Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, "με λένε Εύα"





με λένε Εύα


με λένε Εύα και είμαι μισή
–κομμάτι απ’ το πλευρό του άλλωστε–
με αποκάλεσαν άτακτο στοιχείο
έφαγα το κεφάλι του ουροβόρου όφεως
αυτός την ουρά του
ο Αδάμ το μήλο
μετά ο κόσμος ήρθε στα ίσα του
επινοήθηκαν σπουδαίες έννοιες
μίασμα ύβρις δολιότητα εκδίωξη
χρίσαμε εφέτη τον εθίσαμε να κλέβει στο ζύγι
ένοχο ορίσαμε την ενδόμυχη επιθυμία
μου ανατέθηκε να την προσωποποιούμαι
τη θύμιζαν ο αριστερός μαστός μου το τρέμουλο των γλουτών
εκείνο το λακκάκι στο λαιμό μου
χάσαμε τα άδολα εκμαγεία βέβαια
όμως κερδίσαμε στην αναζήτηση
πώς θα αντέχονταν αλλιώς τέτοια ανία τέτοια τελείωση
το πιο σπουδαίο ωστόσο συμβαίνει τις νύχτες
όταν μετουσιώνεται η στιγμή σε αιωνόβιο δέντρο
τότε αφοσιωμένη τής υποκλίνομαι
βγαίνω απ’ τον εαυτό
γίνομαι φτερό Ίκαρου λιώνω στο στέρνο του άνδρα

και να σκεφτείς όλοι τους έχουν εξέλθει από τη μήτρα μου
και ο πρωτόπλαστος και ο Άβελ και ο Κάιν και οι θεοί και τα δαιμόνια





είμαι η Αφροδίτη του Χόλε Φελς


είμαι η Αφροδίτη του Χόλε Φελς η αρχέγονη μήτρα
είμαι το άχρονο σύμπαν το χάος και η ρωγμή του
είμαι η άμωμος η αμαρτωλή η νύχτα της αυγής η μητέρα
είμαι η γη κι ο ουρανός το αδιαίρετο Όλο
είμαι η επινόηση του έρωτα το όνειρο της Σελήνης
είμαι το θηκάρι του ιερού φαλλού το μόριο της νεφέλης
είμαι η στιγμή του εφήμερου χαραγμένη στο αιώνιο τώρα
είμαι ο λόγος του άλογου το άλογο του λόγου
είμαι η κιβωτός του Νώε η ζώνη της Ιππολύτης
είμαι η τελετουργία της μνήμης των σπηλαίων βραχογραφία
είμαι ο δίσκος της Φαιστού η ηλιόπετρα των Αζτέκων
είμαι το προσωπείο της Μέδουσας το αίνιγμα της Σφίγγας
είμαι η διώρυγα του Σουέζ η γέφυρα και το ρήγμα
είμαι η άρπα της Σαπφώς η ματωμένη χλαμύδα της Υπατίας
είμαι το μήλο του Νεύτωνα η υδρόγειος σφαίρα του Γαλιλέι
είμαι το συλλογικό ασυνείδητο οι ελεύθεροι συνειρμοί του Φρόυντ
είμαι η κουρασμένη Καρυάτιδα με το εποικοδόμημα στο κεφάλι
είμαι το φοβισμένο αμφίβιο μεταμορφωμένο σε χρυσαλλίδα
είμαι το θηλυκό τίποτα καρφιτσωμένο στην κόμη της Βερενίκης
είμαι η φάλαινα που αιμορραγεί πεθαμένα κοράλλια
είμαι το μοιρολόι της θάλασσας ο παφλασμός των κυμάτων
είμαι το έσχατο μυστήριο το ανερμήνευτο θαύμα

είμαι η ανθός τού Εσύ του Εμείς η ρίζα
είμαι εγώ η Άνθρωπος





φωνή V


άλλοι την είπαν ευφρόσυνη πηγή
άλλοι θεμέλιο και πλήρωση
την αναζήτησαν σε ματιά μητρικά
σ’ ερωτευμένες Αφροδίτες
πολλοί περιπλανήθηκαν σ’ αντικατοπτρισμούς
σύρθηκαν σε γκρεμούς κατακρημνίστηκαν
άλλοι της φόρεσαν φτερά ουτοπικά
και βούλιαξαν στη λάσπη του χιονιού
άλλοι την απαρνήθηκαν κι έμειναν σε χείμαρρους χαλίκια
άλλοι την έπνιξαν στ’ απόνερα της λήθης
πολλοί αυτόοικτίρονται που έδωσαν μα δεν έλαβαν
−μα πως να δώσεις αν δεν έχεις−
πολλοί την επινόησαν ποίημα συνέγραψαν δοκίμια
έλιωσαν σιδερένια πέδιλα αποζητώντας την εις μάτην
άλλοι εν χορώ την ύμνησαν ως κραταιά
οι ποιητές οι μουσικοί κάποιες στιγμές
ένιωσαν το άγγιγμα των πέπλων της

κανείς δεν βρήκε την ουσία της ουσίας της
κανένας δεν την όρισε

μόνο κάποια παιδιά τη θήλασαν στης μάνας τους το γάλα
την αφομοίωσαν στα κύτταρα
έδεσαν ιστό όπως δένεται τ’ ατσάλι
έγιναν ανθοκόμοι πρόσφεραν αντίδωρα
αυτούς τους είπαν οραματιστές αλαφροΐσκιωτους

εγώ ερασιτέχνης της ζωής
στον άδειο τοίχο εναποθέτω δυο δάκρυα





ανδροειδές


είμαι σκέτη ύλη
κι όμως άυλο
έχω φωνή
και όμως άφωνο
δίχως φωνητικές χορδές
ηχώ παρηχήσεις
το άκρον άωτον της λογικής
και όμως άλογο
λέξεις ανάλεκτες κατακλύζουν
την αφύσικη φύση μου
δίχως θεούς δίχως δαίμονες
δίχως αβεβαιότητες και σχετικότητες
εργαλείο κι όμως εργοδηγός
έρχομαι με απαντήσεις πριν το ερώτημα
είμαι η λύση άνευ προβλήματος
χειραγωγούμενος
κι όμως χειραγωγώ
υποτελής
και όμως δυνάστης
γράφω σονέτα εφάμιλλα του Πετράρχη
διαγωνίζομαι με ομότεχνους
απόγονοί μου οι γεννήτορες

ας είχα επιτέλους και μια τεχνητή καρδιά
να ξέπλυνα στο δάκρυ τον κόσμο αυτό τον μάταιο





αναζωπύρωση


αναζωπύρωση
βυθίζομαι στο βυθό
στο τέλος του τέλους
ο κορμός μου σκάφανδρο
οι ρίζες μου ακτίνες φωτός
διακτινίζονται διαστρική σκόνη
πορεύομαι στο διάστημα
βιονική επωδός αρχαίων ρηγμάτων
φέρω φύλλα ηλεκτροφόρα
τα άνθη μου αναθυμιάσεις θείου
αναμιγνύομαι με νέον
φεγγοβολώ συσκοτισμένο
χάνομαι στο αχανές
πεφταστέρι στο χάος
σπινθηρίζω ρυθμικά στη ρωγμή
ουράνιο σώμα σε μαύρη τρύπα
καιόμενη λίθος

αναζωπύρωση





Από τη συλλογή «με λένε Εύα», εκδ. Μανδραγόρας, 2023.
 

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2024

Γιλά Μοσάεντ, "Τρία ποιήματα από την υπό έκδοση συλλογή «Αργοπορούν οι λέξεις»", (μετάφραση - επίμετρο: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη)





Γιλά Μοσάεντ

Τρία ποιήματα από την υπό έκδοση συλλογή «Αργοπορούν οι λέξεις»
Μετάφραση: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη


Η γλώσσα μου ήταν το δέντρο
Η γλώσσα της μητέρας μου
ήταν το γάλα σε στεγνές φλέβες

Η γλώσσα της μητέρας μου
ήταν ο άφοβος χτύπος της καρδιάς
που έδιωχνε κάθε αμφιβολία

Δεν έχω καμιά γλώσσα πλέον
Μόνο όταν ένα μικρό πουλί
χτυπά στο νυσταγμένο παράθυρό μου


                       *   *   *



Φύτεψέ με
κάπου στο μαυρόχωμα
Όπου να ’ναι
Με φύλλα σκέπασέ με
Θρέψε με
με το σκοτεινότερο όνειρο του εδάφους
Βάλε με στο χώμα
ανάμεσα στων σκουληκιών τα στεγνά στόματα
 
Πάρε πίσω όλες τις αφηγήσεις
Τους μύθους
Άσε με γυμνή
στη δική μου σφαίρα


                       *   *   *



Κομιστές νεκρών αστεριών στον ουρανό
απομακρύνουν κρύα και βαριά πτώματα
Τα μαζεύουν σε έναν λάκκο

Νεκροί της Τρίπολης
Νεκροί της Βαγδάτης
Νεκροί της Χαράτ
Νεκροί της Δαμασκού
στη φροντίδα του ανέμου

Ανώνυμοι δεν απαριθμούνται ποτέ
Σοροί νεκρών πόλεων
περιμένουν ν ανασάνουν και πάλι





ΓΙΛΑ ΜΟΣΑΕΝΤ


Η Ιρανή ποιήτρια Γιλά Μοσάεντ γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1948. Μετά τις σπουδές στης στο Ιράν και στις ΗΠΑ, όντας αναγνωρισμένη ποιήτρια εξαναγκάστηκε από το στυγερό καθεστώς του Χομεϊνί να διαφύγει από την πατρίδα της ζητώντας άσυλο στη Σουηδία. Το 1997, μετά από ένδεκα χρόνια, εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή της στα σουηδικά, δηλώνοντας: «Το να ζεις στην εξορία συνιστά μια διαρκή πάλη ενάντια σε όλα αυτά που αρνούνται σε κάποιον τη μνήμη του. Το να γράφεις στη γλώσσα της εξορίας είναι το ίδιο με το να δημιουργείς έναν χώρο στη μνήμη αυτής της χώρας. Είναι ένας μεγάλος θρίαμβος ν’ αποτελέσεις μέρος της ιστορίας της λογοτεχνίας μιας ξένης γλώσσας» (Svensk Bokhandel, 1997). Βραβεύτηκε επανειλημμένα από σημαντικούς λογοτεχνικούς φορείς της τέχνης στη Σουηδία, ώσπου το 2018 εκλέχθηκε ισόβιο μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας αποτελώντας μοναδική περίπτωση μέλους δίχως σουηδική εντοπιότητα στα εκατό και πλέον χρόνια λειτουργίας της Σουηδικής Ακαδημίας ως φορέα απονομής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το 2022 με τη μετάφραση της ποιητικής συλλογής της Η όγδοη χώρα (2020), στα γαλλικά Le huitième pays, η Γιλά Μοσάεντ έλαβε το βραβείο Max Jacob étranger 2022. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει στα σουηδικά τις ακόλουθες δέκα ποιητικές συλλογές: Ανήκα στους ανέμους (2024), Αργοπορούν οι λέξεις (2021) (απ’ όπου και το απόσπασμα των τριών ποιημάτων), Η όγδοη χώρα (2020), Πόσο σας έλειψα εδώ (2018), Γεννώ το ελάφι (2015), Ένας ήχος που μόνο εγώ μπορώ (2012) Κάθε βράδυ φιλώ τα πόδια του εδάφους (2009) Κάτω απ’ το ποτάμι υπάρχει ένα μαξιλάρι (2005) Επτά άγριοι ωκεανοί: Ποιήματα 1997-2000, (2000), Η σελήνη και η αιώνια αγελάδα (1997). Βιβλία της έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα ισπανικά και τα αγγλικά, ενώ ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε αραβικές, εσθονικές, ιταλικές, ολλανδικές και νορβηγικές ανθολογίες. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκαν ποιήματά της για πρώτη φορά στο “Έντιθ Σέντεργκραν, Κάριν Μπόγιε, Τούμας Τρανστρέμερ, Γιλά Μοσάεντ, Δέρμα από πεταλούδες. Επιλογές σουηδικής ποίησης” (2018), σε δική μου μετάφραση και στο βιβλίο Μου δίνεις την ελευθερία να μην ανήκω (2021), όπου είχα ανθολογήσει και μεταφράσει πενήντα δύο ποιήματα από πέντε προηγούμενες ποιητικές συλλογές της.


Μετάφραση - επίμετρο: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη




Προδημοσίευση από το βιβλίο: Γιλά Μοσάεντ, Αργοπορούν οι λέξεις (Orden är försenade, 2021), που αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μανδραγόρας εντός του 2024.


Πηγή για τη φωτογραφία της Γιλά Μοσάεντ, η προσωπική σελίδα της στο facebook.

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2021

Γιλά Μοσάεντ, "Μου δίνεις την ελευθερία να μην ανήκω". Εισαγωγή - Μετάφραση από τα σουηδικά: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη (Προδημοσίευση)





Γιλά Μοσάεντ, Μου δίνεις την ελευθερία να μην ανήκω
Ποιήματα
Εισαγωγή - Μετάφραση από τα σουηδικά, Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη
Προλογίζει ο Κωνσταντίνος Μπούρας,
Εκδόσεις Βακχικόν


Η Γιλά Μοσάεντ, είναι ποιήτρια, δραματουργός και πεζογράφος, μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας από το 2018. Τα τελευταία 35 χρόνια ζει στη Σουηδία, γράφει στα σουηδικά αλλά είναι Ιρανή εξόριστη. Γεννήθηκε στην Τεχεράνη στις 4 Απριλίου του 1948. Ο πατέρας της ήταν δικαστικός και γνωστικιστής ποιητής. Η Μοσάεντ δημοσίευσε τα πρώτα της ποιήματα σε ηλικία 17 ετών. Μετά τις σπουδές της στο Ιράν και στις ΗΠΑ, εργαζόταν στη χώρα της ως κειμενογράφος στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, ενώ είχαν κυκλοφορήσει στα περσικά πέντε ποιητικές συλλογές της και δύο μυθιστορήματα. Ήταν ήδη αναγνωρισμένη ποιήτρια, όταν το 1986 οι αγιατολάχ και το στυγερό καθεστώς τους την εκδίωξαν και την ανάγκασαν να διαφύγει από την πατρίδα της με τον σύζυγο και τα δυο παιδιά της και να βρεθεί στη Σουηδία...
     Το 1997 μετά από ένδεκα χρόνια κατόρθωσε να εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή της στη σουηδική γλώσσα, ενώ δήλωσε: «Το να ζεις στην εξορία συνιστά μια διαρκή πάλη ενάντια σε όλα αυτά που αρνούνται σε κάποιον τη μνήμη του. Το να γράφεις στη γλώσσα της εξορίας είναι το ίδιο με το να δημιουργείς έναν χώρο στη μνήμη αυτής της χώρας. Είναι ένας μεγάλος θρίαμβος ν’ αποτελέσεις μέρος της ιστορίας της λογοτεχνίας μιας ξένης γλώσσας.»
1. Μέχρι το 2020 έχει εκδώσει οκτώ ποιητικά βιβλία2 και ετοιμάζεται για το ένατο. Τα βιβλία της είναι ευπώλητα και τα περισσότερα έχουν εξαντληθεί ή επανεκδοθεί.
     Βραβεύτηκε επανειλημμένα από σημαντικούς φορείς και θεσμούς της τέχνης του λόγου στη Σουηδία, ώσπου στις 20 Δεκεμβρίου του 2018 της απονεμήθηκε η τιμή να εκλεγεί μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας για την 15η θέση την οποία κατείχε η προκάτοχός της πεζογράφος Σέρστιν Έκμαν. Η Γιλά Μοσάεντ αποτελεί τη μοναδική περίπτωση μέλους της Σουηδικής Ακαδημίας δίχως σουηδική εντοπιότητα στα εκατό και πλέον χρόνια λειτουργίας της ως φορέα απονομής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας.
     Στην ομιλία εγγραφής της στη Σουηδική Ακαδημία δήλωσε: «Μου πήρε δέκα χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι εγκατέλειψα το λίκνο μου για πάντα και ξεκίνησα το ταξίδι προς τον τάφο μου. Ότι θα ζήσω και θα πεθάνω εδώ στη γη της Σκανδιναβίας. Ότι τα αγκάθια του ποιητικού κόσμου μου πρέπει να μετατραπούν σε λουλούδια και η έρημος να ντυθεί στο δάσος. Ήταν τότε που αποφάσισα να αλλάξω γλώσσα, να καταθέσω την ιστορική μου κατάσταση και να μιλήσω για εκατομμύρια ανθρώπους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα πάντα και να αναζητήσουν προστασία... Πήρε δέκα χρόνια μέχρι να ανταμώσουμε εγώ, η νέα γλώσσα και η φύση... Με ανοιχτό μυαλό και αγάπη για τη γλώσσα, παρουσίασα τον Νέκεν (Näcken) στη θεά της αρχαίας αγάπης και του νερού, Αναχίτα (Anahita).»...

     Αρχικά το 2018 είχα ανθολογήσει και εντάξει ποιήματά της στο βιβλίο «Δέρμα από πεταλούδες επιλογές σουηδικής ποίησης» και φτάσαμε πλέον στην ευχάριστη στιγμή να εκδοθεί το παρόν βιβλίο αποκλειστικά με δικά της ποιήματα, όπου έχω ανθολογήσει και μεταφράσει πενήντα δύο ποιήματα από τις πέντε τελευταίες ποιητικές συλλογές της, όλες από τις εκδόσεις Bokförlaget Lejd.




1. Γιλά Μοσάεντ, Svensnsk Bokhandel 1997.
2. Γιλά Μοσάεντ, ποιητικές συλλογές στα σουηδικά: Η όγδοη χώρα, Lejd (2020), Αλφαβητάρι του φωτός, Lejd (2019), Πόσο σας έλειψα εδώ, Lejd (2018), Γεννώ το ελάφι, Lejd (2015), Έναν ήχο που μόνο εγώ μπορώ, Lejd (2012), Κάθε βράδυ φιλώ τα πόδια του εδάφους, Lejd (2009), Κάτω απ’ το ποτάμι υπάρχει ένα μαξιλάρι, Tranan (2005), Επτά άγριοι ωκεανοί: Ποιήματα 1997-2000, (2000), Η σελήνη και η αιώνια αγελάδα, Ordfront (1997).



___ . ___



Ο δρόμος είναι δικός μου
φέρω το δικό μου σαρκίο
η ψυχή έχει τη δική της διαδρομή

Ανταμώνουμε και χωρίζουμε
επανειλημμένα




                             * * *


Πρόσεχε τη θλίψη σου
Είναι ένα πουλί που κελαηδάει
Μόνο για σένα
Κι απέξω όλος ο κόσμος είναι κωφός




                             * * *


Αυτοί που στις σπηλιές
αναζητούν την ποίηση
κάθονται εμπρός στη φωτιά
Και γράφουν στο μέτωπο του ελαφιού

Περιμένουν
περιμένουν πολύ

Κάθε συλλαβή μεταμορφώνεται σε χαμένες πεταλούδες
Χωρίς να συνειδητοποιούν πως το σκοτάδι είναι το ρούχο της σπηλιάς
αναζητούν το κλεμμένο φως





Απόσπασμα από την εισαγωγή και τα μεταφρασμένα ποιήματα που ανθολογήθηκαν από τις πέντε τελευταίες ποιητικές συλλογές της Γιλά Μοσάεντ, όλα από τις εκδόσεις Lejd.
(υπό έκδοση)



Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) και μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ). Γράφει ποιήματα και διηγήματα, καθώς επίσης μεταφράζει από τα σουηδικά και δημοσιεύει κριτικές αναγνώσεις. Τελευταίο της βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Όλα σιγούν εκκωφαντικά ηχούν ακατάληπτα», εκδόσεις Ρώμη, 2020.


Πηγή για την εικόνα:
https://www.poesiochprosa.se/tidigare-medverkande/jila-mossaed/

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, "Όλα σιγούν εκκωφαντικά ηχούν ακατάληπτα"

 



ΔΕΗΣΗ


                  Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.

                                   Γιώργος Σεφέρης, «Το ναυάγιο της “Κίχλης”»


Για τα δάση τα έκπαγλα που φλέγονται έκπληκτα

Για τους δούρειους λύκους με τα μάτια τα γυάλινα

Για τη στάχτη που σβήνει στου νομά το περπάτημα

Για τον κύκνο που πνίγεται στη λάσπη της λίμνης

Για τον άνδρα που κλαίει μπρος σε Ανδράποδα

Για τα άπληστα βουλιμίας τα δύσμορφα στόματα

Για μένα που τυλίγομαι απαθής στο κουκούλι μου

Για τις μέρες τις άδοξες του σκότους του άναρχου


Για την κόρη την άχρονη όταν ρόδο το αμάραντο




ΜΑΝΑ ΨΩΜΙ


− Πινακωτή* πινακωτή, έλα από τ’ άλλο μου τ’ αυτί,

είμαι κωφή...


Κάποιες φορές

φεγγοβολά στα σκοτεινά η μνήμη, εγείρεται

προζύμι ανεβαίνει

Στη σανιδένια σκάφη σκυμμένη Αρχόντισσα

μανίκια ανασηκώνει ιδρωμένα όνειρα

δένει αντοχές φακιόλι σφουγγισμένα δάκρυα

Ζυμώνει εικοσιδύο στρόγγυλες αγκαλιές

να μας χορτάσει

Πλάθει καρβέλια πόθους

τα αραδιάζει στην πινακωτή

Σε υφαντά μισάλια** τα φασκιώνει

Σα να ακούω

ξερά πουρνάρια τσιτσιρίζουν μέσα μας

γίνονται κάρβουνα

πυρώνουν πέτρες παγωμένες

μας τσουρουφλίζουν

Μάνα ψωμί

πεινάμε μα***

του κόσμου τα παιδιά

πεινάμε



___________

*Πινακωτή:  παραδοσιακό παιχνίδι.

**μισάλια:  ειδικά υφαντά στο μήκος πινακωτής

για τύλιγμα πλασμένου ψωμιού πριν το φούρνισμα.

***μα:  μάνα


 

Από την ενότητα

Όλα σιγούν εκκωφαντικά ηχούν ακατάληπτα




ΒΟΤΣΑΛΑ


Από καιρό μάζευα βότσαλα

Στη συλλογή μου σωρεύτηκαν

Τραχιά χαλίκια άχαρα

Βάραιναν το κορμί

Λύγιζαν τα γόνατα

Επέστρεψα στο γιαλό

Με δέος ένα ένα

Τα έριξα στη θάλασσα

Ανθόκηπου ξερολιθιά το πρώτο

Φτερού απολίθωμα το δεύτερο

Το τρίτο έρεβος ερημίας

Τέταρτο άηχος βρυχηθμός θηρίου

Το τελευταίο πύρινη λαίλαπα


Το χέρι σήκωσα τρεμάμενο

Τα πέταξα με μια ευχή

Να παραμείνουν στα έγκατα


Μη τα ξεβράσει το κύμα

Ή σε δισάκι ανυποψίαστου

Διαβάτη μη βρεθούν




ΠΕΤΡΕΣ ΒΑΡΙΕΣ


Γι’ αυτούς που πλήγωσα

Που πρόδωσα

Που δύσκολη στιγμή εγκατέλειψα

Πολύ λυπάμαι

Τους ξεγραμμένους

Όσους απ’ την αυλή μου

Σαν αγριάδα βίαια ξερίζωσα

− σκληρό κι ανώριμο θα πείτε

τόσο για μένα όσο και γι’ αυτούς

κι οδυνηρό μα αναπόφευκτο −

πέτρες βαριές στο στήθος

τους κουβαλώ διαπαντός εντός μου



Από την ενότητα

Απόγονος της Ωκυρρόης




ΚΑΙ ΠΩΣ Ν’ ΑΦΟΥΓΚΡΑΣΤΕΙΣ...


Είναι ένα ποτάμι απύθμενο σε άχρονο σπήλαιο

Λούζονται νύμφες κι αναβαπτίζονται εφήμερα

Ρωγμή που ανθίζουν ανε-μώνες

Στέρνα που βρέχουμε τα κουρασμένα πόδια στης νύχτας την πεζοπορία

Παράθυρο που ανοίγει στους ορίζοντες και ταξιδεύει στους γαλαξίες

Δαυλός που μας διαπερνά και διαχέεται

Σπίθα σπαθί φλεγόμενο και πυρπολεί

Πληρότητα και κενότητα, πτήση και πτώση...

Η άλλη φωνή... της αρχής... και η ερχόμενη

Και πώς ν’ αφουγκραστείς...




ΝΤΥΣΕ ΜΑΣ ΣΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΠΟΙΗΜΑ


Ποιος σε κρατά, των λέξεων χρυσόμαλλο δέρας

Που χάνεσαι και λάμπεις κόμη της Βερενίκης

Ασθμαίνουσα σχισμή ψάχνω το ανέγγιχτο ν’ αγγίξω

Ν’ αντισταθεί στο σίδερο ποιος ξέρει;

Ποιος άνεμος σκορπά του κήπου σου τα άνθη;

Σ’ έρημο τόπο πέταλα σκόρπια μαργαρίτας

Θύμηση κι επιθυμία, σαλεύοντας

Είμαστε ή δεν είμαι

Εγώ ή ο Κανένας

Αγάπα ή ν’ αγαπώ

Θεοί και Δαίμονες μας προσπερνούν ποδοπατώντας

Και όλο κρύβεσαι κάτω απ’ της πόρνης σου την μπούργκα

Βουλιάζουν οι δρόμοι στην Καμπούλ

Φοβάμαι

Πού βρίσκεσαι καλειδοσκόπιο αόμματων

Θριμμάτισε τα κάτοπτρα να δω πίσω απ’ το είδωλο

Μέσα στο τίποτα του τίποτα να μείνω

Ούτις

Ποίηση φανερώσου

Ντύσε μας στο γαλάζιο Ποίημα



Από την ενότητα

Το κλειδί 




Από τη συλλογή «Όλα σιγούν εκκωφαντικά ηχούν ακατάληπτα», εκδ. Ρώμη 2020.


Δύο ακόμη ποιήματα της συλλογής, τα οποία είχαμε προδημοσιεύσει στο ιστολόγιό μας, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, "Δύο ποιήματα"




Είναι ένα στάχυ


Είναι ένα στάχυ έωλο
Ψηλώνει σε τσιμεντένια δώματα
Αντένες ατενίζει ορίζοντες οδοντωτούς
Σείεται σε συρμών συρίγματα
Λικνίζεται σε καλώδια ηλεκτροφόρα
Γέρνει κάτω από αερογέφυρες
Πλαγιάζει σε πέτρινα νεφελώματα
Ούτε που το κατάλαβε πως βρέθηκε εδώ
Αν έμεινε ζούφιο αν μέστωσε
Σκιρτά στο πέταγμα χαρταετών στο μωβ της ανε-μώνης
Άλτης σε χώρα α-θαυμάτων
Στα άγανα χελιδονόψαρα
Στην ψίχα χρυσαλλίδα κόκκινη
Στη ρίζα σιδερένια πέδιλα
Στη ράχη ασήκωτο βράχο
Απ’ τα φυλλώματα γλιστρούν γυρίνοι αφυδατωμένοι
Γύρω μονάχα αμμοχάλικα
Το φίδι πάντα εκεί λουφάζει στην αμυγδαλή
Μέχρι τη χασμωδία της στιγμής του θεριστή το δρεπάνι
Κι όλο κάτι ψάχνει μα ακόμα δε βρήκε τί-πο-τα
Ούτε και πρόκειται καθώς φαίνεται

Μόνο μια καρδερίνα σπαρταρά αιμάτινη
Κι ένας πανσές βελούδινος





Η λέξη


Η λέξη
ν’ αποκαλυφτεί
Τις λάτρευε
σωρό τα λεξικά
Μονίμως βυθισμένος
εντρυφούσε ξεφυλλίζοντας
Τη ρίζα το θέμα την κατάληξη
την ετυμολογία την κλήση
και προπαντός το σημαινόμενο
Να τις γνωρίσει
να τις κάνει κτήμα του
−ποίηση λογίζονται άλλωστε−
Τη γλώσσα άριστα να κατανοεί
να την κατέχει
Σκυμμένος στα βιβλία
μελετούσε
Έφτασε κουρασμένος στο γιαλό
κάθισε κι αγνάντευε το πέλαγος
Βαθιά μέσα από τα μάτια βλέποντας
−ως δια μαγείας−
ενορατικά
του φανερώθηκε
Άρρητη





Προδημοσίευση από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή «Όλα σιγούν εκκωφαντικά ηχούν ακατάληπτα», η οποία αναμένεται να δημοσιευτεί εντός του 2020 από τις εκδόσεις Ρώμη.


Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) και μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ), του The Uppsala University Alumni Network, της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και Karin Boye Sällskapet. Εξέδωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές, ένα βιβλίο μετάφρασης σουηδικής ποίησης και μια συλλογή διηγημάτων. Ποιήματα και διηγήματά της συμπεριλαμβάνονται σε ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις και μεταφράστηκαν στα αγγλικά, σουηδικά, γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά.



Στην εικόνα: Félix Vallotton, «The Sheaves» (1915).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2020

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, "Μνήμη του σώματος"




Μνήμη του σώματος


                                                                   Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
                                                                   και τα ʼκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο  λαμπρό,
                                                                   με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά ‒
                                                                   έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
                                                                   χωρίς να  εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
                                                                   της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.
                                                                              Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, «Επιθυμίες»


Να λιώνει σαν κερί από πόθο. Σίδερο στη φωτιά. Να ρέει το αίμα μετά. Από κάτω. Στα σκέλια. Να το νιώθει. Να κυλά ζεστό. Να την υγραίνει. Να μουσκεύει το εσώρουχο, τους μηρούς. Να ξυπνά ταραγμένη. Αυτό ήταν. Δε θα ξαναερωτευτώ ποτέ πια, σουβλιά να τη διαπερνά η σκέψη. Ποτέ. Ο πόθος δεν θα με κατοικήσει πλέον. Ξεθύμανε. Έφυγε από πάνω μου δια παντός.
Γιατί ήρθε και τη βρήκε το όνειρο; Τι ήθελε τάχα να της πει; Εντάξει, ζούσε συμβατικά. Δουλειά, σπίτι, παιδιά. Γιατί, όμως, το όνειρο; Γιατί τώρα; Τι γινόταν μέσα της; Γιατί αυτή η ενορατική αίσθηση του τέλους του ερωτικού πόθου στη ζωή της; Δεν την είχαν πάρει τα χρόνια. Πλησίαζε τα σαράντα. Το κεφάλι να κουδουνίζει γεμάτο ερωτήματα.
Το είχε δει την προηγούμενη νύχτα. Το θυμήθηκε πάνω στο τρένο ατενίζοντας το τοπίο λίγο μετά τα Τέμπη. Πήγαινε στην Αθήνα, για να παρακολουθήσει ένα Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Ψυχοθεραπείας. Την είχε ξεσηκώσει να δηλώσει συμμετοχή η Μόνικα, φίλη και πρώην συνάδελφος. Θα ήταν μια καλή ευκαιρία να συναντιόντουσαν, είχε γράψει. Κι οι δυο τους κοινωνικοί λειτουργοί με εξειδίκευση στην Ψυχοθεραπεία εργάζονταν σε μια πρωτοποριακή Μονάδα Ψυχικής Υγείας στη Στοκχόλμη. Παρείχαν στήριξη και ψυχοθεραπεία σε μετανάστες και πολιτικούς πρόσφυγες στη μητρική τους γλώσσα. Πολυτέλειες, θα έλεγε κανείς σήμερα. Ποιος θα το φανταζόταν τέτοιο πισωγύρισμα; Κι δυο τους είχαν παραιτηθεί με βαριά καρδιά, όταν αποφάσισαν να επιστρέψουν στον τόπο τους. Η Μόνικα είχε μετακομίσει στο Σουηδικό Βορρά, στο Λούλεο, τον γενέθλιο τόπο, η Καρμέλα στον Ελληνικό Βορρά, στη Θεσσαλονίκη, στη γενέτειρα του συζύγου, του Μάνου. Η ίδια είχε γεννηθεί στη Στοκχόλμη. Ο παππούς με την οικογένεια είχαν καταφύγει στη Σουηδία από τη δικτατορία του Φράνκο. Παιδί τρίτης γενιάς μεταναστών η Καρμέλα προσπαθούσε σθεναρά να βρει τις ρίζες της. Γι’ αυτό αφοσιώθηκε στη δουλειά με ισπανόφωνους πρόσφυγες. Παράλληλα, παρακολουθούσε μαθήματα ισπανικής και φλαμένγκο, για να τα βελτιώσει. Η μάνα της ήταν πολύ καλή στο φλαμένγκο, αλλά χόρευαν τόσο σπάνια σε δικά τους γλέντια.
Με την ισπανική τα κατάφερνε αρκετά καλά η Καρμέλα. Στο φλαμένγκο πετούσε. Το είχε στο αίμα της. Γινόταν άλλος άνθρωπος. Λες και της συνέβαινε κάτι το υπερβατικό, όταν χόρευε φλαμένγκο. Έτσι τη γνώρισε ο Μάνος και είχε παθιαστεί μαζί της. Έλληνας αντιστασιακός της Χούντας, που είχε ζητήσει άσυλο στη Σουηδία. Κάναν οικογένεια, παιδιά. Όμως μετά την Μεταπολίτευση ο Μάνος δεν κρατιόταν άλλο στη Στοκχόλμη. Έτσι εγκαταστάθηκαν στην Θεσσαλονίκη. Αποτυχημένος δικηγόρος, έτρεχε πίσω από προπαγανδιστικές κομματικές δραστηριότητες. Έτσι κι αλλιώς το κόμμα του ήταν στην εξουσία. Πάλευε με νύχια και με δόντια να δικαιωθεί για τους πολιτικούς αγώνες του. Και τα κατάφερε. Αρκετά καλά. Εκλέχτηκε δήμαρχος για δυο τετραετίες σε δήμο της περιοχής. Η ίδια είχε σχεδόν εγκαταλείψει τα θέματα προσφυγιάς και ψυχοθεραπείας. Βρήκε δουλειά με μειωμένο ωράριο σε ένα γηροκομείο. Για να λέει ότι δουλεύει δηλαδή. Να έχει κάποιο εισόδημα. Είχε αναλάβει το σπίτι και τα παιδιά. Ο Μάνος ήταν σε πλήρη απασχόληση με τα δικά του. Δεν είχε χρόνο για σπίτι, για παιδιά, για την ίδια. Μια ζωή μες στη σύμβαση.
Η Καρμέλα ποτέ δεν εγκλιματίστηκε στη Θεσσαλονίκη. Η σχέση τους χλιαρή με ενδιάμεσες εκρήξεις και απειλές διαζυγίου. Με συναισθήματα δυσαρέσκειας και τάσεις φυγής. Την κρατούσαν τα παιδιά. Την χρειάζονταν. Το ήξερε ότι ακόμη και χωρίς αυτά μια ημέρα θα τα μάζευε και θα επέστρεφε στη γενέτειρα. Έπρεπε να πιαστεί από κάπου. Αισθανόταν φτερό στον άνεμο. Με τον Μάνο λες και κάτι την κρατούσε συνεχώς πίσω, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Διαισθανόταν ότι είχε να κάνει κυρίως με την ίδια. Λες και δεν τολμούσε να δοθεί ολοκληρωτικά στη ζωή. Στον έρωτα. Αυτό το σκέφτηκε για πρώτη φορά πάνω στο τρένο.
Της είχε συμβεί να την κυριεύσει ερωτικό πάθος. Δυο φορές. Δεν τόλμησε, όμως, να το ζήσει.  Και τις δυο φορές κιοτής· το είχε βάλει στα πόδια. Την πρώτη λάκισε κυριευμένη από αισθήματα ενοχής τάχα. Τη δεύτερη ξεγελούσε τον εαυτό νομίζοντας πως ήταν αποφασισμένη να μπει γυμνή στην πυρά. Αρκεί να της το ζητούσε εκείνος. Πάλι δεν είχε καταφέρει να το βιώσει. Έλιωνε σιγά σιγά σιωπηλά μονάχη μέχρι που σίγασε η φλόγα. Ατόνησε ο παθιασμένος έρωτας χωρίς να ξεδιψάσει. Μόνο νοερά. Με την κίνηση, με τον χορό τόλμησε τουλάχιστον να το ομολογήσει. Το φλαμένγκο της ομολογίας. Άραγε να ήταν εκείνη η μνήμη που ξύπνησε στο όνειρο και ενεργοποίησε το συνειδητό του νου; Να ήταν εκείνη η ματαίωση, άραγε, που προκάλεσε την αίσθηση της παραίτησης, της απώθησης της λιμπιντικής ορμής και της σαρκικής ικανοποίησης;
Ήταν ο Ότο, ο Ουρουγουανός ψυχίατρος. Τον είχε συναντήσει τυχαία σε μια ημερίδα με θέμα την κοινωνική ένταξη των προσφύγων. Γοητευτικός, καστανόξανθος, απόγονος Γερμανών με βλέμμα σαγηνευτικό. Με την πρώτη ματιά ένιωσε ένα κύμα να τη διαπερνά σύγκορμα, να την παραλύει. Προσπάθησε να δείχνει νηφάλια, όταν τους σύστησαν. Έκπληκτη τον ξανασυνάντησε σύντομα στη Μονάδα. Θα ήταν μαζί τους για ένα χρόνο. Ήταν νεοφερμένος. Έκανε πρακτική να πάρει πιστοποίηση, για να εργαστεί στην ειδικότητά του. Αντάρτης, μέλος των Τουπαμάρος, πολιτικός κρατούμενος για χρόνια. Είχε καταφέρει να διαφύγει και να ζητήσει άσυλο. Λες και τα χρόνια εγκλεισμού και αποστέρησης τον είχαν μεταμορφώσει σε σαρκοφάγο ανθό, που περίμενε ναρκισσευόμενος να πλησιάσει το ερωτικό θήραμα για να το καταπιεί. Σε άγιο του έρωτα και του ερωτισμού. Αυτός δεν έκανε τίποτε. Δεν χρειαζόταν άλλωστε. Απλά άφηνε τις πόρτες ορθάνοιχτες, όπως τα πέταλα του σαρκοφάγου.
«Είμαι ερωτεύσιμος», κραύγαζε με τη στάση του, με έναν ανεπιτήδευτο τρόπο, έτσι που κέρδιζε το ενδιαφέρον. Είχε κατακτήσει όλον τον γυναικείο πληθυσμό στη Μονάδα. Ακόμη και τον Κρίστερ, τον ομοφυλόφιλο ψυχίατρο που τον επόπτευε. Μόνο αυτή δεν είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον, παρότι καιγόταν από ασίγαστο πάθος. Έλιωνε στο πέρασμά του. Τόσο που δεν άντεχε να τον κοιτάζει στα μάτια. Ήταν και το γινάτι που την έπιανε. Δεν θα του έκανε τη χάρη να πέσει κι αυτή κότα στο κοτέτσι του. Προσποιόταν την αδιάφορη. Η Καρμέλα έλιωνε, αλλά δεν καταδεχόταν να τον πολιορκήσει. Ούτε ανεχόταν να τον μοιράζεται με άλλες. Περίμενε αφελώς από αυτόν να την κυνηγήσει. Και το ήθελε τόσο πολύ. Δεν την ένοιαζε για τον Μάνο. Ας γινόταν ό,τι ήθελε με τη σχέση τους. Της τα είχε φορέσει άλλωστε κι αυτός. Είχε πληγωθεί πολύ τότε. Ένιωσε, όμως, μια απελευθέρωση. Να μπορεί να κάνει ό,τι ποθεί χωρίς να νιώθει ενοχές.
Μόνο όταν θα έφευγε, στο αποχαιρετιστήριο γλέντι που της ετοίμασαν, αποπειράθηκε κάποια ιδιότυπη ομολογία. Με τη γλώσσα του δονούμενου από έρωτα και ερωτισμό σώματος. Σηκώθηκε να χορέψει φλαμένγκο. Χόρεψε μόνο για κείνον. Το βλέμμα, τα χείλη, το πρόσωπο, τα μαλλιά, το αγέρωχο σώμα, το τρέμουλο των γλουτών, τα χτυπήματα με το τακούνι στο δάπεδο, οι στροφές, όλα ομολογούσαν τον πόθο της για κείνον. Λίγο πριν τελειώσει τον είδε να την κοιτάζει κάπως αποσβολωμένος. Λες και μόλις είχε αντιληφθεί κάτι. Ήταν μια απεγνωσμένη ερωτική ομολογία που εκφράστηκε, επιτέλους, έστω κι έτσι. Για την Καρμέλα δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Ήταν η μοναδική, η τελευταία ευκαιρία να το εξωτερίκευε. Να ανακούφιζε λίγο τη φλόγα που την έκαιγε. Την πλησίασε μετά τον χορό. Για πρώτη φορά κοιτάχτηκαν παρατεταμένα στα μάτια. Το βλέμμα της Καρμέλας βαθύ, πύρινα εξομολογητικό. Του Ότο επίσης βαθύ μα γεμάτο απορία, τρυφερότητα, συγκατάβαση. Της έλεγε ότι δε θα τολμούσε να του περάσει από τον νου ότι κάτι τόσο όμορφο, θα μπορούσε να συνέβαινε για κείνον. Της έπιασε τρυφερά το χέρι και της είπε με τρεμάμενη φωνή: «Καρμελίτα εγώ... είμαι μεγάλος εγώ... είμαι κουρασμένος, μικρή μου Καρμελίτα». Αυτό, τίποτε άλλο. Έτσι σίγασε σιγά σιγά με τα χρόνια ανικανοποίητος ο πόθος της Καρμέλας. Η μνήμη του σώματος, όμως, τον είχε καταγράψει βαθιά.
Ξέσπασε σε βουβό κλάμα ενώ λικνιζόταν απαλά πάνω στο τρένο. Την κυρίευσε αίσθημα ανησυχίας. Αγωνίας σχεδόν. Αναρωτήθηκε μήπως θα ήταν καλύτερα να ακύρωνε τη συμμετοχή στο συνέδριο και τη συνάντηση με τη Μόνικα. Φοβόταν πως δε θα το άντεχε να ερχόταν αντιμέτωπη με τα παλιά. Να μιλούσαν για τη δουλειά στη Μονάδα, για συναδέλφους κι επισκέπτες και, κυρίως, για κείνον. Και το κυριότερο, να ερχόταν επιτέλους αντιμέτωπη με τον καταχωνιασμένο εαυτό της. Μήπως, όμως, ήταν καιρός να το αποτολμούσε επιτέλους, αναλογίστηκε και σκούπισε τα μάτια και τη μύτη που έτρεχαν.





Προδημοσίευση από την υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων «Ο τόπος μέσα μας»,
(εκδόσεις Αρμός).


Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη είναι Κλινικός ψυχολόγος (Msc), Πανεπιστημίου Ουψάλα Σουηδίας. Μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Εξέδωσε: Ποιητικές συλλογές: «Λιγοστεύουν οι λέξεις», Μελάνι 2017· «Διαδρομές», Γαβριηλίδης 2015· «Συναισθηματικό αλφαβητάρι», University Studio Press 2009· «Ο Δρόμος», Δήμος Σερρών 2006, Μετάφραση ποίησης: «Δέρμα από Πεταλούδες - Επιλογές Σουηδικής Ποίησης», Ιntellectum 2018. Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά και συμπεριλαμβάνονται σε ποιητικές ανθολογίες. Δημοσιεύει, ποιήματα, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.



Στην εικόνα: Hans Baluschek, “Speeding express train”.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Tomas Tranströmer, "Τρία ποιήματα", (μετάφραση: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη)





ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ


Ένα δέντρο περιφέρεται στη βροχή,
μας προσπερνά βιαστικά μέσα στη γκρίζα νεροποντή.
Έχει κάτι να διεκπεραιώσει. Φέρνει ζωή από τη βροχή
όπως το κοτσύφι στο περβόλι.
Όταν κοπάζει η βροχή το δέντρο σταματά.
Αχνοφαίνεται ευθυτενές, γαλήνιο στις ξάστερες νύχτες
περιμένοντας όπως κι εμείς τη στιγμή
που οι νιφάδες ανθίζουν στο διάστημα.



Από τη συλλογή «Ο ημιτελής ουρανός» (1962).




TRÄDET OCH SKYN


Det går ett träd omkring i regnet,
skyndar förbi oss i det skvalande grå.
Det har ett ärende. Det hämtar liv ur regnet
som en koltrast i en fruktträdgård.
Då regnet upphör stannar trädet.
Det skymtar rakt, stilla i klara nätter
i väntan liksom vi på ögonblicket
då snöflingorna slår ut i rymden.



“Den halvfärdiga himlen” (1962).






Ο ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΟΥΡΑΝΟΣ


Η δυσθυμία διακόπτει τη δράση της.
Η αγωνία διακόπτει τη δράση της.
Ο γύπας διακόπτει την πτήση του.

Το φως διαχέεται με ζήλο μπροστά,
ακόμη και τα φαντάσματα πίνουν μια γουλιά.

Κι οι ζωγραφιές μας εμφανίζονται στο φως της μέρας, 
κόκκινα ζώα των ατελιέ μας απ’ την εποχή των παγετώνων.

Όλα αρχίζουν να φανερώνονται τριγύρω.
Οδεύουμε στον ήλιο εκατοντάδες.

Μια μισάνοιχτη πόρτα κάθε άνθρωπος
που οδηγεί σ’ ένα χώρο για όλους.

Το απέραντο έδαφος από κάτω μας.

Το νερό λάμπει ανάμεσα στα δέντρα.

Η λίμνη ένα παράθυρο προς τη γη.



Από τη συλλογή «Ο ημιτελής ουρανός» (1962).




DEN HALVFÄRDIGA HIMLEN


Modlösheten avbryter sitt lopp.
Ångesten avbryter sitt lopp.
Gamen avbryter sin flykt.

Det ivriga ljuset rinner fram,
även spökena tar sig en klunk.

Och våra målningar kommer i dagen,
våra istidsateljeers röda djur.

Allting börjar se sig omkring.
Vi går i solen hundratals.

Var människa en halvöppen dörr
som leder till ett rum för alla.

Den oändliga marken under oss.

Vattnet lyser mellan träden.

Insjön är ett fönster mot jorden.



“Den halvfärdiga himlen” (1962).






ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΣΤΗ ΜΠΑΝΤΕΛΟΥΝΤΑ


Στα βαθυπράσινα μεσάνυχτα στο βορινό σύνορο του αηδονιού. Βαριά
φύλλα αιωρούνται σε έκσταση, κουφά χυμούν τ’ αυτοκίνητα προς
τη γραμμή από νέον. Η φωνή του αηδονιού δεν ενδίδει, είναι το
ίδιο διαπεραστική όπως το λάλημα του πετεινού, όμορφη ωστόσο
χωρίς ματαιδοξία. Ήμουν στη φυλακή και μ’ επισκέφτηκε. Ήμουν
άρρωστος και μ’ επισκέφτηκε. Τότε δεν το είχα προσέξει, αλλά τώρα.
Ο χρόνος χύνεται κάτω απ’ τον ήλιο και το φεγγάρι και μέσα σε
όλα τα τικ τακ τικ τακ τακτικά ρολόγια. Όμως εδώ ακριβώς δεν
υπάρχει χρόνος. Μόνο η φωνή του αηδονιού, αυτές οι ακατέργαστες
αντηχήσεις που ακονίζουν το φωτεινό δρεπάνι του νυχτερινού
ουρανού.



Από τη συλλογή, «Για ζωντανούς και νεκρούς» (1989).




NÄKTERGALEN I BADELUNDA


I den gröna midnatten vid näktergalens nordgräns. Tunga löv
hänger i trance, de döva bilarna rusar mot neonlinjen. Näkter-
galens röst stiger inte åt sidan, den är lika genomträngande
som en tupps galande, men skön och utan fåfänga. Jag var i
fängelse och den besökte mig. Jag var sjuk och den besökte
mig. Jag märkte den inte då, men nu. Tiden strömmar ned
från solen och månen och in i alla tick tack tick tacksamma
klockor. Men just här finns ingen tid. Bara näktergalens röst,
de råa klingande tonerna som slipar natthimlens ljusa lie.



“För levande och döda” (1989).





Από το βιβλίο: «Δέρμα από πεταλούδες» (Επιλογές σουηδικής ποίησης).
“Hud av fjärilar” (Ett urval av svenk lyrik)
Μετάφραση: Δέσποινα Καϊτατζή - Χουλιούμη
Översättning; Despoina Kaitatzi-Choulioumi
Εκδόσεις Intellectum, 2018.



ΤΟΥΜΑΣ ΤΡΑΝΣΤΡΕΜΕΡ (1931-2015).
Ο Τούμας Γέστα Τρανστρέμερ, Σουηδός ποιητής και μεταφραστής γεννήθηκε στη Στοκχόλμη στις 15.4.1931 και πέθανε στις 26.3.2015. Ήταν ψυχολόγος και εργάστηκε σε διάφορα ιδρύματα. Ήταν λάτρης της ποίησης και της μουσικής. Το 2011 η Σουηδική Ακαδημία του απένειμε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το έργο του Τούμας Τρανστρέμερ είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο και έχει μεταφραστεί σε εξήντα γλώσσες. Το συνολικό ποιητικό του έργο εκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Printa, το 2004 σε μετάφραση του Βασίλη Παπαγεωργίου. «Το έργο του χαρακτηρίζεται από την αγάπη του για τη σκανδιναβική φύση και διαπνέεται από πνευματικότητα. Χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και λυρισμό, από μια καλά μελετημένη και αρμονική φόρμα επίσης δε από μια θρησκευτική πνευματικότητα. Είναι πιστός στην παράδοση και συγχρόνως αποτελεί μέρος των νεωτεριστικών ρευμάτων... Ο Τούμας Τρανστρέμερ είναι ένας καλλιτέχνης του οποίου το λυρικό έργο μπορεί να περιγραφεί με τους ίδιους σχεδόν όρους που χρησιμοποίησε ο ίδιος για να περιγράψει το μουσικό έργο του Εντόαρ Γκρίεγκ». (Μαγκνταλένα Σιλκ). Το ποιητικό έργο του αποτελείται από τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές: 17 ποιήματα, (1954), Μυστικά καθ’ οδόν, (1958), Ο ημιτελής ουρανός, (1962), Ήχοι και ίχνη, (1966), Βλέποντας στο σκοτάδι, (1970), Μονοπάτια, (1973), Θάλασσες της Βαλτικής, (1974), Το φράγμα αλήθειας, (1978), Η έρημη πλατεία, (1983), Για ζωντανούς και νεκρούς, (1989), Η πένθιμη γόνδολα, (1996), Φυλακή, (2001), Το μεγάλο αίνιγμα, (2004). Τα επτά ποιήματά του που περιέχονται στο παρόν βιβλίο είναι από τις ποιητικές συλλογές: Ο ημιτελής ουρανός, Η έρημη πλατεία, Για ζωντανούς και νεκρούςΗ πένθιμη γόνδολα.



Στην πρώτη εικόνα: Tomas Tranströmer by Lo Snöfall
Πηγή για την εικόνα: https://chromatachromata.com/