Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δήμου Ευσταθία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δήμου Ευσταθία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Ευσταθία Δήμου, "Λευκό τοπίο"






Ένας ποιητής κοιτά το ποίημα που, επιτέλους, κατάφερε μετά από μήνες να τελειώσει. Το κοιτά και το καμαρώνει. Αφήνει το βλέμμα του να το διαβάζει ξανά και ξανά και είναι σίγουρος, το νιώθει, πως το καλύτερο είναι έργο της ζωής του. Ξάφνου, εκείνο αρχίζει να του μιλά με λόγια ξένα κι όχι μ’ αυτά που οι λέξεις του δηλώνουν. Του θυμίζει όσα πέταξε δίχως να τα λυπηθεί, όσα εύκολα απέρριψε στο δρόμο, όλες εκείνες τις λέξεις που δεν ταίριαξαν, τους στίχους που δεν βρήκαν τον ρυθμό τους. Του λέει ακόμα πως είναι ένας αδίστακτος, ένας εγκληματίας που πάτησε επί πτωμάτων για να φτάσει στον σκοπό του.
    Κι όσο εκείνο του μιλά, αυτός το ξανασκέφτεται και πιάνει έναν έναν στίχο και τον τεμαχίζει, τις λέξεις τις χωρίζει, αλλάζει πτώσεις, καταλήξεις, αλλάζει το μέτρο, τη σειρά, και δεν αισθάνεται, δε νιώθει πως είναι ολότελα δοσμένος μες στο έγκλημα.


*   *   *
 
 
 
Αύριο κλείνει τριάντα χρόνια πεθαμένος. Είναι στην ακμή του θανάτου του. Σε λίγο μεσήλικας και, μετά, γέρος. Αγωνιά για αυτό που θ’ ακολουθήσει. Ακούει διάφορα να λέγονται για το περίφημο μετά. Εκείνο όμως που περισσότερο τον κάνει να ριγεί και να φοβάται είναι μήπως γυρίσει στην κόλαση της προηγούμενης ζωής του.


*   *   *



Είναι κάτι μικρές χαρές που περνούν σχεδόν απαρατήρητες. Κανένας δεν τις χαίρεται. Κι αυτό βαθιά τους προξενεί λύπη. Λυπούνται οι μικρές χαρές και, έτσι λυπημένες, μεγαλώνουν


*   *   *



Ένας μοναχικός περιηγητής, χαμένος σε λευκό τοπίο, ακολουθεί τα μισοσβησμένα ίχνη κάποιου πάνω σε άγνωστο δρόμο. Δεν πρόκειται για πατημασιές, αλλά για εκείνα τα στίγματα που αφήνουν πέφτοντας οι μαύρες πέτρες της φυγής. Γνωστά και ως λέξεις.


*   *   *




Τριάντα δύο στιγμιοτυπικές διηγήσεις που επιχειρούν να μείνουν στην όψη των πραγμάτων για να ανακαλύψουν εκεί την άλλη, την ανατρεπτική τους αλήθεια. Μέσα σε πλαίσια οικεία και γνωστά, άνθρωποι συναντιούνται με τον εαυτό τους και με τους άλλους για να αντιληφθούν τελικά πόσο εύκολα οι γέφυρες μετατρέπονται σε ρήγματα. Και το αντίστροφο.

(Από την έκδοση)




Ευσταθία Δήμου, «Λευκό τοπίο», Ενύπνιο, 2024.




Η Ευσταθία Δήμου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασσική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα τις θεατρικές διασκευές πεζογραφημάτων. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Στη Σπορά των αστεριών (Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2011), Σονέτα (Gutenberg, 2016) και Απώλεια Λήθης (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019), τη συλλογή διηγημάτων Κλέφτες Αστυνόμοι (Γκοβόστη, 2020), τα μελετήματα Η ποιητική της Άπω Ανατολής (Κουκκίδα, 2022), Κάτι απ’ το χνάρι τους… (Σμίλη, 2022 – από κοινού με την Χρύσα Φάντη), Από τη Σύγκριση στη Σύγκλιση (Η καταγωγική σχέση των Ωδών του Ανδρέα Κάλβου με τον Επιτάφιο Λόγο του Περικλή, Κουκκίδα, 2023), Η αφή της γραφής (Σύγχρονες προσεγγίσεις στην παλαιότερη λογοτεχνία, Εκάτη, 2023), καθώς και τη σχολιασμένη μετάφραση του Σημωνίδη του Αμοργίνου (Ίαμβος κατά γυναικών και άλλα ποιήματα, ΑΩ Εκδόσεις, 2023) και του Αρχίλοχου (Ο ποιητής του δόρατος και της αιχμής, Νίκας, 2023). Άρθρα, κριτικές, διηγήματα και ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το 2011 ήταν υποψήφια για το βραβείο καλύτερου νέου ποιητή στο 32ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποίησης. Από το 2021 είναι σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού Καρυοθραύστις, υπεύθυνη ύλης στο περιοδικό Σταφυλή ενώ, από το 2023, συνδιευθύνει το περιοδικό Οδοντωτός και συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του περιοδικού Μουσών.

Παρασκευή 14 Απριλίου 2023

Κώστας Θ. Ριζάκης - Διώνη Δημητριάδου, "Δημίου και δημιουργού"





Ευσταθία Δήμου
Η τέχνη τού να είσαι ποιητής

[…]
Μέσα από αυτό τον διττό ρόλο, του «δραματουργού» και του «δραματικού προσώπου», η ποιητική φυσιογνωμία αρτιώνεται και αρτιώνει με τη σειρά της το ίδιο το ποίημα που μοιάζει να έχει προσλάβει τον χαρακτήρα και τα χαρακτηριστικά ενός θεατρικού πεδίου, μιας θεατρικής σκηνής μέσα στην οποία κινείται και δρα η συγγραφική συνείδηση ως ενορχηστρωτής και διεκπεραιωτής ταυτόχρονα της δημιουργικής διαδικασίας. […] Με σημείο εκκίνησης, αφορμή και όχημα τη σοδειά δύο ποιητών, του Κώστα Θ. Ριζάκη και της Διώνης Δημητριάδου, που συσπείρωσαν και επικέντρωσαν τις συνθετικές τους δυνάμεις στην ανάδειξη του πολύπλευρου και πολύπτυχου της ποιητικής υπόστασης, θα γίνει προσπάθεια για μια καταβύθιση στο ποιητικό σύμπαν καθενός από τους δύο, προκειμένου να διαπιστωθεί ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο συλλαμβάνεται και οικοδομείται η ποιητική προσωπικότητα, προκειμένου να ανταποκριθεί όχι μόνο στην αντίληψη που έχει για αυτήν κάθε δημιουργός, αλλά, κυρίως, στο όραμά του, στον τρόπο δηλαδή που φαντάζεται ή, καλύτερα, φαντασιώνεται τη μορφή αυτή ως ιδανικό, ως απραγματοποίητο, αλλά πάντοτε ζεστό και ποθητό όνειρο. Οι δεκαοχτώ ποιητικές δημιουργίες με τις οποίες ο καθένας προσέρχεται σε αυτή τη γόνιμη συνύπαρξη διαμορφώνουν το κατάλληλο έδαφος για το στήσιμο ενός είδους αντικατοπτρισμού που αφορά, όμως, μονάχα το περίγραμμά τους. Γιατί η εσωτερική δόμηση, το γέμισμα, με άλλα λόγια, του πλαισίου αυτού είναι αρκετά διαφοροποιημένο, ανταποκρίνεται, όμως, στην ανάγκη που ο καθένας αισθάνεται να εξέλθει του εαυτού του και να αντικρίσει την πιο σημαντική πτυχή της προσωπικότητάς του, αυτήν του ποιητή, υπό το φως της αλήθειας και της ομορφιάς στις οποίες υποτάσσεται και τις οποίες υποτάσσει.
[…]



~



Κώστας Θ. Ριζάκης
σταθμεύων σε ό,τι αντιστάθμισα


κρύβω τον βορρά


αγκομαχάει η αρετή μα φτάνετ’ η κακία; −
στιγμής καν πέτρα πλήγωσε το άοπλον δια-
λόγου κι αύθις μια μούγκα σκότεινη φίνα διπλο-
κλειδώνει το φις μπρος απασφάλιζεν ανόρεχτη
χημεία−
                το «αύριο» σκάει βεγγαλικόν έχεις
ανάγκη φώτα; ποιον λες ότι διπλάρωνε πας
πειρασμός στη βόλτα; θεός ή σκύλος εάν ξανά
πάει κι ασορτί τού πόνου στήνετ’ αυτάκι στου

χιονιά τι πάλλευκος σφαδάζει ο έρως ποίημ’ α-
                                 λυχτά ποίημα και κουρνιάζει





τρισ-ναι-αγιος  όχι


μιλούσες κακο(ευ)χείμωνος με τον νεκρόν α-
γέρα φέγγεις χιονιάς την στράτα τους άσπροι ώς
να επιστρέψουν πασπάλι μεσοβδόμαδον κι
αλευροσκϊασμένοι ζυμώνει φύλλα κρούσταλ-
λα μέσ’ από ’δω η γιαγιά καφέ βαθύν προς βερ-
αμάν κίτρινο αντίς πρασίνου τερτίπιασαν α-
ψίκοροι στην ζούρλα τόσοι τάφοι φτάνει να δεί-
ξουν πρόσωπον−
                                κι άλειωτος μιας αγάπης
 
μ’ ό,τι εμποδίζει γεραρόν το ποίημα ν’ αναπνεύσει
 
φυσήξτε οι ούριοι θα ειπώ: σβήστε τόν τρις κτιστόν



~



Διώνη Δημητριάδου
 
Ιάσονος Κλεάνδρου
τέσσερις όψεις οιμωγής


Επιθυμίας όψη ασταθής


Κι αν είναι ένας
Μόνον ένας
Με δαγκωμένη την ανάγκη
Στης γλώσσας του την άκρη
Χρεώστε του την ένταση
Του δράματος

Υποκριτής αν ήταν
Σε μια Τράγων Ωδή
Μια τραγική κι αυτός
Απόπειρα θα έκανε
Να αρθρωθούν τα λιγοστά

Μα τώρα
Μόνος κι άπελπις
Στη θέα του κενού
Με αβέβαιες πτήσεις
Καταργεί
Την τάξη των πραγμάτων

Κι αν όλο αυτό είναι αρκετό
Σωπάστε οι λοιποί





Επιμύθιον χάριν τελευτής


Αν κάποιος πιει το ποίημα
Φάρμακο τάχα
Δεν θα είσαι εσύ

Από καιρό λησμονημένος

Του Ιάσονα Κλεάνδρου
Λάθος
Μόνον αυτό:
Η διάρκεια μετράει
Μια που η στιγμή
Τα γήινα μαγγανεύει
Στοχεύοντας σε
Μιας ανάσας ίαση

Ατέλειωτη σειρά
Των γελασμένων ποιητών

Εσύ
Ο καταδικασμένος των καιρών
Το ξέρεις πια





Από το βιβλίο των Κώστα Θ. Ριζάκη και Διώνης Δημητριάδου,
«Δημίου και δημιουργού - 36 αγχόνες επί χάρτου», Κουκκίδα 2023.
Με εκτενή προλεγόμενα της Ευσταθίας Δήμου
και εικαστική παρέμβαση της Γλύκας Διονυσοπούλου.

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

Ευσταθία Δήμου, "Σονέτα"




ΚΑΡΦΙΑ


Αν κοιτάς τον ουρανό
στου κόσμου όλα τα μέρη
κανένα πεφταστέρι
να χαράζει το κενό.

Καμιά ευχή γεμάτη
φως, πύρινο να γίνει
δάκρυ, ν’ αργοσβήνει
κυλώντας απ’ το μάτι.

Μην κοιτάς τον ουρανό
θα τον εύρεις αδειανό.
Στα δυο σου μέσα χέρια

μία νύχτα δίχως ήχο
καρφιά γίναν τ’ αστέρια
καρφιά σε μαύρο τοίχο.





ΠΗΝΕΛΟΠΗ


Στων στίχων σου το υφαντό
προσηλωμένη και πιστή
ψεύτρα αιώνια μνηστή
να καρτερώ το γδικιωμό.

Στο επικό σου σκηνικό
μία κάμαρα μοναχική
μία μαριονέτα που σκυφτή
θρηνεί μπροστά στον αργαλειό.

Στο ευτυχισμένο τέλος
που θα με θάψεις ζωντανή
σιγή θ’ απλώσεις νεκρική

για την πληγή απ’ το βέλος
της τέχνης μου που εμένα
άφησε σχεδόν παρθένα.





ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ


Στο λαβύρινθο αυτό
που χρόνια έχω για σπίτι
σαν το βαρυποινίτη
την έξοδο αναζητώ.

Ένα ατέλειωτο νήμα
ακολουθώ στα ίδια
δώματα· αιφνίδια
στην πόρτα εμπρός το βήμα

σταματώ − μένω ενεός
χαλάλι τα νυχτέρια
μα πριν κραυγάσω ζήτω

βλέπω στο ελλείπον φως
πως τύλιξα τα χέρια
τυλίγοντας το μίτο.





ΚΟΧΥΛΙ


Να σε σκεπάσει η θάλασσα
άσαρκο, λευκό μου ποίημα
σχέδιο με δίχως σχήμα
που πριν να γράψω χάλασα.

Να σε χαϊδέψει το νερό
να σε σμιλέψει η αλμύρα
μια ναυαγισμένη λύρα
να σε τραβήξει στο ρυθμό

δελφίνια να σε μάθουνε
χορό, αρχαίες σειρήνες
το τραγούδι και το δείλι

τα κύματα πριν σβήσουνε
πλάι στις υγρές μου κνήμες
να σ’ αφήσουνε κοχύλι.





ΧΑΡΥΒΔΗ


Τις νύχτες έρχεται απ’ τα βάθη σου
και σταματάει στα δύο σου χείλη
η Χάρυβδη το αιμοβόρο θήλυ
που όσο κοιμάσαι έχεις για σπάθη σου.

Τις νύχτες ανοίγω, Οδυσσέας,
τα πανιά για να περάσω πέρα
να κρατηθώ γερά, να βγω στη μέρα
νικητής μιας μάχης λυσσαλέας.

Μα η Χάρυβδη εμπρός μου αλυχτά
σε κάθε σου ανάσα με ρουφά
με στροβιλίζει μες στη δίνη

των ονείρων σου έρμαιο μ’ αφήνει
για να με βγάλει πάλι ναυαγό
στης νύχτας τον πνιχτό ωκεανό.





Από τη συλλογή «Σονέτα», εκδ. Gutenberg (σειρά Σύρτις), 2016.

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021

Ευσταθία Δήμου, "Απώλεια λήθης"




ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ


Στον κόρφο μου ζει ένα φίδι.
Μαζί μου ήρθε και θα φύγει.

Κόβει απ’ τη σάρκα μου και τρώει.
Κουλουριάζεται στο ίδιο μπόι.

Με μάτια από φως κοκκινωπό
μέσα μου στάζει αίμα νωπό.

Ανοίγει νέες φλέβες, με πνίγει.
Το άδειο του δέρμα με τυλίγει.

Βουτώ στη θάλασσα της νάρκης.
Από φαρμάκι είμαι αυτάρκης.





ΑΠΩΛΕΙΑ ΛΗΘΗΣ (II)


Μνήμη μου, ήρθες απόψε μακρινή.
Φερμένη από μια τέχνη μαντική.

Πρώτα, το πρόσωπό σου σχηματίζω.
Δεν άλλαξες πολύ στοιχηματίζω.

Έπειτα διοχετεύω το κορμί
σε στάση που αναβλύζει την ορμή.

Μονάχα τη φωνή σου δεν πειράζω.
Σε ανείπωτες λέξεις τη μοιράζω.

Σαν όνειρο αρχίζω να θυμάμαι.
Ξυπνώ. Μόνη στο πλάι σου κοιμάμαι.





ΕΞΑΙΡΕΣΗ


Άφησα το σώμα μου ανοιχτό όταν φανείς.
Σπρώξε την πόρτα απαλά. Μέσα κανείς

δεν κατοικεί. Έφυγα κι έμεινε βορά
στο σκύλο χρόνο που κουνάει την ουρά.

Μονάχα κάθε άνοιξη επιστρέφω
ανοίγω τα παράθυρα, το βλέμμα στρέφω

στις ρωγμές που αυλακώσανε το δέρμα −
ένα δίχτυ από ρυτίδες δίχως τέρμα.

Έξω το σκυλί γαβγίζει. Βγαίνω μόνη.
Κατ’ εξαίρεση ορμάει και με δαγκώνει.





ΜΟΝΑΞΙΑ


Όσα οι δυο μας ζήσαμε μία δύση
χώρια από μας συνέχισαν τη ζήση.

Στο παρελθόν που ανοίγονταν μπροστά τους
χωρίς τη σάρκα μπήκαν και τα οστά τους.

Και στην καινούργια τους ζωή θέση δεν
έχουμε εμείς πλέον, είμαστε στο μηδέν

συνέβη το μοιραίον. Μείναμε πίσω
στο μέλλον μας δεμένοι, ξένοι ίσως

ή εχθροί που τους ενώνει ακόμα
μια μοναξιά από κόκκαλα και σώμα.





Η ΜΟΥΣΑ


Ο ποιητής πάσχει από δόξα.
Σε κάθε ποίημα η ίδια λόξα.

Τη Μούσα κατηγορεί ευθέως
που δεν τιμήθη ως κορυφαίος.

Η επιθυμία κύκλους κάνει.
Μοναδική ελπίδα η κάννη.

Οι κριτικοί βοηθείας χείρα
τείνουν και η Μούσα του χήρα

μένει να περιμένει πάντα
τη δόξα και τον ανδριάντα.





Από τη συλλογή «Απώλεια λήθης», Οι εκδόσεις των φίλων 2019.

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Ευσταθία Δήμου, "Στη σπορά των αστεριών"





2.

Δε φταίει η θλίψη
του δειλινού, μα οι στίχοι
που γι’ αυτή μιλούν.


~*~


4.

Βροχή σιγανή,
αόρατη υφάδι
της μοναξιάς μου.


~*~


6.

Μια νύχτα πήρες
το φιλί μου. Κι ακόμα
να ξημερώσει...


~*~


9.

Κλουβί είν’ το ποίημα
κι οι λέξεις μέσα − πουλιά
που κελαηδάνε.


~*~


15.

Τέλος Αυγούστου
την ανηφόρα παίρνω
του Φθινοπώρου.


~*~


25.

Στις αγκαλιές σου
απόθεσα τις νύχτες
της αγρύπνιας μου.


~*~


38.

Στις ανηφόρες
του κορμιού σου κούρασα
βλέμμα και αφή.





Από τη συλλογή «Στη σπορά των αστεριών / Πενήντα πέντε Χαϊκού»,
Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη, 2011.

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

Κώστας Θ. Ριζάκης - Γιώργος Δελιόπουλος, "κατά ανεφίκτου γλυφές, 1"


 


Κώστας Θ. Ριζάκης
Γιώργος Δελιόπουλος
 
κατά ανεφίκτου γλυφές, 1
 
της γυναικός τριάντα παγιδεύσεις
 


 ~

Ποίηση σε δύο πράξεις

της
Ευσταθίας Δήμου

(αποσπάσματα)


[…]
Οι ποιητές Κώστας Ριζάκης και Γιώργος Δελιόπουλος, με όχημα την ποίηση και την ποιητική τους, προσήλθαν σε μία άκρως ενδιαφέρουσα συνύπαρξη μέσα στις σελίδες του παρόντος βιβλίου. Το όλο εγχείρημα, πέρα από το ενδιαφέρον που παρουσιάζει αυτό καθεαυτό, ως περίπτωση δηλαδή συγκεκριμένη, εκδήλωση της προθυμίας δύο εκπροσώπων του νεοελληνικού ποιητικού λόγου να ενώσουν τις δημιουργικές τους δυνάμεις και να φέρουν το έργο τους κάτω από την ίδια στέγη, αποτελεί και μία πρόταση για έναν εναλλακτικό τρόπο λειτουργίας της ίδιας της τέχνης, της ποίησης εν προκειμένω. Γιατί, στην πραγματικότητα, αυτό που προτείνεται εδώ είναι, όχι απλώς και μόνο η άρση και η κατάργηση του αυτοπεριορισμού, της αυτομόνωσης, του εγκλεισμού του καλλιτέχνη, ως φυσικού προσώπου, αλλά το άνοιγμα και η έκθεση του ίδιου του ποιητικού έργου σε ένα περιβάλλον επικοινωνίας που πόρρω απέχει από τη λογική της περιχαράκωσής του μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρά προσδιορισμένο από την ιδιοπροσωπία κάθε ποιητή. Αυτό, βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει, ούτε σηματοδοτεί το θόλωμα ή τη νόθευση της προσωπικής σφραγίδας, της ιδιαιτερότητας και της μοναδικότητας του ποιητικού λόγου καθενός από τους δύο εμπλεκόμενους. Ίσα ίσα που αυτή, προβάλλει με μεγαλύτερη καθαρότητα, ευκρίνεια και ένταση από τη στιγμή που το έργο υπόκειται, αναπόφευκτα, στην άμεση σύγκριση και αντιπαραβολή, επομένως, και στην ανάδειξή της. […]

Η ποίηση του Κώστα Ριζάκη είναι λαβυρινθώδης. Μοιάζει με υφαντό, πλεγμένο, κυριολεκτικά, στο χέρι, με τα νήματα της μελάνης να διατρέχουν δρόμους πρωτοείδωτους και πρωτοανοιγμένους. Δεν είναι μόνο ότι κατέχει τη δική του φωνή – και την κατέχει καλά, σίγουρα – τον δικό του τρόπο, την δική του ποιητική, είναι πολύ περισσότερο ότι όλα αυτά εκβάλλουν, αποτυπώνονται και μπορούν να αναγνωρισθούν ακόμα και στο πιο μικρό δίστιχο όπως, για παράδειγμα, αυτό που προτάσσεται στη συλλογή: καρδιά τι βλέμμ’ αλάτιζες / και σου παστώνει αλήθειες; Αν για τον Εμμανουήλ Ροΐδη ίσχυε ότι η ταυτοποίηση της γραφής του θα μπορούσε να γίνει ακόμα και σε μία μονάχα φράση, γραμμένη οπουδήποτε, το ίδιο θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς και για την ποίηση του Ριζάκη. Είναι τόσο χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο τεχνουργεί τις ποιητικές του συνθέσεις, ώστε η άπαξ γνωριμία με την ποίησή του να είναι και παντοτινή. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η τέχνη του δεν είναι γερά θεμελιωμένη πάνω στην προγενέστερη ποιητική και, γενικότερα, πνευματική παράδοση. Ίσα ίσα που, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση των ποιημάτων του, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η δύναμη και η δυναμική της ποιητικής του φωνής κρύβει και, ταυτόχρονα, αποκαλύπτει ένα υπόβαθρο πλούσιο και αρραγές, τόσο καλά χωνεμένο όμως, που δύσκολα μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η γραμμή που οδηγεί, απευθείας, σε συγκεκριμένους, προγενέστερους σταθμούς και ποιητικές μορφές. Η πιο εμφανής, ίσως, συγγένεια ή, καλύτερα, εγγύτητα είναι αυτή με το δημοτικό τραγούδι στο επίπεδο, κυρίως, του ρυθμού, νοούμενου όχι ως απόρροια της χρήσης κάποιου συγκεκριμένου μέτρου ή της συγκρότησης του στίχου πάνω σε έναν ορισμένο αριθμό συλλαβών, αλλά ως κυμάτισμά του, ως διάθεση και τρόπος έκφρασης της εσωτερικότητας και μιας θυμοσοφίας στέρεα θεμελιωμένης πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη. […]

Η ποίηση του Γιώργου Δελιόπουλου τεχνουργείται πάνω σε ένα ιδιαίτερο ύφος και ήθος. Το στοιχείο εκείνο που τη διαφοροποιεί και τη συνέχει είναι η ιδιότητά της να συλλαμβάνει τον παλμό του σύγχρονου ανθρώπου και την αμφιθυμία της εποχής. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μία ποίηση απολύτως σύγχρονη, μία ποίηση που ανατέμνει το παρόν, που εισδύει, μέσα από την παρατήρηση των εξωτερικών εκδηλώσεων του ανθρώπου, στον εσωτερικό του κόσμο για να διερευνήσει τις συνθήκες και τον τρόπο δόμησης και λειτουργίας του. Από αυτήν την άποψη, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί, ότι η ποίησή του προσιδιάζει ή προσεγγίζει την τέχνη του θεάτρου στο μέτρο που αυτή εναγκαλίζεται τη συγχρονία, πλάθει την αναπαράστασή της και προβαίνει, με τον τρόπο αυτό, στην διερεύνησή της και στην διαμόρφωση μιας νέας πρότασης για τον άνθρωπο και τον κόσμο του. Ποίηση επεμβατική και διορθωτική, λοιπόν, αλλά και ποίηση βαθιά ανθρωποκεντρική και ανθρωπογνωστική. Γιατί, στην πραγματικότητα, αυτό που επιδιώκει ο Δελιόπουλος είναι η γνωριμία του με τον άνθρωπο και η βαθιά γνώση της «ποιητικής» του, νοούμενης ως του τρόπου με τον οποίο δομείται, υφίσταται και υπάρχει. Αυτή η απόπειρα αποκτά ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην συγκεκριμένη περίπτωση από τη στιγμή που στο ποιητικό του εργαστήρι μπαίνει, ως πρώτη ύλη, η γυναίκα με την πολύπτυχη και πολύπλευρη ψυχοσύνθεσή της. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος, «γυναίκα θάλασσα γυμνή». Ανακαλεί τη γνωστή φράση «πυρ, γυνή και θάλασσα», που παραπέμπει ευθέως και ασυναίσθητα στην μορφή της θεάς Αφροδίτης και που περικλείει και υποδηλώνει την πρόθεση και την στόχευση του ποιητή, την προσέγγιση δηλαδή και την καταβύθιση στην γυναίκα με τον ίδιο τρόπο που βυθίζεται κανείς στη θάλασσα, απόλυτα ελεύθερος και απαλλαγμένος από τα βαρίδια του κορμιού και της ψυχής. Στο σημείο αυτό φαίνεται πως αναδύεται και ένα αίσθημα ερωτισμού που κινεί τη γραφίδα του ποιητή και υποβάλλει τη διάθεση και τον τόνο. Το αίσθημα αυτό δεν μετριάζεται, αντίθετα ενισχύεται από την επιλογή του ποιητή να συνθέσει τα ποιήματά του επιφυλάσσοντας για τον ίδιο τον ρόλο και τη «φωνή» της γυναίκας. Πρόκειται για μία ακόμα ένδειξη της θεατρικότητας που διαπνέει τα ποιήματά του, μία καθαρά θεατρική τεχνική που συνίσταται στην «ηθοποιία» του ποιητικού υποκειμένου. […]



~


στο τσακ
των αμυγδάλων

του
Κώστα Θ. Ριζάκη


ο νόμος του έρωτα

                                  στην ποιήτρια Ευσταθία Δήμου − ότι
                         έγκυρος η «μαρτυρία» της κι άρα ευσταθεί


να κατευθύνσεις το κορμί πάντα προς το παράθυρον
κ’ ίδια να εξαρτάς την ούγια σου από φως − να ’ναι
χτιστός ο καθ’ εμπρός ανήφορος που να κοντανασαίνεις
(καμία πράξη αναίτιος λες όταν ξηλών’ η ανάγκη)
ρίχνει δροσιάς ο διάπυρος διάσελ’ αφροξενύχτια

κι όπως μπαλώνονται καιροί να σου ξανά
το χιόνι να την η αμείλικτη καημών ζητάει αν
σε στεγάσει να μην κλωτσήσεις αγκαλιάς βαρύ
ποτάμι κρίμα κι άμα πηγαίνεις βροχερός πώς

ο μαγκίτης κι άοπλος σου χρειμαρρώνει κλάμα;




επίγειος μαγγελάνος


– πώς παροπλίστηκε η θεά στα χώματα σε λάσπες;

ψέμμα τριανταέξ μηνών γκάστρωσες την γκορτσιά
αλλά τ’ αχλάδια όλα στυφά σκληρότατα διαβόλου
κέρατα τρισκατάρατα το πάθος σού αφαιρέσαν
μεζέ το αίσθημα σούβλισες φτύνοντας το κατάπιες

να φύγεις θέλω; τι να πω; πάλι όμως θα το αντέξω;
νυχτώνει κάποτε ο καιρός μαύρα κρεμώντας κρόσσια
κι ένα προς έν’ αν τα τραβώ το δίλημμα απευθύνω

πένθους ριπάς καθέλκυσα· πού ξώφαλτση μι’ αλήθεια;



~


γυναίκα θάλασσα γυμνή

του
Γιώργου Δελιόπουλου


ως έλαφος διψώσα


Δεν κατοικώ ψηλά στα ρετιρέ ασπάραχτη
ούτε η ζωή μου είναι φουλ επιπλωμένη
σε δάση μέσα κρύβομαι σε φυλλοβόλα ψέματα
και μηρυκάζοντας το χώμα περιμένω

ντυμένη χρυσοκέρατη στα ρούχα της βιτρίνας
όλο αρώματα βαριά μήπως μυρίσει ο φόβος
καθώς μασώντας μοναξιά με φέρνουν γύρω βόλτα
οι πεινασμένοι κυνηγοί, τα σαρκοβόρα βλέμματα

κι ακούω δίπλα μου τα κρακ! να σπάνε τα κλαδιά
όμως δεν τρέχω πουθενά, με πρόλαβαν οι σφαίρες
δε φώναξα βοήθεια, δεν άνοιγαν οι πόρτες
το ματωμένο τρίχωμα δεν είδατε ποτέ;

σκούπισα −φαίνεται καλά− το δάκρυ στον καθρέφτη
έντυσα με χαμόγελα στα ράφια τις κορνίζες
κι όταν με τρύπαγαν τα βέλη τους βαθιά
τα βογγητά μου έγραφα κάτω απ’ το μαξιλάρι

στάλα δεν έχυσα ντροπή στην ανθισμένη άνοιξη
απ’ τις κραυγές δεν τσαλακώθηκε η σιωπή
κι εσύ μανούλα που γεννάς ακόμη ελαφίνες
θύματα δίχως κέρατα σε δάση κυνηγών

τι μου ζητάς να ξεδιψάσω, πνίγομαι.




μεθόρια


Τα βλέμματά μας κυλιόμενα μπαλόνια
συναντηθήκαμε πριν χωριστούν

καθώς ανέβαινες την τύχη σου
για την εξέδρα με τις παρελάσεις
το πεπρωμένο μου ξεφούσκωνε
σ’ ένα υπόγειο κελί

μα και οι δύο ακροβατήσαμε
πάνω στα σύνορα του Ανθρώπου
ένα λεπτό κενό αέρος

πριν επιλέξουμε για την καρδιά μας
στρατόπεδο προς το παρόν.





Από το βιβλίο των Κώστα Θ. Ριζάκη και Γιώργου Δελιόπουλου,
«κατά ανεφίκτου γλυφές, 1 - της γυναικός τριάντα παγιδεύσεις», Εκδόσεις Α Ω, 2021.
Με εκτενή προλεγόμενα της Ευσταθίας Δήμου
και εικαστική παρέμβαση της Γλύκας Διονυσοπούλου.