Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δρούγκα Κλεονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δρούγκα Κλεονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

Κλεονίκη Δρούγκα, "κουκούτσια από καρπούζι"




ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ


Μαρία Μαγδαληνή

                           Στη Βάγια


Η ομορφιά της το μέτρο ξεπερνά και
τη φοβούνται·
λαχανιασμένοι πέτρες τής πετάνε μα
αυτή στα μάτια τούς κοιτά
σωσίβιο ψάχνει
παρακαλεί να την αφήσουν μέχρι που
ένα χέρι απ’ το μαρτύριο την τραβά
σαν από θαύμα.
Η Μαγδαληνή με την ψυχή της
πληρώνει·
αφήνει μάλιστα και πουρμπουάρ
λίαν πρωί ελθούσα.


Από την ενότητα
«Μιλάω για λάφυρα σκληρά»





Ιούδας

                           Στη Φρόσω


Εκεί που βασανίζομαι και
Γολγοθά περνώ
μια σκέψη κάνω
στάση ν’ αλλάξω κι οπτική στην προδοσία
να πω Ιούδας ήταν
πέρασε
συναίνεση να δείξω στο δράμα
να ξημερώσω βοριάς
ορίζοντες να καθαρίσω.
Βραχύς ο βίος, άλλωστε, κι ωραία τα φιλιά.


Από την ενότητα
«Κάποτε μεγαλώνεις (ή μήπως όχι;)»





κομμένο στα δύο το χαμόγελο

                           Στη Βάσω


Χωρίζουμε, μου λες, κι εγώ
πετάγομαι
κάτω απ’ την πολυθρόνα
στα σκάλες
στο χαλί
σπάω κομμάτια γίνομαι.
Περνά ο χρόνος με μαζεύει
βάζει μια κόλλα ισχυρή
ρωγμές να κολλήσει
φθαρμένες σχισμές.
Οι κόλλες τρέχουν
στα χέρια στα πόδια παντού
−δεν με πειράζει−
ο χρόνος σίγουρα θα κάνει δουλειά·
εκείνο που με πειράζει είναι
που κόπηκε στα δύο το χαμόγελο.
Το ένα κομμάτι έψαξα μα
δεν το βρήκα.
Ό,τι δεν με σκοτώνει, τελικά, με αφήνει μισό.


Από την ενότητα
«Φωνή έρωτα αποκάλυψης»





μανταρινόφλουδες

                           Στη Σοφία Π.


Ξεφλούδισες ένα μανταρίνι
ύστερα κι άλλο
κι άπλωσες φλούδες αραιά στην ξυλόσομπα.
Μύρισε μνήμες το δωμάτιο
θα κρυώσεις·
ξυπόλυτη μην περπατάς·
τα μαθήματα τα ’κανες;

Νωπή χαρά
με καταπίνει
κρατώ σφιχτά τη μυρωδιά κι ύστερα
περνώ κλωστή το χαμόγελο
στα έρημά μου χείλη.


Από την ενότητα
«Τι θυμήθηκα τώρα!»





ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ


στο εξοχικό

                           Στον Τριαντάφυλλο και τη Σοφία


Αποσύρονται οι θεοί τις μέρες του χειμώνα
με τρεχαλητά·
ξεθωριασμένους ήλιους δεν μπορούν.
Τα καλοκαίρια επιστρέφουν
στο εξοχικό τους
χώνουν τα πόδια σε άμμο καυτή
ατενίζουν πανιά που λεκιάζουν ορίζοντες
θαλασσοπούλια που κρώζουν πάνω σ αφρούς.
Τρεις μήνες το νοικιάζουν·
ξεχνιούνται με τα γέλια της θάλασσας
ανοίγουν την πόρτα στη ζωή
ξυπόλυτοι γυρνάνε με μια φέτα καρπούζι στο χέρι
μπαντάρουν έρωτες
σαλιώνουν σελίδες και
συνωμοτικά ίχνη υγρά αφήνουν
στα σανίδια
γυρνώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο
τα βράδια.
Κι όταν ξαπλώσουν στο κρεβάτι
το ασπράδι των ματιών τους παίρνει
το χρώμα του καλοκαιριού·
χρυσό γίνεται.
Φοράνε τότε σκουρόχρωμα γυαλιά
−ακόμη κι οι Θεοί τόσο χρυσό δεν το αντέχουν.





Από τη συλλογή «κουκούτσια από καρπούζι», εκδ. Μανδραγόρας, 2025.
Έργο εξωφύλλου: Γιάννης Παπαγιάννης.





Η Κλεονίκη Δρούγκα είναι πτυχιούχος Φιλοσοφικής ΑΠΘ, κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος. Οι καλλιτεχνικοί προσανατολισμοί της στρέφονται σε σενάριο-κινηματογράφο, ποίηση, πεζογραφία και εκπαίδευση. Έχει εκδώσει βιβλία επιστημονικού ενδιαφέροντος, τέσσερις ποιητικές συλλογές [«Οκλαδόν με τον Χρόνο» (2022), «Ξεκάθαρο κρύο» (2023), «Με δανεικό μολύβι» (2024), «κουκούτσια από καρπούζι» (2025), όλες από τις εκδόσεις Μανδραγόρας], τη συλλογή διηγημάτων «Η αλήθεια είναι πολλές» (Νίκας, 2024) και έχει συμμετάσχει σε ποικίλες συλλογικές εκδόσεις. Επιστημονικά άρθρα της έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, εισηγήσεις της σε πρακτικά ελληνικών και διεθνών συνεδρίων, ποιήματα και διηγήματά της σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Συνέγραψε σενάρια μικρού μήκους ταινιών μυθοπλασίας και συνεργάστηκε σε ταινίες τεκμηρίωσης, με βραβεύσεις σε ελληνικούς και διεθνείς διαγωνισμούς. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και διδάσκει Σενάριο στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών ΑΠΘ, στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών «Δημιουργική Γραφή-Σενάριο» (Π.Δ.Μ.) και στο πρόγραμμα «Συγγραφή, Επεξεργασία και Αξιολόγηση Σεναρίων» ΚΕΔΙΒΙΜ, στο οποίο είναι Ακαδημαϊκή Υπεύθυνη.

 

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2023

Κλεονίκη Δρούγκα, "Με δανεικό μολύβι"





μιλώ στην κορνίζα


Έσπρωχνε η παλάμη την πόρτα καθώς
στη χούφτα
λέξεις ζητούσαν
μια σύγκρουση μετωπική.
Η ελευθερία σταυρωμένη
τυραννούσε αλυσίδες κλωστές
−άκου «θα έρθω να σε πάρω
να γυρίζεις μόνη δεν γίνεται».
Μπαρουτιασμένη τότε θυμάμαι
για μέρες δεν σου μίλαγα.
Τώρα μιλώ στην κορνίζα
στο χρώμα του ξύλου μιλώ
και στο αυτοκίνητο
μοντάρω λέξεις για φαντάσματα
αναπολώντας εκείνες τις φορές
που ερχόσουν
στο φροντιστήριο να με πάρεις.
Ούτε τα όνειρα μπορούνε πια
να με παρηγορήσουν
με τόσες αλυσίδες δεμένη, πατέρα.

 
Από την ενότητα
«γυναίκα»





ορχιδέες


Όπως εσύ στις γλάστρες με τις ορχιδέες,
που ακριβά αγόρασες, αλλάζεις θέση
κάθε που φεύγεις διακοπές
(κοντά να είναι στο παράθυρο)
κι εκείνες τους μίσχους απλώνουν
γραπώνουν τον ήλιο
τον ρίχνουν πάνω τους
κι ανθίζουν
χειμώνα καλοκαίρι
έτσι κι εγώ
μόλις τον δρόμο παίρνεις για δουλειά
όπου κι αν είμαι
στο μπάνιο την κουζίνα το κρεβάτι
θέση αλλάζω
πάω κοντά στο παράθυρο
γεμίζω με σένα
φτιάχνω στα χείλη μου χαμόγελα
κι ανθίζω
καλοκαίρια και χειμώνες.


Από την ενότητα
«έρωτας»





η ομορφιά βρίσκεται αλλού


Μια βελονιά πάνω
μια βελονιά κάτω
ράβεις ηδονικά
δίχως ο ύπνος να σε πάρει
ψέματα καλά βολεμένα
κάτω απ’ τα σκέλια
στριμωγμένα σε φόδρα βαμβακερή
το δωμάτιο γεμάτο φορέματα
τα ντύνεσαι
τα στολίζεσαι
τι ομορφιά τι χάρη, όμως
αφηρημένη πως τα γυρνάς
σ’ ένα καρφάκι πιάνονται
−αλήθεια, δεν το πρόσεξες;
Ξηλώνονται τα ρούχα μονομιάς
το μπαμπάκι τους τρίζει
στο πάτωμα πέφτουν με κρότο
χιλιοειπωμένα τα ψέματα
ξέφτια παντού.
Κι όπως παράμερα σε κοιτούσα
αφηρημένος
είδα
τι όμορφη που είσαι γυμνή!


Από την ενότητα
«σε μένα μιλώ»





οδηγός μπράιγ


Στον διάδρομο ευθεία να πάτε
αριστερά δεν έχει φως
δεξιά θα χαθείτε
προχωρήστε πιο κάτω
στον πίνακα ζωγραφικής
ο Αδάμ κι η Εύα χωρίς μήλο
−πάει κι αυτό
φαγώθηκε.
Μπροστά
θα δείτε ένα ψυγείο
σπρώξατε λίγες
κονσέρβες συναισθήματα ή
κάτι μουχλιασμένες ενοχές και
βάλτε την
στην κατάψυξη.
Για ώρα ανάγκης
χαμένη τη συνείδηση.


Από την ενότητα
«ανατομία μιας ή και περισσότερων πτώσεων...»





αποστολή


Μπλε τα νερά της Σμύρνης
τη νύχτα γκριζάρουν
βγάζουν λυγμούς ψιθυριστά
με μάτια πρησμένα
σπάνε τη μνήμη κομμάτια
τον τόπο γεμίζουν πληγές
τσούζουν οι πληγές σαν μπαίνουν στ’ αλάτι
−Σαν πας στο λιμάνι της Σμύρνης,
ψιθύρισε η Μαίρη, το πρόσωπό της φέρνοντας
στο δικό μου κοντά
τη θάλασσα φωτογραφία να βγάλεις
θέλω τον παππού μου να δω,
κείνο τον μυλωνά.
Έδεσα κόμπο την αποστολή
κι όταν στη Σμύρνη βρέθηκα
κι ετοίμαζα τη μηχανή είδα
τα φύκια παραμέρισαν
καλύτερα να φαίνεται ο βυθός.


Από την ενότητα
«το αίμα μου είναι»





Από τη συλλογή «Με δανεικό μολύβι», Εκδόσεις Μανδραγόρας.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Κλεονίκη Δρούγκα, "Ξεκάθαρο κρύο"




Αμφιβολία


Η λέξη ξεροκαταπίνει
όσο η τελεία σκαρφαλώνει.
−Πού θα σταθείτε; πού;
−Να μπω μετά από σας ή
μήπως είν’ αυθάδεια;
−Ως τελεία επιβάλλεστε
ή κάνουμε δοκιμές;
Η λέξη σταύρωσε τα πόδια της.
Ένα πλεκτό
σκούντηξε μίαν άλλη
άλλαξε θέση ανήσυχη.
−Μετάνιωσα
της είπε η τελεία
και αποσύρθηκε.
Ο ποιητής
την κουβαλά μες στο μυαλό του
μια την στριμώχνει
μια την εξορίζει.

Κάποια στιγμή την εξωθεί ως
και δύο χρόνια μετά
μ’ ακόμη −λες− τη σκέφτεται.





Επείγουσα παραγγελία


―Πλήρωσα κάτι παραπάνω και
δυο τρεις μέρες μού είπατε
πια και θα ’ναι εδώ
στον φάκελο έγραψα «επείγον»
ξεφλούδισα τον χρόνο
―ο πατέρας βίδωνε
ρόδες βοηθητικές του ποδηλάτου.
Δεν ήρθε ακόμα.
―Τι παραγγείλατε, λοιπόν;
―Τα καλοκαίρια που ήμουνα παιδί.
―Λυπούμεθα. Αργήσατε.
Εξαντλημένο απ’ τον εκδότη.





Το λες ζωή


Ξυπνάς απότομα
αποφεύγεις τους καθρέφτες
να μη βλέπεις τη φθορά.
Το λες πανικό.
Πετάς πάνω από καταιγίδες
μ’ ένα τραγούδι των Beatles
παραφυλάς τον κηπουρό
μ’ ένα μακρύ ψαλίδι
κόβεις τη βροχή.
Το λες αναχρωματισμό.
Κρέμεσαι ανάποδα από έναν πλάτανο
λύνεις τα μαλλιά ενώ
βουτάς το κεφάλι στη θάλασσα
πνίγεις κάτι ψίχουλα λύπης και
το λες αντάρτικο.





Η θάλασσα μέσα της


Ανοίγει την ντουλάπα
ντύνεται με τα κύματα
στολίζεται στον καθρέφτη
γεμίζει κοχύλια η ματιά
καράβι γίνεται
φτάνει στα ξένα
στα λιμάνια βγάζει τα ρούχα της
αφρίζει θηρίο λαβωμένο
η θάλασσα μέσα της.





Κρουστό απόβραδο


Κυριακές ευτυχίας
τυλιγμένες σε αυταπάτες
περιστρέφονται μ’ ένα τηλεκοντρόλ
γύρω από σκουριασμένα απογεύματα
χαμογελούν στους καναπέδες
σκεπάζουν κάτω από λινές κουβέρτες
ληγμένες αποφάσεις.
Έδωσα όνομα ποιητικό
σ’ αυτή την Κυριακή
την είπα
ακριμάτιστη.
Δεν είχα σκοπό τ’ όνομα να αλλάξω.
Φώναζαν όμως οι λέξεις.
Κάποια πράγματα δεν…
να μην αλλάξουν γίνεται.




 
Από τη συλλογή «Ξεκάθαρο κρύο», εκδ. Μανδραγόρας, 2023.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

Κλεονίκη Δρούγκα, "Οκλαδόν με τον χρόνο"

 


Οι Χειμερινοί


Μεσημέρι του Δεκέμβρη
οι λουόμενοι ξεντύνονται τις αμαρτίες τους
−χωρίς αιδώ−
απλώνουν τις πετσέτες
στις σπασμένες καρέκλες
αχνίζουν στον κρύο αέρα
ταΐζουν δυο αδέσποτα στην αφή του ανάπηρου ήλιου
συναινούν στο λίγο της ανθρώπινης ανάσας
χώνονται στον βυθό
Τους θυμάται
χώνονται μέσα του
αναδύονται άλλοι
στο θαμπόφωτο του χειμώνα
αλέθουν στα κύματα τα πάθη
στην κρύα αλατισμένη φωτιά
φυσούν ζωή στα όνειρα
ύστερα ντύνονται με γρήγορες κινήσεις
ανταλλάσσουν κλεφτές ματιές
−χωρίς εδώ−
τις προσθέτουν στα κέρδη της ημέρας·
λίγοι μπορούν να καταλάβουν αυτήν τη σχέση.





Αλμύρα


Στην αρχή θρηνείς την άνοιξη που αγάπησες

ύστερα σου επιστρέφεται η χαρά
χάδια τα στάρια που σηκώνουν κεφάλι
θάρρος στη σκιά
τραγούδι στα κύματα
κάνεις κότσο τα μαλλιά
φυτεύεις την αλμύρα μέσα
να μη στεγνώσει
κανονίζεις μεγεθυμένο καλοκαίρι
Ζωγραφίζεις στην άμμο
σχήματα ελευθερίας
Ανοίγεις τους μεντεσέδες της ψυχής
με δυο φωνήεντα χαράς
Φοράς το περιδέραιο του μπλε
στο ηλιόφως
Ζέστανε ο καιρός τα όνειρα
Άνοιξες το πουκάμισο

Τίποτε δεν μπορεί να πάει στραβά το καλοκαίρι.





Μνήμη


Πηγάδι από ψέματα η μνήμη
σκύβεις να δεις τα αθέατα
αγριόχορτα οι σκέψεις
μέσα σου
λείπει ένα μεσημέρι που σ’ εξαγόρασε
ένα δειλινό που σ’ εγκατέλειψε
ένα βράδυ που σε αρνήθηκε
είναι κοντή η μνήμη
σε βάζει σε κίνδυνο
φλερτάρει με την προδοσία
αφήνει τα ίχνη της σα φίδι στην πέτρα
τρέφεται με ό,τι της δίνεις
ερωτεύεται την ασάφεια
αψηφά την αλήθεια
ανασταίνει φθαρμένες σχέσεις
πετά ψίχουλα νοσταλγίας
σπαταλιέσαι
αυταπατάσαι
μια πεθαμένη συντηρείς
κάνεις πως αποσχίζεσαι
σε θανατώνει.





Από τη συλλογή «Οκλαδόν με τον χρόνο», εκδ. Μανδραγόρας, 2022.