Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συφιλτζόγλου Κυριάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συφιλτζόγλου Κυριάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, "Σπίτι Παιδιού"




9

Η Καλλιθέα ήταν ένα χωριό απέναντι από την Προσοτσάνη. Έμοιαζε σαν φίδι μακρουλό που ανέβαινε το βουνό. Είχε πολλά δέντρα και νερά πολλά. Τα καλοκαίρια με το σόι πηγαίναμε σε ταβέρνες εκεί πάνω. Μέσα σ’ ένα ρέμα υπήρχε ένα παλιό σπίτι που ήταν και νερόμυλος.
Πολύ παλιά έμενε εκεί η γιαγιά με τον πρώτο της άντρα. Αυτός δεν γύρισε από τον πόλεμο της Αλβανίας και η γιαγιά, αφού τον περίμενε πολύ και αυτός δεν ήρθε, παντρεύτηκε τον παππού στην Προσοτσάνη που τη ζήτησε. Σ’ αυτό το νερόμυλο πηγαίναμε κάθε χρόνο να μαζέψουμε τις καρυδιές.
Ένα βράδυ ανεβήκαμε στην Καλλιθέα, όχι για ταβέρνα ούτε για καρύδια, αλλά γιατί πέθανε μια θεία της μαμάς που ούτε την ήξερα. Παρκάραμε στα νερά κοντά και περπατήσαμε μέχρι ένα σπίτι που ’χε σκάλες ξύλινες και πολλά παράθυρα στη σειρά.
Ανεβήκαμε τις σκάλες και πάνω είχε κόσμο πολύ. Το δωμάτιο όπου ήταν η πεθαμένη θεία ήταν γεμάτο γυναίκες. Μαζί μ’ αυτές έκατσε η μαμά. Στο σαλόνι που ήταν και σαν μπαλκόνι κάθονταν οι άντρες.
Εκεί έβγαλε ένας τσιγάρο κι έδωσε στον μπαμπά. Ο μπαμπάς κανονικά δεν κάπνιζε αλλά αυτό το κάπνισε και πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι. Ζήτησα κι εγώ τσιγάρο, αλλά δεν μου δώσανε και βάλανε τα γέλια, γι’ αυτό κι εγώ πήρα κρυφά ένα και το έβαλα στην τσέπη του μπουφάν μαζί με τον αναπτήρα.
Εκεί οι άντρες δεν μιλούσαν τούρκικα όπως στον Καλό Αγρό, αλλά ελληνικά και τα καταλάβαινα όλα. Φύγαμε μετά τις δώδεκα και οι δικοί μου έλεγαν στους άλλους πως αύριο θα τα πούνε στην εκκλησία.
Την άλλη μέρα στην εκκλησία δεν ζήτησα να σηκώσω ξαπτέρυγο, γιατί ποτέ δεν σήκωνα σε δικό μας, και η πεθαμένη ήταν θεία της μαμάς. Έκατσα σε μια καρέκλα, αλλά δεν έκατσα για πολύ. Θυμήθηκα την καμπάνα και βγήκα να την ψάξω, να δω αν είναι σαν τη δικιά μας, όμως δεν ήταν τελικά γιατί και η καμπάνα και το σκοινί ήταν απέξω και όχι μέσα στην εκκλησία.
Μετά τα νεκροταφεία, κάτσαμε σε μια αίθουσα για καφέ και είχε και κόλλυβα κι εκείνες τις ελιές από σοκολάτα. Έκατσα πάλι μαζί με τους άντρες και μια κυρία μοίραζε τους καφέδες και ρωτούσε σκέτο, μέτριο, γλυκό, κι όλοι οι άντρες έλεγαν σκέτο. Εγώ είπα γλυκό και πάλι γελάσανε οι άντρες, μου δώσαν όμως τις ελιές τους από σοκολάτα.
Αφού τις έφαγα και γλυκάθηκα, έβγαλα από την τσέπη του μπουφάν το τσιγάρο που ’χα κρύψει και το ’βαλα στο στόμα μου όπως οι άντρες. Έβγαλα και τον αναπτήρα και το άναψα.
Με κοιτούσαν όλοι κι εγώ τους είπα «Τι με κοιτάτε, οι άντρες στις κηδείες καπνίζουν».





23

Ο μπαμπάς μας είχε αγοράσει εμένα και τον αδερφό μου δυο γουόκι-τόκι, αλλά έπαιζε κι αυτός, αλλά μόνος του, γιατί παλιά ήταν ασυρματιστής στα καράβια, αλλά εμείς τότε δεν είχαμε γεννηθεί, γιατί δεν είχε γνωρίσει τη μαμά.
Έπαιζε κι έλεγε κάτι τι-ρα-ρα, ρα-τι-τι, τι-ρα-τι και τέτοια και χτυπούσε το κουμπί. Του ’λεγα να γράψει στο γουόκι-τόκι με το κουμπί Κυριάκος, το όνομά μου, κι αυτός άρχιζε ρα και τι και τι-ρα-ρα-ρα και ρα-τι… Αλλά μου φαινόταν πολύ δύσκολο και μεγάλο μέχρι να το κάνει όλο αυτό.
Γελούσε και συνέχιζε τα δικά του, μάλλον ταξίδευε με το μυαλό, όπως εγώ όταν έβλεπα αεροπλάνα στον αέρα ψηλά και νόμιζα ότι αν σηκώσω το χέρι θα με δουν και θα κατέβουν στο χωριό να με πάρουν. Ή όπως καθόμουν σε κάτι χωράφια και κοιτούσα το βουνό απέναντι και νόμιζα ότι από πίσω του ακριβώς άρχιζε η θάλασσα της Καβάλας, αλλά δεν άρχιζε καθόλου.
Ίσως έτσι κι ο μπαμπάς με τα τι-ρα-τι συνέχιζε τα ταξίδια του, αλλά χωρίς να φεύγει από το χωριό, με το γουόκι-τόκι στο χέρι, σαν σπουργίτι που κελαηδά τσιριτρό-τσιριτρά, αλλά χωρίς φτερά, γιατί μάλλον θα θυμώναμε εμείς και η μαμά.
Με τον αδερφό μου βρήκαμε ένα παιχνίδι με τα γουόκι-τόκι που δεν το ’ξερε ο μπαμπάς ούτε η μαμά το ’ξερε, αν και μας έβλεπε. Τις Κυριακές όταν πηγαίναμε στα νεκροταφεία στη γιαγιά, παίρναμε μαζί μας τα γουόκι-τόκι. Η μαμά καθάριζε τον τάφο κι εμείς σκορπίζαμε στους άλλους τάφους, κρυβόμασταν και μιλούσαμε με τον αδερφό.
«Μαρία Στογιαννίδου, πέθανε 69 ετών, όβερ».
«Στέλλα Κούρσογλου, πέθανε 87, κέρδισα, όβερ».
«Νικόλαος Βούλτσης, πέθανε 76 ετών, όβερ».
«Χαρίλαος Δαουλτζής, πέθανε 55, όβερ».
«Έχασες, ένα-ένα, όβερ».
«Ολυμπία Κιλινκαρίδου, πέθανε 12 ετών, όβερ».
«Ευτέρπη Πέτρου, πέθανε 105 ετών, κέρδισα, όβερ».
«Ένα-δύο, όβερ».
«Μιλτιάδης Κόντης, πέθανε 34 ετών, όβερ».
«Σωκράτης Αϊναζόγλου, πέθανε 77, κέρδισα, όβερ».
«Ενα-τρία, όβερ».
«Κυριάκο, έλα εδώ, δεν ξέρω τι ’ναι αυτό, όβερ».
«Τι;»
«Έλα στη βρύση, εκεί που γεμίζουμε τα μπιτόνια για τη γιαγιά».
«Έρχομαι».
Πήγα κατά κει, τον βρήκα πιο πέρα από τη βρύση, ανάμεσα σε δυο τάφους, να κοιτά ένα πολύ μικρό τάφο ξύλινο, με το σταυρό πεσμένο, ξεφλουδισμένο, μια λαμαρίνα στο κέντρο να γράφει «Αλεξάνδρα, δύο ημερών» και γύρω μια κουδουνίστρα, έναν κλόουν κι έναν Αγιοβασίλη, όλα παλιά και βρώμικα.
Λίγες μέρες μετά ο μπαμπάς έψαχνε τα γουόκι- τόκι. Δεν είπαμε τίποτα. Μας ρώτησε πού είναι τα γουόκι-τόκι. Του είπαμε ότι τα χαρίσαμε σε μια κοπελίτσα. Ποια κοπελίτσα, μας ρώτησε. Όβερ, του είπαμε και τρέξαμε στην παιδική χαρά.






Ο αφηγητής του βιβλίου επιστρέφει στο Σπίτι Παιδιού όπου μεγάλωσε, στην Πλατανιά Δράμας, αλλά και στα γύρω χωριά. Είναι ένας τόπος ζεστασιάς, παιχνιδιού και χαράς. Εκεί το παιδί αντικρίζει τη ζωή και το θάνατο − τα μάτια του είναι αθώα. Ανέμελα περάσματα, χωρίς την άδεια των μεγάλων, στα ακατοίκητα σπίτια, με το εξαπτέρυγο στα χέρια στην εκκλησία, παίζοντας κρυφτό στα νεκροταφεία. Προσπαθεί να ξετυλίξει, μέσα από τα μισόλογα συγγενών και ξένων, τις ατομικές ιστορίες καθενός, αλλά και το περίπλοκο κουβάρι που είναι οι συλλογικές ρίζες.

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)





Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Σπίτι Παιδιού,   αντίποδες 2019.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, "Δραμάιλο"





Στο Σαρίκαβακ είχαμε δέκα στρέμματα. Δεξιά δέντρα, ζερβά ξηροπόταμο. Κάπου εκεί κάναμε τη λάκκα. Ρίξαμε χώμα, άχυρο, νερό και δώσ’ του ανακάτεμα. Πήραμε το καλούπι, γεμίσαμε δεκάδες, καμιά κατοσταριά. Δυο βδομάδες στον ήλιο, ξέραμα σφιχτό κι έτοιμα τα κερπίτσια. Έτσι χτίσαμε το στάβλο. Το ’να ’πά στ’ άλλο και στη μέση λάσπη. Η στέγη καλαμωτή, σάλιο καδρονάκι και πάνω κεραμίδι απ’ το Εσκήκιοϊ. Κρεμάσαμε και μια πλεξούδα σκόρδα. Βάλαμε τ’ άλογο, τα βόδια και τις κότες. Το πρώτο βράδυ ούτε φωνή τα ζωντανά. Ζαλίστηκαν στην κοπριά τους. Όνειρα βλέπανε, γελούσε η μουσούδα. Οι κότες καμάρωναν στ’ αυγά τους. Κάνω να βγάλω το πρωί τα βόδια, χουζουρεμένα αυτά, παραπατάν. Τρεις κότες λιώμα, οι άλλες να πετάν στη μούρη του αλόγου. Σηκώνεται αυτό, κάτω ο ένας τοίχος. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, γκρέμισαν όλα. Τα ’σφαξα σε μια μέρα. Την επομένη ήρθαν οι Έλληνες. Κατατάχτηκα.


∙ ∙ ∙

Κερπίτσι
Κιρπίτς
Πλίθος
Πλίθα
Πλιθί
Πλιθάρι
Πλίθρα
Σπλίθρα
Σπλιθάρι

− τούβλο πήγαινες, κερπίτσι γύριζες.





∙ ∙ ∙


Γεννήθηκα στη Γούζουλου το ’13, στα χαρτιά μ’ είχαν το ’15, μη ρωτάς γιατί. Το ’22 φτάσαμε μισοί στη Ραβίκα, δίπλα μια πόλη Δράμα τηνε λέγανε, δεν ρωτήσαμε πολλά. Δυο βόδια είχαμε χαράμι, τσαλαβουτούσαμε στην κοπριά. Παντρεύτηκα το ’31, κάναμε κει ένα παλιόσπιτο, βάλαμε και καλάμι, γεννοβολούσε η κυρά, δεν ρωτούσε κι αυτή. Τις κότες τις είχαμε στο δωμάτιο, κατάπιε το στερνοπαίδι πούπουλο, πνίγηκε, το θάψαμε στον κήπο.
Στο καφενείο δεν πήγαινα συχνά. Πρέφα δεν έπαιζα ούτε χαρμάνιαζα εγώ. Εκκλησία δεν, να μεταλάβω ούτε. Και να ρωτήσεις, δεν ξέρω θα σου πω. Στην Αλβανία έβγαλα τ’ άχτι μου. Το χιόνι το ’ξερα καλά, όπως τα πουρνάρια. Δεν είχα πρόβλημα, σκότωνα με τον οκά. Σαν πίσω γύρισα, να σου κι οι Βούλγαροι. Ξεράθηκε η υπομονή, παίρνω μπαλτά, τρεις έφαγα στην πόρτα. Τι το ’θελα, μου ’κάψαν την κυρά μαζί και τα παιδιά.
Νύχτα ανέβηκα Παγγαίο, με ντύσανε παπά. Τράβηξα για το Όρος, πέντε χειμώνες έβγαλα εκεί. Δεν με ρωτούσαν κι εγώ δεν έβγαζα μιλιά. Όταν βαρέθηκα, πήρα κει κάτι χρυσά, για προίκα, είπα, του Θεού, μ’ αυτά πέρασα στην Κρήτη. Λιγομεριάζω τώρα, γι’ αυτό ήρθα εδώ. Τα κόκαλα να πάρω απ’ τον κήπο, της μικρής.


∙ ∙ ∙

−κόκαλο με κόκαλο,
συγγενόπιστη
ραχοκοκαλιά.





Κυριάκος Συφιλτζόγλου, «Δραμάιλο», Αντίποδες, 2018.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, "Στο σπίτι του κρεμασμένου"





ο Φραντς Κάφκα. στα Γιάννενα. στο Μέσα Συναγώγι. φορά λεπτό
σακάκι. γύρω στα δέκα. −τα μάτια του δυο λίμνες. κρατά σουγιά.
σκαλίζει το μπροστινό στασίδι. έχει κάνει γούβα. −τρεις οι λίμνες.
έρχεται ο ραβίνος. ξυλοκέρατο. τον αρπάζει απ’ τ’ αυτί. −πέντε οι
λίμνες. ο Φραντς μπήγει το σουγιά στο γόνατο του ραβίνου. τον
στρίβει. −έξι οι λίμνες. ο ραβίνος στο πάτωμα. ο Φραντς σηκώνεται.
βγάζει μια μικρή αλεπού. απ το σακάκι. −οκτώ οι λίμνες. την ξεσαρ-
κώνει. φορά το δέρμα της. φεύγει στα τέσσερα. για Πράγα. όχι στη
Βιέννη.              είναι η σειρά του Πατέρα. −δέκα οι λίμνες





ήταν κάποιος Ντον. Ντον ΝτεΛίλλο, συζητούσε με μια Ανν. Ανν Σέξτον.
δωμάτιο 256, 21ος όροφος, ανατολικά. τα βράδια παίζανε χαρτιά.
όποιος κέρδιζε, κατάπινε καραμέλες μπρούμυτα. τα γέλια τους
έφταναν ως το πρωί. τότε ο Ντον με μπλε μαρκαδόρο ξεκινούσε
και σημείωνε απ’ τον αριστερό ώμο ως τη δεξιά φτέρνα. τα μεση-
μέρια κάθονταν μπροστά στο παράθυρο −μέχρι που τους κατάπιε
το δυσοίωνο τοπίο





το 2000 κατεβαίνει στην Αθήνα ο Μανόλης Αναγνωστάκης.
στα χέρια του κρατά τις ακτινογραφίες του Νίκου-Αλέξη
Ασλάνογλου. τον αναζητά στη Νέα Σμύρνη. του λένε πως
έφυγε. πάει στη Νέα Ερυθραία. του λένε μετακόμισε. τον
ψάχνει στους Αγ. Αναργύρους. του λένε πέθανε. τον βρίσκει
στο νεκροταφείο του Αμαρουσίου.

–Νίκο, συγγνώμη για την καθυστέρηση, εδώ τις έχω.
–Μανόλη, εσύ δεν πέθανες;
–όχι, το 2005 θα πεθάνω.
–δεν πειράζει, φέρε τις τότε, μαζί με μια καρτ-ποστάλ
από το Στρατιωτικό Νοσοκομείο Δράμας.
–γιατί;
–ξαναδιάβασε τον «Δύσκολο θάνατο» και θα καταλάβεις.





ο Χόρχε Λούις Μπόρχες στο Τόκιο. ο Τζουνίτσιρο Τανιζάκι
στο Μπουένος Άιρες. και οι δυο εγκωμιάζουν διαφορετικές
σκιές του ίδιου ποταμού. υποψιασμένοι θα περάσουν απέ-
ναντι −εκεί που το φως αδιαφορεί





          δωμάτιο 1925 − Γιεσένιν

ξύλινο ρολόι
φεγγάρι
μεσάνυχτα
σωλήνας κεντρικής θέρμανσης

−στο σπίτι του κρεμασμένου ποιητή
το ποίημα θα σημάνει το σχοινί






Από τη συλλογή «Στο σπίτι του κρεμασμένου», εκδ. Θράκα 2015

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, "Μέ ύφος Ινδιάνου"

                                      



Όχι και τόσο αφηρημένη τέχνη

ίσως 
κι ο θάνατος να είναι ένα διάλειμμα 
− κάποιοι το πιστεύουν 
στο μπάνιο δίπλα στα ξυριστικά
στην καμένη λάμπα της κουζίνας
στο κλειστό ψαράδικο λόγω πανσελήνου

όμως εδώ δεν είναι Αϊντάχο ή Λονγκ Άιλαντ
παρά το Διδυμότειχο λίγο πιο κάτω από το Τριεθνές

κι ίσως εδώ
τα πρωινά χασμουρητά να μοιάζουν 
με ηφαιστειακές κοιλάδες
η γλώσσα ίδια αμοιβάδα
το πλειστόκαινο μόλις που να φαίνεται απ τον αεραγωγό

κι ίσως ο θάνατος εδώ
είναι ένα αντίστροφο καθήκον
μία προσποίηση
όπως
ένα χωνάκι παγωτό
στο χέρι ενός συνοριοφύλακα




Νεκρά κύτταρα

ηφαιστειογενής ύαλος;
πορώδες ορυκτό;
αφρώδης βράχος;

                          εσύ
πες το ελαφρόπετρα
πες το καλλωπισμό
ν αφαιρεί νεκρά κύτταρα
σε φτέρνα αγκώνα γόνατα 
στο χείλος της μπανιέρας
μ ένα ουδέτερο σαπούνι
λίγο χλιαρό νερό
ανοιχτή μπαλκονόπορτα
να παίζει η τηλεόραση
να περνάει μια κηδεία
να κάνει το σταυρό της η αντηλιά

να τρίβεις πάντα κυκλικά
 ακολουθώντας την ίδια φορά 
όπως οι δείκτες του ρολογιού
για ένα όμορφο και απαλό καλοκαίρι



Από τη συλλογή «Με ύφος Ινδιάνου», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μελάνι.

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Κυριάκος Συφιλτζόγλου "Μόνο μη"




Πες το διαλεκτικό κολάζ
καρικατούρα ψηφιδωτό
αρχαιολογία του μικροσκοπικού

Πες το καλειδοσκόπιο σε κλειδαρότρυπα
πολλαπλασιασμών θραυσμάτων
κοιτάσματα αλληγορίας

Πες το ατομική διάσπαση του πνεύματος
συντρίμμια αναστοχασμού
γρίφο μετά από χρόνια ανομβρία

Πες το κάρτες Ταρώ στα χέρια σχιζοφρενούς
ψυχαναλυτικά ερείπια
συνταγές μετεμψύχωσης

Πες το ραβδοσκοπικό εκκρεμές
συναρμολόγηση ονείρων
κομμάτια αντίλαλου σε λατομείο

Πες το παγωμένες παύσεις τετάρτου
καραμελωμένα ημιτόνια
ηχητικά κύτταρα σε ασυνέχειες

Πες το κομμένα χέρια βιογράφου
σπαράγματα ταπείνωσης
αντίδοτο εξουσίας

Πες το ονειρική άλγεβρα
γεωμετρία κατόπιν κλινοπάλης
φταρνίσματα αρχιτεκτονικής

Πες το ερωτική στρόφιγγα
υδρορροή ματαιοτήτων
μοιραίο συγκερασμό

Πες το διαδήλωση άτυχων στιγμών
διασκελισμό δακρύων
ψεγάδια σελήνης

Πες το ισχυαλγία ή οσφυαλγία
Πες το πολυτραυματία
Πες το όπως θες
μόνο μη ρωτήσεις
τι εννοεί ο ποιητής



Νίκος Πορτοκάλογλου - Πες το κι έγινε

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, "Μισές Αλήθειες"

                             
Κυριάκος Συφιλτζόγλου

ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

                                25.

ανάμεσα σε γρανάζια
                                    γραφομηχανής
ένας σκορπιός αναπαύεται
                στη μια δαγκάνα κρατά
                                       τη μισή αλήθεια


Κύριε Πασκάλ, το τίμιο ξύλο
κάηκε στο πρώτο πανηγύρι
εκεί να δείτε επιτυχία ο καπνός

ο Χο Τσι Μινχ από την άλλη
ξεχορτάριαζε τη λέξη "ακράδαντα''

στο ιπτάμενο χαλί επιβιβάστηκαν
μόνο όσοι αλληθώριζαν
οι υπόλοιποι σιδερικά
σε παλιό μηχανουργείο

ανάμεσα σε γρανάζια
                                 γραφομηχανής
ένας σκορπιός αναπαύεται
                στη μια δαγκάνα κρατά
                                      τη μισή αλήθεια

με την άλλη
                          ένα πούρο Αβάνας
     

          και το βολφράμιο το σκοτώσαμε
          για λίγο παραπάνω καπνό
          στο πρώτο και στο τελευταίο πανηγύρι



Από τη συλλογή "ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ", Μελάνι 2012

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ

  ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ



ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


3.

απ' το ύψος των περιστάσεων
εξαφανίστηκε το ύψος

πλέον έχουμε να κάνουμε
μόνο με περιστάσεις

το κατάλαβαν καλά

 οι εναερίτες
 
               εμφανώς

καψαλισμένοι



14.

αν φερ' ειπείν αν η κακιά στιγμή ήταν
ένας αναπτήρας υγραερίου και έπρεπε
να πας σ' ένα περίπτερο να τον γεμίσεις
και διαπίστωνες έντρομος πως τα πελώρια
βυζιά της περιπτερούς συνέθλιβαν το
Ριζοσπάστη του περασμένου αιώνα
αλλάζοντας σου τη γνώμη για τον
ισπανικό εμφύλιο

θα ανάβες
και αν ναι
θα το μετάνιωνες;



26.

αν ένας νταλικέρης κορνάρει χαιρετώντας
τζιτζίκια και γρύλους μεταφέροντας 300
παλέτες ποιητικού υλικού βόρεια της
Δραμαμίνης μπορεί μπορεί και να τον
απασχολεί η δυαδικότητα της δομής μιας
κοινωνίας ή η έννοια της κοινωνικής
δράσης στη δραματουργική κοινωνιολογία

Σκατά  Λάστιχο