Τον χειμώνα του 1945 προς 1946 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, όπου αποφοίτησε από τη Β΄ Μέση Εμπορική Σχολή, στα Πατήσια, το 1949. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1961 με την ποιητική συλλογή Νεμέρτσκα (εκδόσεις Γεμεντζόπουλος). Aκολούθησαν τα ποιητικά βιβλία Το εγκαταλειμμένο σπίτι (Θεσμός, 1968), Flash Back (Λύσεις, 1971), Τοπίο (Λύσεις, 1973), Η πέμπτη έξοδος (Σημειώσεις, 1980), Τα λαβωμένα (Έρασμος, 1996), Σώμα κινδύνου (Ύψιλον, 2004), Έρημα (Ύψιλον, 2008), Χρονοσυλλέκτης (Ύψιλον , 2011), Οι μέσα μας πληγές (Ύψιλον, 2015) και οι συλλογές πεζογραφημάτων Η δοντάγρια (Σοκόλης, 2006) και Τα σπίτια (Πανοπτικόν, 2013). Υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των περιοδικών Μαρτυρίες, Προτάσεις και Σημειώσεις και συνεργάτης πολλών περιοδικών (Λύσεις, Φηγός, Ηπειρωτικά Χρονικά, Ηπειρωτικά Ημερολόγια, Ζωσιμάδες, Νέα Σύνορα, Οροπέδιο, Πλανόδιον κ.ά.). Μετέφρασε ξένη ποίηση για περιοδικά: από τα αγγλικά ποιήματα των E. Pound, T.S. Eliot, D. Thomas (σε συνεργασία με τον Στ. Ροζάνη, περιοδικό Λύσεις - τχ. 1, 2 και 3, 1967, 1968 και 1969), από τα γαλλικά ποίηση του Jean Tardieu (σε συνεργασία με τη Ρένα Κοσσέρη, περιοδικό Λύσεις, τχ. 6, 1970), καθώς και ποίηση των Τσέχων Antonin Bardusek, Vitezlav Nezval, Zosef Hanglik (περιοδικό Νέα Σύνορα, τχ. 69-70) και του Χιλιανού Nicanor Parra (περιοδικό Φηγός, τχ. 16, Γιάννενα 2003). Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες (ανθολογία Poetas Siglo XXI-Antologia Mundial, κ.ά.). Το 2013 οι Εκδόσεις των Φίλων κυκλοφόρησαν μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με τίτλο Νεμέρτσκα: Ποιήματα 1961-2011. Επίσης, επιμελήθηκε τις ανθολογίες Πολυφωνικόν: Ανθολογία Ηπειρώτικης ποίησης (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων, 2002), Ανθολογία της Βροχής: Ποιήματα 107 ποιητών, Ελλήνων και ξένων (Τροπικός- Παπαδόπουλος, 2003) και Αν διψάσεις εγώ θα σου γίνω νερό: Ο ποιητής Δημήτρης Παπαδίτσας [1922-1987] (Γαβριηλίδης, 2018), και δημοσίευσε κριτικά μελετήματα για τους ποιητές Δημήτρη Παπαδίτσα, Άνθο Πωγωνίτη (Βασίλη Καραφύλλη), κ.ά.

Πηγή για το βιογραφικό του ποιητή: Βιβλιονέτ.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

Κ. Θ. Ριζάκης - Σ. Γρ. Σταμπουλού, "Εφ’ ενός γίγνεσθαι; 1"

 

Συμεών Γρ. Σταμπουλού
Στατιστικά και συστατικά στοιχεία του παρόντος τόμου
(Απόσπασμα από την εισαγωγή της έκδοσης)


Το παρόν βιβλίο συνιστά περισσότερο ανθολόγιο ποιημάτων παρά ποιητών. Φιλοξενεί το ποίημα και το όνομα του δημιουργού του χωρίς κανένα βιογραφικό στοιχείο ή άλλη πληροφορία. Αφού έχουμε το ποίημα, τί χρείαν έχομεν μαρτύρων; Υποπτευόμαστε τον δημιουργό από το έργο του, αυτό αφορά κυρίως τις νεώτερες, λιγότερο γνωστές ή άγνωστες παρουσίες. Εικάζουμε τα χαρακτηριστικά του, τη συγκρότησή του, την ιδανική του βιβλιοθήκη. Σχηματίζουμε γνώμη για την ποίηση που διαβάζουμε, ανεπηρέαστοι, κατά το δυνατόν, από συνάφειες, κύκλους, κάποτε και φωλεές επώασης ταλέντων.
Ας ξεκινήσουμε από τα σχήματα, τα αριθμητικά δεδομένα. Εξήντα τέσσερεις δημιουργοί (35 ποιητές και 29 ποιήτριες), προερχόμενοι από τα δύο κέντρα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη, από πολλά διαμερίσματα της Ελλάδας και την Κύπρο. Συνολικά 215 ποιήματα, όπου αναλογούν κατά μέσον όρο τρία ή τέσσερα ποιήματα σε κάθε ανθολογούμενο. Η κατάταξή τους γίνεται με αλφαβητική σειρά. Αν επιτρέπεται μια ταξινόμηση είναι η ηλικιακή, χωρίς τις ετικέττες διακριτικών ανά Γενιά χαρακτηριστικών που με μεγάλη ευκολία παρέχονται από γραμματολόγους. Πώς στεγάζονται, λόγου χάρη, για να μην πω στοιβάζονται, κάτω από την ίδια ομπρέλλα η Δημουλά, ο Χριστιανόπουλος και ο Ρουμελιωτάκης, ή στους πρώτους μεταπολεμικούς ο Καρούζος και ο Πατρίκιος; Η κατ’ αλφαβητική σειρά ταξινόμησή τους εδώ δείχνει την κατάργηση όχι μόνο των επίπλαστων προσίδιων γνωρισμάτων (Γενιά της ήττας, χαμένη Γενιά, της αμφισβήτησης, των αμέτοχων, αθέατη/αόρατη Γενιά, του χάους και του μηδενός και δίχως τέλος ο κατήφορος), αλλά και του τεμαχισμού της ποιητικής φωνής σε βολικές δεκαετίες. Αναφέρομαι τυπικά στον γραμματολογικό όρο της Γενιάς για τη διευκόλυνση της συνεννόησης σύμφωνα με την κρατούσα ορολογία. Με αυτή την παραχώρηση αναφέρω ότι στην παρούσα ανθολογία οι ποιητές μοιράζονται αναλογικά σε όλες τις Γενιές, από τη Δεύτερη Μεταπολεμική μέχρι τη Γενιά του 2000 (οι παλαιότεροι γεννημένοι το 1931 και οι νεώτεροι τη δεκαετία του ’80). Η καινοτόμος εδώ παρουσίαση των ποιητικών φωνών μέσα στη διαχρονία διευρύνει τον δικό τους δυνητικό ορίζοντα, αλλά και τον ορίζοντα του αναγνώστη. [...]

 




Νίκος Αντωνάτος

ΜΟΝΟΔΙΑΣΤΑΤΗ ΣΙΩΠΗ

                       Τι με χρη σιγάν; τι μη σιγάν;
                                   (Ευρ. Τρωάδες, 110)



Πού να σταθώ δεν έχω −αλίμονο!
να συγκρατήσω τη γραφή

όπως δεν έχουν οι ψυχές
πεδίο σταθερό να επιζήσουν

κι όπως δεν έχει η σιωπή
παρά μιαν ασυμπλήρωτη
διάσταση μονάχα…






Άννα Γρίβα

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ


Πώς να ήταν τα μάτια σου;
Τα μαλλιά σου που έρρεαν στης ράχης το κύμα
ποιο χρώμα να είχαν;
Γιατί να αγάπησες εκείνον τον ξένο
τον μόνο
τον άπατρι;
Τα κορμιά σας να έσμιξαν;
Οι πνοές σας να έγειραν
η μία επάνω στην άλλη;
Χόρεψες δίχως ρούχα
στου στέρνου του
την απαλή επιφάνεια;
Του χάρισες τα πέπλα
που τύλιγαν
τα ωραία σου στήθη;
Μείνατε απόλυτοι;
Μείνατε φως;
Εκείνο που απλώνεται
σαν φτερούγα στις λύπες του κόσμου;

Τώρα εσύ ένα πλάσμα της αιώνιας νιότης
επιστρέφεις γελώντας
καθώς με βοστρύχους
και κοτσίδες που λάμπουν
τα κορίτσια αρπάζονται
απ’ τα πόδια
αυτού που αγαπούν
να ρουφήξουν αχόρταγα
το νερό που γλιστρά
στ’ ακροδάχτυλα
το ελάχιστο εκείνο νερό
του ανίκητου έρωτα.






Ελένη Κοφτερού

ΤΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ


Τα απογεύματα δεν θέλω να βγαίνω
βρίσκω διάφορες δικαιολογίες
η κούραση απ’ την δουλειά, το κρύο, η φασαρία.
Κάποιες φορές σέρνομαι ώς την πόρτα
βαμμένη με πολέμου χρώματα
έτοιμη για τη μάχη
με του απογεύματος το αδηφάγο αγρίμι.

Λίγο πριν φτάσω στο κατώφλι
αίφνης καταποντίζομαι
στης ημέρας τον φρεσκοσκαμμένο τάφο.

Το επόμενο πρωί
ξαναγεννιέμαι
(δίχως τη θέλησή μου φυσικά)
δίπλα σ’ ένα υπόλευκο αυγό κύκνου.
Καθώς χνουδάτος ξεμυτίζει ο νεοσσός
κι απορημένος με κοιτάζει
σε κρώξιμο αναπάντεχο

τι γρήγορα με σπρώχνει
στη θολωμένη λιμνοθάλασσα της χαραυγής.






Σόνια Μασσάρου

ΒΟΥΒΕΣ ΠΤΩΣΕΙΣ


«Αδύναμες κράσεις που προκαλούν δυνατές κρούσεις» αυτή η μικρή μπουκιά σκέψης γλίστρησε από τους κροτάφους στην ολισθηρή επιφάνεια της γλώσσας και έπεσε αθόρυβα στον οισοφάγο προκαλώντας μια παλινδρόμηση λυγμών που ξέσπασε σε δάκρυα καθώς είχε συνηθίσει τόσο όσο πάντα συγκινούνταν από τις βουβές πτώσεις. Δίπλωσε προσεκτικά τα θρύψαλα των ματιών του και τα τοποθέτησε στη θήκη των γυαλιών. Το βλέμμα του τραμπαλιζόταν τώρα πιασμένο από τα σχοινάκια των φύλλων που σαν κίτρινα αλεξίπτωτα το οδηγούσαν κάτω στο δρόμο τη βία αφαιρώντας της προσγείωσης. Μπορούσε από ’κεί κάτω ξαπλωμένο να δέσει τα δάχτυλα πίσω από τον αυχένα και να κοιτάζει τον ουρανό μασουλώντας ένα κλωνάρι άχυρο και παρατηρώντας στο βαρύ βράδυ ετοιμόρροπα τ’ αστέρια να πέφτουν σέρνοντας σαν υπνοβάτες για δυο βλέφαρα του δευτερολέπτου τη χρυσή τους ρόμπα στα σκαλιά της νύχτας και να χάνονται μπροστά στα μάτια του έπειτα μια φύση εύθραυστη κι απρόσεκτη σαν πεταλούδα έπεσε στο νερόλακκο τον κρότο κρατώντας κρυφό.






Τάσος Πορφύρης

ΧΕΡΙΑ


Και πάνω απ’ όλα αγάπησα τα χέρια σου
Που με ταξιδεύουν κι εγώ να τους μετρώ
Να τους φιλώ τα δάχτυλα −αυτά που
Με παραδίδουν στιχοδέσμιο στην αγκαλιά σου−
Ένα-ένα σ’ όλη τη βαθμίδα της λατρείας
Από τον παροξυσμό του πάθους ώς τον
Ήρεμο ανασαμό των πρωινών ονείρων.






Θανάσης Χατζόπουλος

ΗΓΕΜΟΝΙΑ


Δέντρα που γέρνουνε πάνω από τάφο
Θάμνοι που φύτρωσαν πάνω σε τάφο
Πάνω σ’ ένα χωμάτινο αγγείο όλο σκοτάδι

Ο ηγεμόνας είναι παιδί
Με δευτερογενή τα χαρακτηριστικά του γήρατος
Και σαν παιδί βασιλεύει τρεμάμενο
Σε αυτόν τον τάφο

Ο ήσκιος τού ριπίζει το κορμί
Στην ερημιά του αναδεύονται οι μαστόροι






Πηγή:
«Εφ’ ενός γίγνεσθαι; 1, ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ 2020. Άλλως
με τη ματιάν υποκείμενη στο δεσπόζον δυναμικό
της σύγχρονης ποιητικής μας παραγωγής [215
ανέκδοτα ποιήματα τη συναινέσει 64 δημιουργών]»
Εκδόσεις Ρώμη, 2020.
Επιμέλεια: Κώστας Θ. Ριζάκης - Συμεών Γρ. Σταμπουλού
Με εκτεταμένα προλεγόμενα του Συμεών Γρ. Σταμπουλού
Ανθολόγος: Κώστας Θ. Ριζάκης
Έργα εξωφύλλου και ενοτήτων: Σταύρος Σταμπόγλης
Τυπογραφική επιμέλεια, επιμέλεια εξωφύλλου: Θοδωρής Κιντάπογλου

Σημείωση: Για την παρούσα ανάρτηση επιλέχθησαν ποιήματα ποιητριών και ποιητών που έως τώρα δεν είχαμε ανθολογήσει στο ιστολόγιό μας.