Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουγιουμτζή Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουγιουμτζή Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Μαΐου 2023

Μαρία Κουγιουμτζή, "Ο χορευτής" (από τη συλλογή διηγημάτων "Forever")




Ο χορευτής


Όταν ο δημοσιογράφος Ρόουζ συνάντησε τον διάσημο χορευτή Γκένιους σκύβοντας με κάποιο θράσος πολύ κοντά στην ολόξανθη κεφαλή του, τον ρώτησε αν είναι αλήθεια πως είναι αρραβωνιασμένος με την αμφιλεγόμενης αξίας χορεύτρια Νεκρίνα που διέπρεπε στο θέατρο Άβατον ερμηνεύοντας την Σαλώμη. Ο Γκένιους χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του σήκωσε με χάρη τους ώμους  ρωτώντας, από πού προέκυψε αυτό. Ο Ρόουζ κάπως απειλητικά και ταυτόχρονα δουλικά του είπε πως τον αναγνώρισαν να κάθεται στο θεωρείο που κρατούσε εκείνη για τους προσωπικούς φίλους της, προσηλωμένος στον χορό της τόσο, που δεν αντιλήφθηκε πως το θεωρείο είχε γεμίσει ασφυκτικά από τους θαυμαστές του που σπρώχνονταν, με υποκλίσεις και βγάλσιμο του καπέλου, ποιος θα του συστηθεί πρώτος.
       Ο χορευτής είπε τότε ήσυχα πως ήταν γνωστό ότι πολλοί μιμητές της εμφάνισής του κι όχι της τέχνης του απολάμβαναν ένα ψεύτικο θαυμασμό και μερικές ερωτικές νύχτες με αφελείς γυναίκες, πλαστογραφώντας το παρουσιαστικό, το ντύσιμο και μερικές απ’ τις ατάκες του. Απ’ όλους αυτούς έλειπε ο αέρας που δίνει η αυθεντικότητα, ενώ το πρόσωπο και οι κινήσεις τους είχαν κάτι το υπερβολικό και ταυτόχρονα κενό, όπως κάθε τι το ψεύτικο. Η ομιλία τους εκτός της ελαφρότητας των λόγων τους είχε ένα αξάν απωθητικό, καθώς άφηνε το ίχνος μιας εσωτερικής τσιρίδας. Ένα έμπειρο μάτι δεν χρειάζεται παρά μερικά λεπτά για να ξεχωρίσει την απάτη, ενώ για την τέχνη του και της χορεύτριας την οποία αγνοούσε, ίσως χρειαζόταν χρόνια για να εδραιωθεί ή να αποκατασταθεί ή να καταποντιστεί η αξία τους.
      Η τέχνη έχει τον χρόνο με το μέρος της ή εναντίον της. Όμως ο ίδιος ο χρόνος φαίνεται να αδιαφορεί παντελώς, στην καλύτερη δε περίπτωση κτίζει ένα μαυσωλείο και τους τοποθετεί εκεί ακίνητους και θαμπούς από τη σκόνη.
       Παρόλο που ο δημοσιογράφος έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, παρατηρώντας εκ νέου την κορμοστασιά και το πρόσωπο του χορευτή, δεν ήταν σίγουρος αν μιλούσε με τον ίδιο τον Γκένιους ή με κάποιον από τους μιμητές του. Ένιωσε μια τρομώδη απέχθεια σκεπτόμενος ότι κρατούσε το διπλό κλειδί, του σημαντικού και του ασήμαντου, άχρηστο και ταυτόχρονα απαραίτητο, για την προστασία που πιθανόν παρείχε στη θνητότητα και των τριών τους.


Τα λόγια, η ευφυής ασάφεια των προθέσεων, το λαμπρό περιτύλιγμα των ενδυμάτων του Γκένιους, η κομψότητα και η χάρη του, η πληθώρα των κουστουμιών της Νεκρίνας που η φαντασία των ειδικών μόδιστρων της παρείχε, ως προς τον χρωματισμό, τον όγκο των φορεμάτων που σάρωναν τη σκηνή, και των κοσμημάτων που στόλιζαν τα γυμνά μέρη του σώματός της, κάτι που εξωθούσε τους θαυμαστές της σε παραλήρημα, όλη αυτή η ζωντάνια, το πάθος, η ευεξία της συναναστροφής, η λάμψη που εξέπεμπε η ίδια η ανθρώπινη παρουσία, οι σαμπάνιες και τα πούρα που ακολουθούσαν μετά την παράσταση, οι δυνατές φωνές, ο σίφουνας του χορού πάνω στην πίστα με τις εκρήξεις των φώτων και της μουσικής, η επαφή των σωμάτων, έμοιαζε σαν ένα θέαμα και μια δημιουργία έργου, που έτσι κι αλλιώς έσβηνε, χανόταν, υποχωρούσε σε μια ανευθυνότητα του χρόνου που ακάματος την επαναλάμβανε αενάως με νέους πρωταγωνιστές και κομπάρσους.


Εντούτοις ο Ρόουζ παρηγορήθηκε σύντομα όταν στρίβοντας τη γωνία, είδε να πλησιάζει ένας νέος μιμητής, γεμάτος κομψότητα και χάρη, ή ο ίδιος ο υπέροχος Γκένιους διασχίζοντας με θάρρος και ορμή τον δρόμο και ήταν σαν να του πρόσφερε ένα πικρό καφέ που η πίκρα του κατέληγε σε απόλαυση, ή ίδια η ζωή του έβαζε στα χείλη ένα δυνατό ποτό που του έφερε ηδονική ζάλη.


Μαρία Κουγιουμτζή




Από τη συλλογή διηγημάτων «Forever», Εκδόσεις Καστανιώτη, 2023.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Μαρία Κουγιουμτζή, "Ποιήματα"





Αλκίνοος


Μη
τον μικρό μου φίλο τον Αλκίνοο
που τρώει με το δάχτυλο το μέλι,
βουίζουνε στον ουρανίσκο του οι μέλισσες,
το φιλντισένιο όστρακο
των κυανών ματιών του
ουρά χελιδονιού ψαλίδισε
περνώντας η σκιά της.
Μη,
έτσι ολόγυμνος π’ αποκοιμήθηκε
κάτω από της μουριάς τα φύλλα
και στάζουν οι χυμοί από τα μούρα της
σαν κοκκινάδια άσεμνα
στο τρυφερό του σώμα,
μην τον ξυπνάτε.



Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)





Η έρημος


Είναι η έρημος παράδεισος,
ανθίζουν σπάνια λουλούδια.
Άσπρα ελάφια
παίζουν μ’ άσπρους λύκους.
Μονόκεροι μ’ αμέθυστους φτερά πετάνε.
Ολόξανθες πεταλούδες ιππείς
στη ράχη κόκκινων πουλιών αλόγων.

Γελάς, και πέφτουν μαργαρίτες απ’ το γέλιο σου
κάνουν τα φύλλα τους βαρκούλες τα μυρμήγκια
κι οι μέλισσες τις σέρνουν με τ’ αγκίστρι τους
στο ζαλισμένο αέρα τσαϊράδα.
Μες στις αιώρες της δροσιάς
λικνίζονται της αχλαδιάς τα φύλλα,
κοιμάται πάνω τους η βελουδένια κάμπια,
ένα μαμούθ έσκυψε και τη φίλησε
κι έμεινε το μεταξωτό της χνούδι
σκουλαρίκι στο μεγάλο αυτί του.

Ο ήλιος που μήτε έδυε, μήτε ανέτειλε,
με τις χρυσές χορδές έπαιζε της κιθάρας του
και χόρευαν μεθυστικά τα πράσινα φιλιά της χλόης.

Έρχονται οι έρωτες σε διάφανα έλκηθρα
κρούουν με τύμπανα τ’ ατλάζι της ψυχής σου,
δεν σχίζεται, ηχεί.

Είναι επόμενο
να βλέπεις τόσα οράματα
αφού εξόριστη στην έρημο βαδίζεις.



Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007)





Η ερώτηση που δεν μ’ αγαπούσε


Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.
Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.
Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.



Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)





Όνειρο


Μες στη φωτογραφία του
κοιμάται ο νέος ναύτης
η άσπρη φορεσιά τού αφαιρεί το βάρος
θαρρείς λευκό και θαλασσί
μπαλόνι που υψώνεται
χαράζοντας μια φωτεινή γραμμή
στα μάτια της γυναίκας
π’ αγρυπνάει.


Δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007)





Μη βλέπεις


Μη βλέπεις
πώς μοιράζει τα χαρτιά
πώς κόβει τον βαλέ και πώς τη ντάμα
πώς ρίχνει τα σπαθιά μες στις καρδιές
κι απλώνεται το αίμα
στο μονό του στρώμα.

Εσύ να βλέπεις
τους δυο λύκους μες στα μάτια του
καθώς ρουφάνε το κελαρυστό μεδούλι
απ’ τα δικά σου.



                                       (Ανέκδοτο ποίημα)





Ανθοδέσμη


Σε μια μεταξωτή θηλιά κορδέλα
τα κίτρινα τριαντάφυλλα σπαράζουν
Τα δάχτυλα των φύλλων τους
βοήθεια ζητάνε μες στο θολό νερό,
για να σωθούν
γαντζώνονται στ’ αγκάθια
ξεσκίζοντας την πράσινή τους σάρκα.



                                       (Ανέκδοτο ποίημα)





Πηγή: Ο διαδικτυακός τόπος «Translatum».
Περισσότερα ποιήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή μπορείτε να διαβάσετε στον σύνδεσμο:
Θερμές ευχαριστίες στην κυρία Βίκυ Παπαπροδρόμου για την ευγενική παραχώρηση της άδειας σταχυολόγησης των ανωτέρω ποιημάτων.

Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Μαρία Κουγιουμτζή, "Όλα μπορούν να συμβούν μ' ένα άγγιγμα"




ΜΕ  ΤΗ  ΓΙΑΓΙΑ


Στη Λένα Αγαθοπούλου
και στον Δαβίδ Μπράβο


ΜΕΡΙΚΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΑ η μαμά με πήγαινε να μένω στο σπίτι της γιαγιάς.
Το σπίτι ήταν πάνω στο λόφο της Τριανδρίας, ακόμα δεν είχε αναπτυχθεί ο συνοικισμός, μερικά σπιτάκια μόνο.
Δεν είχα και πολύ μεγάλη χαρά που πήγαινα στη γιαγιά, γιατί ήταν πάντα μουτρωμένη, διαρκώς θυμωμένη με τον παππού, αν και ο παππούς είχε πεθάνει πριν ακόμα γεννηθώ, δεν τον ήξερα παρά μονάχα από κάτι φωτογραφίες που ήταν πάνω στο τραπέζι στηριγμένες σε ποτήρια νερού, όπου έγερναν μισοξεραμένα τα λουλούδια που έκοβε από την αυλίτσα της.
Στεκόταν συχνά μπροστά σ’ αυτές τις φωτογραφίες, και τον μάλωνε τεντώνοντας το δάχτυλό της. Κάπου κάπου ξεχώριζα: Έπρεπε εγώ να φύγω, για να μάθεις.
Είχε μανία με τη βρωμιά, δηλαδή ήτανε όχι απλώς τσαπατσούλα, αλλά βρωμιάρα του καλού καιρού. Βρε μάνα πάρε και καμιά σκούπα, της γκρίνιαζε η μητέρα μου. Σύρε εσύ που όλα τα ξέρεις και σκούπισε το δάσος, ξεσκόνισε τα φύλλα των δέντρων και τα χωράφια. Άμα ο Θεός ήθελε να σκουπίζουμε, θα φύτρωνε σκούπες, απαντούσε θυμωμένα.
Το συμμάζεμα του σπιτιού το αγνοούσε. Πολλές φορές πάνω στο τραπέζι με τα ποτήρια και τα λουλούδια –που το χρησιμοποιούσαμε και για να φάμε– κυκλοφορούσαν πράσινες και μαύρες ψείρες απ’ αυτά τα λουλούδια και πήγαιναν στο ψωμί, που δεν το σήκωνε μετά το πρωινό, χώρια τα μυρμήγκια κι οι μύγες που βολτάριζαν ανενόχλητα. Μόνο στο κρεβάτι της δεν ανεχόταν βρωμιές. Όταν το βράδυ τής ξέφευγα και, ξεθεωμένη ξεθεωμένη καθώς ήμουν απ’ τα παιχνίδια –τα σπίτια λιγοστά αλλά τα παιδιά πολλά–, χωνόμουνα στο στρώμα αμέσως μετά το τσάι που πίναμε, πασπαλισμένο με μπόλικη κανέλα και ζάχαρη για να μοιάζει με σαλέπι, και μ’ έπαιρνε ο ύπνος στο δευτερόλεπτο, ερχόταν με μια λεκανίτσα κι ένα πατσαβούρι, έβαζε ένα κομμάτι μουσαμά κάτω απ’ τα πόδια μου κι άρχιζε να τα πλένει τρίβοντας ένα ένα τα δάχτυλα. Ύστερα με γύριζε μπρούμυτα και μου ξεβρόμιζε τις γάμπες. Όταν τελείωνε μου έδινε μια ξυλιά στον πισινό και μου ευχόταν όνειρα γλυκά. Στον νεροχύτη κάτω απ’ το μουσλούκι, –δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό– τα πιάτα μύριζαν άπλυτα σε στοίβες, το κιλίμι στο πάτωμα γεμάτο λαδιές, η λάμπα καπνισμένη και οι αράχνες κάνανε κούνια όταν άνοιγες την πόρτα κι έμπαινε ο αέρας, αλλά εκείνη κάθε βράδυ γυμνωνόταν ως τη μέση και όχι μόνο πλενόταν αλλά έλουζε και τα μαλλιά της. Έβλεπα την πλαδαρή σαν ζυμάρι πλάτη της, λίγο απ’ τα πετσιασμένα στήθια της κι ένιωθα πως πλένεται για να φύγει από πάνω της εκείνη η μυρωδιά του μπαγιάτικου κορμιού της που ενώνονταν με την μυρωδιά του σπιτιού, σαν μουχλιασμένο ψωμί. Μετά έβαζε ένα μακρύ σώβρακο και μια φανέλα του παππού και, μ’ αυτά για νυχτικό, κοιμόταν. (Όταν ο καιρός ήτανε κρύος, τυλιγόταν μ’ ένα παλιό παλτό του, που σερνόταν πάνω της και πίσω της, και μ’ αυτό σκάλιζε τον κήπο της και τάιζε τις κότες της.)
Γιαγιά, γιατί πάλιωσε τόσο πολύ το σώμα σου; την ρώτησα μια μέρα.
Γιατί μου το τρώει ο χρόνος, όπως θα φάει και το δικό σου, μου είπε απότομα. Κι ύστερα δεν ξέρω τι είδε στα μάτια μου και μαλάκωσε: Μη σκας όμως, είναι πολύ νωρίς για σένα, θα περάσεις πολλά βάσανα για να με φτάσεις.
Τη γιαγιά την έλεγαν Ελισσώ και τον παππού Τριαντάφυλλο.
Ωραία ονόματα έχετε, είπα.
Τι να το κάνεις, τι αξία έχουν τα ονόματα αφού σαν πεθάνεις εσύ και οι δικοί σου δε θα σε ονοματίζει κανείς, θα σε ξεχάσουν όλοι; Κι αυτούς που τους θυμούνται, τους σπουδαίους, τι έγινε; Σάματις εκείνοι το ξέρουν; Κι κείνο τον παπα-Αργύρη… −Παπαδιαμάντη, είπα− εσύ ξέρεις, που μου διάβασες προχτές ένα ωραίο κομμάτι, πολύ χριστιανικό, σοφός άνθρωπος, τι να το κάνεις, αύριο δεν θα θυμάμαι τίποτε απ’ αυτά που έλεγε, αλλά τη σούπα μου τη θυμάμαι πολύ καλά πώς να την κάμω. Αμ πώς για; Έτσι είναι ο άνθρωπος, ’γωιστής, τι νομίζεις, μόνο τα μούτρα του τον νοιάζουνε. Ξέρεις εσύ ματμαζέλ πώς ’λέγαν τον δικό μου παππού και τη γιαγιά; Κι ας είχαν ακόμα πιο ωραία ονόματα. Την γιαγιά μου την ελέγανε Δροσιά και τον παππού μου Αχιλλέα, κι ήτανε όμορφοι και καρπεροί, μα δεν απόμεινε κανένα σπλάχνο τους να τους θυμάται. Ακόμα κι εγώ βλέπω σε μια θαμπάδα το πρόσωπό τους. Γι’ αυτό παίρνουμε τα ονόματά τους, για μια συνέχεια. Σιγά τη συνέχεια… Αυτό κάνει το χώμα, τα καταπίνει όλα, κατάλαβες; Έτσι θα με καταπιεί κι εμένα που μακάρι να κόντευε η ώρα μου. Και να πεις πως χάρηκε κανείς την ζωή του; Του παππού σου τ’ άρεσε να τραγουδά και να γυρίζει στα δάση και στις ερημιές, ν’ ανασαίνει καθαρό αέρα, κι όμως ήτανε αναγκασμένος να ζει σ’ ένα μπουντρούμι, στο σιδεράδικο, να ’χει για εικόνα του όλη μέρα τενεκέδες και σίδερα, αντί για δέντρα και πουλιά. Χαράμι φεύγει η ζωή μας, χαράμι. Άι… πώς θα ’θελα να ’χα γεννηθεί πουλί κι όχι άνθρωπος. Πολλά βάρη φορτώθηκε ο έρμος σ’ αυτή τη ζωή.
Και που ’ναι τα δικά σου βάσανα, γιαγιά, όλη μέρα στον κήπο είσαι, μέσα στα τριαντάφυλλα και στον καθαρό αέρα…
Να σου δώκω μια στο κεφάλι να διεις τα βάσανά μου. Άμα μην κοιτάς τώρα που γέρασα, να διεις τι τράβηξα σαν ήμουν νέα, να μεγαλώσω τη μάνα σου και να χάσω το συχωρεμένο τον αδερφό μου. Τον στείλαμε στο στρατό με τραγούδια και χαρές, τόσο τρελοί ήμασταν, ακούς εκεί, να χαίρεσαι που το παιδί σου θα μάθει να σκοτώνει, μα τον εφέρανε σκοτωμένο. Ξέρεις τι είναι να χώνεις κοτζάμ παλικάρι στο χώμα; Τη μάνα μου την τραβούσανε πέντε νοματαίοι για να μη χωθεί στον λάκκο μαζί του. Άμποτε να μη μάθεις ποτέ τι σόι είναι το βάσανο. Να σκώνεσαι απ’ το σκοτεινό πρωί και να γυρίζεις απ’ τη δουλειά το μαύρο βράδυ. Ακόμα και τα γαϊδούρια καλύτερα ζούσαν, τα ταΐζαμε εμείς, δεν είχαν μετά την κούρασή τους να μαγειρέψουν και να πλύνουν για τέσσερα άτομα. Κατάλαβες; Κατάλαβα να λες. Ακούς εκεί, πού τα βρήκα εγώ τα βάσανα; Απ’ τον μπακάλη τ’ αγόρασα θαρρείς; Ξέρεις τι θα πει να θάψεις τον αδερφό σου και τον άντρα σου; Απ’ τη μια μέρα στην άλλη να μάθεις πως δε θα τους ξαναδείς σ’ αυτόν τον κόσμο; Κι εκειπά στον πόλεμο μου κάψανε και το σπίτι, γι’ αυτό ανέβηκα εδωπά, στις ερημιές.
Ποιοι σ’ το κάψανε γιαγιά;
Τι σημασία έχει για το σπίτι ποιος το ’καψε, εκείνος ή ο άλλος; Το σπίτι κάηκε, πάει. Κόντεψα να γίνω μπουρλότο κι εγώ, να καώ ζωντανή. Κι ύστερις οι Γερμανοί μού δολοφόνησαν τον μπαμπούλη μου και το θειο μου. Ως εκεί απάνω ήταν ο μπαμπάς μου, χα να σ’ έκανε έπεφτες κάτω. Ξέρεις εσύ τι αίσχη είδανε τούτα τα μάτια σ’ αυτή τη ζωή; Αδέρφια ν’ αλληλοσκοτώνονται, κορίτσια να μαγαρίζονται. Καμιά φορά είναι να ντρέπεσαι που είσαι άνθρωπος. Ξέρεις αυτά τα στραβοπόδαρα, στην Κατοχή, τι δρόμους, τι ανηφόρες και κατηφόρες περπατήσανε, μέσα στο λιοπύρι, στη βροχή, στο φονιά τον βαρδάρη; Για μια χουφτίτσα στάρι αλωνίσανε όλα τα γύρω χωριά. Για λίγο λαδάκι ξεπούλησα την προίκα μου. Κατάλευκο λινό τα σεντόνια, κοφτά στο κεφαλάρι, και τα μαξιλάρια ασπροκέντι και αζούρ και ταντέλα του βελονιού. Ακόμα και τα βρακιά μου τα ’χε η μάνα μου ποδογυριάσει με ταντέλα που έπλεξε με τα χεράκια της. Άμα εσείς τώρα πώς να μας καταλάβετε που τα ’χετε όλα στο χέρι, που μασημένα τα βάζετε στο στόμα!... Γι’ αυτό είναι άνοστα, δεν έχουν τη γλύκα του ιδρώτα. Όταν εγώ ζύμωνα πέντε δέκα οκάδες αλεύρι, η μάνα μου μου ’λεγε πως όταν ιδρώσει το πράμα μου τότε θα ’ναι έτοιμο το ζυμάρι. Καλά κάνεις και κατεβάζεις το κεφάλι και ντρέπεσαι, καλά κάνεις, έτσι λέω εγώ.
Εκτός απ’ τη μανία του μπανιαρίσματος, είχε πάθος με τον κηπάκο της. Με το χώμα. Σκάλιζε και πότιζε ώρες, ξεβοτάνιζε, χαϊδολογούσε τα φυτά της, τα μιλούσε, τα έδινε φιλιά, κι όταν σπανίως τα έκοβε, τα έβαζε σαν να τα πετούσε μέσα στα ποτήρια κι έπαυε ν’ ασχολείται άλλο μαζί τους.
Γιατί, γιαγιά, δεν τα μιλάς, δεν τα λες γλυκόλογα, αυτά που κόβεις; ρωτούσα.
Γιατί είναι πονηρόμουτρα, μου απαντούσε, αλλά ποτέ δεν ήξερα τι εννοούσε. Καμιά φορά συμπλήρωνε: Σαν τον παππού σου, που τον πήρε ο διάολος και τον ρούφηξε, Θε’ μου σχώρα με.
Και τότε τα παρατούσε όλα και πήγαινε μπροστά στη φωτογραφία του και μουρμούριζε για ώρα με τεντωμένο το δάχτυλο.
Άλλη μανία της γιαγιάς ήταν να φτιάχνει σούπες, κομπόστες, κρέμες, γιαούρτι, ποτέ της δεν μου ’φτιαξε καμιά πίτα, κανένα κεφτεδάκι. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως επειδή ήταν φαφούτα δεν έτρωγε παρά μόνο χυλούς. Πάντα της ήταν εγωίστρια, έλεγε η μαμά. Εγωίστρια και σουρτούκα. Όλο τον κόσμο αλώνιζε, μην της έλεγες να κάτσει στο σπίτι.
Ειδικά είχε μανία με το γιαούρτι, που το έφτιαχνε μόνη της με το φρέσκο γάλα, το είχε όχι μόνο για τροφή αλλά και γιατροσόφι. Ακόμα κι όταν είχα πολύ πυρετό, μου το έχωνε στο στόμα με το ζόρι, παρόλο που πολλές φορές το ξερνούσα μεταμορφωμένο σε τυρί. Για διες, έλεγε τότε, ο πυρετός σου το ’βρασε.
Ένα άλλο φάρμακο, που το έδινε όμως με προσοχή και σε σπάνιες περιπτώσεις, ήταν ο χυμός της πικραγγουριάς. Την είχε φυτεμένη σε μια γωνιά του μικρού της κήπου, κι έβγαζε ωραία κίτρινα λουλούδια. Μη τα πειράζεις αυτά, μου έλεγε, είναι δηλητήριο. Διατηρούσε το χυμό από τους βολβούς και τις ρίζες σ’ ένα μικρό μπουκαλάκι κι από κει με το σταγονόμετρο σου ’δινε να ρουφήξεις μια δυο σταγόνες. Κόντευες για μερικά λεπτά να σκάσεις, κοβόταν η ανάσα σου, πρηζόταν η μύτη σου, αλλά τις πιο πολλές φορές θεραπευόσουν. Ήταν ισχυρό αντιφλεγμονώδες.
Εικονίσματα δεν υπήρχαν στο σπίτι της, ούτε κανένα καντήλι να φωτίζει τη νύχτα. Δεν είχα πού να προσευχηθώ −γιατί η μαμά με είχε μάθει κάθε βράδυ να γονατίζω και να λέω την προσευχή μου− και παρ’ όλες τις ενοχές μου πολύ με ευχαριστούσε που είχα απαλλαγεί απ’ αυτό όταν ήμουν στης γιαγιάς.
Γιαγιά γιατί δεν έχεις εικόνα του Χριστού και της Παναγίας, πού προσεύχεσαι;
Την εικόνα τους την έχω μέσα μου κι εκεί τους μαλώνω που μου πήραν τον παππού σου κι εμένα με άφησαν σαν κούτσουρο. Μόνη κι άραχλη. Κάθε μέρα παρακαλάω να με πάρουν, να κάτσω δίπλα στον παππού αλλά αυτοί μου παίζουν τον κουφό.
Ούτε στα μνήματα πας.
Τι να κάμω εκεί; Να μυρίσω τα κόκαλά του; Άμα πάω θα σκάψω το χώμα και θα πλαγιάσω πλάι του.
Αν δεν αυτοκτονούσε −σκασίλα της τι έλεγε και τι δεν έλεγε ο Θεός− ήταν γιατί ο Παντοδύναμος δε θα της επέτρεπε να ξαναδεί τον παππού. Έτσι θα την τιμωρούσε. Ακούς εκεί, τέτοιο κουμάντο!... Κι ας έλεγε πως μας έπλασε ελεύθερους… τι να την κάνω αυτή την ελευθερία αφού θα την πληρώσω πανάκριβα; Ουφ… Μου φαίνεται πως μας έφτιαξε για να παίζει. Τι για!
Ποτέ της δεν με χάιδεψε, δε μου ’πε ένα παραμύθι. Όμως μου τραγουδούσε. Και στο τέλος έσερνε εκείνο το αμάααααν, ώσπου με πιάναν τα κλάματα. Τι να την κάνεις τη ζωή κι αν είναι άλλη τόση, αφού υπάρχει ο θάνατος και το κορμί θα λιώσει. Κι ύστερα μου ’δινε χαϊδευτικά μια στο κεφάλι. Τι κλαις εσύ, βρε χαϊβάνι, εσύ όλους τους έχεις, δεν έχασες κανέναν.
Έχασα τον παππού, είπα θυμωμένη.
Μπρε, μωρ’ τι μας λες, και πότε τον είχες; Αν δεν ήταν στο χαρτί, δε θα ’ξερες τι χρώμα είχαν τα μάτια του.
Μου το λες εσύ, γιαγιά, στη φωτογραφία δε φαίνονται. Πες μου, ήταν καλός;
Τι θα πει καλός και κακός... Ήταν.
Και σ’ αγαπούσε γιαγιά;
Αν μ’ αγαπούσε δε θα μ’ άφηνε, ύστερις αυτά δεν τα ρωτούσαμε, δεν τα λέγαμε, σου λέω ήταν ο αγέρας που ανάσαινα, τι άλλο θέλεις... Τώρα είμαι πνιγμένη, αλλά δεν ψοφάω η σκύλα, που κακό ψόφο να ’χω.
Ήταν όμορφος ο παππούς γιαγιά;.
Για μένα ήταν. Ήταν ο ήλιος μου, ο αγέρας μου. Ήταν η κλίνη μου, η ζέστα μου, τα όνειρατά μου. Μ’ άφησε ένα στραβάδι, δε βλέπω τον κόσμο, δεν τον θέλω. Κι ύστερα έβγαζε φωνή: Πώς το ’κανες αυτό, πώς με μαχαίρωσες χωρίς μαχαίρι, πως γέμισες το στρώμα μου με χώμα; Και μαλλιοτραβιότανε κι άρχιζε τα αμάααααν και τα οοοοοχ.
Όταν η μαμά τραγουδούσε τραγούδια του Αττίκ, η γιαγιά την κορόιδευε, αυτά είναι πιο νερόβραστα κι απ’ τις σούπες μου, έλεγε…
Τα μάτια της γιαγιάς τώρα που είχε γεράσει ήταν σαν δυο πρασινόμαυρες κουτσουλιές, όμως όταν σπάνια γελούσε έβγαζαν χρυσοπράσινες φλογίτσες που απλώνονταν στο πρόσωπό της και το γλύκαιναν. Το αντίθετο γινόταν με το στόμα της. Είχε ξεχειλωμένα παχιά χείλη και, όταν χαμογελούσε, το στόμα της μεγάλωνε υπέρμετρα κι αυτά τα χείλη πλάταιναν κι έμοιαζαν σαν πιάτα που πάνω τους τα ξεδοντιασμένα ούλα της ήταν σαν φτυσμένα κουκούτσια. Ένα χάλι μαύρο. Κι επιπλέον η μύτη της  έσκυβε και μύριζε αυτά τα βρωμοκούκουτσα.
Ρωτούσα τη μαμά γιατί η γιαγιά ήταν τόσο άσχημη. Πώς σου ήρθε; έλεγε ξαφνιασμένη. Η γιαγιά ήταν όμορφη στα νιάτα της παρ’ όλο το μεγάλο στόμα της. Μη βλέπεις τώρα που σούφρωσε, είναι απ’ τα γεράματα.
Ο παππούς ήταν όμορφος μαμά;
Σα να ήταν και σα να μην ήταν. Πάντως ήταν μεγαλόσωμος, λεβέντης, η γιαγιά ανέκαθεν ήταν σαμιαμίδι, μπορούσε ο παππούς να τη σηκώσει με το ένα του δαχτυλάκι. Όμως τον έκαμε ό,τι ήθελε, τον τρέλαινε με τη βρωμιά και τα πλυσίματα της, αλλά τον φρόντιζε σαν μικρό παιδί. Μόλις γύριζε από το σιδεράδικο, του είχε έτοιμο ζεστό νερό −το ζέσταινε πάνω στην γκαζιέρα− και του έπλενε τα πόδια. Να δεις αυτή η βρωμιάρα με τι προσοχή, τι αγάπη, τι τρυφερά, έπιανε τα δάχτυλα και τη φτέρνα και τα καθάριζε χαϊδολογώντας τα κι ύστερα τα σφούγγιζε απαλά όπως σφουγγίζεις το γεννησούδι. Του περνούσε ακόμα και τις κάλτσες. Και κάθε τρεις μέρες τον μπανιάριζε ολόκληρο. Έβαζε τη σκάφη στην κουζίνα, μας απαγόρευε να πατήσουμε μέσα ώσπου να βγουν κι εμείς βλέπαμε το τζάμι της πόρτας να ιδρώνει απ’ τους αχνούς.
Γιαγιά, πώς γνωρίστηκες με τον παππού; Άμα ήταν στα καλά της, μου έλεγε. Α… ο παππούς σου είχε ωραία φωνή, τι λέω, όλοι οι άγγελοι τ’ ουρανού ήταν μέσα στο λαρύγγι του. Ο κόσμος τον τσιγκλούσε  να γίνει τραγουδιστής, αλλά εγώ θύμωνα, πανηγυρτζή δεν σε θέλω του ’λεγα.
Ήταν κι οι δυο αγράμματοι, δεν υπήρχε ίχνος βιβλίου ή περιοδικού στο σπίτι, εμένα όταν μ’ έβλεπε να διαβάζω ξίνιζε τα μούτρα της: Τα γράμματα χάλασαν τον κόσμο, τον έμαθαν να λέει ψέματα, χάθηκε το φιλότιμο.
Δεν τολμούσα να ρωτήσω τη γιαγιά πώς πέθανε ο παππούς, γιατί θα με κυνηγούσε με την παντόφλα. Έτσι ρώτησα την μαμά.
Ποιος θα το πίστευε, μου είπε, δυο μέτρα άντρας και τον έπιασε για τα καλά η φθίση, κι η γιαγιά σου, μια φουσκίτσα που άμα τη φυσούσες θα έσκαγε, δεν κόλλησε τίποτα και ποτέ. Δεν αρρώστησε ποτέ της. Έλεγε πως τη φύλαγε ο χυμός της πικραγγουριάς, με το παραμικρό ρουφούσε κι από μια σταγόνα. Εδώ που τα λέμε, τον παππού μπορεί να τον ξέκανε άθελά της η ίδια η γιαγιά. Τον πότιζε κι αυτόν πικραγγουριά ώσπου τον έσκασε. Νομίζω. Δεν πρόκειται φυσικά να το παραδεχτεί στον αιώνα τον άπαντα.
Μια Παρασκευή που φτάσαμε κι η μαμά ήταν πολύ κουρασμένη, η γιαγιά τής είπε ν’ αφήσει την κούραση για άλλη φορά και να στρωθεί να καθαρίσει το σπίτι. Αύριο, είπε η μάνα μου.
Δεν έχει αύριο, είπε απότομα η γιαγιά, και στραβοπατώντας ξάπλωσε στο κρεβάτι. Τότε είδαμε πως ήταν κατάχλομη, μούσκεμα στον ιδρώτα και βαριανάσαινε. Θες να πάμε στο γιατρό; είπε ανήσυχη η μαμά. Δεν θα ’σαι στα καλά σου, είπε η γιαγιά, εγώ πεθαίνω κι εσύ πας να με χαντακώσεις; Άρχισε την πάστρα μη μας βρουν οι φίλοι σου σαν να ’μαστε τίποτις ακαμάτισσες και προσβαλθείς, άντε, κουνήσου. Παρ’ όλα αυτά, ρούφηξε δυο σταγόνες πικραγγουριάς. Κόντεψε να μείνει απ’ το βήχα, αλλά τελικά την πήρε ο ύπνος. Όταν κάποτε η μαμά συμμάζεψε κάπως το σπίτι, έπεσε ψόφια στο ντιβάνι.
Κατά τα ξημερώματα, εγώ και η μαμά κοιμόμασταν του καλού καιρού όταν η γιαγιά έβγαλε μια φωνή. Κοιμάστε μωρέ, ξυπνήστε, για ζώο με περάσατε, μη μ’ αφήνετε μόνη όπως τον Χριστό στο όρος. Η μαμά σηκώθηκε και πλάγιασε πλάι της αλλά η γιαγιά την έσπρωξε. Κάθισε στην καρέκλα, της είπε. Δεν άφησε ούτε να της πιάσει το χέρι. Τα ματάκια της την κοίταζαν και δεν την κοίταζαν. Εγώ ξανακοιμήθηκα. Και μόλις χάραξε, η γιαγιά έφυγε ν’ ανταμώσει τον παππού. Ένα γλυκό χαμόγελο ήταν απλωμένο στο πρόσωπό της.







Από τη συλλογή διηγημάτων «Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα». Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Μαρία Κουγιουμτζή, "Το βάζο"


(Photo Nelly's)


ΤΟ ΒΑΖΟ

Η Νίκη κάλεσε τις φίλες της και έδειξε το βάζο. Το είχε φέρει απ’ τη Σαμίρα, ένα ορεινό χωριό στη Σέλμα, διάσημο για τους κέδρους και τα μοναδικά του κρύσταλλα. Υπήρχε ένα μοναστήρι εκεί, και οι νεαροί καλόγεροι με τις οδηγίες του γέροντά τους, επεξεργάζονταν την ύαλο. Χρειαζόσουν μια περιουσία για να τ’ αποκτήσεις.
Εκείνες το κοίταζαν σαστισμένες. Τέτοια διαφάνεια δεν είχαν ξαναδεί. Τις πλευρές του διέτρεχαν χρυσές κορδέλες, κι ανάμεσά τους χορεύτριες με υψωμένα χέρια. Το χείλος του σαν αστραπή διέσχιζε ένα γαλανό τοπάζι, και στον πυθμένα του ένα λευκό πουλί άνοιγε κι έκλεινε με χάρη τα φτερά του. Το μπιζουτάρισμά του τόσο διάφανο που πιο πολύ το αισθανόσουν παρά το ’βλεπες. Όταν κουνούσες λίγο το κεφάλι οι κορδέλες τύλιγαν τις χορεύτριες κι αυτές λικνίζονταν και το πουλί πετούσε. Και όσο το κοίταζες σιγουρευόσουν πως και το ίδιο το βάζο πάλλονταν.
Η Νίκη καμαρώνοντας έσυρε απαλά το δάχτυλο στο χείλος του κι εκείνο ανάσανε τη μουσική του. Κάτι ανάλαφρα δροσερό και μαζί ζεστό τους φύσηξε. Οι φίλες ακούγοντας ένιωθαν να αιωρούνται. Άπλωνε η μουσική κλίμακες από φίλντισι κι αυτές τις ανέβαιναν μ’ άηχα βήματα. Ακόμα κι όταν το δάχτυλο σταμάτησε, εκείνο δονούμενο αντηχούσε. Ανοίγανε οι πόρτες της ψυχής, χτυπιόταν από φθόγγους πράσινους. Ανασαιμιά κρασιού, ατμοί από κόκκινο σταφύλι τους τύλιγε, μεθούσανε χωρίς να πιούν. Σα να ’τανε η ύπαρξή τους ένα πλήκτρο κι ένα αόρατο δάχτυλο ευτυχίας το χτυπούσε.
Η Ξένια τόσο ξεπνοήστηκε από τη μουσική που έπιασε την καρδιά της. Σειρήνες κατοικούν αυτό το βάζο είπε. Πρέπει να ’ναι μικρούλες, ολόξανθες, να κελαρύζουνε τα θαλασσιά τους γέλια. Κι αυτοί που φτιάχνανε το κρύσταλλο απ’ την άμμο, πρέπει να τις ακούγαν, να ήταν νέοι κι ας τους καθοδηγούσε ο γέρο χρόνος. Δεν έφτανε η πείρα, έπρεπε να ξεμυαλιστούν, να ιδρώσουν όχι μόνο από τη φωτιά που έλειωναν το αμάλγαμα, μα κι από έρωτα για το υλικό που πλάθαν. Τα δάχτυλά τους να ’ναι λεπτά κι αδούλευτα να μεταδίδει το πυρίτιο στο δέρμα τους όλη τη φαντασία της θάλασσας. Και να ’πιναν κρασί πιο διάφανο από το νερό, κρασί από τα φύκια, για να ’ναι η πνοή τους αλμυρή και μες τις φλέβες τους να τρέχουνε ποτάμια, να χύνονται πάνω στο κρύσταλλο να το δροσίζουν, να χαράζουνε οι ανάσες τους πάνω του τα σχέδια τους. Καθώς φυσούσανε την ύλη για να πάρει σχήμα, να αισθάνονταν τον έρωτα για την μορφή, όπως προβάλλονταν στην κυανή ομίχλη, κι όλα όσα το υλικό αφουγκράστηκε στης θάλασσας το χρόνο, ν’ αφήνουν το αποτύπωμά τους. Το υαλουργείο πρέπει να ’ναι ναός κι αυτοί οι ιερείς του. Παρθένοι για να ’χει το βλέμμα τους τη φαντασία του ανέγγιχτου, να νιώθουν πως το ανύπαρκτο υπάρχει. Στα χείλη τους να κάθεται το φίλημα του ασύλληπτου.
Κι ενώ αισθάνονταν αυτά τόσο ανάερα, κάτι σκληρό την άγγιξε με δύναμη. Κάτι σαν ψύχος στέρησης. Σαν εγκατάλειψη, παραδοχή σε έρημο τόπο. Τίναξε το κεφάλι της και τα ’διωξε, αρπάχτηκε απ’ τα δαντελένια όνειρα για να σωθεί.
Η ντροπαλή Ειρήνη ορκίζονταν πως είδε τη σειρήνα, τραγουδούσαν οι χρυσές κουρτίνες των μαλλιών της. Άλλη άκουσε σπαθιά, όχι να μάχονται μα να φιλιούνται, κι η πιο μικρή είδε μια ολόκληρη ορχήστρα με τους μουσικούς και τα όργανά τους. Δες αυτή την κορνέτα από μάλαμα είπε, τα οπάλινα πλήκτρα αυτού του κόκκινου πιάνου.
Τρελάθηκε η Ξένια. Άλλο έχει, έστω παρόμοιο; Κούνησε αρνητικά το κεφάλι η Νίκη.
Το πουλάς ρώτησε τρέμοντας στη σκέψη της ηδονής να το κατέχει.
Είσαι τρελή και το ζητάς, είναι μοναδικό, χρόνια αγωνίστηκα για να το αποκτήσω, παράγγειλα ήδη ένα εδώλιο διάφανο, για να το προφυλάξω.
Να το αγγίξω είπε η Ξένια, ίσως με το δικό μου δάχτυλο να παίξει μιαν άλλη μουσική.
Δίστασε η Νίκη κι ύστερα, με προσοχή είπε, σάλιωσε το δάχτυλό σου να γλιστράει.
Η Ξένια το πλησίασε με τέτοιο θάμπος μες τα μάτια, σα να πλησίαζε εραστή κι είχε ένα τρέμουλο, ένα ρίγος το δέρμα των χεριών της. Ακούμπησε τα δάχτυλά της φίλημα, τα έσυρε αργά με διακοπές κι η μουσική τη μάγεψε με την πνοή της. Και πάλι εμφανίστηκε η σειρήνα, είχε την κόμη ολόχρυση, τα μάτια θάλασσα, την άγγιξε στην καρδιά, στο μέτωπο και ένα φίλημα της άφησε στ’ αυτί.
Θέλεις η ταραχή, θέλεις το θέλω της, έσπρωξε ανάλαφρα το βάζο και κείνο θρυμματίστηκε στο πάτωμα. Ακούστηκαν λυγμοί πριν ξεψυχήσει.


Μαρία Κουγιουμτζή


Από τη συλλογή διηγημάτων «Άγριο βελούδο», εκδ. Καστανιώτη, 2008

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Μαρία Κουγιουμτζή, "Ένα ακόμα βράδυ στο δρόμο"

(Pablo Picasso, "Les Demoiselles d'Avignon",1907)


Ένα ακόμα βράδυ στο δρόμο

Σκύβει. Τα κόκαλα της πλάτης της ακορντεόν χωρίς ήχο. Ένα νεφρό γουρουνιού μες στα σκουπίδια την κοιτάζει θολό. Το κόκκινο βερνίκι νυχιών δίπλα του δακρύζει. Μασούσε τα πετσάκια γύρω απ’ τα νύχια της ώσπου τα μάτωνε, έτσι που τ’ ακροδάχτυλα έμοιαζαν να φορούν κόκκινα φουλάρια. Κλείνει τα μάτια κι ακούει το μουγκανητό του ζώου χωρίς νεφρό, ζώο κι αυτή με φούστα και πόδια μέσα σε ξεχαρβαλωμένα πέδιλα. Πριν μια ώρα σ’ ένα κρεβάτι χωρίς τη φούστα. Μια κοιλιά ιδρωμένη την πίεζε με λάθος ρυθμό. Τα μπράτσα της σταυρωτά πάνω  στο πρόσωπό της με τις μασχάλες στεγνές. Οι θηλές του στήθους της μαλακές, έγερναν στο πλάι κάθε φορά που οι τσιτωμένες ρόγες του άντρα ξιφομαχούσαν πάνω τους. Στο χαμηλό φως του αμπαζούρ οι κάλτσες της με τους φευγάτους πόντους ντρέπονταν. Χαζές, λέει, χαζές, και κοκκινίζει. Το κάδρο πάνω απ’ το κεφάλι της – ένας γλυκός Ιησούς – σάλευε απ’ τους κραδασμούς του κρεβατιού. Έτοιμος να πέσει κι Αυτός. Όχι, δεν μπορούσε να βοηθήσει.
Υπήρχε κάποιος Πέτρος που δεν ήθελε να τον σκέφτεται, όμως εκείνος άνοιγε την πόρτα, καθόταν απέναντί της και την κοιτούσε.
Δεν ήταν επικριτικός, ούτε καν περίεργος, απλώς της παραστεκόταν. Ένοιωθε πως μπορούσε από στιγμή σε στιγμή να πλησιάσει και να τακτοποιήσει τα σεντόνια. Ακόμα να πιάσει απ’ τους ώμους τον άντρα και να διορθώσει τον ρυθμό του. Κι ύστερα σα να ’χε ολοκληρώσει το καθήκον του έφευγε αθόρυβα.
Κάποτε… πότε ήταν αυτό το κάποτε; Τα μάτια του έδιωχναν όλα τα σκοτάδια. Κάτω απ’ τα δέντρα, δίπλα σε θάμνους, πάνω στην άμμο, με κείνα τα δαμασκηνί χείλη που ακόμα και ο χώρος σίμωνε το πρόσωπο να τα φιλήσει, τότε που οι πλάτες του βυθίζονταν στην ομίχλη και ξεχνούσαν ενώ πίσω του άστραφτε το μαχαίρι, κι η σιδερένια γροθιά υψωνόταν… τότε, κάποτε… πού πλαγιάζει αυτό το κάποτε… όταν ξυπνούσε κρατούσε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια για μερικά λεπτά. Ήθελε να εξοικειωθεί με τον χώρο; Ήθελε να τον στήσει απ’ την αρχή; Ένας στιγμιαίος δισταγμός, μέχρι να σηκώσει το πόδι να πατήσει πάνω του, να τον αποδεχτεί, να μπει στο τυφλό περιεχόμενό του, στο εχθρικό του μάτι.
Άφησέ με να κοιμηθώ σ’ αυτό το πουπουλένιο στρώμα, να ξεκουράσω το μυαλό μου πάνω στο άσπρο μαξιλάρι είχε πει στον άγνωστο άντρα. Όμως δεν υπήρχε χρόνος, το δωμάτιο ήταν νοικιασμένο για μία ώρα.
Για δυο αυγά και μια τυρόπιτα έγινε η ιστορία με τον άντρα.
Κάτω από μια μαρκίζα τρώει την τυρόπιτα και ρουφάει τα ωμά αυγά. Ο άντρας με τα γατίσια μάτια και την ζεστή κοιλιά, της είχε δείξει τις άδειες τσέπες του. Ίσως τώρα να ήθελε μια δαγκωνιά από την πίτα της, μια ρουφηξιά από τ’ αυγό της.
Της άφησε δυο τσιγάρα και τα σπίρτα του. Ανάβει, ρουφά τον καπνό σα να ρουφά όλη τη μυρουδιά της συνουσίας. Την έχει ανάγκη τη μυρωδιά και την γεύση της, την μυρωδιά του κορμιού της, την μυρωδιά της ζωής.
Την είχε παρακαλέσει να του πλύνει το πέος. Μέσα στα χέρια της ήσυχο, υπάκουο ζωάκι. Της ήρθε η διάθεση να παίξει μαζί του, να το τραβήξει απ’ τα μαλλιά, να του γαργαλέψει το κεφάλι. Δεν το έκανε, βιαζόταν γιατί πεινούσε. Πεινούσε και κρύωνε. Μήνες άνεργη. Ολόκληρη τη μέρα την είχε βγάλει στο δρόμο. Τα δέντρα είχαν χάσει τα φύλλα τους και δεν την προστάτευαν. Κι ένα κακό σκυλί ήρθε και της γαύγισε. Είχε μπει σε μια τράπεζα να αφήσει το σώμα της σε μια πολυθρόνα, μα την διώξανε γρήγορα. Εκείνος ο λιγνός υπάλληλος που της έσπρωξε απαλά την πλάτη, της φάνηκε πολύ λυπημένος. Ο τρόπος που την άγγιζε το χέρι του έλεγε πως αυτό γινόταν παρά τη θέλησή του.
Οι άντρες κι οι γυναίκες που κάθονται στα παγκάκια του πάρκου βλέπουν πως δυσκολεύεται να περπατήσει, αλλά κανείς δεν σηκώνεται. Κάποια γυναίκα με μια κοκαλιάρικη γάτα προσπάθησε να της κάνει χώρο. Έχει ριγμένο στους ώμους της ένα κλαρωτό ζακετάκι. Η γάτα παίζει με τα μανίκια. Ένας άντρας με δεμένο χέρι καπνίζει. Του ζητάει ένα τσιγάρο κι εκείνος της δίνει. Σκύβει κι ανάβει από το δικό του. Το πρόσωπο του άντρα θαρρείς και είναι φτιαγμένο από χώμα. Ένα χώμα στεγνό που τρίβεται και πέφτει.
Ο ήλιος μισομεθυσμένος ακουμπάει στα δέντρα, σκοντάφτει στα βουνά, κουτουλάει στα σύννεφα.
Αρχίζει να σιγοβρέχει. Οι τσέπες της δεν έχουν κανένα κλειδί. Παντού κλεισμένες πόρτες. Ακόμα και τα καφέ τραβούν τα τζάμια τους προς τα πίσω να μη τα φτάνει. Να μη βλέπει τα άσπρα φλιτζάνια με το σκούρο υγρό που αχνίζει και την ζαχαρωμένη κρέμα, κι εκείνα τα βουτυρωμένα κρουασάν τόσο μακριά από τα δάχτυλά της.
Κάτω απ’ τη βροχή τα μαλλιά της έσταζαν τα δάκρυά τους πάνω στη μισόγυμνη πλάτη της. Η υγρασία έσπρωχνε τις ρόγες της, να σκίσουν την λεπτή της μπλούζα, να βυζάξουν τον αέρα.
Της φαίνεται πως η καρδιά της δεν χτυπάει. Πού είναι η καρδιά μου, λέει. Μπορώ να ζήσω χωρίς καρδιά;
Έχει ακουμπήσει στην είσοδο μιας πολυκατοικίας.
Μια χοντρή γυναίκα με ένα ξεσκισμένο καπέλο, πιο μουσκεμένη απ’ αυτήν στάθηκε μπροστά της. Κανονικά θα ’πρεπε να σου δώσω ένα χαστούκι, είπε. Χτύπησε το πόδι της με θυμό. Τα νερά πιτσίλισαν τις γάμπες της. Φορούσε χοντρές κάλτσες γεμάτες τρύπες. Θα ’πρεπε να σε χαστουκίσω, είπε ξανά, κοιτάζοντας τα πόδια της. Είχαν κολλήσει πάνω τους μαύρα κεφαλάκια λάσπης.
Τι θα καταλάβεις, της ψιθύρισε .
Σκατά, είπε η γυναίκα και γύρισε την βαριά της πλάτη. Το καπέλο της ζητούσε απελπισμένα βοήθεια. Σε λίγο στρίμωξε το σώμα της στην διπλανή πόρτα.
Οι δρόμοι άδειοι. Η πολυκατοικία σκοτεινή. Το απέναντι φανάρι ψιλοκουβέντιαζε με την βροχή. Ο Πέτρος είχε αφήσει το χέρι της. Τα πόδια της πρησμένα , η μέση λυγισμένη. Κάποτε ένας αργοπορημένος ένοικος έφτασε. Την κοίταξε από πάνω ως κάτω. Το σώμα της κινήθηκε προς το μέρος του. Εκείνος ξεκλείδωσε γρήγορα, μπήκε και έσπρωξε την πόρτα πίσω του. Πρόλαβε κι έβαλε το μικρό της δαχτυλάκι. Ο πόνος οξύς αλλά έσφιξε το παγωμένο στόμα. Αφού το ασανσέρ σταμάτησε κάπου ψηλά και ησύχασε, άνοιξε με προσοχή την πόρτα και μπήκε.
Πήρε τα διαφημιστικά φυλλάδια, τα έστρωσε στο δάπεδο, ένα χρωματιστό στρώμα, πρόσωπα γυαλιστερά και κρύα την έδιωχναν, όγκοι από ακατάδεχτα έπιπλα την έσπρωχναν, ξάπλωσε πάνω τους κουλουριασμένη. Τα γόνατα στην κοιλιά, τα μπράτσα στο στήθος. Έφερε το πονεμένο δάχτυλο στο στόμα. Άκουσε το χτύπημα στο τζάμι . Η χοντρή γυναίκα χτυπούσε μαλακά. Τα μάτια της έσερναν όλο το βάρος μιας ξυπόλυτης μέρας. Σηκώθηκε και της άνοιξε. Από μια ξεχαρβαλωμένη τσάντα έβγαλε μια μάλλινη σάρπα και την έστρωσε. Ξάπλωσε πάνω της βογκώντας. Ακούγονταν οι δρόμοι που περπάτησε να διασταυρώνονται πάνω στο σώμα της και να χάνονται.
Καλά έκανα που δεν σε χαστούκισα είπε και την άγγιξε τρυφερά στο κεφάλι. Της έβαλε στο στόμα μια καραμέλα. Μια μικρή ευτυχία. Η ζωή τους κερνούσε ένα βράδυ.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Μαρία Κουγιουμτζή, "Η σιωπή της Σάι"

(Delaroche Paul, "The Temptation of Saint Anthony")

Η  ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ  ΣΑΊ

Μνήμη Νίκου Γ. Πεντζίκη

Καθόμαστε πάνω σ’ αυτό που δεν υπάρχει
ακούμε αυτό πού δεν ακούγεται
Αυτό που ξέρει, δεν λέγεται
κι αυτό που λέγεται, δεν ξέρει

Ποιος μπορεί ν’ ανέβει αυτό το βουνό; Ποιος θέλει να το ανεβεί; Η μικρή Σάι και ο αδελφός της. Απότομο βουνό, άνυδρο, άδενδρο. Την μέρα λιοπύρι, την νύχτα παγωνιά. Φαράγγια σκοτεινά και στεγνά, ο αέρας φίδι που σφυρίζει.
Ιδρώνουν αλλά προχωρούν, παγώνουν αλλά προχωρούν, τους τσιμπούν φίδια, αρουραίοι αλλά προχωρούν.
Δεκαεφτά χρονών η Σάι, δεκάξι ο αδερφός της. Η Σάι άσπρη, μαύρα κυματιστά μαλλιά, μαύρα ολόφωτα μάτια. Ο αδερφός ξανθός, μάτια πράσινες λίμνες. Την αγαπάει και την προστατεύει την αδερφή του γιατί η Σάι είναι μουγκή. Τώρα την συνοδεύει και την οδηγεί ψηλά στο βουνό, σε μια σπηλιά, στον άγιο. Ο άγιος κρατάει όρκο σιωπής, αλλά και να ’θελε σε ποιόν θα μιλούσε; είναι δώδεκα χρόνια που μένει σ’ αυτή τη σπηλιά μέσα στη σιωπή του κι αν ξέρουν ότι ζει ακόμη, είναι γιατί πάνε δυο χρόνια τώρα που άρχισε να κάνει θαύματα. Γι αυτό ανεβαίνουν το βουνό τα δυο αδέρφια. Να προσευχηθεί ο άγιος, να βρει την μιλιά της η Σάι.
Κάποτε φτάνουν. Το φόρεμά της έχει λερωθεί, τα μαλλιά της γεμάτα αγκάθια, όμως η ομορφιά της λάμπει. Ένα μισοξεραμένο δεντράκι με μια κατσίκα δεμένη στον λιγνό κορμό του, τους υποδέχτηκε. Βγήκε σχεδόν γδυτός απ’ τη σπηλιά του ο άγιος. Κόκαλα, άσπρα μαλλιά και γένια, μάτια αετού, βγάζαν κραυγές, μιλούσανε αυτά για κείνον. Η κοπέλα τρόμαξε, βύθισε το βλέμμα της στις πράσινες λίμνες του αδερφού της, που σκιάχτηκε και κείνος, έκανε δυο βήματα πίσω. Αναμετρήθηκαν με τα μάτια. Άγριο ζώο ο ερημίτης, ήμερα ζώα αυτοί. Όταν συνήθισαν την όψη και την μυρωδιά τους κοιτάχτηκαν μαλακωμένοι. Ο νέος γονάτισε στα πόδια του αγίου, τράβηξε και την αδελφή του να γονατίσει, και του ζήτησε να προσευχηθεί γι αυτήν, να της δώσει τη μιλιά της.
Ο γέροντας που ήταν δεν ήταν στα εξήντα του, είχε να δει νέον άνθρωπο κάμποσο καιρό, ξεκούρασε με γλύκα το βλέμμα πάνω τους, χάιδεψε την κεφαλή του κοριτσιού, ανακάτεψε τις ξανθές φωτιές των μαλλιών του νέου και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Πήρε απ’ το χέρι το κορίτσι και μπήκαν στη σπηλιά του. Το παλικάρι έφυγε, θα γύριζε να την πάρει σε μια βδομάδα, γιατρεμένη έλπιζε. Γονάτισαν οι δύο τους και μέσα σ’ άκρα σιωπή προσεύχονταν, έπιναν μόνο λίγο νερό το πρωί απ’ τα φύλλα που πάνω τους σώριαζε τις σταγόνες της η πάχνη. Πέρασαν μέρες. Χλόμιαζε η κόρη, αλλά η ομορφιά της έφεγγε πιο πολύ, χτυπούσε τον άγιο στα μάτια και στο στέρνο. Μπέρδευε τα λόγια του στην προσευχή, το βλέμμα του σκάλωνε στο στήθος της κοπέλας. Τόσα χρόνια χωρίς άνθρωπο και τώρα δίπλα στη νεότητα, στο κάλος, τρεμούλιαζε και ρίγη διατρέχαν το κορμί του. Μα όσα χαστούκια κι αν του ’διναν οι τύψεις του, το ανασηκωμένο στήθος της κοπέλας του ’δινε φιλιά. Μία βδομάδα άντεξε, νύχτα, στον ύπνο της την γύμνωσε, πάλευε το κορίτσι, φωνή δεν έβγαινε, την βίασε με αλλοφροσύνη, με δάκρυα, με κραυγές, ηδονή και πόνος σχίζαν την ψυχή του. Το κορίτσι ξέπνοο, μισόγυμνο, ματωμένο, έσυρε τα πόδια του, έτρεξε μακριά του, κρύφτηκε. Πιο ξέπνοος αυτός έβγαλε φωνή και μίλησε με τον Θεό, συχώρεση ζητούσε, απαλλαγή από το ζοφερό πάθος. Το πρωί την γύρεψε, την βρήκε να κοιμάται σ’ ένα βραχάκι, γονάτισε, της φιλούσε τα χέρια, ζητούσε έλεος, ξύπνησε εκείνη, άρχισε να τον σπρώχνει, ανέτειλε το στήθος της πάνω στην πάλη και κείνος έπεσε πάνω της σαν πεινασμένο ζώο, την γύμνωσε στο φώς και την απόλαυσε μέσα στα δάκρυα τις μουγκές κραυγές, ώσπου η φωνή της βγήκε, ξέσχισε το βουνό και την καρδιά του. Η Σάι μίλησε. Τότε άρχισε να τρέχει σαν τρελή, να κατρακυλάει την κατηφόρα, να πέφτει, να σηκώνεται, να φωνάζει. Εκείνος έντρομος ξωπίσω της, την άδραξε απ’ τα μαλλιά την ώρα που ακούστηκε η φωνή του αδερφού της, ερχόταν, την άκουσε, ήταν χαρούμενος, μιλάς Σάι; μιλάς; φώναζε, σ’ ευχαριστώ άγιε, σ’ ευχαριστώ, κι ο άγιος της έκλεισε το στόμα, μα εκείνη πάλευε, έβγαζε φωνές βοήθειας, το αγόρι ακουγότανε όλο και πιο κοντά, όλο και κοντύτερα, πού είσαι Σάι, Σάι μιλάς; μίλα μου Σάι, Σάι... Τώρα η φωνή του έβγαινε τρομαγμένη, δειλή, κλαμένη, βογκούσε σχεδόν. Σάι, μίλα μου, γιατί δεν μου μιλάς; Κάτι αγκαθωτό γρατζούνιζε το στήθος του. Η πρωινή δροσιά του άφηνε μια καυτερή πάχνη στα μάτια. Σάι πού είσαι; η φωνή λυγμός, κλαψούριζε σαν γατί, χωρίς να ξέρει, μα το αλλόκοτο, το εχθρικό, έριχνε την σκιά του πάνω του.
Σάλεψε το μυαλό του γέρου, όλα θα γίνονταν φανερά, έσφιξε τον λαιμό της κοπέλας, τον έσφιξε, τον έσφιξε, ώσπου έπαψε το κορμί να σαλεύει, το ’συρε πίσω απ’ τον βράχο που πριν λίγες ώρες αυτό το σώμα κοιμόταν ανασαίνοντας, και λούφαξε. Έτρεμε ολόκληρος, φωτιές ιδρώτα κυλούσε στο κορμί, στα μάτια, το μυαλό σφυροκοπούσε, οι σκέψεις του οχιές και τον τσιμπούσαν.
Θαρρείς κι η αδερφή του τον οδήγησε, ο νέος βγήκε μπροστά στον γέροντα κι απόμεινε να κοιτάει άφωνος μια αυτόν μια το συλημένο κορμί. Ούτε που το κατάλαβε εκείνος πότε έσκυψε, πότε το σκέφτηκε να σκύψει, πότε πήρε την κοτρόνα και την κατέβασε με όλη του την ενοχή πάνω στο πρόσωπο του νέου, που ούτε φωνή δεν έβγαλε, λύγισε σαν κομμένο χόρτο κι έγειρε άψυχος στο χώμα. Σαν τρελός έσυρε τα δυο σώματα και τα ’σπρωξε μ’ όλη την ομορφιά τους, να κατρακυλήσουν στο φαράγγι.
Τα βρήκαν οι χωριανοί μετά από βδομάδες μισοφαγωμένα απ’ τα πουλιά κι από τ’ αγρίμια. Δεν πήγε ο νους τους στον άγιο, αλλά φτάσανε ως την καλύβα του να τον ρωτήσουν, και τον βρήκαν χτισμένο ως τον λαιμό με ξερολιθιά. Μόνο το στόμα του για ν’ αναπνέει ήταν ελεύθερο. Κατάλαβαν πως μόνος του είχε κτιστεί για τιμωρία, δεν ήξεραν, δεν ρώτησαν…υποψιάστηκαν μονάχα.

Πέρασαν χρόνια, ο άγιος εκεί, χτισμένος, πήγαιναν οι χωριανοί με εντολή του παπά τους, του έδιναν νερό και γάλα για να μην πεθάνει. Όχι από λύπη, για τιμωρία, να εκτίσει την ποινή στην κόλασή του. Μέσα στις ακαθαρσίες και στη βρώμα του, υπέμενε την αυτοτιμωρία του, προσευχόταν ζητώντας συχώρεση που δεν έλπιζε να ερχόταν ποτέ.

Στο χωριό έπεσε ξηρασία, δεν έβρεχε, χάνονταν σπαρτά, πέθαιναν ζώα, ένας αέρας έγδερνε την στεγνή γη σωριάζοντας τη σκόνη μες στα σπίτια. Έκανε λιτανείες ο παπάς, καλέσανε ως και τον δεσπότη, τίποτα, άρχισαν να πεθαίνουν παιδιά. Αρρώστιες θανατηφόρες, σκότωναν και τους μεγάλους. Το χωριό πήγαινε για αφανισμό. Τρεις νύχτες ο παπάς είδε το ίδιο όνειρο. Το είπε την Κυριακή στην εκκλησία. Φώναξαν, απείλησαν, καταράστηκαν, τελικά συμφώνησαν. Όλοι μαζί ανέβηκαν το βουνό γκρέμισαν την ξερολιθιά και ελευθέρωσαν τον γέρο. Κόκαλα, πέτσα, και δυο φωτιές στα μάτια εκείνος. Το σώμα γεμάτο φλύκταινες και όζους. Τον τάισαν, τον πότισαν, του εξήγησαν. Δεν ήξεραν αν καταλάβαινε. Τον πήγαν σηκωτό στο χωριό, τον πλύνανε, τον ντύσανε με άμφια, του βάλανε το λάβαρο στο χέρι, τον σήκωναν δύο στο φορείο του, τόσο λαφρύς ήταν, πίστευαν πως αν δεν τον κρατούσαν τα βαριά εκκλησιαστικά του ρούχα, θα ανυψωνόταν σαν μπαλόνι. Ακολουθούσε την λιτανεία το χωριό, δεσποτάδες και παπάδες από τα γύρω μέρη, με προσευχές και ύμνους. Τα πόδια των πιστών χτυπούσαν με ρυθμό το ξερό χώμα, η σκόνη τους τύλιγε, μοιάζανε με αγρίους. Δεν πρόλαβαν να κάνουν τον γύρω του χωριού και μια ποτιστική  βροχή άρχισε να πέφτει στο διψασμένο χώμα. Ένας χαϊδευτικός αέρας φούσκωσε τα λάβαρα και τα άμφια των δεσποτάδων. Το χωριό σώθηκε.

Αργότερα είδαν την πηγή που ανάβλυσε από τον τάφο της Σάι και του αδελφού της. Αναβλύζει ακόμα. Τα κόκαλα του αγίου ευωδιάζουν κλεισμένα σ’ ένα κασελάκι, στα πόδια των αθώων παιδιών. Λέγεται πως όσοι δεν έχουν μιλιά, αν πιουν νερό απ’ την πηγή, ξαναβρίσκουν τη φωνή τους.

Την ιστορία αυτή διηγήθηκε ο Π, ένθερμος λάτρης και γνώστης της ορθοδοξίας, στον μαθητή του, φοιτητή και εραστή της αστροφυσικής, είτε την διάβασε από τον συναξαριστή, είτε την επινόησε, θέλοντας ίσως να πει, ότι τα όρια του ανθρώπου στο καλό και στο κακό είναι απεριόριστα. Όπως απεριόριστο είναι και το έλεος του Θεού.
Αφού θαύμασε, γοητεύτηκε ο μαθητής, ύστερα τον έπιασε θυμός. Και η Σάι; Ο γέροντας πλήρωσε την πράξη του, αλλά αυτό δεν αφορούσε την Σάι. Η νέα υπέστη κάτι που δεν μπορούσε να  αναιρεθεί. Αυτό που είχε συμβεί, ο τρόμος που δεν μπορούσε καν να εκφραστεί, η άηχη κραυγή της που τελικά ξέσκισε τον εγκέφαλό της και βγήκε, παρ’ όλο τον τρόμο της, τής χάρισε μερικά  δευτερόλεπτα ευτυχίας όταν την άκουσε, ακόμα κι αυτά της τ’ άρπαξε μαζί με την τελευταία της πνοή η ενοχή του γέρου. Πνίγοντάς την της σταμάτησε την φωνή, όχι την καρδιά, εκείνη αργότερα.
Ο φοιτητής άκουγε τη φωνή της νέας να πλανιέται χωρίς βοήθεια σ’ ένα ανελέητο και ανάλγητο σύμπαν. Όπως συμβαίνει κάθε μέρα με τους αθώους, τους ταπεινούς της γης. Ποιος δημιουργός αντέχει όλο αυτό το αίμα και μάλιστα το απαιτεί σ’ όλες τις θρησκείες; Θυμωμένος ένιωθε πως υπήρχε σ’ αυτό κάτι το αμετάκλητα λανθασμένο.
Αν σύμφωνα με τις θεωρίες της σύγχρονης Φυσικής, σκέφτηκε προσπαθώντας να παρηγορηθεί ο φοιτητής, υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα, τότε σ’ ένα απ’ αυτά η Σάι είναι ο άγιος και ο άγιος η Σάι. Με αυτή την οπτική, η φωνή της Σάι βρίσκει την ομιλία της στον δικό της σύμπαν. Η Σάι μιλά.

Όμως ζούμε σ’ αυτή την γη με τους νόμους του Νεύτωνα, είπε σφίγγοντας τα δόντια του ο φοιτητής, κι εγώ θα χαστούκιζα την Σάι αν συγχωρούσε τον γέροντα.

Τι ωφελεί την Σάι που τρέχει το αγίασμα απ’ τον τάφο της και θεραπεύει τις άγνωστες σ’ αυτήν μουγκές; Μια Σάι με λίγη κακία μέσα της θα εύχονταν να έτρεχε δηλητήριο από την πηγή της, ή ένα μουγκατικό νερό να μούγκαινε όσους έπιναν απ’ αυτό. Δικαιούται κι αυτή λίγη κακία απ’ αυτήν που ρέει στο άστοργο σύμπαν.

Ο φοιτητής αποφάσισε να διηγείται την ιστορία βάζοντας ένα δικό του, διαφορετικό τέλος.

Οι χωρικοί είδαν ένα πρωί τον τάφο των παιδιών αναστατωμένο και τα κόκαλα του αγίου πεταμένα και σκορπισμένα έξω απ’ αυτόν. Τα πλύνανε με κρασί και τα ξανάθαψαν στα πόδια των παιδιών. Την άλλη μέρα τα κόκαλα σα να ’φαγαν μια γερή κλωτσιά ήταν πάλι πεταμένα έξω απ’ τον τάφο. Αυτό επαναλήφθηκε και τρίτη φορά ώσπου οι χωρικοί κατάλαβαν, κι έθαψαν τα κόκαλα αλλού.

Κι άλλοτε τον έπιανε μια νοσηρή επιθυμία, (η ιδέα αυτή του έγινε εμμονή βλέποντας στην τηλεόραση τον βομβαρδισμό της πόλης Άγνους, με τα χιλιάδες πτώματα των αμάχων), και συχνά υπέκυπτε σ’ αυτήν, να τελειώνει την ιστορία ως εξής:

Στην επαρχία όπου ανήκε το χωριό ήρθε καινούργιος διοικητής με την κόρη του Σαΐν η οποία φημιζόταν για την ομορφιά και την σκληρότητά της. Ο διοικητής ήταν άθεος και είχε απαγορέψει κάθε είδους θρησκευτικές τελετές, βάζοντας λουκέτο σε όλες τις εκκλησίες. Το διάταγμα συμπλήρωσε η κόρη του: οι παράνομοι θα εκτελούνται με αποκεφαλισμό.
Ανάμεσα σ’ αυτούς που διώκονταν ήταν κι ο παπάς του χωριού ο οποίος ορκιζόταν πως η κόρη του διοικητή, η Σαΐν, ήταν ίδια η Σάι και είχε την ηλικία που θα είχε εκείνη  αν ζούσε σήμερα.
Η κοπέλα έδειχνε τέτοιο ζήλο στον εντοπισμό αυτών που παρέβαιναν τον νόμο, ώστε όχι απλώς παρίστατο στους αποκεφαλισμούς τους, αλλά συμμετείχε πολλές φορές με ιδιαίτερη απόλαυση, αποκεφαλίζοντάς τους με τα ίδια της τα χέρια. Μετά την αποκοπή τους, τα κεφάλια όλα θύμιζαν το κεφάλι του αγίου.

Όμως κάπου βαθιά, στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, ακούγονται τα λόγια του Π. ότι οι μοναχοί, ήταν τόσο ευάλωτοι στον πειρασμό, (γι αυτό δεν επιτρέπονταν γυναίκες στο Όρος) που ένας γέροντας εξομολογήθηκε ότι πολλές φορές τα δέντρα τα έβλεπε σαν θηλυκές μορφές και τα αγκάλιαζε.

Ο φοιτητής δεν ησυχάζει. Η αδιαμόρφωτη ουσία της ιστορίας τον απασχολεί. Νοιώθει την Ύβρη να πλανάται. Αναζητάει κάποιο σχέδιο, κάποιο σκοπό και δεν τα βρίσκει.
Ένας δυνατός αέρας φυσάει μέσα στο κεφάλι του αναποδογυρίζοντας τις σκέψεις του. Αλαφιασμένος βγαίνει από το σκοτεινό φοιτητικό του δωμάτιο και προχωράει στις παρυφές της πόλης. Ομίχλη έχει τυλίξει μ’ένα θαμπό τουλπάνι την κατωφέρεια, από το σκοτεινό υφάδι του ξεφεύγουν ψήγματα φωτός. Γυρίζοντας την πλάτη κι ανεβαίνοντας διακρίνει τους σταυρούς του νεκροταφείου. Ένα χέρι νευρικό τον έχει αρπάξει και τον οδηγεί με βιασύνη στο μνήμα των παιδιών. Με τα δάχτυλά του σκάβει τον τάφο και αποκαλύπτει τα δύο αδέλφια. Μένει άναυδος σ’ αυτό που αντικρίζει. Τα δύο παιδιά είναι άλιωτα, ολόκληρο το σώμα, τα ρούχα, τα πλούσια μαλλιά. Και το πιο θαυμαστό, έχουν στραφεί το ένα προς το άλλο, πρόσωπο με πρόσωπο, τα χέρια τους σφιχτοδεμένα κι ένα χαμόγελο χαράζει στα χείλη τους.
Ο φοιτητής απόμεινε άλαλος. Πώς είναι δυνατόν να διαρρήξει κανείς τον τάφο μιας ιστορίας;
Και τότε ξαφνικά  α ι σ θ ά ν θ η κ ε  ότι εδώ δεν επρόκειτο για δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη είναι ανθρώπινο μέτρο και ο κόσμος δεν φτιάχτηκε με ανθρώπινα μέτρα.
Ο Π. του χαμογελούσε. Κατάλαβε πως ο ίδιος έπασχε από ανθρωποδικία ενώ ο Π μιλούσε για Θεοδικία. Και την Θεοδικία μόνο με τον Μύθο μπορούσες να την αισθανθείς. Ίσως η μυθική διάσταση των πραγμάτων να θώπευε την ψυχή.
Κι αυτό του έδωσε γαλήνη. Νόμιζε πως συμβάδιζε με τους άγνωστους νόμους που συγκροτούσαν τον Κόσμο ο οποίος ενώ φαίνονταν πως κινείται ψυχρά και αποστασιοποιημένα, εντούτοις υπέθαλπε κάποιο Σχέδιο. Το αγίασμα απ’ τον τάφο της Σάι ίσως και να υπήρχε. Πράγματι διέκρινε ένα βλέμμα τρυφερότητας και στοργής που έρχονταν από κάπου τόσο μακριά όσο απέχουν οι γαλαξίες μεταξύ τους και συνάμα τόσο κοντά, μέσα μας. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το ζεστό χέρι της Σάι.