Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος
Είμαι ο εκλεκτός ανάμεσα στους
ναυαγούς
Arthur Rimbaud
I.
Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που υπερασπιζόταν την σαφήνεια
Ή κάποιων αμφίπλευρων εμμονών
Που έγιναν απολυτίκια
Δύσκολα αποχωρίζεται κανείς
Τις εμφύλιες εμμονές του
Την εκτυφλωτική ανακύκλωση της ήττας του
Τα συνεχή ελάφια στο δάσος
Με τις ραδιενεργές πατούσες τους
Τα κλαδιά στο κεφάλι τους
Είναι γεμάτα λέξεις
Πώς να τις ξεχωρίσεις μια μια;
Πώς να απαιτήσεις χειρόγραφα
Στην τελική ανταλλαγή αιχμαλώτων;
Τι χάνεις και τι κερδίζεις
Δίπλα σ’ αυτό το αχόρταγο ποτάμι
Με τα πανύψηλα δέντρα
Που παραμένουν αόρατα
Σαν μωρά;
Τα βλέπω ακόμα
Ροκανίζουν το αδιευκρίνιστο φως
Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Στόλιζα κάθε νύχτα το ίδιο φάντασμα
Κι αυτό
Κατρακύλαγε σε δωμάτια με καρφιά
Που έγερναν
Σαν συρμάτινα σώματα
Το ένα μέσα στο άλλο
Έβλεπα
Δωμάτια σώματα
Με καρφιά
Τα ρούχα τους που σώθηκαν
Όσα επιβίωσαν της φωτιάς
Και τις φωτογραφίες τους
Άοκνα δεκανίκια
Να φυτρώνουν σελίδες στα κόκαλά μου
Χωρίς ούτε ένα δέντρο
Ούτε ένα λευκό άλογο
Σαν παιχνιδάκι ενός παιδιού
Που ποτέ δε μεγάλωσε
ΙV.
Και τα χέρια μου γέννησαν όνειρα
Και γέμισαν όλο το σώμα μου απ’ τη μελάνη
Κι όλο λάδωνα τα κομμάτια που έπεφταν
Που χωρίζονταν από μένα
Να μην ακούγεται ο ανατριχιαστικός θόρυβος του χαρτιού
Που ήταν ερήμην μου
Κι όλο έχανα την μετάφραση του ονόματός
σου
Μέσα σε δυσβάσταχτες αντωνυμίες
Από την υπερβολική σου συγκομιδή
Από την ολική έκλειψη μιας έστω αλήθειας
Χωρίς μεταφορές
Κι όλο πρόσεχα τους διακόπτες
Μην κατά λάθος πατήσω κάποιο κουμπί και μου σβήσεις
Μην ακουμπήσω χωρίς να το θέλω
Τα οικογενειακά γραμμάρια του θανάτου σου
Όμως εσύ έσβηνες μόνη σου
Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν θεό
Ένα σπίτι
Έναν τόπο
Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο
Όπως συνήθως γίνεται στην λογοτεχνία
Συμπλήρωσες αιώνα και τον ξεπέρασες
Με τον αέρα ενός πολύγλωσσου
Οι αναγνώστες των κεριών
Και οι παράτονοι κριτικοί της ορχήστρας
Που δεν διεύθυνες
Με τα μνημόσυνα από χάντρες
Και τα χαλασμένα χαρτοφυλάκια
Του έβγαλες τα καλώδια και τα έκανες
κεραίες
Σειρές
Για να συνεχίσεις να βλέπεις χειρότερα
Από άλλη οθόνη
Την δυστυχία του να μην έχεις όνομα
XIII.
Σταματώ όμως εδώ
Σταματώ
Πρέπει να σταματήσω
Εκτός κι αν δεν σταματήσω
Και κάνω
Όπως συνηθίζω τον τελευταίο αιώνα
Ότι σταμάτησα
Σε είχα κοντά μου
Πεντακόσια χρόνια πριν τον Τρωικό Πόλεμο
Και σε έχασα
Μέσα στις επιγραφές και τις ομοιοκαταληξίες της Ακαδημίας
Σε κρατούσα όμως
Παρόλα αυτά
Στην μνήμη των κυττάρων μου
Από τότε
Από τον ιερογλυφικό δίσκο της Φαιστού
Δέκα επτά αιώνες πριν τον Χριστό
Είχα όλα σου τα σύμβολα στη μια πλευρά
Και όλα σου τα ερείπια στην άλλη
Κατευθυνόμενος πάντα προς το κέντρο του φόβου σου
Μεταφράζοντας πάντα τους συλλαβικούς στίχους
Ως σταγόνες φωτός
Σ’ ένα πολυπληθές ακροατήριο
Χωρίς να υπάρχει κανείς
Στην θαλάσσια οδό Ασκληπιού
Που σε περιμένω
Από την εποχή του χαλκού
Χαμογελώντας γύρω απ’ το άγαλμα του Παλαμά
Κάποτε αποδέχτηκα
Τον χρόνο αναμονής μου
Που ήταν τρεις χιλιάδες επτακόσια ογδόντα δύο πρωινά
Και μια ζωή
Και αποφάσισα να σε αποχαιρετήσω
Με την λάμψη και τον ηλεκτρισμό που αξίζει
Στους ήρωες των βιβλίων
Της μητρικής μας γλώσσας
XXII.
Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που είπα
Τόσα χρόνια γράφω το αντίγραφό σου
Τις πολλαπλές εξεγέρσεις του που έμοιαζαν με χταπόδια
Με κρεμασμένα ερείπια
Τις προάλλες είπα στη φωτογραφία σου
Να σταματήσει να ανακατεύει το χώμα στον τάφο μας
Και ότι θα ήθελα πια να ηρεμήσουν
Οι ζωές που δεν ζήσαμε
Έτσι μάλλον ξεκίνησε
Και συνεχιζόταν
Αλλά τώρα
Μετά από έξι δεκαετίες νερού
Και με πολλά κεριά τυφλωμένα
Έτσι θα έπρεπε να τελειώσει
Κι ας μοιάζει με αποχαιρετισμό
Έτσι θα τελειώσει
Τελειώνει
Τελείωσε
Τέλος
Arthur Rimbaud
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που υπερασπιζόταν την σαφήνεια
Ή κάποιων αμφίπλευρων εμμονών
Που έγιναν απολυτίκια
Τις εμφύλιες εμμονές του
Την εκτυφλωτική ανακύκλωση της ήττας του
Τα συνεχή ελάφια στο δάσος
Με τις ραδιενεργές πατούσες τους
Είναι γεμάτα λέξεις
Πώς να απαιτήσεις χειρόγραφα
Στην τελική ανταλλαγή αιχμαλώτων;
Τι χάνεις και τι κερδίζεις
Δίπλα σ’ αυτό το αχόρταγο ποτάμι
Με τα πανύψηλα δέντρα
Που παραμένουν αόρατα
Σαν μωρά;
Ροκανίζουν το αδιευκρίνιστο φως
Μπορεί και να έπρεπε
Στόλιζα κάθε νύχτα το ίδιο φάντασμα
Κι αυτό
Κατρακύλαγε σε δωμάτια με καρφιά
Που έγερναν
Σαν συρμάτινα σώματα
Το ένα μέσα στο άλλο
Δωμάτια σώματα
Με καρφιά
Όσα επιβίωσαν της φωτιάς
Και τις φωτογραφίες τους
Άοκνα δεκανίκια
Να φυτρώνουν σελίδες στα κόκαλά μου
Χωρίς ούτε ένα δέντρο
Ούτε ένα λευκό άλογο
Σαν παιχνιδάκι ενός παιδιού
Που ποτέ δε μεγάλωσε
Και γέμισαν όλο το σώμα μου απ’ τη μελάνη
Κι όλο λάδωνα τα κομμάτια που έπεφταν
Που χωρίζονταν από μένα
Να μην ακούγεται ο ανατριχιαστικός θόρυβος του χαρτιού
Μέσα σε δυσβάσταχτες αντωνυμίες
Από την υπερβολική σου συγκομιδή
Από την ολική έκλειψη μιας έστω αλήθειας
Χωρίς μεταφορές
Κι όλο πρόσεχα τους διακόπτες
Μην κατά λάθος πατήσω κάποιο κουμπί και μου σβήσεις
Μην ακουμπήσω χωρίς να το θέλω
Τα οικογενειακά γραμμάρια του θανάτου σου
Ένα σπίτι
Έναν τόπο
Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο
Όπως συνήθως γίνεται στην λογοτεχνία
Με τον αέρα ενός πολύγλωσσου
Οι αναγνώστες των κεριών
Και οι παράτονοι κριτικοί της ορχήστρας
Που δεν διεύθυνες
Με τα μνημόσυνα από χάντρες
Και τα χαλασμένα χαρτοφυλάκια
Σειρές
Για να συνεχίσεις να βλέπεις χειρότερα
Από άλλη οθόνη
Την δυστυχία του να μην έχεις όνομα
Σταματώ
Πρέπει να σταματήσω
Εκτός κι αν δεν σταματήσω
Και κάνω
Όπως συνηθίζω τον τελευταίο αιώνα
Ότι σταμάτησα
Πεντακόσια χρόνια πριν τον Τρωικό Πόλεμο
Και σε έχασα
Μέσα στις επιγραφές και τις ομοιοκαταληξίες της Ακαδημίας
Σε κρατούσα όμως
Παρόλα αυτά
Στην μνήμη των κυττάρων μου
Δέκα επτά αιώνες πριν τον Χριστό
Είχα όλα σου τα σύμβολα στη μια πλευρά
Και όλα σου τα ερείπια στην άλλη
Κατευθυνόμενος πάντα προς το κέντρο του φόβου σου
Μεταφράζοντας πάντα τους συλλαβικούς στίχους
Ως σταγόνες φωτός
Σ’ ένα πολυπληθές ακροατήριο
Χωρίς να υπάρχει κανείς
Στην θαλάσσια οδό Ασκληπιού
Που σε περιμένω
Από την εποχή του χαλκού
Χαμογελώντας γύρω απ’ το άγαλμα του Παλαμά
Τον χρόνο αναμονής μου
Που ήταν τρεις χιλιάδες επτακόσια ογδόντα δύο πρωινά
Και μια ζωή
Και αποφάσισα να σε αποχαιρετήσω
Με την λάμψη και τον ηλεκτρισμό που αξίζει
Στους ήρωες των βιβλίων
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που είπα
Τις πολλαπλές εξεγέρσεις του που έμοιαζαν με χταπόδια
Με κρεμασμένα ερείπια
Τις προάλλες είπα στη φωτογραφία σου
Να σταματήσει να ανακατεύει το χώμα στον τάφο μας
Και ότι θα ήθελα πια να ηρεμήσουν
Οι ζωές που δεν ζήσαμε
Και συνεχιζόταν
Μετά από έξι δεκαετίες νερού
Και με πολλά κεριά τυφλωμένα
Έτσι θα έπρεπε να τελειώσει
Κι ας μοιάζει με αποχαιρετισμό
Τελείωσε
* * *
Η αδυσώπητη πάλη του ποιητή με το ποίημα
δίνει την ευκαιρία στον Σταύρο Σταυρόπουλο να προβεί με μια ανασκόπηση της
μέχρι τώρα πορείας του, με ένα ποίημα-ποταμό που χωρίζεται σε 22 ενότητες.
Γραμμένο σε ρυθμό πυρετώδη – θαρρείς σαν σε ασκήσεις αναπνοής και με εμφανές το
στοιχείο της διακειμενικότητας, ο ποιητής αναπολεί, στοχάζεται, συμπεραίνει,
αποφαίνεται για την ίδια την λειτουργία της λογοτεχνίας, πότε αγκαλιάζοντας την
και πότε αμφισβητώντας τα δομικά υλικά της.
Το πρόσωπο της λογοτεχνίας φιλοτεχνείται
σαν ένα γυναικείο πορτρέτο στο οποίο ο ποιητής απευθύνεται διαρκώς σαν να ζητά
εξηγήσεις. Το συναίσθημα αρδεύεται πολλές φορές ανεμπόδιστα, άλλες πάλι φορές
συγκρατείται για να αφήσει χώρο στο υπερβατικό και το ανοίκειο. Στο τέλος, το
τέλος είναι αναπόφευκτο.
Από
την έκδοση
Φωτογραφία εξωφύλλου: Σταύρος Σταυρόπουλος.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο
Μοσχάτο το 1962. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία και στην Αθήνα
δημοσιογραφία, εγκαταλείποντας και τα δύο στη μέση, χωρίς να πάρει πτυχίο. Το
πρώτο του βιβλίο «Διαμελίζομαι» κυκλοφόρησε το 1983, σε ηλικία 21 ετών, έτος
που γνωρίζει την Κατερίνα Γώγου. Σχέση που τον επηρέασε βαθιά και διήρκεσε δέκα
χρόνια, έως τον θάνατό της το 1993. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δυο
«σχέδια» νέου μυθιστορήματος, ένα θεατρικό μονόλογο, και έχει συνεργαστεί ως
αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Την επταετία 2001 - 2008 διατηρούσε
μόνιμη στήλη στην εφημερίδα Metro («Οδός Βιβλίου») με θέμα το βιβλίο, αλλά
έγραφε και την «Άποψη» της εφημερίδας. Την τριετία 2009-2012 υπήρξε βασικός
συντάκτης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στο ένθετο Βιβλιοθήκη, όπου διατηρούσε,
εκτός της αρθρογραφίας και την μόνιμη στήλη «Νύχτα είναι, θα περάσει». Για τρία
χρόνια (2016-2019) δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στην εκπομπή
«Ολομόναχοι μαζί» που είχε σαν θέμα την Λογοτεχνία και την Μουσική, με
καλεσμένους συγγραφείς και ποιητές.
Έχουν εκδοθεί 25 βιβλία του (τα
περισσότερα ποιητικά) εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η
τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (Οξύ
2011) – Μετά (Απόπειρα 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη 2013) και Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη 2014) εγκαινιάζει
την λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και
θεωρείται έργο αναφοράς, σαν μια μεγάλη, φασματική αλληγορία που διαρρηγνύει τα
πλαίσια του Κανόνα.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα
Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Γερμανικά, στα Ισπανικά και στα Σέρβικα.
Web-site



.jpg)
'.jpg)


