Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Ελευθερία Θάνογλου, "Αναπαράσταση"




Ανοιχτά παράθυρα


ΙΙΙ

Τις μέρες των βροχών
αχινοί τα λόγια μας
ουλές παντού στο πάτωμα
κίτρινα δόντια οι τοίχοι.

Και οι ουρανοί αποστηθίζουν τους ανθρώπους, έλεγες.

Τα παράθυρα άνοιγες
ν’ ανασάνει το σπίτι,
γέμιζε ασφυκτικά με λέξεις
κι αγεφύρωτες ομίχλες.

Από παντού ξεχύνονταν
σαπισμένα πλεούμενα
κι άγρυπνες νύχτες θερισμού.



IV
                                                     «Βάφαμε τη μέρα νύχτα
                                            βρίσκαμε κι άλλους νεκρούς.»

Γαβγίσματα σκύλων αδέσποτων
σκέπαζαν τα ουρλιαχτά απ’ τις λέξεις στα χαρτιά σου.

Οι λέξεις
έβγαιναν απ’ τα χαρτιά
ξεχύνονταν στους δρόμους
γίνονταν γαβγίσματα
γίνονταν αδέσποτα σκυλιά
που ξέφευγαν απ’ τον μπόγια.





Επι(στροφές)


Ι

Συνέχιζες να έρχεσαι
με μια σταυρωμένη αφή
χαρτόπαιζες τα χρόνια μου.
Αδιόρατα ρίγη και αμμόλοφοι ματαιώσεων
κάλυπταν τα πάντα.
Το πρόσωπό μου θαμμένο κόσμημα σε άμμο.

Ξέπλενα το πλακόστρωτο του κόσμου γεννώντας βροχές
άνοιγα το κομπόδεμα των ονείρων
και μοίραζα στους προδομένους.
Άλλαζα θέση στην ακινησία των πραγμάτων
πότιζα τις πικροδάφνες, τη θλίψη μου
αμελώντας να ράψω δυο μάτια
στην πάνινη κούκλα μέσα μου
που ήξερε αυτό που δεν έβλεπε
και φανταζόταν αυτό που δεν υπήρχε.



ΙΙ

Λέξεις για την κηπουρική του έρωτα
έσκαγαν σε κάθε τέλος.
Ο κηπουρός της θάλασσας
τραβούσε στα δίχτυα του επάργυρα μάνταλα
μαζί με σκουριασμένους επισκέπτες.

Μίλα, πες κάτι σου έλεγα
σπάσε αυτό το σάπιο της σιωπής
δεν αντέχω άλλα πηγάδια
αντανακλώμαι σε άπατο βυθό.

Μίλα, πες κάτι
κουράστηκα να μελετώ λόγια πλατύφυλλα
κι ανθρωποφάγες λέξεις

Ο έρωτας και στον γκρεμό ανθίζει.
Μίλα κι ας ανθίσεις αγριόχορτο στο δέρμα μου.




                                                                                           Έλεγες,

                                                       «Οι περισσότεροι από εμάς
                                                             δεν είμαστε τίποτα άλλο
                                                          παρά συνηθισμένα τοπία.
                                                             Μονάχα σαν πεθάνουμε
                                            γινόμαστε αυτό το μακρινό τοπίο
                                      που ο καθένας ονειρεύεται να πάει».

                                                Έπειτα με φωνή ξεθωριασμένη
                                                   έστηνες βωμούς διαβάζοντας.





Προοπτικές


Ι

Κοιτώ τις ξεβαμμένες από ευτυχία γυναίκες
σε στάση νηστείας απ’ τη ζωή.
Σκέφτομαι πως τίποτα
τίποτα
πια δεν περιμένουν.
Ούτε δάση
ούτε θάλασσες
ούτε ουράνιους θόλους
ζωγραφισμένους σε επίγειες σπηλιές.

Το λεωφορείο περιμένουν
να τις πάει στο σπίτι τους.

Τσαλακωμένα λάβαρα τα φουστάνια τους
στις χαρακιές της ζωής.



ΙΙ

Άλλοι δρόμοι ανοίγονται μπροστά μου.
Παίζω παιχνίδια στο μυαλό μου
μ’ όλα τα σακατεμένα σώματα που συναντώ
σκέφτομαι αν ταιριάζουν με το δικό μου.
Με την πρώτη ευκαιρία ερωτοτροπώ
χάνοντας έννοιες και ορισμούς.
Χάρτινοι οι ορίζοντες γκρεμίζονται
φαίνεται το ψεύτικο από πίσω.

Γίνομαι τότε ξαφνικά το νοτισμένο τζάμι
σε αστικό λεωφορείο
ζητώ εσένα
να χαράξεις ένα σύνθημα επάνω μου
μια λέξη
και μέσα από αυτή
να βλέπω το τοπίο να κινείται.





Από τη συλλογή «Αναπαράσταση», εκδ. Πικραμένος, 2019.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Ειρήνη Παραδεισανού, "Λοβοτομής εγκώμιον"




Λοβοτομής εγκώμιον

                                             στον Δημήτρη Τσεκούρα


 Η λοβοτομή έχει πολλές όψεις.
 Ίσως η πιο αποτελεσματική να είναι η αυταπάτη του στόχου.

Ευτυχώς

δια την εύρυθμον λειτουργίαν της  κοινωνικής μας δομής
λίγοι είναι αυτοί που το συν-αισθάνονται
ελάχιστοι όσοι το αντι-λαμβάνονται
απειροελάχιστοι όσοι το αντι-παλεύουν.

Κι έτσι

η ανθρωπίλα συνεχίζει
τον μακάριο
                   
                              ανέφελο
                                                    αταξίδευτο
αβασίλευτο
                         απαρασάλευτο
αβασάνιστο
                       όρθιο

ύπνο της


Κοιμηθείτε
καλά μου
αξιολάτρευτα
μικρά
τραγανά μου
ανθρωπάκια


Σας εγγυώμαι
στο όνομα της ακραιφνούς γελοιότητος
του μόνου εν ζωή άξαφνου ήλου

το Μάτι μου
είναι Αλλού στραμμένο

.........


     ( Υποσημείωσις 1. το οξύμωρον σχήμα στη λέξη “απειροελάχιστοι” μη σας διαφύγει, αξιότιμοι αναγνώστες μου.
      Υποσημείωσις 2. Στην λέξη “ήλου”, μην μπερδευτείτε και προσθέσετε το ι. Το καρφί προφανώς  κρύβει το φως. Μα δεν είναι ανάγκη να γινόμαστε τόσο ανελέητα επεξηγηματικοί και εύκολοι. Λίγη περίσκεψις δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. )



Ειρήνη Παραδεισανού



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Jan van Kessel the Elder, «Saturn devouring his children», (1660).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο, 25 Μαΐου 2019

Γιάννης Βαρβέρης, "Το ράμφος"





Η ΣΑΛΩΜΗ ΜΕ ΣΩΖΕΙ ΚΑΙ Μ’ ΕΚΔΙΚΕΙΤΑΙ


Εκείνο το βράδυ μου είπαν πως πέθανες. Γύρισα σπίτι
έψαξα στα συρτάρια στις τσέπες παντού. Η αγωνία
μου κορυφώθηκε λίγο μετά καθώς ένιωσα τον Ραβέλ
ν’ ανεβαίνει απ’ τη γυάλα μας κι είδα το ψαράκι μάλλον
ψόφιο στο πάτωμα του χολ.
Κινδύνευα. Αλλάζω γρήγορα το νερό ρίχνω μέσα το ψάρι
μπας και προλάβω. Του κάκου. Ο Ραβέλ δυνάμωνε
θα σπάσουν τα μάτια μου λέω τώρα πληρώνω για όλα
κι ως να το πω
ξεφυτρώνεις κι ακούγεται:
κλικ
να με φωτογραφίζουν τα δικά σου
τα ωραιότατα
μάτια.





ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ


Πριν βρέξει οι γάτες απορούν ως μιαν ανάσα
τα υπόστεγα μιλούν για τη βροχή
πήδος στον τσίγκο πήδος στην ταράτσα
λουφάζει η γάτα πριν σαλτάρει
σ’ άλλα παλιοσίδερα.

Αγκάλιασε τον κούκλο της η Ελβίρα
πάνω απ το τούλι απλώνεται λουλάκι ως πέρα
στο δώμα ξέμεινε μικρό κουνούπι λίγο να τρομάζει
σαλεύει το χεράκι και ραγίζει έν’ άρωμα.

Με τη βροχή με το νερό
οι φτωχοί κούμπωσαν την προσευχή στον κόρφο
και σβήσανε σαν τα χαμόγελα.





ΕΓΩ, ΣΕ ΛΑΪΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ


Πικρό του κουταλιού
κι ο καφές πέτρωσε και ράγισε
απόκρημνος σαν μάτι γέροντα.
Στην καύτρα ροχαλίζει το μεράκι
λάμπουνε οι βέρες γύρω απ’ της τράπουλας το ντέρτι
και κάποτε σαν άτι σαν μαστίγιο
σπαθίζει το τσουλούφι του
ένα ιδρωμένο ντέφι.





ΟΙ ΑΙΝΟΙ


Μη με ρωτάς τι αίνους συλλαβίζω·
αφού αντρώθηκα με τους τελευταίους σπασμούς του θηρίου
δεν είχα αδέρφια ούτε βόλια.
Όμως αλήτευα μέρες και νύχτες
στις πλατείες
χάζευα τα πολύχρωμα με τις εναλλαγές
ανάδευα μ’ ένα κλαδί στο βάθος
τα θούρια που κάπνιζαν.
Μη με ρωτάς ποτέ πού τους θυμήθηκα.

Καμιά φορά αστράφτω κι εγώ
και τυφλώνομαι.





ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ


Δε μου ανήκει στίχος κανένας. Οι φίλοι μου τους χειρούργη-
         σαν όλους.
Οι ακέραιοι φίλοι μου Μπρασένς και Φερρέ. Και οι άλλοι.
Και δεν είναι κεφάλι τούτο, είναι μίσος.
Και τα πλαστικά κρινάκια της μαμάς τ’ απόθεσα στην πύλη
         του Πολυτεχνείου.
Δεν είναι κεφάλι τούτο που δεν ξεχωρίζει το τόξο
         απ’ το βέλος.
Έτσι και να σκοτώσω δε θα το χαρώ
δε θα μάθω ποτέ με τι σκότωσα.
Δεν είναι κεφάλι τούτο που καπνίζει
κορδελίτσες χορεύτριες οριεντάλ
σάρκες κι οστά ιδεών κι απολαμβάνει.
Πήρα κι εγώ το σκαρπέλο και το συγύρισα
βγήκα επιτέλους στον αγώνα
ξεκάλτσωτος με πέδιλα της κακιάς ώρας και σγουρό μαλλί
         σίγουρο.
Μα πάλι δε διαβάζονται οι στίχοι μου·
μέσα κι έξω όλοι μου οι στίχοι
ραβδώσεις της ζέβρας κι εγώ δεσμοφύλακας.
Όπως απέξω έτσι και μέσα βρήκα
του Σαρτρ το χαλικάκι
στο μάτι τους
και στο δικό μου μάτι τον ίδιο λύκο βρήκα
να βυζαίνει και να μη σηκώνομαι.

Τι άλλο να θέλει το ποίημα
παρά να περάσεις την κλωστή στη βελόνα
− κι αλήθεια τη νύχτα γεμίζει κλωστές το δωμάτιο −
ακόμα κι ο Όμηρος τα κατάφερε, σκέφτομαι·
αλλά πού βελόνα να τρυπήσω τη νύστα στον κρόταφο…





Από τη συλλογή, «Το ράμφος», (α΄ έκδοση, Τραμ, 1978, β΄ έκδοση ύψιλον/βιβλία, 1984.
Πηγή: «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄ [1975-1996]», εκδ. Κέδρος, γ΄ έκδοση, 2008.

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

Αγγελική Ελευθερίου, "Ωδίνες"




~*~

Όταν μ’ αποχαιρέτησες
ήμουνα κιόλας μακριά
και εταξίδευα
μ’ ένα μικρό καΐκι χάρτινο
από το δωδεκάφυλλο τετράδιο του νησιού μου
μη μου κρατάς το χέρι μου ακόμα
μη βλέπεις που εγώ δεν το τραβάω
Δε φτάνει
να το τινάξεις δεν μπορείς
με όλη σου τη δύναμη
όπως εκάνανε οι παλιοί γιατροί
να μπει στη θέση του για πάντα
Δεν το μπορείς





~*~

Το πιο πολύ
μες στα βιβλία που εδιάβαζε
και μες στα παραμύθια που μεγάλωνε
της άρεσε ο χρόνος
έτσι γλυκά που επερνούσε
απάνω απ’ τους καιρούς
−θαρρώ πως ήταν η περπατησιά του−
όμως εμένανε
ατέλειωτη μου φάνηκε αυτή η ζωή
θα του ’λεγε
όπως θα βγαίνανε να περπατήσουν
δεν το ’πε
έτσι κι αλλιώς δε θα τον αναγνώριζε
γιατί οι περπατησιές
είχανε γίνει ίδιες των ανθρώπων τώρα





~*~

Οι κινήσεις των χεριών της
επήρανε με τον καιρό
το σχήμα των προσώπων
που αγάπησε
Γι’ αυτό κι όσο μιλούσε
ή εσώπαινε
και όταν αγαπιόταν
ξεθάβανε από μέσα της
πανάρχαια κομμάτια
ακέραια





~*~

Έλεγα τ’ όνομά σου
χωρίς να σε θέλω τίποτα
Μ’ άκουγες δε μ’ άκουγες
φώναζα τ’ όνομά σου
σαν τα παιδιά που παίζοντας μιλάνε μόνα
χωρίς να περιμένω τίποτα
έλεγα και ξανάλεγα
το όνομά σου
έτσι για να τ’ ακούω
καθώς σε έπλαθα
Τώρα όλο εκείνο τον καφέ
να συλλογιέμαι
που χρώσταγα του καφετζή
όταν το μαύρο σύννεφο
μου ’δωσε μια
και βρέθηκα στην άλλη άκρη
με τ’ όνομά σου αιμόφυρτο
μες στη φωνή μου





~*~

Υγροί τοίχοι
ξένων σπιτιών
ρουφάνε τη ζωή μου
γκρεμίζουν τον ήλιο στα παράθυρα
εκδίδουν τους βοριάδες μακριά
καλλιεργούν στα θεμέλια έντομα
και δηλητηριασμένα μανιτάρια
ζωγραφίζουν στο αίμα μου
κηλίδες αφροδίσιες
με σαρκοβόρα σχήματα
και χρώματα
Ονειρεύομαι





Από τη συλλογή «Ωδίνες» (1982).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση: «Αγγελική Ελευθερίου - Τα ποιήματα (1978-2011)», εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.

Στην εικόνα: Ιωάννης Αλταμούρας, «Έξω από το λιμάνι».
Πηγή για την εικόνα: https://paletaart.wordpress.com/

Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

Γιολάντα Πέγκλη, "Ποιήματα"





Το Οδοιπορικό


Έπαψα να προσεύχομαι. Έχω σωθεί.
Έπαψα ν’ αγαπώ
μέσα απ’ το σώμα μου έχω περάσει.
Είμαι το παιδί που δεν άντεξε
το ερήμωνε η ευρυχωρία, θα διηγούνται.
Όταν μεγάλωσε έβρισκε
πως μοιάζει ο έρωτας με πανικό.
Ξάπλωνε στο χιόνι και μετρούσε τι πολλά φώτα
έχουν τα σπίτια όταν τα κοιτάζεις απ’ έξω.
Για στοιχειώδη ανάπαυση άφηνε
να της αποσπούν τρομαχτικές δωρεές
πανδοχείς τρίτης κατηγορίας. Εντούτοις
στο τελευταίο της γράμμα έδειχνε καλά
μιλούσε για αεροπορικά εισιτήρια
και επιστροφή στα ήπια κλίματα.
Μάθαμε όμως από τρίτο
πως στο μεταξύ αρρώστησαν τα μάτια της.
Έβλεπε παντού λέπια, δεν μπορούσε
να ξεχωρίσει τους συγγενείς της.
Αρνιόταν να ρωτήσει περαστικό
τι γράφουν οι πινακίδες στους δρόμους.
Άρχισε να φέρνει κύκλους
σαν γλάρος παγιδεύτηκε στην ακροθαλασσιά
μύρισε αλάτι, ξεγελάστηκε, είπε:
«Εδώ τελειώνει ο κόσμος!» Όταν άκουσε
τα κοχύλια να της μιλούν όλα μαζί
τα πήρε για χτυπημένα παιδιά
τα σήκωσε στην αγκαλιά
άρχισε να τρέχει πάνω στα νερά
να φωνάζει «βοήθεια!».



(Ακούστε: , 1970).
Πηγή: «Γιολάντα Πέγκλη - Κριτικές & μελετήματα στα πενηντάχρονα της ποιητικής της παρουσίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2015.






Αγκάθι το αμάραντο


Κίτρινο και όχι κίτρινο
του κυδωνιού να πούμε
που ποτέ δεν το ’χεις σίγουρο
έτσι που μόλις ακουμπήσει σαπίζει
ή που φωνή φαρμάκι αφήνει ο Σεπτέμβρης
«μέμνησο!» και γλιστράει
απ’ την αγία υπομονή
στην έξοδο την υπεραγία

τότε σβώλοι σβώλοι το χώμα
τρίτα, τέταρτα πόδια δεν επαρκούν
όλη νύχτα να τσακίζεσαι να τα προφτάσεις
τόσα προσκλητήρια νεκρών
και τη μέρα τίποτα να μη μαρτυράει

και καλά να μη γνωρίζεις το τι
και το πότε για το καύκαλο
αλλ’ εκείνο το καλάθι το αλαλάζον
καταμεσής του δρόμου
κλότσα το π’ ανάθεμά το ν’ ανοίξει ο τόπος
το βλέπεις, πας ν’ αποκτήσεις άκρα καχεκτικά
τα χέρια, άσε, πάνε,
να κοιτάξουμε τα υπόλοιπα
τα θαμμένα, τα πού αιωρούνται
πέτρες, στέγες, ό,τι

αυτές οι δυσανάγνωστες υπογραφές
καλά με είχαν βάλει σε υποψία
κι άρχιζα να μπολιάζω τ’ αειθαλή
με πόνο φυλλοβόλο

κίνηση καθαρτήρια μήπως δώσει ο θεός
και βγει το άθροισμα λανθασμένο
στα άρτια και στα ρηχά ασβέστη

πρέπει να έχεις καρδιά γενναία, βάρβαρη
αυτό είναι το συμπέρασμα, αλλιώς
την εγγύηση δεν την σημαδεύεις μεσόφρυδα
κάνεις πως αστοχείς
(ασ’ τη να βρίσκεται για μια δύσκολη ώρα)
κι ύστερα μπουκάρει το Απαραβίαστο
το μεγάλο μαράζι
και πού θράσος ν’ απλώσεις χέρι
ίσως λοιπόν αυτό είναι το χειρότερο
και δόξα τω θεώ δεν έγινε

συνηθίζεις, τι να γίνει, και στο απάνθρωπο,
αμπαρώνεις, θειαφίζεις
πετάς στην άσφαλτο τους βολβούς
τα καθίσματα

ας θηλάσουν τώρα τα ζώα μόνο
και το αγκάθι της πίκρας
το αμάραντο.



(Αγκάθι το αμάραντο, 1972).
Πηγή: «Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017.






Το Άλλοθι


Πού βρισκόσαστε το τελευταίο
εικοσιτετράωρο; Πού βρισκόσαστε
την πρώτη μέρα της ζωής μας;
Οι καιροί αλλάζουν, οι αιμοδότες
αποσυνδέουν τις φλέβες τους
απ’ τα τηλεφωνικά καλώδια
οι δρόμοι μονής κατευθύνσεως αποξενώνουν
ποτέ ο ένας Ιούδας δεν μοιάζει με τον άλλο
εξαφανίσεις στις εφημερίδες
στα κομοδίνα δισκία
το πλήθος γίνεται συνετό, αδιαφορεί
οι ληστές ασκούν έφεση πεθαίνουμε πιο μόνοι

θλίψη, θλίψη πολλή
ακόμη και για έναν άνθρωπο

προσοχή! Βεβαιωθείτε το ταχύτερο
αν υπάρχουν μάλλινα στο φαρμακείο του σπιτιού
μιλήστε παντού για τα άρρωστα νεύρα μας
εξασφαλίστε ένα γερό άλλοθι
με μια δήλωση περί απλής συνωνυμίας
η άσφαλτος αναλιγώνει
ξαναγίνεται άμμος

όταν αποσυρθούν τα νερά της νύχτας
θα μας βρουν πνιγμένους.



(Αγκάθι το αμάραντο, 1972).
Πηγή: «Γιολάντα Πέγκλη - Κριτικές & μελετήματα στα πενηντάχρονα της ποιητικής της παρουσίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2015.






Μας τα ’παν άλλοι


Σάλες ευρωπαϊκών ξενοδοχείων και εγκέφαλοι που λιμνάζουν στον πάτο του ποτηριού.
Υπάλληλοι διαμελιζόμενοι στους καναπέδες όπως χθες στις μικρές οθόνες και τα μονόστηλα.
Ζωήν πατήσας ο κάθε ηθικός αυτουργός πλην έχοντας την πρόθεση να μεταμεληθεί.
Τι συ-ζητούν ετούτα τα σταμπαρισμένα τρωκτικά;
Δώσαμε!

Κατάστρωμα και ξερό ψωμί μού λες, εντάξει, όταν όμως αυτό δεν σημαίνει εσύ να περιφέρεσαι με τις ιδιότητές σου στα λινά κι εγώ απ’ τη ναυτία να συμπεραίνω ότι ταξιδεύω.
Είσαι πρόθυμος να φυλάξεις αυτό που θα σου πω σαν αυγό στη μασχάλη σου;
Με προσέχεις όπως το κερί στον άνεμο ή με θάβεις για μια ώρα ανάγκης καθώς ο σκύλος το κόκκαλό του;
Δεν ξέρω από ποιο παράθυρο μπορώ να δω όσα μου μέλλονται αλλά δεν προτιμώ να τα φαντάζομαι.
Πλην των άλλων χορτάριασε η κλειδαριά ακούω ευκρινώς τη λέξη ματαιότητα.



(Της γλυκειάς πατρίδας, 1996).
Πηγή: «Γιολάντα Πέγκλη - Κριτικές & μελετήματα στα πενηντάχρονα της ποιητικής της παρουσίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2015.






Τρύπες


Δεν γνωρίζει από μελαγχολία.
Φιλάει αυτόν που πρέπει να πεθάνει, σηκώνεται
απ’ το τραπέζι, ώρα να πηγαίνω λέει,
χάνεται στα υπερβραχέα, λύκος.
Αυτό που βλέπει είναι μόνο αυτό που βλέπει.
Ωριμάζει δηλαδή σα να σαπίζει, μολονότι
σ’ ένα τόσο δα ονειράκι χθες
μην κλαις, μην κλαις, έλεγε,
σταμάτα να κλαις έλεγε.

Με τέτοιους συνδαιτημόνες
διανύω τις μεταμορφώσεις της κάμπιας
ή κρύβομαι;

Γεράνια και γεράνια αίμα
αφήστε μήνυμα

αφήστε τα ωραία γαλάζια γράμματα, τα δράματα
βαρέθηκα

πάω αλλού για καλοκαίρι.



(Τρύπες, 2014).
Πηγή: «Γιολάντα Πέγκλη - Κριτικές & μελετήματα στα πενηντάχρονα της ποιητικής της παρουσίας», Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2015.






Εποχή εικόνας


Λέγαν ότι χρωστούσε τα πάντα στον ευφυή
ράφτη του. Είχε χάρισμα. Έδινε αέρα και
σ’ ένα ανάστημα κάτω του μετρίου. Το έκανε να εξέχει.

Σπουδαία τεχνική, έχασε όμως κάτι πολύτιμο·
να περνάει απαρατήρητος.
Προτού καλά καλά χωρέσει στα καινούργια ρού-
χα του, έφτασε να κρύβεται απ’ τον ήλιο σα γάλα
που ξινίζει.
Σε μονό τροχό να ισορροπεί.
Να σαβανώνει όποιον του στέκει εμπόδιο με
σκληρά νήματα.
Ούτε να πεθάνει πιο σοβαρά απ’ όσο έζησε
δεν μπόρεσε.



Πηγή: Περιοδικό Καρυοθραύστις, τεύχος 1, Απρίλιος 2019.


Στην εικόνα: Γιολάντα Πέγκλη, σχέδιο του Αλέκου Κοντόπουλου.