Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανέλης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανέλης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Γιώργος Γκανέλης, "Τρία ποιήματα"





ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ


Σε τεντωμένο σκοινί ο ουρανός
Σε ομηρία θανάτου ο χρόνος
Κλειστά όλα τα ενδεχόμενα
Ν’ ανοίξει επιτέλους η πόρτα
Να σε δω γυμνή να κλαις
Πάνω στο σπασμένο κρεβάτι
Θα ξεκολλήσω το δειλινό
Να στο καρφώσω στα μάτια
Και θα ρχομαι πάντα νύχτα
Να σου αμαυρώνω το κορμί
Με τη σφαγμένη πανσέληνο
Εσύ θα καπνίζεις ανέκφραστη
Οκλαδόν στο ξύλινο πάτωμα
Κι η βρύση θα στάζει ψέμα
Το ρολόι στον τοίχο νεκρό
Με κομμένους λεπτοδείχτες

Και τώρα πια πώς θα μετρώ
Το χρονικό της απουσίας σου;




ΕΞΙΣΩΣΗ


Να εξισωθεί ο θάνατος με τη ζωή
Να μπορούμε να πίνουμε ελεύθερα
Δυο ποτηράκια παραπάνω
Να μπορούμε να καπνίζουμε
Όλα τα χόρτα του βουνού
Και τις αμαρτίες του Σαββάτου

Να αρθούν όλες οι απαγορεύσεις
Κι έτσι να πέφτω απ’ το μπαλκόνι
Μεθυσμένος τα χαράματα
Στην αγκαλιά ενός κοριτσιού
Αγουροξυπνημένου κι αχτένιστου
Κι εκεί να μείνω για χρόνια
Κατασκηνωτής της ομορφιάς
Μέχρι να επιστρέψω και πάλι
Ανανεωμένος με αιώνια αύρα
Σίγουρος πια για την αθανασία.

Να εξισωθεί η ζωή με τη ζωή
Κι ο θάνατος με το αντίδοτό του.




Ο ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ


Ο γυρολόγος της επαρχίας
Πουλά την πραμάτεια μισοτιμής
Πουλά τη γη σ’ ένα σύννεφο
Να μη στερέψει από νερό
Πουλά τα δέντρα στη θάλασσα
Να μη τα καίει η πυρκαγιά
Πουλά τα μάτια του στο Θεό
Να βλέπει παντού αγγέλους
Μα κυρίως πουλά την ψυχή του
Για λίγη ανεπιτήδευτη ομορφιά
Τόσα χρόνια περιπλανώμενος
Δε συνάντησε πουθενά τον έρωτα
Μόνο τα βράδια πριν κοιμηθεί
Κοιτάζει μια θαμπή φωτογραφία
Δε θυμάται όνομα και χρονολογία
Πάντως επιμένει να την ψάχνει
Πουλώντας μισοτιμής τη ζωή του

Εκείνη τη γυναίκα της επαρχίας.



Γιώργος Γκανέλης



Τα ποιήματα του Γιώργου Γκανέλη δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα:
Mark Rothko, Sketch for 'Mural No. 4', 1958

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Γιώργος Γκανέλης, "Εκτός εαυτού"




ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Λίγοι άνθρωποι με πίστεψαν:
Ο μεθυσμένος παλαιοπώλης
Ο σταθμάρχης των τρένων
Και μια ξυπόλητη γυναίκα.
Ο πρώτος γιατί του αγόρασα
Όλες τις διεγερμένες μνήμες
Ο δεύτερος επειδή με είδε
Να ξαπλώνω πάνω στις ράγες
Και η γυναίκα διότι λέει
Κατασκευάζω θλιβερές εικόνες
Πάνω στη γυμνή άσφαλτο.

Εγώ όμως δεν τους πιστεύω
Το μόνο που ακόμα καταφέρνω
Είναι να ξυπνώ τα μεσάνυχτα
Και να καρφώνω στο χαρτί
Τα δυο μου χέρια.




Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Ο καλός στρατιώτης
Πάντα έτρωγε χωρίς πιρούνι
Τους καλούς τρόπους ευγενείας
Τους είχε μόνο για τον πόλεμο.

Ο καλός στρατιώτης
Τις εντολές εκτελούσε  σιωπηλός
Αλλά τις νύχτες στη σκοπιά του
Έπιανε κουβέντα με το φεγγάρι.

Ο καλός στρατιώτης
Πάντα πυροβολούσε τις λέξεις
Όταν όμως έπεφτε σιωπητήριο
Ξέθαβε νεκρά ποιήματα.

Ο καλός στρατιώτης
Μάθαινε το ρυθμό του βηματισμού
Μα σαν έμπαινε η άνοιξη
Παραπατούσε από έρωτα.

Ο καλός στρατιώτης
Σκότωνε κάθε μέρα το χρόνο
Και τη στιγμή που απολύθηκε
Νόμιζε πως είχε πεθάνει.




ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Παραδόξως σκέφτομαι πως έγινα πουλί
Κι άρχισα να περπατάω στον ουρανό.
Στο δρόμο μου συνάντησα ανθρώπους
Πάνω σε ποδήλατα να τρέχουν
Αποφεύγοντας με ζικ ζακ τα σύννεφα
Σκυλιά με κεφάλι φεγγαριού
Που μόλις είχαν σχολάσει
Απ’ τα εργοστάσια της κόλασης
Κι έναν επαίτη σε μια γωνιά
Να μετράει άστρα απ’ το καπέλο του.

Νόμιζα πως ήμουν νεκρός
Πως είχα χάσει την οπτική επαφή με τη γη.
Δεν μπορεί, λέω, κάποιος δαίμονας θα με εξαπατά.
Αλλά σε λίγο είδα τον πατέρα μου να πλησιάζει
Βγαίνοντας μέσα απ’ τη φωτογραφία
Νέος κι αγέρωχος σαν έφηβος
«Τι θέλεις εδώ;» μου είπε
«Τίποτα, ήρθα να σε επισκεφτώ
Δεκαπέντε χρόνια λείπεις
Και νόμιζα πως έγινες πουλί».




Από τη συλλογή «Εκτός εαυτού», εκδ. Στοχαστής 2015

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Γιώργος Γκανέλης, "Δύο ποιήματα"




ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ

Ο άνεμος νόμιζε πως ήταν ποιητής
Κάρφωνε λέξεις στον ορίζοντα
Και τις απάγγελλε με τρεμάμενη φωνή.
Κάποιες έπεφταν στις στέγες των σπιτιών
Και καμιά φορά στα κεφάλια των ενοίκων.
Όταν έσκυβαν να τις μαζέψουν
Εκείνες άρχιζαν να τρέχουν
Και ζητούσαν βοήθεια απ’ τους περαστικούς.
Τις έπαιρνε ένα παιδί και τις πήγαινε στη μαμά του
Αυτή τις καθάριζε κι έτρωγε το ψαχνό
Τα φλούδια τα πετούσε στον κήπο.
Την άλλη μέρα φύτρωνε ένα δέντρο
Που έφτανε μέχρι τον ουρανό.
Ο άνεμος που νόμιζε πως ήταν ποιητής
Έκοβε τα κλαδιά και τα κάρφωνε στον ορίζοντα.

Κι εγώ που νόμιζα πως ήμουν δέντρο
Άρχιζα να διαβάζω ποιήματα με τρεμάμενη φωνή
Και να σκορπώ τα φύλλα μου στον άνεμο.




ΤΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ

Σήμερα έκοψα ένα καρπούζι στη μέση
Πέταξα τα σπόρια έξω απ’ το παράθυρο
Για να φυτρώσουν στρατιώτες στο δρόμο
Με το χυμό του έφτιαξα κόκκινες θάλασσες
Που ναυμαχούν όλοι οι ερωτευμένοι
Κάποιο πουλί με μεσαιωνική πανοπλία
Άρχισε να τσιμπολογά τις φλούδες.

Στο τέλος έμεινα με το μαχαίρι στο χέρι
Να το καρφώνω στην καρδιά του καύσωνα
Χωρίς νερό, σ’ ένα ακατοίκητο σπίτι
Ενώ ο δρόμος γέμισε από ηττημένους στρατιώτες
Η θάλασσα από νεκρούς εραστές
Κι η ζωή μου σαν πουλί αποδημητικό
Μετανάστευσε σε μεσαιωνική πόλη.

Ποιος το περίμενε πως με ένα καρπούζι
Θ’ αποκρυπτογραφούσα τον κόσμο;





O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Γιώργος Γκανέλης, "Χρεοκοπία ιδεών"




                             ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Είμαστε η νύχτα
τα γλιστερά σκαλοπάτια του χρόνου
το τελευταίο τσιγάρο που έσβησε
στο άγγιγμα της βροχής·
η χειραψία του αποχωρισμού
το βαρύ πάπλωμα του χειμώνα
μέσα σε παγερά δωμάτια
η μέρα που ξημέρωσε μ’ ένα αναίτιο κλάμα.

Είμαστε ένας πλανόδιος οργανοπαίκτης
σε αποβάθρες και σταθμούς
πειραματόζωα πολυεθνικών εταιρειών
αγάλματα στα πάρκα αποκεφαλισμένα·
το απότοκο μιας μοναχικής περιπλάνησης
κάτω από ψεκασμένο ουρανό
ο ανήσυχος έφηβος μιας επαρχιακής πόλης
που ονειρεύεται να σπουδάσει στην Αθήνα
οι διαφημίσεις στην εθνική οδό
οι πυροβολισμοί που ακούστηκαν στο δρόμο.

Είσαι πατρίδα μητριά που διώχνει τα παιδιά της
σκοτώνει τα όνειρα και τα πουλά.




                             ΤΑ ΔΙΟΔΙΑ

                                               Στη μνήμη του Άλκη Αλκαίου

Έφυγες νωρίς.
Άφησες πίσω σου νυχτέρια και μιαν αδιαφορία
να φυσάει στις ζωές των ανθρώπων.
Οι στίχοι σου βαπόρια με κιφ μαροκινό
οι λέξεις σου καρφιά στον ουρανό την ώρα που χαράζει.
Πόσα Χριστούγεννα σ’ ένα άδειο δωμάτιο
κοιτώντας το ταβάνι να μαδάει σαν χιόνι
πόσες γιορτές σε μια καρέκλα γράφοντας ποιήματα
με γυμνή ψυχή και απροστάτευτη μνήμη.

Έφυγες μ’ ένα αξόδευτο φορτίο ερημιάς
και με το κακόηθες μελάνωμα του χρόνου.
Σ’ ένα εμπάργκο σε συνάντησα
σε μια γουλιά θανάτου σε αφήνω.
Τα διόδια δεν ήταν για την Ελένη…

                                                                          10-12-12




                             ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που κρύβονται στο σώμα τους
βγάζουν ένα σακούλι δάκρυα απ’ τα σπλάχνα τους
και τα χαρίζουν αφειδώς στους θλιμμένους.
Ακροβατούν στην αερογέφυρα της ψυχής τους
τις μεταμεσονύχτιες ώρες, όταν το φως της κάμαρας
τρυπάει απ’ τους κραδασμούς του πόνου.
Ζούνε σ’ ένα τεχνητό σκοτάδι, εκούσια επιλεγμένο
με ασπρόμαυρες φωτογραφίες για ενθύμια
και μνήμες που έβγαλαν ρίζες απ’ την πολυχρησία.
Παίζουν σκάκι με αντίπαλο κάποια σκιά
και φορώντας ένα γκρι ουρανό για κεφάλι
κάνουν σκέψεις για την ένταση της επόμενης βροχής.
Μιλούν με τον αντίλαλο των κυττάρων τους
και περιφέρονται σαν ζητιάνοι με σκισμένα ρούχα
έξω απ’ το μέγαρο συνεδριάσεων της ζωής τους.
Έχουν εξομαλύνει τη σχέση τους με το χρόνο
και περιμένουν ένα τυχαίο γεγονός
που θα τους απαλλάξει απ’ την παρουσία του.

Κι όταν ωραίοι και μόνοι θα εγκαταλείπουν τον κόσμο
μπαίνοντας σ’ ένα άλλο σώμα, αιώνιο και άφθαρτο
όλοι οι θλιμμένοι της γης θα χειροκροτούν
γιατί ξέρουν καλά τι σημαίνει το πέρασμα αυτό.




Από τη συλλογή «Χρεοκοπία ιδεών», Στοχαστής 2014 

O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Γιώργος Γκανέλης, "Ο σκοπευτής της μνήμης"






ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΝΙ

Καληνυχτίσαμε τα βουνά, χαιρετήσαμε τα οροπέδια
το άρωμα των πεύκων κέντρισε κάποια μελαγχολικά όνειρα
οι αργυραμοιβοί της νύχτας φωτογράφισαν τη θύελλα που έρχεται
με σημαίες σκισμένες να αιωρούνται στα μπαλκόνια
καθώς το χαρούμενο προσκλητήριο που ακούστηκε
ήταν μια καλοστημένη παγίδα σταλμένη από άλλους καιρούς.
''Μια πυρκαγιά, λοιπόν, μια φυματίωση των σπλάχνων
που θέλει νερό και καθαρό αέρα''
γνωμάτευσε ο έμπειρος γιατρός.

Έφτασε το καραβάνι από την κρύα εποχή
τα παράξενα σημεία στοιβάζονται σε αρένες
η αναμενόμενη βροχή δε θα μπορέσει να καλύψει
τις άδειες λίμνες και τα ξερά τοπία
όλος ο κόσμος θα υποταχτεί στις απαιτήσεις ενός φαύλου
τα ερείπια του χθες επεκτείνονται και στη νέα σοδειά.




ΕΡΗΜΗΝ

Υποψία ελπίδας στα μάτια των προσφύγων
ίσκιος απ’ το δέντρο του άρρωστου δάσους
ένα χάδι κύλησε στην ουλή της νύχτας
ρίχνοντας πέπλα στοργικά στους τελευταίους θεούς
μέσα στην πόλη της αμαρτίας∙
φωνές και ήχοι χωρίς χρώμα
εξουσίες γυμνές στην αποβάθρα της αυγής
«η ζωή άρχισε αργά» σκέφτηκες
«την ώρα που τα πολυβόλα ησύχασαν
μετά το ταξίδι στο κέντρο της μάχης
για λευτεριά του μυαλού, του ύπνου μας».

Ευχολόγια και αναίτιες χειραψίες
τα χέρια σου ζητώ τα μεσάνυχτα
χωρίς πνοή, σαν σημαία, σαν άστρο πολικό
ερήμην των τελευταίων θεών – η άνοιξη κρύφτηκε.




ΦΩΝΕΣ

Πάνω απ’ τη μοναξιά της προκυμαίας
σαρώνει ο άνεμος που τώρα πίστεψες
επιβλητικός και σαρκοφάγος σαν ύαινα
προσπαθώντας να παρασύρει μια γοργόνα
που όλο την αναζητούμε σε γαλάζιες σελίδες
βιβλίων και αιώνων – καμιά ένδειξη.

Εύκολα παραβαίνει κανείς τους νόμους της ζωής
όταν η σκέψη ακροβατεί σε σύγχρονες λαιμητόμους
μέσα στην αναγκαστική προσήλωση σε χάρτες παράξενους,
μια χρυσοφόρα φλέβα σε καλεί να την αγγίξεις.

Σύννεφα ενοχής απέπλευσαν απ’ το λιμάνι
φορτωμένα με τοξικά απόβλητα
η φωνή δεν εφάπτεται πια με τη μνήμη
όσων θέλησαν να παραμείνουν διατηρητέες φιγούρες
σε αυλές που ευωδιάζουν από βασιλικό και γιασεμί.
Φωνές, πολλές φωνές σκέπασαν την ομίχλη
κι αυτή εγκαταστάθηκε μόνιμα στα μάτια.




Από τη συλλογή «Ο σκοπευτής της μνήμης» εκδ. Στοχαστής, 2013

O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012 και «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.