Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουτσαμπάρης Φώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουτσαμπάρης Φώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Απριλίου 2022

Φώτης Κουτσαμπάρης, "απ’ το συρτάρι"




Μαύρο


Ο σκηνοθέτης
τα τελευταία χρόνια
Επιμένει στο ίδιο
Μονότονο
Αόριστο
Μελαγχολικό τοπίο

Κάθε μου χαμόγελο
με θέτει εκτός ρόλου





Παράδοξα


Μερικές φορές
Η πυραμίδα των πραγμάτων
αντιστρέφεται
και δεν καταλαβαίνεις
πως καταφέρνει
έτσι ανάποδα
να ισορροπεί

Ακόμα κι ο ποιητής αφήνει τα χαρτιά του
και βγαίνει να υποδεχτεί
άλλον έναν από τους σατράπες





Μεταμόρφωση


Πώς μετατρέπεται ο έρωτας σε πάθος;
Πάνω στα μαλλιά γίνεται ήλιος
Στα μάτια γίνεται θάλασσα
Και μέσα στην καρδιά μου
Πυράκανθος





Το παιχνίδι του κόκορα


Όταν λαλήσει
πρώτη φορά ο πετεινός
θα κοιταχτούμε

Όταν λαλήσει δεύτερη
θ’ αγαπηθούμε

Την τρίτη
θα ‘χουμε προδοθεί





Φθινοπωρινό


Άρχισαν τα κλαδιά των δέντρων ν’ ανατριχιάζουν
στην πρώτη πνοή του φθινοπωρινού ανέμου
που φυσά διακριτικά
στον αποχαιρετισμό ενός ακόμα
καταγάλανου ζεστού χαμογελαστού ουρανού

…Η θύμησή σου αρχίζει να μαργώνει
όπως η Κυρα-Σταματία
που πλέκοντας
κοντοζυγώνει το ακόμα σβηστό τζάκι





Από τη συλλογή «απ’ το συρτάρι», Μαλλιάρης παιδεία, 2022.

Σημείωση: Τα ποιήματα «Το παιχνίδι του κόκορα» και «Φθινοπωρινό», είχαν πρωτοδημοσιευτεί στη συλλογή «Προσοχή… εύθραυστον» (Βέροια 1986).

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Φώτης Κουτσαμπάρης, "Αοιδός σε κήπο"




αοιδός σε κήπο


Στην οδό Μανώλη Ανδρόνικου, προσεγγίζοντας τη ΧΑΝΘ,
ευωδιά πράσινο και ανθοί σκάνε πέταλα
με το πρώτο φως του ήλιου στο παράλιο πάρκο,
επειδή ήρθε ο Μάης.

Επειδή ήρθε ο Μάης ακούγονται απ’ έξω οι πλανόδιοι οργανοπαίκτες, γυρνώντας από τραπέζι σε τραπέζι
στα υπαίθρια ζαχαροπλαστεία της καρδιάς,
κι ας βαραίνουν οι μέρες από έγνοια στην καθημερινότητα.

Ετούτος ξεχειλώνει το σφιχτό χειμωνιάτικο πουλόβερ,
να αναπνεύσουν τα στήθη από τη λευτεριά του
και να επαναστατήσουν οι αισθήσεις με χρώματα
στον ασπροπίνακα ενός ξεχασμένου από παλιά ζωγράφου.

Από τότε, θέλω να πω, που ο έρωτας έπαιρνε στο κατώφλι τις κοπελιές σαν έβγαιναν, με ευάλωτη αθωότητα, να μαζέψουν στην ποδιά τους χτυποκάρδια, φλερτ και βέλη εμπνευσμένων εκφράσεων,
που στόχευαν στο κέντρο του ενδιαφέροντος τους,
μετά από τις μάχες πολιορκίας επίδοξων εραστών.

Αλήθεια λέω, με το τέλος της άνοιξης ακούγονται
οι ορχήστρες των πουλιών που ξεθαρρεύουν πετώντας με ήχους –μηνύματα
ότι αν ανοίξεις καλά τα αυτιά σου και καθαρίσεις τα μάτια σου,
μπορείς να δεις μια ομορφιά να σου γνέφεις στο ταξίδι της
προς τα ’κει που χαρίζει απλόχερα η φύση ένα χαμόγελο.

Κρουνοί ανοίγουν απ’ τα μέσα του νου, με καθάριο νερό να ξεπλύνουν τις σκέψεις, που να ονειρεύεσαι πλέον μια άμαξα,
άλογα να την περιφέρουν σε λιθόστρωτα κι εσύ επάνω,
να θωρείς όλα τα αγαπημένα σου, να σε προσμένουν από μακριά, έτοιμα να σε υποδεχτούν.
Κάποτε θέλεις και να σε περιμένουν.

Τα βράδια είναι αλλιώς, να βγάζεις βόλτα θύμησες
εκεί που ανταμώνουν προσμονές
και να παίρνει τη συνέχεια του ο χρόνος σ’ ένα καφενέ
που πίνουν ουζάκι τα ώριμα αισθήματα
και φιλοσοφούνε τη ζωή στην αυθεντική απλότητα.

Αν δεν έχεις να δώσεις από ψυχής, τίποτα δεν επιστρέφεται.
Κι οι περσινοί μας άγγελοι, που μας ψιθύρισαν τα μυστικά τους,
μια νύχτα ευπαθή,
κοιτούν την πρόοδο μας στην εκμάθηση των μυστικών του βλέμματος.

Γιατί δύο μάτια, κάποιες φορές, λένε περσότερα από χείλη.

Επειδή ήρθε ο Μάης θα ξαναρχίσω το τραγούδι…



Φώτης Κουτσαμπαρης, λοξές ματιές, Μάης 2010




Πηγή: https://plus.google.com/104619868422735256051/posts/X4VnUMczue7

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Φώτης Κουτσαμπάρης, "Ξεμάκρεμα εορταστικόν"




ξεμάκρεμα εορταστικόν

Αναβοσβήνει τα λαμπάκια του ο αναχωρητής χρόνος στο γέρμα του, αναρτημένος στα χριστουγεννιάτικα ελάτινα δέντρα και στα γιορτινά διακοσμητικά των παραθυριών κι η καρδιά σαν να πικροχαίρεται τον αποχαιρετισμό. Γλυκά τα συναισθήματα της απομάκρυνσης, όπως ξαλαφρώνεις από γεγονότα, κι ας βαραίνει κατοπινά η ίδια τους η απουσία, δηλαδή η μετοχή τους στην ζωή μας ή η δική μας συμμετοχή σ’ αυτά. Καθώς όμως έρχεται γέννηση στο καταχείμωνο, διασκεδάζει την ελπίδα με το λευκό χρώμα μιας γλυκιάς προσμονής.
Οι Μάγοι αμπαλάρουν τα δώρα τους, με δέηση και ευλογία, και το νέο έτος ετοιμάζεται για την πρεμιέρα του, να κρεμάσει γιρλάντες τις προσδοκίες με ανθούς στις πόρτες των σπιτιών μας. Ο νέος χρόνος καταφθάνει. Κι ας διακρίνεται ίδιος με τον παρελθόντα, μεγάλος πλην ανώριμος, ωραίος πλην ελαφρόνους, γοητευτικός πλην ελλιπής. Στην ίδια πορεία του ανθρώπου, να επιδιώκει να δώσει γεύση στο δαγκωμένο μπισκότο της πορείας του εις το διηνεκές.
Φώτα θαμπώνουν την πόλη, τις μέρες που νυχτώνει νωρίς, κι η κεντρική αγορά έχει καλεσμένους, φίλους και συγγενείς εορταζόμενων. Θέλγουν θαρρείς οι βιτρίνες κι ο περίπατος ανοίγει το αυτί να ακούσει κάλαντα παιδικά, με τρίγωνο, ακορντεόν, κιθάρα. Κι οι τσιγγάνοι να γυρίζουν την ευθυμία τους –ή την ελευθερία τους– στα ουζομεζεδοπωλεία του Μοδιάνο με κλαρίνο και νταούλι, «Χριστός γεννάται» κι «αϊ ντι μάλε». Αφορμή ή πηγή χαράς, μια γιορτή, ένα χαμόγελο και τα «Χρόνια Πολλά» πραγματική απαντοχή.
Ο Αη-Βασίλης, υπερήλιξ με ζωντάνια, τρυπώνει τις πεθυμιές στην καμινάδα της ψυχής κι αποκαλύπτει την νεότητα μιας άσπρης γενειάδας και μιας κατάλευκης κόμης. Όπως λευκή, νέα, αγνή κι αμόλυντη είναι η προσφορά, νέα και άσπιλη η αγάπη. Άγγελοι τινάζουν ευχές απ’ τα φτερά τους, όπως τα δέντρα το χιόνι στον άνεμο και τα αστέρια στροβιλίζουν στα βλέμματα.
Ο Δεκέμβρης αντιμετωπίζει το κρύο του με το μαγκάλι της εορταστικής του αθωότητας.




Από το βιβλίο «λοξές ματιές», εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, 2009




Ο Φώτης Κουτσαμπάρης γεννήθηκε το 1967 στα Καβάσιλα Βεροίας και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι δημοσιογράφος, μέλος της Ε.Σ.Η.Ε.Μ.-Θ. Εργάζεται στην εφημερίδα «Μακεδονία» ως ρεπόρτερ - συντάκτης. Προηγούμενα έργα του: «Το Λογικό ενός τρελού», 1983, «Ξέχειλη Καρδιά», 1984, «Σφεντόνα», 1984, «Στην πλάνη των εικόνων» 1984, «Προσοχή…εύθραυστον», 1986.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Φώτης Κουτσαμπάρης, "Με μισάνοιχτο παράθυρο…"




Με μισάνοιχτο παράθυρο…

Έχεις ακούσει ποτέ τους ψιθύρους από ένα μελαγχολικό τοπίο, με αραιή συννεφιά και ψύχρα, προνυχτερινές ώρες; Όπως μιλάει στιγμές ο Οκτώβρης μέσ’ τις καρδιές μας στα πεσμένα φύλλα των συναισθημάτων που δεν ευδοκίμησαν κι έμειναν τα κλωνιά της επιθυμιάς να σιγοτρέμουν στις πνοές των μικρών ανέμων, αλλά να διατηρούν την αισιοδοξία της άνθισης στους βολβούς τους για την επόμενη άνοιξη. Καθώς η ελπίδα δεν επουλώνει τις πληγές αλλά μειώνει τον πόνο στο κρύο της αποτυχίας, σαν φαντασία που πλάθει εικόνες να σου χαρίσει μια σταλιά ζωής ονείρου, ένα ψήγμα ευχαρίστησης, μια προσωρινή ανακούφιση, μια παυσίπονη ικανοποίηση. Απουσία, λοιπόν, τα γυμνά δένδρα, ο φειδωλός ήλιος, οι στάλες της βροχής στις οροφές των αυτοκινήτων, η απόσυρση των τραπεζιών απ’ την βεράντα, το ζακετάκι που πρόβαλε απ’ τα συρτάρια, η πλάτη που καλύφτηκε στο φόρεμα, το φλυτζάνι με το ζεστό καφέ μια απουσία. Σαν ξεκινά η μέρα με την κυκλοθυμία της, χαμηλώνουν οι φωνές των παιδιών στο πάρκο, χάνουν τις διασταυρώσεις τα βλέμματα και τραβούν ευθεία στην καθημερινότητα τους. Μόνο ονειροπόλοι αγναντεύουν στο βάθος του ορίζοντα ή μέσα τους, όπου κυοφορεί και γεννά μια τέχνη. Μουτζουρώνουν τα σύννεφα τον ουρανό, στην επανάληψη του παιχνιδιού τους και το γαλάζιο ξεπροβάλει τακτικά επιβεβαιώνοντας την υπεροχή του. Αθίγγανοι των αισθήσεων διαλαλούν με το μεγάφωνο στις γειτονιές ότι παλιά μαζεύουν, παλιά αγοράζουν, τιμή εξευτελιστική, για ανακύκλωση. Ό,τι παλιό δεν χάνει την αξία του στο χρόνο, σαν ένας έρωτας ίσως ή ένας πόθος. Χρυσός το αληθινό που απομένει στην άκρη της ψυχής. Σε κύκλους εποχών αντανακλά πάντα αχτίδες φωτός κι ας κυκλοφορεί σε μυστικές διαδρομές του νου. Δεν χάνει την αξία της η αξία. Ζεστά μάτια να σε κοιτάζουν, γλυκά χείλη να σε φιλούν, να σου μιλούν, αγάπης χέρια να σε αγκαλιάζουν, χαμόγελα να σε υποδέχονται, δάκρυα να σε αποχαιρετούν, μεστά αισθήματα να σου χτυπούν την πόρτα, ευχές να σε ακολουθούν, φιλίες να σε δένουν, αντίπαλοι να σ’ αναγνωρίζουν. Μ’ ένα ποίημα στο τετράδιο, αλλάζει το χρώμα του φθινοπώρου.


Φώτης Κουτσαμπάρης


Πηγή:
http://atheras-fotis.blogspot.gr/