Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξάκης Ορέστης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξάκης Ορέστης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Μαΐου 2024

Ορέστης Αλεξάκης, "Αγαθά παιχνίδια"





ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ


Βουίζει σαν τροχός η πόλη
Φώτα και χρώματα υδαρή
Τη νύχτα θάρθει να σε βρει
φορώντας στο μηρό βραχιόλι

Τίποτα βέβαια σοβαρό
Πες μια φυγή – σαν αυταπάτη
Σε ακολουθεί το ανήλεο μάτι
που φέγγει μέσα σου    Νεκρό

Πρωί νωρίς στην Εφορία
Στις ένδεκα οδοντογιατρό
Σαν τον κρυμμένο θησαυρό
σε αναζητώ     Στα μαυσωλεία

Θρηνούν τα περιπολικά
Χαμός στη στάση λεωφορείων
Δευτέρα δεκατρείς     Αρχείον
Να προσαχθούν τα σχετικά

Καταχωρείς τα δεδομένα
Κλείνεις τα νέα σου ραντεβού
Δεν είσαι πουθενά     Παντού
προβάλλουν σύνορα κλεισμένα

(Χρόνια και χρόνια καρτερείς
πέρ’ απ’ την έρημο του χρόνου
στον ερχομό του δολοφόνου
κάπου ένα πέρασμα να βρεις)

Προσθήκη – αντίκρουση    Προτάσεις
Ενστάσεις και παραγραφές
Θα ’χει κρυώσει πια ο καφές
Και πάλι δίχως να προφτάσεις





ΕΠΑΙΤΗΣ


Και πάλι χάνεσαι στην πάχνη
σκιά στο χρώμα τ’ ουρανού
σα να ’σαι −κι είσαι− του αλλουνού
κόσμου που ο νους μου μάταια ψάχνει

Κι εγώ μια πέτρα ραγισμένη
δεμένη με τη στέρφα γη
να διακονεύω τη σιγή
που τη βαριά ψυχή αλαφραίνει

Κρατώντας κάτι απ’ τη μορφή σου
σαν την ανταύγεια των νερών
Ένας δραπέτης των ωρών
Ένας επαίτης της αβύσσου





ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ


Θα προχωρήσεις στο σκαμμένο δρόμο
Νεκρό σκυλί στο ρείθρο το φεγγάρι
Θ’ ακολουθεί κερένιο παληκάρι
κρατώντας το άδειο φέρετρο στον ώμο

Στ’ αριστερά ο τυφλός με τη ρομβία
Κάποιος δεξιά που αθόρυβα θα σκάβει
Στο βάθος ένα ολόφωτο καράβι
φέρνοντας τη γαμήλια κουστωδία

Θα ’ναι νωρίς για την αναγγελία
Στη σύναξη θα δείξεις τα σημάδια
Θ’ ακούς φωνές από βαθιά πηγάδια
Πνιγμένοι θα γυρνούν την τροχαλία

Θα λάμψει φονικό το δίκαιο χέρι
μ’ όλη τη δόξα μέσα στ’ όνομά σου
Θα ονειρευτείς φτερούγισμα Πηγάσου
Κι ένα θεό που υψώνει το μαχαίρι





Η ΣΚΟΝΗ


Βλέμμα σαν φως που διαπερνά
τη λήθη και το πεπρωμένο
Μέσα στον τάφο μου ανασταίνω
τα χθεσινά
Και λέω πως είναι από νερό
το σώμα μου −γι’ αυτό θ’ αντέξει−
πως επιστρέφω σε μια λέξη
σ’ ένα φτερό
Πως είναι η πόλη μου νεκρή
κι έχουν οι φύλακες σαλπάρει
πως ο τυφλός με το λυχνάρι
με λοιδωρεί
Πως ξένο σπίτι κατοικώ
πως μ’ έχει ο χρόνος προσπεράσει
και πως η σκόνη θα σκεπάσει
το μυστικό





ΕΚΛΥΣΗ


Με παρασύρεις σ’ ένα φως που εξουθενώνει
Νιώθω το θαύμα σαν απέραντη ενοχή
Βρίσκομαι κάπου     σε μιαν άγνωστη εποχή
Ξάφνου μυρίζω τα μαλλιά σου και νυχτώνει

Κρύψε με μέσα στους μυχούς του σώματός σου
Μια μεταμόρφωση στο χρόνο προσπαθώ
Δώσε μου σχήμα     δος μου βάρος να βρεθώ
προστατευμένος στον ασύλητο βυθό σου

Μη λησμονείς τη σκοτεινή συνωμοσία
τον Επισκέπτη     τον Επόπτη     το Γιατρό
Μ’ έχουν καρφώσει σ’ έναν πέτρινο σταυρό
ν’ αντιμετριέμαι με τη σκόνη στα μουσεία

Χιόνι σα θάνατος το θάλαμο σκεπάζει
Μέσα σε δάσος αγαλμάτων περπατώ
Λες κι είναι ο κόσμος ένα βλέφαρο ανοιχτό
μα απ’ όπου δε θυμάμαι ποιος και πού κοιτάζει

Σ’ έχω ανασύρει μα κανείς δεν το ’χει μάθει
Κρύβω το σκάφανδρο στα υπόγεια του ναού
Σ’ αγγίζω-αγγίζω το μυστήριο του Θεού
λουσμένος πάλι σ’ άγιο φως κι ανίερα πάθη





Από τη συλλογή «Αγαθά παιγνίδια» (1994).
Πηγή: «Ορέστης Αλεξάκης - Ποίηση [1960 - 2009]», εκδ. Γαβριηλίδης 2011.

Στην εικόνα: Vincent van Gogh, «At Eternity's Gate» (1890).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 16 Μαΐου 2020

Ορέστης Αλεξάκης, "Μου γνέφουν"




ΕΞΑΡΧΕΙΑ


Κοιτώ μέσα στα μάτια σου βροχές
Διακρίνω φώτα και σκιές να τρέχουν
Υπνοβατώ χωρίς να με προσέχουν
καθώς κυλούν στα βάραθρα εποχές

Δεν έμαθε κανείς για τον νεκρό
Βρέθηκαν ίχνη κήπου στ’ όνειρό του
Πυρομανείς διασχίζουν τη Διδότου
Τα παραμύθια γέμισαν νερό

Χάνομαι σ’ ένα βάθος προσμονής
Κρύβομαι σ’ ένα σώμα δανεισμένο
Φέγγει μπροστά μου βλέμμα δακρυσμένο
μα πίσω από το δάκρυ του κανείς

Η πόλη; Σαν σταθμός του Ηλεκτρικού
Μισόφωτη – με μάτια νυσταγμένα
Σ’ αναζητώ σε βήματα σβησμένα
Στα σχήματα ενός άλλου σκηνικού

Ο χρόνος; Κάτι σαν υποτροπή
Σαν μια παλιά θαμπή φωτογραφία
Γράμματα χαραγμένα στα θρανία
Λόγια που τα σταμάτησε η σιωπή

Κι ο ποιητής; Σ’ ένα τοπίο γυμνό
μεταμφιεσμένος σε κρανιοσκόπο
Πάλι ξυπνώ σ’ αυτόν τον ξένο τόπο
ψάχνοντας δρόμο σπίτι κι ουρανό





ΤΑΡΑΤΑΤΑΜ ή ΤΟ ΞΟΡΚΙ

(Ξόρκι κατά της αϋπνίας. Απαγγέλλεται νοερά σε ρυθμό εμβατηρίου.
Επαναλαμβάνεται συνεχώς μέχρι τελικού αποτελέσματος.)


Χρόνια τώρα στο σκοτάδι περιμένω
Και τα μάτια μου γεμίσανε νερό
Περιμένω τον θεράποντα γιατρό
Τον κλειδούχο που τον ρούφηξε το τρένο

Περιμένω τον ασώματο ιερέα
Τον κουτσό μεταφορέα υαλικών
Τον τραυλό καθηγητή των αγγλικών
Το παιδί με το λιοντάρι στη Νεμέα

Το βαρκάρη που ’χει χάσει τ’ όνομά του
Τη μικρή παραδουλεύτρα Πασχαλιά
Τη Λουντμίλα με τα κίτρινα μαλλιά
Τον πλανόδιο βιολιστή με τα φτερά του

Τον καμπούρη δικαστή με την περούκα
Το χειρούργο με το μαύρο φυλαχτό
Την Οντίν που πια δε βγήκε απ’ το κρυφτό
Το κορίτσι που θρηνεί στην Μπάνια Λούκα

Περιμένω το φαντάρο που κρυώνει
Τη γυναίκα που κοιμάται μοναχή
Την τροτέζα που την έλιωσε η βροχή
Το ζητιάνο που τον σκέπασε το χιόνι

Περιμένω τον τυφλό λαχειοπώλη
Περιμένω τον κουλό θεραπευτή
Περιμένω τον φιλάνθρωπο ληστή
και το δήμαρχο που γκρέμισε την πόλη

Περιμένω την κυρτή πεντικιουρίστα
Τη γριά που θα μου ανάψει το κερί
Τη μητέρα που μου μίλησε νεκρή
Τη Μυρτώ που εξαϋλώθηκε στην πίστα

Περιμένω τον επίγειο ταξιδιώτη
Τον προφήτη που ’χει χάσει το κλειδί
Περιμένω το μονόδοντο παιδί
και το δάσκαλο που ξέμεινε στην πρώτη

Περιμένω το μουγκό θαλαμηπόλο
Περιμένω τον κουφό μπαλωματή
Τον νεκρό στους πάγους εξερευνητή
που επιστρέφει μ’ άλλο σώμα από τον Πόλο

Περιμένω το χαμένο χρυσοθήρα
Περιμένω τον πνιγμένο θερμαστή
Περιμένω τον ανύποπτο εραστή
Περιμένω τον πολύπαθο μνηστήρα

Περιμένω την αθέατη χορωδία
Περιμένω σκοτεινούς εξορκιστές
Περιμένω θυσιαστήριες τελετές
και το πτώμα που ’χει αργήσει στην κηδεία

Περιμένω το Βαρδή και τον Αντώνη
Τη Μαρίνα την Αλκμήνη την Αυγή
Τον Ερμόλαο που αναδύθηκε απ’ τη γη
Τον Νικήτα που βυθίστηκε στη σκόνη

Περιμένω να ’ρθει κάποιος να με σώσει
να μου δώσει κάποιο στίγμα στο κενό
για ν’ αντέξω τον αντίπαλο ουρανό
και τη γυάλινη σιωπή που μ’ έχει ζώσει

Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
κ. ο. κ.





Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΘΩΟΣ


Ο ποιητής υποφέρει           Ο ποιητής υποφέρει
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά στ’ όνειρό του

Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει

Κι άλλοτε πάλι μονάχος κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει

Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
Κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
Κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει −απ’ αλλού− το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι





ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΑ


Το σώμα σου είναι από κερί
τα μάτια σου σβηστά καντήλια
φοράς στεφάνι από ασφοδίλια
κι είσαι ανεξήγητα νεκρή

Σ’ αναζητώ στις προσευχές
στα πρόσωπα τα ραγισμένα
Τη νύχτα κάρφωναν κι εμένα
δυο μασκοφόρες μοναχές

Σε σκοτεινές καταπακτές
μάτια πνιγμένων βλεφαρίζουν
ανάπηροι άγγελοι ποτίζουν
περιδεείς προσκυνητές

Κι εγώ σαν να ’χω προδοθεί
γυμνός σε πέτρινο κρεβάτι
και με φωτίζει το άδειο μάτι
που από παιδί με ακολουθεί





NOTTURNO


Κάποιος έχει φύγει από το σπίτι
Κάποιος άλλος περπατάει στο δώμα
Νύχτα και δεν φάνηκεν ακόμα
το παιδί που μπαίνει απ’ το φεγγίτη

Εμπνοές σαλεύουν τις κουρτίνες
Όνειρα κι αράχνες με μουδιάζουν
Τα φεγγάρια ασίγαστα κοάζουν
Γέμισε το δέρμα μου λειχήνες

Ίσκιοι του ανυπόστατου επιστρέφουν
Κύλησαν νομίσματα στο χώμα
Νούφαρα σου σκέπασαν το σώμα
Δυο τρελοί απ’ το ξέφωτο μου γνέφουν

Σαν να ψάχνω κάποιο μονοπάτι
Σαν ν’ αναγνωρίζω τα σημάδια
Προχωρώ στ’ αδιάλυτα σκοτάδια
μ’ ανοιχτό το μέσα μόνο μάτι





Από τη συλλογή «Μου γνέφουν» (2000).
Πηγή: «Ορέστης Αλεξάκης - Ποίηση [1960 - 2009]», εκδ. Γαβριηλίδης 2011.

Στην εικόνα: Georges de La Tour: «Joseph the Carpenter».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

Ορέστης Αλεξάκης, "Ο ληξίαρχος"





                     ΜΑΡΙΑ
Ή ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ


Καθώς
εγώ
τη μυγδαλιά τινάζω

πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή
κι εσύ
πώς λάμπεις

μα δεν θυμώνεις
μόνο
με κοιτάζεις

και μου χαμογελάς
φεγγοβολώντας

Κι εγώ
τινάζω με
μανία το δέντρο
και θε μου σε
φοβάμαι και
μ’ αρέσεις

κι όλο βυθίζεσαι στο φως
και μέσα
στην εκτυφλωτική σου λάμψη
σβήνεις

Κι εγώ
τινάζω κλαίγοντας
− γελώντας
και κλαίγοντας −
το δέντρο
και

ξυπνώ

και πια
δεν είναι φως
δεν είναι δέντρο

μόνο δωμάτιο γκρίζο
βουρκωμένο
και βρέχει
βρέχει
βρέχει
και δεν είσαι

κανείς δεν είναι πια
και με σκεπάζουν
άγρια θολά νερά

νερά
και χρόνια





                            ~*~

Τόσο γυμνός που ντρέπομαι τη μνήμη

Τόσο τυφλός που βλέπω την αλήθεια

Τόσο πιστός που απόμεινα μονάχος





                    ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ


Πώς βρέθηκα λοιπόν ανεβασμένος
πάνω σε τούτο το
κωδωνοστάσι;
Νύχτα κι αγέρας σκοτεινός φυσάει
κι όπως βαριά στενάζουν οι καμπάνες
με διαπερνά το ρίγος της αβύσσου

Κατρακυλώ στη σιδερένια σκάλα
Κι αν όμως είν’ η θύρα κλειδωμένη;
Κι αν ίσως δεν μπορώ να ξεκλειδώσω;

Νιώθω νερά στα πόδια μου
κοάζουν
τριγύρω μου βατράχια
με φωτίζει
ξάφνου ο θαμπός φανός του νεωκόρου
που σκύβει από ψηλά και μου φωνάζει

Ανέβα πάλι επάνω, χριστιανέ μου
τι θέλεις τέτοιαν ώρα στο πηγάδι
θα σε τραβήξουν κάτω τα τελώνια

Κι απορημένος κάνει το σταυρό του





                      ΚΑΙ ΜΗ ΡΩΤΑΣ
          ΓΙΑΤΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΕΙΜΑΙ


Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα





              ΟΣΑ ΔΕ ΜΑΘΑΜΕ ΠΟΤΕ
                       ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ


Έχουν δική τους μοίρα τα σκυλιά
δικό τους πρόσωπο θεού λατρεύουν
δικό τους αγναντεύουν ουρανό
δίνουν δικό τους ορισμό για τους ανθρώπους
Κρατούν τη μνήμη
του κατακλυσμού
το ρίγος για μιαν άγνωστη πατρίδα
ψάχνουν το δάσος κάτω από την πόλη
θέλουν να ξεψυχήσουν σ’ άλλους τόπους
Κάποτε μες στον ύπνο των σκυλιών
θρηνούν οι λύκοι
σαλεύει ο φόβος τα βαριά κλαδιά του
φίδι σφυρίζει η πείνα την οργή της.
Ακούν στα βάθη την παλιά οιμωγή
της ερημιάς τον προσκλητήριο θρήνο
δαγκώνουν την αόρατη αλυσίδα
κόκκινο φως τα μάτια τους τυφλώνει

Θυμούνται φλόγες και
ξεριζωμό

Ξυπνά το αγρίμι μέσα τους
και κλαίει





     ΕΙΝΑΙ ΜΑΚΡΥΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ
              ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΑΥΜΑ


Ατέλειωτος ο δρόμος σου

Μια φωτεινή γραμμή
στο μαύρο φόντο
που τη βαδίζω και
μ’ εξουθενώνει

Σα να ’ναι το σκοινί που ’χεις πετάξει
στο σκοτεινό πηγάδι μου Μητέρα
τυλίγομαι μ’ αυτό
και περιμένω
κάποιος απ’ το βυθό
να με ανασύρει





Από τη συλλογή «Ο ληξίαρχος» (1989).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Ορέστης Αλεξάκης - Ποίηση (1960 - 2009)», εκδ. Γαβριηλίδης 2011.

Στην εικόνα: Arnold Böcklin, «Moonlit landscape» (1849).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Ορέστης Αλεξάκης, "Η λάμψη"





1.  Αυτοσύσταση


Με λένε Ορέστη μα στη λέξη
μη σταθείς

Παρακαλώ προσπάθησε
πίσω απ’ τη λέξη
να δεις τη νύχτα του χιονιού
και του αγριμιού
το μάταιο μες στην ερημιά
ν’ ακούσεις κλάμα





6.  Νύχτα


Με τρομάζουν οι μνήμες
περπατάνε
με βήματα ηχηρά πάνω στη στέγη





10.  Πρόσφυγες


Διωγμένοι από την όμορφη πατρίδα
τώρα στους δρόμους των γυμνών ωρών

νομάδες ουρανών

αλιείς άστρων

εμείς
οι δόλιοι πρόσφυγες
του απάνω κόσμου





11.  Δεκαπεντασύλλαβος


Μεγάλα μάτια του Θεού
που ξαγρυπνάτε εντός μου

φοβάμαι να καθρεφτιστώ
στα σκοτεινά νερά σας

μη γίνω αγέρας και χαθώ
μη γίνω φως και σβήσω





12.  Κι ο ποιητής…


… αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει
στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων





16.  Έκπληξη


Κι έτσι ακουμπώντας στο προσκέφαλό σου
στης ρέμβης σου το λίκνισμα αφημένος
μπήκα μέσα στο ίδιο τ’ όνειρό σου
είδα το φως σου
κι ό,τι
μέσα στο φως σου ανθίζει

Τη φοβερή απροσδόκητη ομορφιά σου
την κλειδωμένη ερμητικά στο σώμα

Σαν καταθαμπωμένος τυμβωρύχος





23.  Απειλή


Και πάλι ρόδινοι νυγμοί
στην άδεια νύχτα

σταγόνες μνήμης
στην τυφλή σπηλιά μου

ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο
ρίγη κελαηδισμού

φ ο β ά μ α ι   π ά λ ι





Από τη συλλογή «Η λάμψη» (1983), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Ορέστης Αλεξάκης - Ποίηση (1960 - 2009)», εκδ. Γαβριηλίδης 2011.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Ορέστης Αλεξάκης, "Νυχτοφιλία"




Σ’ όσους πέρασαν μέσ’ απ’ το στήθος μου
− σαν τον νερό μέσ’ απ’ το μύλο
  


Νύχτωνε
κι ήμουν τόσο μοναχός

που νόμιζα πως ο Θεός
πλησιάζει

*


Ακοίμητος στα στήθη μου
καημός

ο καταποντισμός
του παραδείσου

*



Στη μοναξιά των λέξεων
κατοικώ

στην έρημο των στίχων
ασκητεύω

*



Πόσα ναυάγια μέσα μου χωρούν;

Πόσους νεκρούς η ανάσα μου
λικνίζει;

*


Ο θάνατος
ο πιο
πυκνός
καπνός

ο θάνατος
ο κλίβανος των μύθων

*



Άνοιξη
και τα χώματα σκιρτούν

άνοιξη και τα σώματα
θυμούνται

*



Κι αν τα κρυμμένα μάς
φανερωθούν

πόσοι θ’ αντέξουν τόση
φωταψία;

*


Τώρα κι εσύ
στα δόντια τού καιρού

στην ερημιά τού παγερού
καθρέφτη

*


Μόνος
μ’ αυτό που πάντα σε απειλεί

με τη σιωπή
της αιωνιότητάς του

*


Μες στο μυστήριο του
τυφλού
θεού

στην παγωνιά
της παντοκρατορίας

*



Όπως ο λύκος έτσι κι η ψυχή

στην οιμωγή
στην απεραντοσύνη

*



Μιλώ
γι’ αυτόν που αιώνια καρτερεί

μ’ ένα κερί λιωμένο στην παλάμη

*


Μνήμη συνάζω
μνήμη και σιωπή

στυφή τροφή
για τον βαρύ χειμώνα

*


Πάλι χαράζει εντός μου
παρελθόν

πάλι χιονίζει εμπρός μου
πεπρωμένο

*


Τι σκοτεινός ωκεανός
το φως

τι φωτεινό βασίλειο
το σκοτάδι

*



Ψυχή μου
που αναθρώσκεις στο αχανές

Σώμα μου
που το χώμα σου αποδίδεις

*


Με προσκαλούν τα δάση
των ριζών

οι μαγικές πατρίδες
των μετάλλων

*


Μακριά
πέρ’ απ’ τα τείχη τής σιωπής

ακούω ξανά τον σαλπιγκτή
της νιότης




Από τη συλλογή «Νυχτοφιλία» (1995), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Ορέστης Αλεξάκης - Ποίηση (1960 - 2009)», εκδ. Γαβριηλίδης 2011