Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λάτσαρη Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λάτσαρη Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

Μαρία Λάτσαρη, "Γιώργος Λ. Οικονόμου, ποιητής, 1960-2024"





Γιώργος Λ. Οικονόμου, ποιητής, 1960-2024

γράφει η ποιήτρια Μαρία Λάτσαρη


Το γράφω για να το πιστέψω- στις 20/01/2024 ο σπάνιος ποιητής και καρδιακός φίλος Γιώργος Λ. Οικονόμου έφυγε από τη ζωή. Ο Γιώργος Λ. Οικονόμου με τις στρωτές κουβέντες, τις ζεστές χειραψίες, την ανοιχτή αγκαλιά, το βαθύ χαμόγελο, τα διαπεραστικά μάτια, το ειλικρινές βλέμμα, την καλή του καρδιά ήταν ένας γνήσιος ποιητής και με αυτή την ιδιότητα αξίζει να τον θυμόμαστε.  Μερικά χρόνια πριν είχε χάσει την αγαπημένη του σύντροφο ζωής Δώρα. Μετά τη μεγάλη αυτή απώλεια ο Γιώργος Οικονόμου κούρνιασε στις λέξεις του και στους φίλους του για να μπορέσει να ανοίξει τα φτερά του και να ξαναπετάξει. Και πέταξε...

                                 Της Δώρας
Θα ξαναβρεθούμε
την ώρα που τα παιδιά
μαθαίνουν το άλφα.
Μ’ ένα χαμόγελο και άδολη ματιά
ρούχα καθαρά, νύχια κομμένα
κανέναν δεν έχουμε να καταδώσουμε
ποιήματα παλιά μας νανουρίζουν.
Θα ξαναβρεθούμε
σε μια αιώνια άνοιξη
την ώρα της Ανάστασης.
Θα είμαι φαντάρος
και θα ’σαι απολυτήριο,
θα είμαι λάθος
και θα ’σαι συγγνώμη,
διψασμένος
κι εσύ νερό,
κυνηγημένος
κι εσύ κρυψώνα.

Θα ξαναβρεθούμε –
σπουργίτι εσύ
ψίχουλο εγώ.

Από τη συλλογή «Γιώργος Λ. Οικονόμου: 15 νέα ποιήματα» (εκδ. Μπιλιέτο, 2020).


Μετά τον θάνατο της Δώρας, ο Γιώργος Οικονόμου έζησε στα όρια σχεδόν του αυτοεγκλεισμού, σαν να προετοιμαζόταν για την αναγκαστική απομόνωση λόγω Covid. Μετά το παρανοϊκό διάστημα της καραντίνας, πέρασε μια περίοδο εξωστρέφειας και όταν έκλεισε το αγαπημένο του στέκι, το καφέ «Γαζία» στο κέντρο της πόλης ξαναμπήκε στο καβούκι του. Στην ποίησή του ο Γιώργος Οικονόμου για να αντιμετωπίσει το αβέβαιο και αδιέξοδο παρόν ψάχνει θαλπωρή στο καταφύγιο του παρελθόντος, στην παιδική ηλικία με τις αξεπέραστες αναμνήσεις, στην οικογένεια και τους φίλους παλιούς και νέους, στην αγαπημένη του που δεν είναι πια εδώ, όπως και η μάνα και ο πατέρας. Κυρίαρχο είναι το στοιχείο της μοναξιάς στην ποίησή του, το οποίο όμως επιδρά λυτρωτικά στους αναγνώστες διότι ο Γιώργος Οικονόμου, σχήμα οξύμωρο, λιτανεύει τη μοναξιά:

Παράγγειλα καινούργιο στρώμα.
«Διπλό!» είπα του παπλωματά
με περηφάνεια.
Έτσι τη νύχτα, η μοναξιά
Θα ‘χει τη θέση της πλάι μου
χωρίς να με πλακώνει.

Από τη συλλογή «1981-2021. 40 Ποιήματα σαν λαϊκά τραγούδια» (Ιδιωτική έκδοση, 2021).


Γέννημα-θρέμμα της Θεσσαλονίκης, ο Γιώργος Οικονόμου στα ποιήματά του φοράει τα γυαλιά και τα ακουστικά της πόλης και εντρυφεί στην ανθρωπογεωγραφία της. Απλώνει ριζώματα στην πόλη και ανοίγματα στους ανθρώπους της. Η Θεσσαλονίκη αποτελεί το σκηνικό –ως επί το πλείστον ασπρόμαυρο, σαν σε ταινίες νεορεαλιστικές του ιταλικού κινηματογράφου– σχεδόν σε όλες τις συλλογές του:

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Και πού να πάω μου λες
γεννήθηκα μεγάλωσα αλήτεψα
πέθανα κι αναστήθηκα εδώ

Δυο χρόνια μόνο έλειψα μακριά
όταν με πήρανε φαντάρο.

Πώς γίνεται ζωή χωρίς τις Εξοχές
την Αρετσού τα Κάστρα το Ντεπό
χωρίς την Τσιμισκή με τις ωραίες γκόμενες

Και πού να πάω μου λες
κοντά στο σπίτι μου η Τούμπα
άμα κερδίσει ο Ολυμπιακός και λείπω
πώς θ’ ακούσω τη σιωπή της κερκίδας

Από τη συλλογή «Η σιωπή της κερκίδας» (εκδ. Τύρφη, 2021)


Ο ποιητής αποτραβηγμένος από τα εγκόσμια αλλά με καρδιά γεμάτη ανθρωπιά για όλον τον κόσμο αφουγκράζεται τους απλούς δοκιμαζόμενους ανθρώπους και τους προσκαλεί να του αραδιάζουν ιστορίες. Με γιώτα μικρό. Άλλωστε τόσο μοναχικός ο Γιώργος Οικονόμου, χωρίς τις ιστορίες των άλλων και τις αναμνήσεις δεν θα ήταν ποιητής. Παρόλο που η ποίησή του είναι κυρίως βιωματική και αυτοβιογραφική, η συλλογική ζωή δεν αποτελεί ξένο σώμα. Τα ατομικά συμβάντα δένονται αρμονικά με γενικά θέματα και συχνά καυτηριάζεται ο κυνισμός και η αδιαφορία της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ

Φτηνό καπνό καπνίζουν
οι φίλοι μου φτηνά τσιγάρα
δρόμο δεν τους αφήσατε
γωνιά να σταθούν

σφουγγαρίζουν γραφεία
έρχονται από μακριά
ζητιανεύουν οι φίλοι μου
παίζουν λατέρνα ακορντεόν

στήνονται χαμογελαστοί
για μια αναμνηστική φωτογραφία
των διακοπών σας

δεν ήταν ποτέ με τους νικητές
οι φίλοι μου ζητούν συμπόνια
μαζεύουν αυτά που πετάτε
και στολίζουν γωνιά τού σπιτιού τους

Μην τους φοβάστε τους φίλους μου
κακό δεν κάνουν

ένα χαμόγελο θέλουν μόνο
όρθιοι να σταθούν

Από τη συλλογή «Η σιωπή της κερκίδας» (εκδ. Τύρφη, 2021).


Από τους τελευταίους εκπροσώπους της Διαγωνίου, ποιητής αυθεντικός, με ευγένεια και ήθος που του επέτρεπαν να ζει μακριά από την αμετροέπεια και τις μικροπρέπειες της εγχώριας λογοτεχνικής σκηνής. Ο Γιώργος Οικονόμου μιλούσε μόνο με το έργο του. Μοιραζόταν ποιήματά του στο fb και είχε φανατικούς φίλους-αναγνώστες, οι οποίοι καλημέριζαν το καινούργιο πρωινό μ’ ένα ποίημα - δώρο του. Με τις αναρτήσεις του επικοινωνούσε με τους άλλους, τους καλλιεργούσε την πίστη ότι οι ποιητές είναι άνθρωποι απλοί. Τα ποιήματα του Γιώργου Οικονόμου συναισθάνονται τους αναγνώστες σαν προσευχές. Είχε καταφέρει να μετατρέψει τη virtual reality των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε πραγματικό χώρο όπου δημιουργούνται καταστάσεις ζωής. Κατά κάποιο τρόπο έκανε δημόσια τέχνη (public art), την οποία δεν μπορείς να την πάρεις πίσω από τη στιγμή που έχει συντελεστεί όπως δεν μπορείς να πάρεις πίσω και τον λόγο σου. Ο Γιώργος Οικονόμου κάθε μέρα, λοιπόν, έδινε τον λόγο του. Ήταν ειλικρινής και αυτό που έκανε ήταν τρομερά αληθινό.  Κι έτσι ήταν και ως άνθρωπος, αφοπλιστικά ειλικρινής. Δεν έλεγε ούτε τα κατά συνθήκη ψέματα. Είναι από εκείνους τους σπάνιους λογοτέχνες που η ζωή τους ταυτίζεται με το έργο τους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το προφίλ του ακόμη είναι ενεργό. Αυτό δεν νομίζω ότι έχει προηγούμενο στο fb. Τα ποιήματα του  Γιώργου Οικονόμου είναι εθιστικά.

Ποιήματα με μεγάλη διεισδυτικότητα στον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων έστω και αν φαινομενικά ο ποιητής αναφέρεται σε πράγματα για πολλούς ασήμαντα και περιττά. Ποιήματα με λακωνική λιτότητα, ακριβολογία και συμπύκνωση που προέκυψαν με πολλή αφαίρεση. Η προσπάθεια αυτή, όμως, δεν φαίνεται. Σε πολλά από αυτά ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ο Οικονόμου έγραφε όπως έπινε νερό. Χωρίς ηχηρές λέξεις, χωρίς να μετρά συλλαβές για να ολοκληρώσει το ποιητικό μέτρο, το τελικό αποτέλεσμα και ποιητικό ρυθμό διαθέτει και νοηματικό βάθος. Και η ανατροπή συχνά στους τελευταίους στίχους μας προκαλεί ρίγη:

 Ένα σημάδι
ν’ αφήσω θέλω
ένα –μικρό κι ασήμαντο
για τους πολλούς– σημάδι.
Σαν τα τραγούδια
που ακούγονται απ’ τα μεγάφωνα
κάθε Κυριακή στα στρατόπεδα
κάθε γιορτή στο Ψυχιατρείο»

Από τη συλλογή «Ένα με τη σκόνη» (εκδ. Τύρφη, 2017).


Οφείλουμε να σκύψουμε με ευλάβεια πάνω στα ποιήματά του και να τον τιμήσουμε όπως αξίζει στην ποίησή του. Και όσοι αγαπάμε την ποίηση και αναζητούμε τη γνήσια, ας κάνουμε χώρο στην βιβλιοθήκη μας για τον Γιώργο Οικονόμου.
Την δικαιούται αυτή τη θέση.





Πηγή: Χρονικά Δυτικής Μακεδονίας, 6.9.2024.

Πηγή για την εικόνα, η σελίδα του Γ.Λ. Οικονόμου στο facebook.

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2023

Μαρία Λάτσαρη, "Εμείς η Αντιγόνη"





Τα μαύρα κυπαρίσσια στην ανηφοριά τον δρόμο κόβουν. Στις πύλες τις επτά στρατιώτες ελέγχουνε την πόλη. Οδός Λαβδακιδών. Το σπίτι μες στον χρόνο πλέει. Στις σκιές των πεθαμένων τριγυρίζει η Αντιγόνη. Η Ισμήνη τυλιγμένη στο κασκόλ της απ’ το παράθυρο κοιτά και περιμένει. Άραγε ποιον; Δεν περιμένουμε παρά ό,τι μας αποφεύγει.




o ποιητής


Στη Δαμασκό η τελευταία φορά που την είδα
με το κιβώτιο του μαρτυρίου παραμάσχαλα.
Το όνομα είχε Καντριγιέ,
μάτια κρυφά πίσω από γρίλιες.
Σε αεροδρόμια πολύβουα
σε ματωμένα δευτερόλεπτα
τα ίχνη της έχω χάσει.
Στοιχίζω τους αιώνες στη σειρά,
εδώ π’ ανέτειλε το ήθος της θνητότητας
κι έλαβαν σώμα γυναίκας φυλαχτό
η αθωότητα κι η ενοχή
η θηριωδία κι η επιείκεια.

                     Κυρίες και κύριοι,
Σε μια ακτίνα φως
θα γράψω τ’ όνομά της.
Στον σκοτεινό δρυμό θα επιστρέψω
σα να ’μαι ο τελευταίος ποταμός.



[…]




Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΛΕΕΙ


|| λεηλασία ||

                             Στον άγνωστο Αίμονα


Τα γόνατά μου θάλασσα ευλύγιστη
τα δόντια μου παράθυρο δαγκώνουν
κοιλιά κρεβάτι
ράχη ουρανός.
Να κατεβείς σύννεφο-σύννεφο,
στην άκρη να φυτέψεις μία νύχτα
και με βελόνα και κλωστή
να ράψεις έναν φράχτη.
Γρήγορα σαν ξυπνήσεις,
απ’ την κοιλιά να πεταχτείς,
φωνή π’ ακούν οι πεθαμένοι.

Αγόρι μόνο χέρια,
χάιδεψε
με όλα τα δάχτυλα,
μ’ όλους τους ήχους
λάτρεψε.
Σπόνδυλο-σπόνδυλο να ανεβείς,
ράχη κυρτή απ’ όνειρα,
μικρά φτερά να ράψεις.
Μέσα στα δόντια κράτησε
το σάρκινο παράθυρο,
κράτα το μες στα δόντια
για όταν θα σου λείπω.
Το χέρι στον λαιμό
χίλιες φορές το χέρι σου
χίλιες φορές λαιμός μου.

Άλωση και άσυλο
Σώμα να κατοικήσεις.



     Μήτε κόλαση μήτε παράδεισος η αγάπη
                                       αιώνιο καθαρτήριο μόνο




Re: Η ΙΣΜΗΝΗ ΛΕΕΙ


|| η σκόνη των βιβλίων ||


Σεντόνι από λευκές σελίδες,

ούτε πληγή
ούτε ουλή
φυγή
να το λερώσει
Αόρατη γραφή

ούτε όσφρηση
ούτε γεύση
αφή
να το καλεί
Άφατη φωνή

Ιδανικοί και άξιοι εραστές,
Τριστάνος, Αίμων και Ρωμαίος −
μα πιο πολύ εγώ
που λείπω απ’ το κορμί μου.



       Το τέλος βρίκεται ανάμεσα
                     στις άκοπες του σώματος σελίδες



[…]




Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΛΕΕΙ


|| καντριγιέ ||


Με την πλάτη εκεί στο δέντρο
και μια περίεργη στο πρόσωπο έκφραση
− Ήσυχα μαύρο σύννεφο
πώς το φεγγάρι καταπίνει!
Η υγρασία το δέρμα γδέρνει −
Μόνη και αβοήθητη
από την παραλία με μάζεψε
σε μια ξεβρασμένη λέμβο δίπλα.
Μες στην αντάρα άραγε
ποιος θα ζητούσε τον λογαριασμό
για δυο ροζ παπούτσια που κρύβονταν
κάτω απ’ την κουμπωμένη καμπαρντίνα;



                    Βελούδινο ένδυμα φορά η βία




Re: Η ΙΣΜΗΝΗ ΛΕΕΙ


|| το δείπνο της ισμήνης ||


Ρόδο της καμίας,
επάρατα παρατημένη,
ζητώ να μου δοθεί η βασιλεία
να πάρω υπό την προστασία μου

           το κοριτσάκι με το νυφικό
           τη γυμνή απ’ το Πρόγευμα στη χλόη
           τα σφραγισμένα χείλη
           τη λάθος κόλαση
           το στήθος που θηλάζει ορφανά
           τη γητειά της ηδονής
           τα ξοδεμένα κατ’ επιλογήν ωάρια
           το Γόνατο της Κλαίρης
           τη βία της φτώχειας
           τη Προέλευση του κόσμου
           τη μοναξιά των μεγάλων μυστικών
           τα όνειρα με μέτρο
           το Λουλούδι της ερήμου
           την Παναγία και τη Μαγδαληνή,
           αυτές τις δυο σε ένα
           το πείσμα της ανάγκης
           το αγορασμένο σώμα
           τον αποδιοπομπαίο κρίνο
           την αμίλητη μηλιά
           τις σκιές που πια δεν έχουν πού να γείρουν
           το πρώτο μας φιλί μαζί και τελευταίο
           το «ότι ηγάπησαν πολύ»



           Πάντα η ποίηση,
                          νυχτερίδα που τρέφεται με νέκταρ






Κι εσύ, αφοσιωμένε ποιητή, σε κύκλους ταξιδεύεις. Έρχονται περισσότερες φωνές. Σύρε να τις ανοίξεις, η Ιστορία της γυναίκας να ξεκινήσει πάλι.






Από τη συλλογή «Εμείς η Αντιγόνη», εκδ. Νεφέλη, 2023.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Μαρία Λάτσαρη, "Εν δυνάμει πραγματικότητα"




ΜΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΜΕΡΑ
ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑΣ Λ.Π.


Η πραγματικότητά μου ονειρική
και πώς να μην είναι
όταν βλέπω τα χρώματα της ίριδας
σε αριθμούς και γράμματα
το πέντε μπλε
το οκτώ πορτοκαλί
το πληκτρολόγιο πολύχρωμο
όταν ο ήχος της φωνής σου
έχει την γεύση των σύκων
που τρώγαμε μαζί κάτω απ’ την κληματαριά
όταν το τραγούδι των τζιτζικιών
αστράφτει φως κόκκινο
όταν ακούω τη μυρωδιά του θυμαριού
να κυλά με την αύρα στους αμμόλοφους
κάψα μεσημεριού
τα πεύκα μαζεύουν τη σκιά τους

Το ημερολόγιο γράφει μπλε Ιουλίου





ΑΠΟΛΟΓΙΑ


Μάρτυς μου τα δάκρυα
ορκιζόταν
λες κι ο πόνος
είναι ζήτημα αλήθειας





ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ


Κάθισε στην ανάστροφη καρίνα
η μπλούζα ασήμιζε από τα λέπια
χαμογελούσε με επιφύλαξη
μην είχε φύκια
ανάμεσα στα δόντια
(πού να ψάχνει τώρα
τον μπόγο της για νήμα)
Βρίσκεται ινσαλάχ
μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας
πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου





ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ


Χειμώνας
Φλεβάρης ξεφυσούσε
κατάμουτρα το χιόνι

έτοιμη να φύγεις
χλωμή διάφανη
σαν γάλα μητρικό
χιονόνερο
του στήθους σου
το πρώτο μας πάρε-δώσε

περίσσευε η σιωπή
από παντού
παιδί που το ξεχάσανε
με μισοφορεμένα παπουτσάκια





ΑΝΑΣΚΑΦΗ


Αυτούς που φύγανε
λέμε να τους θυμάσαι
αλλά εντέλει
εννοούμε να τους ξεχνάς
Αν και στη σκέψη σου χασομερούν
η λήθη
σιγά σιγά
τη σκιά των βημάτων τους σβήνει
κάθε στιγμή και μια φτυαριά χώμα
Η ζωή σε τραβάει απ’ το μανίκι
μην φτάσεις να πενθείς το μέλλον
Κάποτε ίσως τους ξαναβρείς

σε μιαν ανασκαφή





Από τη συλλογή «Εν δυνάμει πραγματικότητα», εκδ. Μανδραγόρας 2016