Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λυμπέρη Κυριακή Αν.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λυμπέρη Κυριακή Αν.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Μαΐου 2023

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, "Τα καθημερινά βάραθρα"





ΤΟ ΞΕΝΟ ΣΩΜΑ


Το ξένο σώμα έμπαινε ανάμεσά μας
πότε φυσώντας τον καπνό του καταπρόσωπο
και πότε επιμένοντας σε φόρους και λογαριασμούς
και ούτε μια στάλα σκοτάδι δε μας έμενε
για να πιαστούμε στο φιλί
να ανασάνουμε κανονικά σαν άνθρωποι
το ξένο σώμα ολοένα έβρισκε καινούριες προφάσεις
να μην αφήνει να πλησιάζουν τα σπλάχνα μας
να σε βλέπω στον καθρέφτη και να μη σ’ αναγνωρίζω
το ξένο σώμα τέλειωνε τη μέρα του
με βήχα και χασμουρητά
μέχρι να ξανανοίξουμε τα μάτια μας
το ξένο σώμα στα σεντόνια απλώνονταν βαρύ
και χώρο πια καθόλου δεν άφηνε για όνειρα.





ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΠΟΥ ΜΟΥ ΔΑΝΕΙΖΕΙΣ


Έλα λοιπόν, ας αγαπηθούμε
στην κόλαση που μου δανείζεις
μάταιες οι υποχωρήσεις
αφού το ξέρω, πάλι και πάλι
τελικά θα σου παραδοθώ.
Όλα κοντά σου τα δοκίμασα
ξέρεις να με κατέχεις
κι εφευρίσκεις συνεχώς αφορμές
για βαρύτερες καινούριες ποινές.
Α, ευκτικές μου ανάπηρες
ύψη μου χαμηλωμένα
χυμένα λιώμα στο πάτωμα
πεινασμένα μου οστά!
Θα σου το πω όμως
− δεν ταιριάζει να ψεύδεται το αίμα −
παλιά συνήθιζα να κλαίω πολύ
τώρα σχεδόν αντέχω
φοράω λέπια κάθε μέρα αντί για δέρμα
μεγαλώνουν τα νύχια μου τ’ αρπακτικά.
Κι ο θάνατος στο μεταξύ
μας σιδερώνει τα σεντόνια.





ΜΗΓΑΡΙΣ ΕΧΩ ΑΛΛΟ ΣΤΟ ΝΟΥ ΜΟΥ;


Η γλώσσα μου είναι η ελευθερία μου.
Με βγάζει από το σπίτι στις ρούγες
στις πλατείες συναντιέμαι με τα δροσερά κορίτσια
σκαρφαλώνω στις ανθισμένες πλαγιές
περνάω απέναντι στο Μεσολόγγι.
Πιάνει τουφέκι η γλώσσα μου.
Στα φτωχά κανονάκια ανακατεύομαι
διψάω το λιγοστό νερό
πεινάω το ανύπαρκτο ψωμί
βυθίζομαι στην κόψη της λαβωματιάς
κυλάω μες τα δάκρυα του πόνου και της αγάπης.
Πότε τουφέκι η γλώσσα μου και πότε λύρα
οργίζεται, στοχάζεται, υποφέρει, λατρεύει
στις φτερούγες τέλος
του αόρατου πτηνού κουρνιάζει, πετάω.
Η γλώσσα μου η ελευθερία μου
ο αέρας μου, ο ουρανός μου
η ανάσα μου, το αίμα μου, τα σωθικά μου
η ελευθερία η γλώσσα μου.





ΤΟ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟ ΣΩΜΑ


Τον άρτο θα μοιράσω, μέλη κομμάτια
που σκόρπισαν οι θύελλες της αγάπης
αρθρώσεις πρησμένες μα οι χυμοί ανεβαίνουν
ο καιρός γυρίζει ήδη σε άνοιξη, δεν το βλέπεις;
Χελιδόνια μεθυσμένα διασχίζουν χώρες
κοιλάδες γεμάτες με σκουπίδια του χρόνου
ανατέλλει λάμποντας όμως τώρα
η νέα ημέρα με στεφάνι στα μαλλιά της
γαρύφαλλα ανοίγουν τα χείλη, νερά μυστικά
στα δάχτυλα κλώθεται με λαχτάρα το νήμα
σεντόνι επί τέλους χαράς να ετοιμάσει
ακέριο να φεγγοβολήσει πάλι το λησμονημένο σώμα.







ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
ΕΧΩ ΦΥΛΑΓΜΕΝΑ ΤΑ ΧΑΔΙΑ


Λοιπόν μια νύχτα θα επιστρέψω πατώντας
πάνω στις νάρκες της κοιλιάς
και πάνω στα πολυβολεία του στήθους
τα ύδατα θα τρέχουν απ’ τους πόρους σου
κι από τα μάτια σου
κι οι λυγμοί σου θα σκεπάζουν τη μάχη της αγάπης
θα σ’ έχω στερηθεί πολύ
θα σ’ έχω νοσταλγήσει
θα ξετυλίξεις τις γάζες απ’ το σώμα μου
θα λάμψουν των τυφλών ματιών οι σκοτεινοί βυθοί
και θα ’ναι το φιλί αρμυρό
τα τσακισμένα χάδια μας η τελευταία μας πατρίδα.





Από τη συλλογή «Τα καθημερινά βάραθρα», εκδ. Κοράλλι, 2023.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, "Το ωραίο το φτιάχνεις"




ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΙΣΟ


Όταν ο δαίμονάς του λείπει
ταράζεται ο άγγελος
υποφέρει.
Την αρετή του
δεν ξέρει πώς να εξασκήσει.
Λουφάζει σε μιαν άκρη τ’ ουρανού
και κλαίει.





ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ


Και ο τρόπος που με κοιτούν τα μάτια σου
αφορμή για ποίημα. Σωτηρία όμως υπάρχει;
Βάστα με να σκαρφαλώσουμε στον ίλιγγο
ψίθυροι νερών, βατόμουρα για χείλη, να!
Με τα όνειρα από το χάος θα δραπετεύσουμε.
Ένα πουλί δείχνει το δρόμο και κάτω
στα παγκάκια άνεργοι, στις πλατείες ζητιάνοι
στους δρόμους μαθήτριες με βιβλία και τακούνια.
Μαστροποί απολαμβάνουν το τσιγάρο τους
των αχρήστων οι πλασιέ κουράζουν τα πόδια τους
μες στους κάδους η ζωή μας πεταμένη σαπίζει
πιο πολύ κάθε που απεργούν οι οδοκαθαριστές.
Κάποιοι ταΐζουν περιστέρια όμως.
Λες η αθωότητα ν’ ανθίζει ακόμα πουθενά;
Τα βρέφη δύσκολα ανασαίνουν στις θερμοκοιτίδες
την ώρα που οι δαίμονες χωρίς ντροπή
στις ταράτσες παίζουν στα ζάρια την ελπίδα.





ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΓΕΛΟΥΣΕ

                                                 Στους νεκρούς στο Μάτι


Σ’ ένα φλογισμένο κλαδί καθόταν
αυτή τη φορά
ο πρίγκηπας του θανάτου.
Α, τι άπληστος!
Με μια του κίνηση
στροβίλιζε τις ψυχές μες στη φωτιά
και γέμιζε το δάσος το άγριο γέλιο του.
Σάρκα μου, καμένη σάρκα μου
σε ποια άνθη, σε ποια πουλιά
να στραγγίζω τώρα τις καθημερινές μου λύπες;
Από ποιες εξαίσιες λάμψεις
του ήλιου όταν χορεύει
ανάμεσα στα φυλλώματα
να κλέβω φως
των ματιών μου το θάμβος να περιορίζω;
Από ποιους εύρωστους κορμούς
ποιες φλούδες αρωματικές
ν’ αποστάζω τα ρήματά μου;
Σάρκα μου, μαύρη καμένη σάρκα μου
διαιρεμένη σ’ ογδόντα κορμιά
θυμίαμα που προσβάλλεις τον ουρανό
πώς να σε ξανασυναντήσω αθώα;





ΜΑΤΑΙΗ ΓΗ


Ο έρως τρέχει στο ουδέν
πιο γρήγορα από το φως.
Κυματάκια της λήθης γλείφουν τα πλευρά σου
στα χέρια
κτερίσματα από τη θάλασσα της σιωπής.
Σε χάνω τώρα·
θα σε ονομάσω
βαθιάς έλλειψης πηγή.
Α, δέστε πώς
στην άκρη του νου
πατάει το κορμί
ανθίζει η τρέλα τ’ άπληστα μπουμπούκια της!
Γκρεμούς του χάους ακουμπά
από την άλλη
μήπως να ξέρεις να χάνεις είναι σοφία;
Ο έρως τρέχει στο ουδέν.
Σημαίνει τότε
στο άρμα των δακρύων του
τα μάτια έχουν στερέψει.





ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ


Ποιος ουρανός δανείστηκε το σώμα σου;
Θα έλειπα εγώ.
Και πέφτουν σαστισμένοι άγγελοι
σκοντάφτοντας σε περιοδεύοντα φεγγάρια.
Α, γυμνόποδη σε ξαναβρίσκω
ανυπεράσπιστη
το πένθος λες και μου ταιριάζει·
η κλίνη μου, η κλίση μου
τραντάζεται
από την ανορθογραφία των ερώτων.
Θα μείνω όμως λέω γυναίκα αμετανόητη
τα ξέπλεκα μαλλιά μου θα δωρίζω στους ανέμους
και στα ξεθωριασμένα μου φορέματα
στα βάθη των ωρών
θα γράφω με φιλιά την άβυσσο.





Από τη συλλογή «Το ωραίο το φτιάχνεις», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 2019.

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, "Ζητήματα ύψους"





Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ


Έχει στης μέρας το χαμόγελο στηρίξει
μία χελιδονοφωλιά του νου·
όλη μέρα τιτιβίζει τις ευχές της,
διακονία κανονική στο αόρατο.
Έχει στα στήθη του ανάψει μια φωτιά,
φως τίμιο να γδέρνει μ’ αστραπές,
να καυτηριάζει σπλάχνα μ’ επιμέλεια
στον ύπνο τους.
Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά,
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες,
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Στους ορίζοντες πετάει σχοινιά
να θηλυκώσει τα τέσσερα σημεία.
Και έχει ανθώνες για τη γη φυλάξει
και φυλλαράκια αρωματικά βασιλικού·
διαμελισμένη από στοργή
θα συναντήσετε την καρδιά του
στους δρόμους των ηπείρων να κυλάει,
μπάλα στα πόδια των παιδιών.





ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ


Το μόνο φως μέσα στη νύχτα αυτή η λάμπα·
διανυκτερεύει ο πόνος,
δεν κοιμάται.
Ο φαρμακοποιός φοράει γυαλιά,
διαβάζει συνταγές,
τρίζει τ’ αρθριτικά του δάχτυλα,
σχολαστικά τακτοποιεί κουτάκια,
ονειρεύεται τον κήπο του στο θαλασσοχώρι.
Και φεύγουν ένας-ένας οι πελάτες,
στη σκιά χωνεύονται
κρατώντας παραμάσχαλα
ευπώλητες ελπίδες σε συσκευασία,
το καταπότιo, το σιρόπι, το έμπλαστρο,
άντε να δούμε αύριο τι μέρα ξημερώνει.
Ο κάθε δρόμος κρύβει τις παγίδες του,
κάθε γωνιά τον κίνδυνό της,
μα κάθε γειτονιά έχει μια λάμπα
για πρόχειρες ενέσεις αιωνιότητας,
αναβολές φθοράς και άλλα αναλγητικά.
Και έτσι όπως βαδίζουμε γυρεύοντας,
το μόνο φως μέσα στη νύχτα αυτή η λάμπα
και τ’ άστρα μακριά που λιώνουνε
στα δάκρυά τους τα συντροφικά.





ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ


Μήτρες της άνοιξης υγρές
μέσα στο χώμα του σωστού καιρού,
τρίζουν οι βολβοί, ετοιμάζονται,
αξίζει το κάλλος την αναμονή του.
Κι εσείς, φίλοι πουλιά μου, δώστε μου
την όρασή σας να κοιτάζω την πλάση,
τη γλώσσα σας να τραγουδήσω δώστε μου
στα πιο ψηλά κλαδιά της κατάφασης.
Μ’ αυτό τ’ αγεράκι σήμερα
να πυκνώσω θέλω το μέγεθος του κόσμου,
να λιώνουν απαλά στα χέρια μου
φρούτα, καρποί, επιδαψιλεύσεις της αγάπης.
Το λέμε τώρα έρωτα
του ουρανού και των άλλων άστρων,
το λέμε υποταγή στην ομορφιά
που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει.
Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή
το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,
άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου
και ροδιού σπόροι οι λέξεις,
τ’ όνομά μου.





ΔΟΚΤΩΡ ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ


Αγαπητέ μου δόκτορα,
δεν ξέρω εσύ τι λόγους είχες,
καθένας δοκιμάζεται, αλλιώς.
Έλεγα κι εγώ μήπως
για το χατήρι των λέξεων
να παραδώσω την ψυχή μου.
Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται.
Λοιπόν στου άρχοντα του σκότους
τα παλάτια οδηγήθηκα
(και τρέμιζε ο παντεπόπτης άστρο μακρινό),
τι αποτυχία!
Πώς είναι η μοίρα μας εμάς των εραστών
και μέσα στις φωτιές ακόμα,
από τιμές και χρήμα κι ηδονές,
να προτιμάμε μάτια αγαπημένα.
Τα νύχια μας αντί να μεγαλώνουν,
γινόμαστε άκακα αρνιά,
αντί −που κατατρώνε σπλάχνα− γύπες,
γινόμαστε ταπεινά στρουθία.
Και συ άλλωστε,
δόκτορα Φάουστους
−πρώτε που μας δίδαξες−
στου χαλασμού τις φλόγες βουτηγμένος
ξέκλεψες μια αστραπή από φως
κι έτσι όπως το πονεμένο κοίταζες
βλέμμα της Μαργαρίτας,
νοστάλγησες ξανά τον ουρανό.





ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ


Ζητήματα ύψους πραγματεύομαι ακόμα,
ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό·
θα κοιτώ απ’ το αιωρόπτερό μου
τα φαινόμενα.
Τις μέρες γυπαετοί, στρουθία
και τζιτζικιών θυσία ερωτική·
τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες.
Και μέσα σε υπόγειες τρύπες
φίδια, σκορπιοί,
πάντα αόρατα, καλά κρυμμένα τα επικίνδυνα.
Δε λέει αυτό το δάσος
να δώσει όλα του τα μυστικά,
μπερδεύομαι.
Όμως ο θάνατος απλώνει γύρω,
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση·
ακριβοδίκαια μοιράζει την ποινή.
Και μόνο, εκεί ψηλά, τ’ αστέρια
ρίχνουν ματιές συμπονετικές
και στις γυμνές βραγιές στο χώμα
φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες.






Από τη συλλογή «Ζητήματα ύψους», εκδ. Τυπωθήτω - λάλον ύδωρ, 2015.

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, "Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι"




ΔΗΘΕΝ ΔΙΚΗ ΜΟΥ


Α, γλώσσα άτιμη ιερόδουλη
−για να το πω κομψά−
πώς ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους
εδώ κι εκεί και σ’ όποιον να ’ναι
και τα «πολλών ανθρώπων λόγια σου»
μ’ ακολουθούν αδιάκοπα
απ’ την κουζίνα στο κρεββάτι!
Ατμίζεις, κυλιέσαι πρώτα μέσα στα κατσαρολικά
και φαγητά για το χατήρι σου θυσίασα
ύστερα στη βιβλιοθήκη για καφέ
και το βράδυ
δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν
να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια
ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι.
Χτυπάνε μες στα δόντια μου
ταμπούρλο τα φωνήεντά σου
να μην τελειώνει η μουσική
καλέ τι ωραία που εξασκούμαι
στα ανείπωτα!
Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου
αλλά λείπει ο ένας
γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται;
Και άραγε γιατί δεν βρίσκω λέξεις να το πω
τόσο σοφή −ως τώρα− που έγινα κλέβοντας;
Και πώς ακόμα επιμένει η μοναξιά
−άλλη τρόμου αγαπητικιά κι αυτή!−
πίστη στο μαξιλάρι μου να ορκίζεται;





ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΥΧΤΑ


Από την τρύπα μιας βελόνας
εννοείς να περνάς τα εκατομμύρια των άστρων
χειρονομίες, βλέμματα, συνομιλίες
αναμνήσεις μιας αγάπης
που έφυγε χωρίς επιστροφή.
Δεν ωφελεί το χάδι στα μαλλιά τώρα
η απουσία σφραγίδα στο δέρμα
μαθαίνεις νύχτα, μοναξιά αποστηθίζεις
σε ξένα σώματα ξεφορτώνεις το κενό.
Σε όλους τους δρόμους μες στην πόλη
μια πληγωμένη λέαινα βρυχάται
−η καρδιά− και δε λέει να ξαποστάσει
γυμνή αναδύεται στις γωνίες η θλίψη
σε καπνιστήρια, φαρμακεία, παγκάκια·
το τελευταίο νόμισμα της ημέρας
στο ζητιάνο που ντρέπεται λιγότερο
να δείξει την αδυναμία του στους περαστικούς.
Τι βάσανο οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν
το αλάτι που δεν έγινε δάκρυα
ότι κανένας δεν περιμένει στο σπίτι είναι ψέμα.
Ένα μπουκάλι, ένα μαχαίρι, ένα γράμμα
με όλα αυτά μπορείς να ταξιδέψεις
να αποχαιρετίσεις μπορείς, διαλέγεις μόνο πώς
και το άλλο πρωί σκοτάδι θα είναι πάλι
σαν να μην πρόκειται να ξημερώσει ποτέ.





ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου·
να κουνάς το δάχτυλο και να έρχομαι
οποιαδήποτε ώρα
σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου
με καράβια, τραίνα και γράμματα
κουράστηκα να έρχομαι.
Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να κατοικήσω
στο σπίτι αυτό που αιωρείται στον ουρανό
και ξεφεύγουν οι μουσικές από τα παράθυρα
και τρίζουν ολοένα μαγεμένα τα πατώματα
να μυρίζουμε το πρωί τον καφέ που αχνίζει
να πετούν τα δάχτυλά μας φωτιές
οι λέξεις να υπακούουν.
Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου·
κι ωστόσο τόσο ανάμεσα, τόσο μεταξύ
ποτέ ολόκληρη εκεί
κι όμως παντού αλλού μισή.
Ναι, δε θέλω πια να είμαι τόσο δική σου·
μα είδες; Πάλι νυχτώνει
και μόνο μες στο ποίημα
μπορούμε να κλάψουμε μαζί.





Από τη συλλογή «Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι», Οι εκδόσεις των φίλων, 2017