Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, "Η ιστορία των δύο που ονειρεύτηκαν"




Η ιστορία των δύο που ονειρεύτηκαν


Ο άραβας ιστορικός Ελ Ισάκι αναφέρει αυτό το γεγονός:
   «Άνθρωποι αξιόπιστοι αφηγούνται (μα ο Αλλάχ μονάχα είναι παντογνώστης και πανίσχυρος και πανελεήμων και ακοίμητος) πως στο Κάιρο ζούσε κάποιος με αμύθητα πλούτη, αλλά τόσο μεγαλόψυχος και γενναιόδωρος, ώστε τα ’χασε όλα εκτός από το πατρικό του σπίτι κι αναγκάστηκε να δουλέψει για να βγάζει το ψωμί του. Δούλεψε τόσο σκληρά, ώστε μια νύχτα τον πήρε ο ύπνος κάτω από μια συκιά του κήπου του, και είδε στ’ όνειρό του έναν μουσκεμένο άντρα που έβγαλε απ’ το στόμα του ένα χρυσό φλουρί και του είπε: “Η τύχη σου είναι στην Περσία, στο Ισπαχάν· τράβα να τη βρεις”. Το πρωί, ξύπνησε, ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι κι έζησε τους κίνδυνους της ερήμου, των καραβιών, των πειρατών, των ειδωλολατρών, των ποταμών, των άγριων θηρίων και των ανθρώπων. Κάποτε, έφτασε στο Ισπαχάν, αλλά η νύχτα τον βρήκε μέσα στα τείχη της πόλης, κι έπεσε να κοιμηθεί στο προαύλιο ενός τζαμιού. Δίπλα στο τζαμί ήταν ένα σπίτι, κι ο Παντοδύναμος Θεός το θέλησε, κάποιοι κλέφτες να διασχίσουν το τζαμί και να μπουν στο σπίτι. Οι άνθρωποι που κοιμόνταν μέσα, ξύπνησαν απ’ τη φασαρία που έκαναν οι κλέφτες, και φώναξαν βοήθεια. Φώναξαν κι οι γείτονες, ώσπου ο χωροφύλακας που περιπολούσε εκεί γύρω, έτρεξε με τους άνδρες του, και οι κλέφτες το ’σκασαν απ’ την ταράτσα. Ο αξιωματικός έβαλε να ψάξουν το τζαμί, κι εκεί έπεσαν στον άνθρωπο απ’ το Κάιρο και τον τσάκισαν τόσο πολύ στο ξύλο με τα καλάμια, που παραλίγο να τον σκοτώσουν. Σε δύο μέρες, συνήλθε στη φυλακή. Ο αξιωματικός τον κάλεσε μπροστά του και του είπε: “Ποιος είσαι και πούθ’ έρχεσαι;” Ο άλλος απάντησε: “Είμαι από την ξακουστή πόλη του Καΐρου, και τ’ όνομά μου είναι Μοχάμεντ ελ Μαγκρέμπι”. Ο αξιωματικός τον ρώτησε: “Και τι σ’ έφερε στην Περσία;” Ο άλλος προτίμησε να πει την αλήθεια: “Κάποιος στ’ όνειρό μου με πρόσταξε να ’ρθώ στο Ισπαχάν, γιατί εδώ είν’ η τύχη μου. Να με, λοιπόν, στο Ισπαχάν, κι απ’ ό,τι βλέπω, η περιουσία που μου ταξε, πρέπει να ’ναι αυτές οι ξυλιές που μου δώσατε τόσο πλουσιοπάροχα”.
     »Ακούγοντας αυτά, ο αξιωματικός γέλασε τόσο πολύ ώστε φάνηκαν οι φρονιμίτες του, και είπε στο τέλος: “Άνθρωπε ευκολόπιστε και άμυαλε, τρεις φορές ονειρεύτηκα ένα σπίτι στο Κάιρο, και στο βάθος του σπιτιού έναν κήπο, και στον κήπο ένα ηλιακό ρολόι, και πίσω απ’ το ηλιακό ρολόι μια συκιά, και μετά τη συκιά μια βρύση, και κάτω από τη βρύση ένα θησαυρό. Ένα τέτοιο ψέμα, ούτε που το πίστεψα. Εσύ, όμως, γέννημα απ’ το σμίξιμο μιας μούλας μ’ ένα δαίμονα, έπιασες να γυρίζεις από πόλη σε πόλη επειδή πίστεψες στ’ όνειρό σου. Να μη σε ξαναδώ στο Ισπαχάν. Πάρε αυτά τα λεφτά και φύγε!”
     »Ο άνθρωπος τα πήρε και γύρισε στον τόπο του. Στον κήπο του, κάτω απ’ τη βρύση (τη βρύση που είδε στ’ όνειρό του ο χωροφύλακας), βρήκε και ξέθαψε το θησαυρό. Έτσι ο Θεός τον ευλόγησε, τον αντάμειψε και τον εξύψωσε. Ο Θεός είναι ο Γενναιόδωρος, ο Απόκρυφος».

Από τις Χίλιες και μία νύχτες − 351η νύχτα.



μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης




Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (1935).
Πηγή: «Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα πεζά»,
Μετάφραση, επιμέλεια, σχόλια: Αχιλλέας Κυριακίδης,
Ελληνικά Γράμματα 2005.

Στην εικόνα: Eugen Bracht, «Rast in der Araba (Peträisches Arabien)», 1883.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Κυριακή 8 Απριλίου 2018

Σαρλ Μπωντλαίρ, "Ποιήματα και πεζά"




ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΙ


Το κρασί ξέρει και το πιο παλιόσπιτο να ντύνει
         πάλι με πλούτο θαυμαστό
και ξέρει μυθικές στοές ένα σωρό να στήνει
         στον χρυσοκόκκινό του αφρό,
σαν ήλιος που σ’ ένα ουρανό συννεφιασμένο σβήνει.

Τ’ όπιο μάς κάνει πιο τρανή την απεραντοσύνη
         κι ατέρμονες των όριων τις γραμμές·
σκάφτει πλατιά την ηδονή, τον χρόνο τον βαθύνει,
         και μαύρες θλιβερές χαρές,
πέρα απ’ ό,τι είναι μπορετό, μες στην ψυχή ξεχύνει.

Μα τίποτα όλ’ αυτά ’ναι μπρος στο πως φαρμάκι κλειέται
         στα πράσινά σου μάτια, ως με κοιτάν,
λίμνη όπου τρέμει μου η ψυχή κι ανάστροφα θωριέται…
         Κοπάδι εκεί τα ονείρατά μου πάν’,
κι η δίψα τους μες στην πικρή την άβυσσό της σβηέται.

Και τίποτα μπρος στ’ άγριο το θαύμα δεν αξίζουν,
         του σάλιου σου της δαγκωνιάς,
που δίχως τύψη την ψυχή στη λήθη μού βυθίζει,
         και διώχνοντας τον ίλιγγο μεμιάς,
λιγόθυμη στου θάνατου τις όχθες την λικνίζει!





Ο ΤΑΦΟΣ ΕΝΟΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ


Αν κάποια νύχτα μαύρη και βαριά,
κανένας χριστιανός σαν από χάρη,
πλάι σε κάποια χαλάσματα παλιά,
θάψει το φημισμένο σου κουφάρι,

την ώρα που τ’ αστέρια αγνά ένα ένα,
τα μάτια τους σφαλούν τα κουρασμένα,
τα δίχτυα της η αράχνη εκεί θα στήσει
κι η όχεντρα τα παιδιά της θα γεννήσει.

Και θεν’ ακούς όλο το χρόνο εσύ,
πάνω απ’ το κολασμένο σου κεφάλι,
των λύκων τη θρηνητική κραυγή,

της πεινασμένης μάγισσας στριγκλιές,
του γέρου του λάγνου την κραιπάλη
και των κλεφτών τα σχέδια για κλεψιές.



                                                    Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης


Πηγή: «Μπωντλαίρ - Τα άνθη του κακού», εκδ. γράμματα, 1991.
Τίτλος πρωτοτύπου: Les Fleurs du Mal, 1861.





SPLEEN


Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός, προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν του φτιάνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.



                                                    Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης


Από τη συλλογή «Τα άνθη του κακού».
Πηγή: «Κ. Γ. Καρυωτάκη - ποιήματα», εκδ. Γ. Οικονόμου.





Η ΦΩΝΗ


Η κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη, Βαβήλ σκοτεινόν, όπου μυθιστόρημα, επιστήμη, μυθολογία, τα πάντα, η λατινική τέφρα και η ελληνική σκόνη, ανακατευόσαντε. Δεν ήμουν μεγαλύτερος από ένα βιβλίο.
     Δυο φωνές μού μιλούσαν. Η πρώτη, ύπουλη και σταθερή, έλεγε: «Η Γη είναι ένα γλύκισμα ωραίο· μπορώ (και η ευχαρίστησή σου θα ’ναι τότε χωρίς τέλος!) να σου δώσω μίαν όρεξη παρόμοια μεγάλη». Και η δεύτερη: «Έλα! ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα από το δυνατό, πέρα από το γνωρισμένο!» Και η φωνή αυτή ετραγουδούσε όπως ο άνεμος στις ακρογιαλιές, φάντασμα που κλαυθμυρίζει και κανείς δεν ξέρει πούθε ήρθε, που χαϊδεύει το αυτί κι όμως το τρομάζει. Σου απάντησα: «Ναι! γλυκιά φωνή!»
     Από τότε κρατάει αυτό που μπορεί, αλίμονο! να ειπωθεί πληγή μου και πεπρωμένο μου. Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απεράντου υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσσου, βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και, θύμα εκστατικό της οξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια που μου δαγκάνουν τα πόδια. Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, την έρημο και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μια γεύση γλυκιά στο πιο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέματα τις αλήθειες, και, με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς.
     Αλλά η φωνή με παρηγορεί και λέει: «Κράτησε τα όνειρα σου· οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!»



                                                    Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης





ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ


Ένα λιμάνι είναι ένας τόπος όλο χάρες, για μια ψυχή που απόκαμε από τη σκληρή την πάλη της ζωής. Η άπλα τ’ ουρανού, η διαβατάρικια των σύννεφων αρχιτεκτονική, της θάλασσας η ατέλειωτη εναλλαγή των αποχρώσεων, των φάρων τα λαμπρά φωτοβολήματα, είναι ένα πρίσμα θαυματουργό, όπου δίνει πάντα χαρά στα μάτια δίχως ναν τα κουράσει ποτέ. Τα σχήματα τα ευγενικά των καραβιών, με τις περίπλοκες αρματωσιές, καθώς σαλεύουνε στο κύμα αρμονικά, διατηρούνε συνεχώς, μες στην ψυχή, το αίσθημα της ευμορφιάς και του ρυθμού. Κι είναι, πριν απ’ όλα, μιαν ηδονή μυστηριώδης κι υψηλή, για κείνον που δεν του μείναν πια ούτε φιλοδοξίες ούτε περιέργειες, να κοιτάζει, ξαπλωμένος πάνω στη βίγλα ή ακουμπισμένος ήρεμα στο παραπέτασμα της προκυμαίας, όλη τούτη την κίνηση αυτών που επιστρέφουν κι αυτών που φεύγουν, αυτών που έχουν ακόμα τη δύναμη να θέλουν κάτι, τον πόθο να ταξιδέψουν και να πλουτίσουν.



                                                    Μετάφραση: Νίκος Εγγονόπουλος





ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ


Η Σελήνη, που είναι η ίδια η ιδιοτροπία, κοίταξε ανάμεσ’ απ’ το παράθυρο, ενώ κοιμόσουνα στο λίκνο σου, και είπε μέσα της: «Αυτό το παιδί μ’ αρέσει».
     Και κατέβηκε μαλθακά τη σκάλα της από σύννεφα, και πέρασε αθόρυβα μεσ’ απ’ τα τζάμια. Έπειτα ξαπλώθηκε πάνω σου με την ευλύγιστη τρυφερότητα μιας μητέρας, κι εναπόθεσε τα χρώματά της στο πρόσωπό σου. Έτσι οι κόρες των ματιών σου απόμειναν πράσινες και τα μάγουλά σου εξαιρετικά χλωμά. Από την ενατένιση αυτής της επισκέπτριας τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα· και σ’ έσφιξε τόσο τρυφερά στο λαιμό που διατήρησες έτσι για πάντα την επιθυμία να κλαις.
     Ωστόσο, μες στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη πλημμύριζε ολόκληρο το δωμάτιο, σα μια ατμόσφαιρα φωσφορική, σαν ένα φεγγοβόλο δηλητήριο· και όλο το ζωντανό τούτο φως στοχάζονταν κι έλεγε: «Θα υφίστασαι αιώνια την επήρεια του φιλιού μου. Θα ’σαι όμορφη με τον τρόπο μου. Θ’ αγαπάς ό,τι αγαπώ κι ό,τι μ’ αγαπά· το νερό, τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα· την απέραντη και πράσινη θάλασσα· το άμορφο και πολύμορφο νερό· το μέρος όπου δε θα βρίσκεσαι· τον εραστή που δε θα γνωρίσεις· τα τερατώδη άνθη· τ’ αρώματα που φέρνουν παραλήρημα· τις γάτες που λιγοθυμούν πάνω στα πιάνα και που θρηνούν σαν τις γυναίκες με μια φωνή βραχνή και γλυκιά!
     »Και θα σ’ αγαπούν οι εραστές μου και θα ερωτοτροπούν μαζί σου οι φίλοι μου. Θα ’σαι η βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι εγώ τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια· εκείνων που αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται, τη γυναίκα που δεν γνωρίζουν, τ’ απαίσια άνθη που μοιάζουν με τα θυμιατήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τ’ αρώματα που συγχύζουν τη θέληση και τ’ άγρια και φιλήδονα ζώα που είναι τα εμβλήματα της παραφροσύνης τους».
     Και γι’ αυτό, καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ’ όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών.



                                                    Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης




Πηγή: «Χριστόφορος Λιοντάκης - Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης (Από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας)», εκδ. Καστανιώτη, γ΄ έκδοση, 2000.

Στις εικόνες: Ο Charles Baudelaire, σε δύο φωτογραφίες του Félix Nadar.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Ivo Andrić, "Jelena, žena koje nema", (μετάφραση - επίμετρο: Jelena Bosnjaković ex Bajraktarović)




IVO ANDRIĆ - JELENA, ŽENA KOJE NEMA

(η γυναίκα που δεν υπάρχει / η γυναίκα των ονείρων μου)

(αποσπάσματα)


Αυτό από το οποίο θα ήθελα να αποδράσω, με συνοδεύει...
Βαδίζουμε μέσα από το υγρό σκοτάδι και το ερημικό σκοτεινό τοπίο.
Η Γιέλενα ποτέ ξανά δε θα ανταποκριθεί. Το σκοτάδι, η υγρασία. Δεν είναι το στοιχείο της.
Εμπρός μου - νύχτα χωρίς ύπνο, απέραντη, άγρια, σχηματισμένη έρημος.
Μου φαίνεται πως κανένα ζωντανό ον δε θα τη δει και δε θα επιζήσει για να δει το τέλος της.
Αλλά για εμένα, αξίζει να ζουν και να περιμένουν.
Να ζουν με την ελπίδα στην αναμονή. Αλλά και χωρίς ελπίδα.
Μεταξύ μας ήταν πάντα κάπως έτσι: όταν έλειπε, έλειπε σα να μην εμφανιζόταν πραγματικά ποτέ ξανά και όταν είναι εδώ, τότε είναι παρούσα σαν αυτό να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, λες και αιώνια θα σταθεί και χωρίς αμφιβολία καμιά θα παραμένει εδώ.
Αλλά τώρα μου φαίνεται ότι αυτό ήταν μόνο μια πλάνη ενός παραπλανημένου ανθρώπου.
Στην πραγματικότητα, αυτή δε ξέρει για εμένα, ενώ εγώ μόνο για εκείνη...
Θα μπορούσα να πω ότι πάντα ζούσα βάσει των συναισθημάτων μου σε μια φαντασμαγορία και τώρα ζω στη θύμηση αυτών των αναμνήσεων.
Αλλά, Άνοιξη είναι. Πάλι Άνοιξη. Είμαι γεμάτος, ήρεμος και μπορώ να περιμένω...
Ξέρω ότι παντού και πάντα μπορεί να εμφανιστεί η Γιέλενα, η γυναίκα που δεν υπάρχει.
Απλά να μη χάσω την ελπίδα να περιμένω!

(...)

Έτσι αυτή έρχεται πάντα από την υπέροχη σάλα, με τη συνοδεία μουσικής ή αρώματος.
(Μουσική τυχαία, μοναχικός ήχος που μοιάζει ασυνήθιστος και σημαντικός, άρωμα ενός ολόκληρου τοπίου ή βοριά που προαναγγέλλει το πρώτο χιόνι.)
Αλλά το έχω συνηθίσει και δε περίμενα να πνιγώ στην ατελείωτη γλυκύτητα που σκορπάει η εμφάνιση της.
Και το γεγονός πως πια δεν εμφανίζεται, πως πια δεν υπάρχει, αυτό με προσέβαλε, σαν αρρώστια που μόνο μια φορά σε χτυπά στη ζωή.
Ναι, αυτή εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά την περίοδο από τα τέλη του Απρίλη ως τις αρχές του Νοέμβρη.
Κατά τη διάρκεια του Χειμώνα πολύ σπάνια κι αν συμβεί, αυτό γίνεται πάντα όταν υπάρχει ήλιος και φως.
Και όπως ο ήλιος ανατέλλει, έτσι η εμφάνιση της γίνεται όλο και πιο συχνή και πιο ζωντανή.
Τον Μάη, σπάνια και ακανόνιστη.
Τον Ιούλιο, τον Αύγουστο, σχεδόν καθημερινά. Και τον Οκτώβριο, όταν ο απογευματινός ήλιος χάνεται και όταν εκείνη κάποιος άνθρωπος την πίνει δίχως τέλος − κουρασμένος από την δίψα − αυτή σίγουρα δεν είναι μακριά από εμένα, καθώς εγώ κάθομαι στο καλυμμένο από ύφασμα ηλίου και της σκιάς των φύλλων αίθριο.
Την αισθάνομαι στο δωμάτιο με ένα απλό θρόισμα των φύλλων του βιβλίου ή με το κροτάλισμα των αρμών. Η πιο συχνή επαφή όμως είναι αόρατη και βουβή, κάπου πίσω από τη σκιά μου.
Και εγώ περνάω ώρες στην αίσθηση της παρουσίας της, η οποία είναι ό,τι περισσότερο μπορούν να προσφέρουν τα μάτια και τα αυτιά. Έχοντας διδαχτεί από την πολύχρονη εμπειρία μου, γνωρίζω ότι κοιμάται στη σκιά μου, λες και αυτή είναι θαυματουργό άλσος από το οποίο ανεβαίνει και εμφανίζεται σε εμένα τακτικά και απροσδόκητα, σύμφωνα με νόμους που δύσκολα μπορείς να αντιληφθείς στο τέλος.
Κυκλοθυμικά και απρόβλεπτα, όπως μπορείς να αναμένεις μόνο πλάσματα σαν τη γυναίκα και τα φαντάσματα.



       Σχετικά με το βιβλίο:



Οπισθόφυλλο:

Η ιστορία (1962) ανήκει στην περίοδο του Μεσοπολέμου. Είναι η έκφραση μιας αφηρημένης ιδέας σε συγκεκριμένους όρους, γεγονός που υποδηλώνει τη δύναμη με την οποία αρκετά αφηρημένες έννοιες και αόριστες εντυπώσεις μπορούν να επιβληθούν στην φαντασία, απαιτώντας να αναγνωριστούν ως όχι λιγότερο πραγματικές από την "πραγματικότητα".
Η ιστορία της εξαφανισμένης γυναίκας - μια ιστορία που σε πολλές περιπτώσεις φάνηκε αινιγματική, αλλά αποσαφηνίστηκε σημαντικά όταν θεωρήθηκε ως μια αλληγορία της ζωής της τέχνης.
Η Γιέλενα όπως η Ευρυδίκη είναι μια εξαιρετικά όμορφη γυναίκα, αλλά ο αφηγητής δεν ζει για τις απατηλές επισκέψεις της, καθώς απλώς την επιθυμεί, αλλά επειδή η ίδια η ζωή μεταμορφώνεται όταν αυτή καταφτάνει. Η ζωή του είναι απείρως πλούσια και σημαντική με την παρουσία της, βρίσκεται χαρούμενος δίχως αιτία, ενώ χωρίς αυτή, απελπίζεται, σε μια ασήμαντη ερημιά.
Η Γιέλενα στην πραγματικότητα είναι όλα τα νυχτερινά οράματα του καλλιτέχνη που περιέχονται σε μία συγκεκριμένη φιγούρα, η οποία είναι τόσο όμορφη όσο τίποτα άλλο που θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει.
Ο αφηγητής παραδέχεται από την αρχή ότι αυτή η γυναίκα είναι μόνο μια ψευδαίσθηση, καθώς την αναφέρει «σαν μια αρρώστια που μόνο μια φορά στη ζωή μπορεί να σε χτυπήσει» και κάθε του ευφάνταστη προσπάθεια έχει στόχο τη συχνή επανάληψη αυτής της ψευδαίσθησης − έτσι ώστε να κερδίσει την Ευρυδίκη του ξανά και ξανά μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Ο Ορφέας πρέπει να την αναμένει συνεχώς αλλιώς αυτή δεν θα έρθει ποτέ. Είναι πάντα και μόνο το προϊόν της λύρας του καλλιτέχνη. Ως εκ τούτου αυτή είναι αθάνατη, αθάνατη για την τέχνη, αλλά αν την βλέπει ως πραγματικότητα στο φως της ημέρας, αυτή γλιστρά πίσω και πάνω από κάθε όριο, και γίνεται μέρος του κόσμου της παροδικότητας, όπου ο Άδης έχει ολόκληρη την κυριαρχία.



Ποια ήταν η Γιέλενα;

“Αγαπητέ Ivo, δε ξέρω αν θυμάστε την Κρακοβία, την οδό Bonarovska και την οικογένεια Iržikovski. Είμαι η Helena Iržikovska...”
Αυτή είναι η αρχή μιας επιστολής η οποία διατηρείται στα αρχεία της Σερβικής Ακαδημίας Επιστημών. Η συγκεκριμένη επιστολή έφτασε στην διεύθυνση του Andrić όταν κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ, δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ, αλλά από την αναφορά της αρχής και βάσει λεγομένων, ορισμένα στοιχεία δείχνουν πως η γυναίκα αυτή ίσως να είναι η απάντηση στο μυστήριο που επικρατεί, γύρω από το συγκεκριμένο βιβλίο.
Κατά την περίοδο των σπουδών του στην Κρακοβία φημολογείται πως ο Andrić γνώρισε τη νεαρή τότε πιανίστρια Helena Iržikovska, καθώς υπήρξε ένοικος της οικογένειας της. Πιθανόν η γυναίκα αυτή να ήταν η αγαπημένη που ποτέ δε ξέχασε...
Με έρευνες που έγιναν διαπιστώθηκε πως όντως την περίοδο εκείνη υπήρξε η οικογένεια Iržikovski. Είχαν δυο κόρες, την Jadviga και την Helena. Η πρώτη εξαφανίστηκε σε ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ η Helena αργότερα παντρεύτηκε. Ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι και ο θαυμασμός των αντρών ήταν μεγάλος. Στο γραφείο της ενορίας όπου άνηκε η οικογένεια, δε βρέθηκε κανένα έγγραφο σχετικά με τη γέννηση και τον ενδεχόμενο θάνατο της Helena. Το πώς συνέβη αυτό είναι ένα ακόμη μυστήριο ή απλώς μια σύμπτωση. Το μόνο σίγουρο είναι πως η γυναίκα αυτή υπήρξε και αποτέλεσε πολύ πιθανόν την έμπνευση του συγγραφέα.

Μία άλλη εκδοχή, υποστηρίζει πως ο Andrić εμπνεύστηκε την ηρωίδα του από την Milica Babić. Διατηρούσαν επαφή μέσω αλληλογραφίας ενώ εκείνη ήταν ακόμη παντρεμένη με τον Nenad Jovanović. Η κατάσταση αυτή κράτησε τρεις δεκαετίες, μέσα στα χρόνια αυτά ο Andrić προσπαθούσε να ξεφύγει από την σκέψη της απαγορευμένης του αγάπης ταξιδεύοντας, αλλά στο δρόμο της επιστροφής τις περισσότερες φορές κατέληγε στη φιλική συντροφιά της Milica και του συζύγου της. Περίμενε τριάντα χρόνια ώστε να είναι ελεύθερη. Ήταν 66 ετών όταν αυτό συνέβη και ήταν η πρώτη και μοναδική σύζυγος του. Ο ίδιος είχε πει: «Τίποτα δεν έρχεται πριν να πρέπει να συμβεί».
Έζησε μαζί της για δέκα χρόνια στο πρώτο δικό του σπίτι − το οποίο σήμερα διατηρείται ως μουσείο (οδός Proleterskih Brigada 2a) – μέχρι τον θάνατο της το 1968.



Με τη σύζυγο του Milica Babić



Ivo Andrić



Ο Ivo Andrić γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1892 στο Travnik. Ήταν ακόμη στα σπάργανα όταν μετακινήθηκαν στο Σαράγιεβο λόγω της υπηρεσίας του πατέρα του, εκεί δυο χρόνια αργότερα, το 1984, ο πατέρας του πέθανε από φυματίωση. Η μητέρα του βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και εμπιστεύτηκε τον γιο της στην αδελφή του συζύγου της, η οποία κατοικούσε με τον αυστριακής καταγωγής σύζυγος της στο Višegrad, με τον οποίο δεν είχε αποκτήσει παιδιά. Μεγάλωσε με περίσσια αγάπη από τους θείους του στις όχθες του ποταμού Δρίνου, κοντά στη γέφυρα του Mehmet Paša Sokolović.
Στο Višegrad τελείωσε το δημοτικό σχολείο και το φθινόπωρο του 1903 γράφτηκε στο Μεγάλο γυμνάσιο στο Σαράγιεβο, το παλαιότερο γυμνάσιο της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Ζούσε με τη μητέρα του, η οποία εργαζόταν ως υφάντρια σε ένα εργοστάσιο χαλιών. Αργότερα όταν βρέθηκε στο λύκειο παρατηρήθηκε ως μέλος της εθνικιστικής νεολαίας, έγινε μέλος της οργάνωσης Mlada Bosna (Νέα Βοσνία) και στήριζε τον αγώνα για ανεξαρτησία.
Το 1912 γράφτηκε στο Βασιλικό Πανεπιστήμιο του Franz Joseph I στο Ζάγκρεμπ, με υποτροφία. Την επόμενη χρονιά μετακομίζει στη Βιέννη λόγω σπουδών. Εξαιτίας του κλίματος υποφέρει από πνευμονία. Με τη βοήθεια ενός παλαιού καθηγητή του, παίρνει μεταγραφή για την Κρακοβία. Την περίοδο εκείνη ποιήματα του δημοσιεύονται σε κροατικό ανθολόγιο αφιερωμένο σε νέους ποιητές.
Από την Κρακοβία φεύγει επειγόντως στις 28 Ιουνίου 1914, καθώς μαθαίνει για τη δολοφονία του Αρχιδούκα Φερδινάρδου από τον Σέρβο εθνικιστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ. Φτάνει στο Σπλιτ με τραίνο στα μέσα του Ιουλίου όπου και συλλαμβάνεται από την αυστριακή αστυνομία. Αρχικά μεταφέρθηκε στις φυλακές του Σίμπενικ και αργότερα στο Μάριμπορ, παρέμεινε εκεί ως τον Μάρτιο του 1915.
Τρία χρόνια αργότερα δημοσιεύει το πρώτο του βιβλίο “Ex Ponto”.
Αργότερα στις 12 Ιανουαρίου του 1923 διορίζεται υποπρόξενος στο Γκρατς. Μετακόμισε εκεί και καθώς δεν ήταν πτυχιούχος πανεπιστημίου ξεκίνησε να φοιτά στην Φιλοσοφική Σχολή της πόλης.
Το 1928 διορίζεται υποπρόξενος στη Μαδρίτη, ακολούθησαν κι άλλες μετακινήσεις με την κορύφωση της διπλωματικής του καριέρας το 1933 ως πρέσβης στο Βερολίνο. Την χρονιά του 1937 λαμβάνει διάκριση από τον πρόεδρο της Πολωνίας λόγω των ενεργειών του υπέρ φυλακισμένων Πολωνών. Επέστρεψε στη Σερβία και συγκεκριμένα στο Βελιγράδι το 1941 μετά την απόσυρση του από το διπλωματικό σώμα και αρνούμενος να λάβει τη σύνταξη του. Κατά την διάρκεια του πολέμου αρνήθηκε να δημοσιεύσει κάποιο έργο του. Η “Βοσνιακή Τριλογία” γράφτηκε την περίοδο του πολέμου αλλά δημοσιεύτηκε μετά το τέλος του, το 1945. Στο Višegrad επέστρεψε πάλι το 1953.
Στις 19 Οκτωβρίου του 1961 γίνεται γνωστό πως είναι ένας από τους υποψηφίους για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Επτά μέρες αργότερα του απονέμεται το βραβείο «για την επική δύναμη των λογοτεχνικών του θεμάτων και τον τρόπο που απεικονίζει την ανθρώπινη μοίρα, αντλώντας υλικό από την ιστορία της πατρίδας του» . Με τη σειρά της η Πολιτιστική - Εκπαιδευτική Κοινότητα της Σερβίας του απονέμει το βραβείο Vuk Karadžić.
Αφού διαγνώστηκε με σοβαρό πρόβλημα ροής του αίματος στον εγκέφαλο, πέρασε μεγάλα διαστήματα εντός του νοσοκομείου.
Έφυγε από τη ζωή στις 13 Μαρτίου 1975. Στις 24 Απριλίου στο Νέο Κοιμητήριο του Βελιγραδίου τοποθετήθηκε η λάρνακα του Ivo Andrić.


Άγαλμα του Ivo Andrić κάτω από το διαμέρισμα του στο Βελιγράδι.
Η γραφή στα σκαλοπάτια:
“Έφυγα. Πίσω μου έμειναν όλα όσα οι άνθρωποι είπαν, όπως η ομίχλη που χάνεται.
Και όσα κάνανε, τα φέρω στην παλάμη του ενός χεριού.”



Jelena Bosnjaković ex Bajraktarović



Σημείωση του ιστολογίου:
Για πρώτη φορά αποδίδονται αποσπάσματα του βιβλίου "Jelena, žena koje nema" στα ελληνικά.