Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Neruda Pablo. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Neruda Pablo. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

Πάμπλο Νερούδα, από τα "Είκοσι ερωτικά ποιήματα"





Ποίημα
15

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙΣ ΣΑΝ ΣΙΩΠΑΣ…


Μου αρέσεις σαν σιωπάς γιατί είσαι σα να λείπεις,
και μ’ ακούς από μακριά, κι η φωνή μου δεν σε αγγίζει.
Και μοιάζεις λες σα να έχουνε τα μάτια σου πετάξει
κι είναι σαν ένα φίλημα να σου ’κλεισε το στόμα.

Όπως όλα τα πράγματα παίρνουν απ’ την ψυχή μου,
βγαίνεις από τα πράγματα γεμάτη εσύ από κείνη.
Πεταλούδα του ύπνου, μοιάζεις με την ψυχή μου,
και μοιάζεις πιο πολύ με την λέξη μελαγχολία.

Μου αρέσεις σαν σιωπάς κι είσαι σα να έχεις φύγει.
Κι είσαι σαν παραπονιάρα πεταλούδα στην κούνια.
Και μ’ ακούς απ’ τα Μάκρη, κι η φωνή μου δε σε φτάνει:
με τη δική σου τη σιωπή άσε με να σωπαίνω.

Να σου μιλάω άφησε πάλι με τη σιωπή σου,
καθάρια σαν μια λάμπα, απλή σαν βέρα γάμου.
Είσαι αστροφώτιστη και σιωπηλή όπως η νύχτα.
Η τόσο απλή και μακρινή σιωπή σου είναι από αστέρια.

Μου αρέσεις σαν σιωπάς γιατί είσαι σα να λείπεις.
Πονεμένη κι απόμακρη σαν να ’σουν πεθαμένη.
Μόνο μια λέξη τότε, ένα χαμόγελο σου
κι αισθάνομαι χαρούμενος που αυτό δεν είναι αλήθεια.






Ποίημα 20

ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ...


Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.

Να γράψω, για παράδειγμα: «Η νύχτα είναι αστροφώτιστη,
και τρεμοπαίζουν, γαλάζια, τ’ αστέρια, στα μάκρη».
Ο άνεμος της νύχτας περιστρέφεται στον ουρανό και τραγουδάει.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Την αγάπησα, κι ήταν φορές που κι εκείνη μ’ αγάπησε.

Σε νύχτες σαν κι αυτή την είχα στην αγκαλιά μου.
Τη φίλησα τόσες φορές κάτω απ’ τον άπειρο ουρανό.

Εκείνη με αγάπησε, κι ήταν φορές που κι εγώ την αγαπούσα.
Πως να μην αγαπήσω τα μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια της.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Να σκεφτώ πως δεν την έχω. Να αισθανθώ πως την έχασα.

Ν’ ακούσω την απέραντη νύχτα, πιο απέραντη δίχως εκείνη.
Κι ο στίχος πέφτει στην ψυχή σαν τη δροσιά στα χόρτα.

Τι σημασία έχει που η αγάπη μου δεν μπόρεσε να την κρατήσει.
Η νύχτα είναι αστροφώτιστη κι εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Αυτό είναι όλο. Μακριά κάποιος τραγουδάει. Μακριά.
Η ψυχή μου λυπάται που την έχει χάσει.

Σαν για να την πλησιάσω η ματιά μου την ψάχνει.
Η καρδιά μου την ψάχνει, κι εκείνη δεν είναι μαζί μου.

Η ίδια νύχτα που κάνει ν’ ασπρίζουν τα ίδια δέντρα.
Εμείς, εκείνοι του τότε, δεν είμαστε πια οι ίδιοι.

Δεν την αγαπώ πια, είναι βέβαιο, αλλά πόσο την αγάπησα.
Η φωνή μου έψαχνε τον άνεμο για να αγγίξει την ακοή της.

Σε άλλον. Θα ανήκει σε άλλον. Όπως και πριν από τα φιλιά μου.
Η φωνή της, το φωτεινό σώμα της. Τα άπειρα μάτια της.

Δεν την αγαπώ πια, είναι βέβαιο, αλλά μπορεί και να την αγαπώ.
Πόσο λίγο διαρκεί η αγάπη, πόσο πολύ διαρκεί η λησμονιά.

Επειδή σε νύχτες σαν κι αυτή την είχα στην αγκαλιά μου,
η ψυχή μου λυπάται που την έχει χάσει.

Ακόμα κι αν αυτός είναι ο τελευταίος πόνος που μου δίνει,
κι αυτοί είναι οι τελευταίοι στίχοι που γράφω.



Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος





Από τη συλλογή «Είκοσι ερωτικά ποιήματα κι ένα τραγούδι απελπισμένο» (Veinte poemas de amor y una canción desesperada) 1924.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Πάμπλο Νερούδα, "Εκατό ερωτικά σονέτα"




MAÑANA / ΠΡΩΙ


1


ΜΑΤΙΛΝΤΕ, όνομα από κρασί ή φυντάνι ή πέτρα,
απ’ ό,τι η γη γεννάει κι ό,τι κρατάει,
λέξη που στ’ άξαιμά της ξημερώνει,
που σκάει στο καλοκαίρι της των λεμονιών το φέγγος.

Στ’ όνομα αυτό ξύλινα τρέχουν πλοία
ζωσμένα από μελίσσια φωτιάς γαλάζιο σκούρο,
κι αυτά τα γράμματα είναι νερό ενός ποταμιού
που στην καμένη ξεχειλάει καρδιά μου.

Ω ξέσκεπο όνομα κάτω από κάποιο αγιόκλημα
καθώς η πύλη μιας στοάς αγνοημένης
που με την ευωδιά συγκοινωνεί του κόσμου!

Κατάκλυσέ με με το πύρινό σου στόμα,
ψάξε με αν θες με τα νυχτιάτικά σου μάτια,
μα άσε με στ’ όνομά σου να πλέω και να κοιμάμαι.





8


ΑΝ ΔΕΝ ΤΥΧΑΙΝΕ να ’χεις μάτια με χρώμα φεγγαριού
με χρώμα μέρας όλο δουλειά, φωτιά και χώμα,
και δεμένη τ’ αγέρα τη σβελτοσύνη να’ χεις,
αν δε τύχαινε να ’σαι κεχριμπαριού βδομάδα,

αν δεν ήσουν η κίτρινη στιγμή που το φθινόπωρο
σκαρφαλώνει από τις περικοκλάδες
κι αν δεν ήσουν ψωμί που ευωδιαστή η σελήνη
το φτιάχνει σεργιανώντας στον ουρανό τ’ αλεύρι,

ω, λατρεμένη, δε θα σ’ αγαπούσα!
Στην αγκαλιά σου αγκαλιάζω αυτό που υπάρχει,
χρόνο κι άμμο και της βροχής το δέντρο,

και ζουν τα πάντα για να ζήσω εγώ:
χωρίς να πάω μακριά βλέπω τα πάντα:
όλα όσα ζουν τα βλέπω στη ζωή σου.





17


ΔΕ Σ’ ΑΓΑΠΩ σαν να ’σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ’ τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ’ άρωμα που σφιγμένο μ’ ανέβηκε απ’ το χώμα.

Σ’ αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ’ αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’ άλλον τρόπο,

παρά μ’ ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.





MEDIODÍA / ΜΕΣΗΜΕΡΙ


45


ΜΗ ΛΕΙΨΕΙΣ καν μια μέρα μακριά μου, γιατί να,
πώς να το πω, μου ’ναι μεγάλη η μέρα,
και θα σε περιμένω σαν στους σταθμούς εκείνους
που σε κάποια γωνιά τους πήρ’ ο ύπνος τα τρένα.

Μη φύγεις καν για μια ώρα γιατί τότε
σ’ αυτήν την ώρα σμίγουν οι στάλες της αγρύπνιας
κι ο καπνός που γυρεύει να ’βρει σπίτι ίσως έρθει
να σκοτώσει ώς και την καρδιά μου τη χαμένη.

Μην τσακιστεί η σιλουέτα σου στην άμμο,
στην απουσία τα βλέφαρά σου μην πετάξουν:
μη φύγεις καν για ένα λεπτό, ακριβή μου,

γιατί σ’ εκείνο το λεπτό θα ξεμακρύνεις τόσο
που άνω κάτω τον κόσμο θα κάνω εγώ ρωτώντας
αν θα γυρίσεις ή αν θ’ αφήσεις να πεθάνω.





48


ΔΥΟ ΕΡΑΣΤΕΣ που αγαπιούνται κάνουν ένα ψωμί,
μια μονάχα σταγόνα φεγγαριού στο χορτάρι,
αφήνουν σα βαδίζουν ίσκιους που σ’ έναν σμίγουν,
αφήνουν μόνον έναν ήλιο άδειο στο κρεβάτι.

Απ’ όλες τις αλήθειες διαλέξανε τη μέρα:
δε δεθήκαν με νήματα μα μ’ ευωδιές μονάχα,
και δεν κάναν κομμάτια την ειρήνη ή τις λέξεις.
Διάφανος είναι πύργος η ευτυχία.

Με τους δυο εραστές πάνε το κρασί κι ο αγέρας,
τα ευτυχισμένα η νύχτα τούς δίνει ανθόφυλλά της,
έχουν δικαίωμα σ’ όλα τα λουλούδια.

Δυο εραστές που αγαπιούνται δεν τους φοβίζει ο χάρος,
γεννιούνται και πεθαίνουν πολλές φορές στη ζωή τους,
έχουν την αιωνιότητα της φύσης.





TARDE / ΑΠΟΓΕΥΜΑ


68

                                           (Γοργόνα πλώρης)


ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ κορίτσι δεν ήρθε περπατώντας:
στάθηκε άξαφνα εκεί καθισμένη στα τούβλα,
παλιοί ανθοί του πελάγου σκεπάζαν το κεφάλι,
κι είχε η ματιά της μια θλίψη από ρίζες.

Έστεκε εκεί κοιτώντας τις ανοιχτές ζωές μας,
το είμαι, το φεύγω, το έρχομαι, το πάω πάνω στη γη,
τη μέρα που της ξέβαφε λίγο λίγο τα φύλλα.
Βίγλιζε μη θωρώντας μας το ξύλινο κορίτσι.

Το κορίτσι απ’ τ’ αρχαίο κύμα στεφανωμένο
κοίταζε εκεί με τα νικημένα της μάτια,
κι αν κι ήξερε πως ζούμε σ’ ένα απόμακρο δίχτυ

από νερό και χρόνο, βροχή, κύματα κι ήχους,
δεν ήξερε αν υπάρχουμε ή είμαστε τ’ όνειρό της.
Αυτή του ξύλινου είναι κοριτσιού η ιστορία.





78


Δεν έχω πιο πολύ, δεν έχω πάντα. Μες στην άμμο
τα χαμένα της πόδια άφησε η νίκη.
Είμ’ ένας άνθρωπος φτωχός δοσμένος στο ν’ αγαπά
       τους όμοιους του.
Σ’ αγαπώ, ας μη σε ξέρω. Δε χαρίζω, μηδέ πουλάω
       αγκάθια.

Ίσως το ξέρουν πως δεν πλέκω ματωμένα
στεφάνια, πως πολέμησα τη χλεύη,
την πλημμυρίδα της ψυχής μου γέμισα μ’ αλήθεια,
πλήρωσα τον αχρείο με περιστέρια.

Δεν έχω εγώ ποτέ, γιατί ήμουν, είμαι
και θα ’μαι αλλιώτικος. Και στ’ όνομα
του έρωτά μου που αλλάζει διαλαλώ την αγνότητα.

Πέτρα της λήθης μόνον είν’ ο θάνατος.
Σ’ αγαπώ, τη χαρά φιλώ στο στόμα σου.
Φέρτε ξύλα ν’ ανάψουμε φωτιές στα κορφοβούνια.





NOCHE / NYXTA


83


Μ’ ΑΡΕΣΕΙ μες στη νύχτα να σε νιώθω κοντά μου,
αθώρητη στον ύπνο σου, σοβαρή κι ερεβένια,
ενώ εγώ τις σκοτούρες μου ξεμπλέκω
σαν να ’ταν τάχα δίχτυα μπερδεμένα.

Απούσα, μέσα στα όνειρα ταξιδεύει η καρδιά σου,
μα το εγκαταλειμμένο κορμί σου ανασαλεύει
στα τυφλά αναζητώντας με, τον ύπνο αξαίνοντάς μου,
σαν το φυντάνι που διπλό γίνεται μες στον ίσκιο.

Ορθή, θα ’σαι άλλη που αύριο θα ζήσει,
όμως απ’ τα χαμένα μέτωπα μες στη νύχτα,
απ’ το ζω και δε ζω που βρισκόμαστε, κάτι

μένει που μες στης ζωής το φως μάς πλησιάζει
λες κι έχει με φωτιά η σφραγίδα του ίσκιου
τα κρυφά πλάσματά του σημαδέψει.





90


ΣΚΕΦΤΗΚΑ να πεθάνω, σιμά ένιωσα το κρύο,
κι απ’ όσα έζησα άφηνα μόνο εσένα:
το στόμα σου ήτανε τα γήινα μερονύχτια μου,
το δέρμα η πολιτεία που ιδρύσαν τα φιλιά μου.

Εκείνη τη στιγμή τελειώσαν τα βιβλία,
φιλία και θησαυροί που άσπονδα μαζευτήκαν,
το διάφανο που εσύ κι εγώ φτιάξαμε σπίτι:
όλα πάψαν να υπάρχουν έξω απ’ τα δυο σου μάτια.

Γιατί ο έρωτας, όταν η ζωή μάς κυνηγάει,
δεν είναι παρά κύμα πάνω από κύματα άλλα,
μα αχ σαν έρχεται ο θάνατος να χτυπήσει την πόρτα

μένει μόνο η ματιά σου για τόσο απέραντο άδειο,
μόνον η λάμψη σου για να πάψει να υπάρχει,
μόνον η αγάπη σου για να κλείσει τον ίσκιο.




Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου




Από το βιβλίο «Εκατό ερωτικά σονέτα», δίγλωσση έκδοση.
Μετάφραση και πρόλογος: Ηλίας Ματθαίου.
Εκδ. Γνώση, β΄ έκδοση, χειμώνας 1993-94.


Πάμπλο Νερούδα
(12 Ιουλίου 1904 - 23 Σεπτεμβρίου 1973)

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Πάμπλο Νερούδα, "Τα πόδια σου αγγίζω στο σκοτάδι"




1.

Τα πόδια σου αγγίζω στο σκοτάδι, τα χέρια σου στο φως,
και να πετάω μ’ οδηγούν τα μάτια σου τ’ αετίσια,
Ματίλδε, με τα φιλιά που έμαθα απ’ το δικό σου στόμα
έμαθαν και τα χείλη μου ν’ αναγνωρίζουν τη φωτιά.
Ω άκρα κληρονομημένα απ’ το απόλυτο δημητριακό
τη βρόμη, εκτεταμένη η μάχη
καρδιά του λιβαδιού,
όταν έβαλα στον κόρφο σου τ’ αυτιά μου,
το αίμα μου αντήχησε την αραουκάνικη συλλαβή σου.





5.

Από τον ουρανό πλησιάζω
τον κόκκινο κεραυνό της κόμης σου.
Από γη και σιτάρι είμαι και καθώς πλησιάζω
η φωτιά σου ετοιμάζεται
μέσα μου κι ανάβει
τις πέτρες και το αλεύρι.
Γι’ αυτό η καρδιά μου
μεγαλώνει κι ανεβαίνει και γίνεται
ψωμί το στόμα σου να το καταβροχθίσει,
και το αίμα μου είναι το κρασί που σε περιμένει.
Εσύ κι εγώ είμαστε η γη με τους καρπούς της.
Ψωμί, φωτιά, αίμα και κρασί
είναι η γήινη αγάπη που μας κατακαίει.




Απόδοση: Αγαθή Δημητρούκα




Από το βιβλίο «Τα πόδια σου αγγίζω στο σκοτάδι και άλλα ανέκδοτα ποιήματα», [Δίγλωσση έκδοση]. Επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις: Dario Oses. Πρόλογος: Pere Gimferrer. Απόδοση: Αγαθή Δημητρούκα. Εκδόσεις Πατάκη, 2017.

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Πάμπλο Νερούδα, "Δύο ερωτικά ποιήματα"





Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
στη θάλασσα πλάι, στο νησί.
Άγρια ήσουν και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο,
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

Ίσως πολύ αργά
τα όνειρά μας ενώθηκαν
στο ύψος ή στο βάθος,
ψηλά σαν τα κλαδιά που τα κουνάει ο ίδιος άνεμος,
κάτω σαν ρίζες κόκκινες που ακουμπάνε μεταξύ τους.

Ίσως το όνειρό σου
απομακρύνθηκε απ’ το δικό μου
και στη σκοτεινή θάλασσα
με αναζητούσε
όπως πριν
όταν ακόμα δεν υπήρχες,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλευρό σου,
και τα μάτια σου γύρευαν
αυτό που τώρα
− ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό 
σου προσφέρω απλόχερα
γιατί είσαι το κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.

Κοιμήθηκα μαζί σου
όλη τη νύχτα που
η γη η σκοτεινή γυρίζει
με ζωντανούς και πεθαμένους,
κι όταν ξύπνησα στα ξαφνικά
μες στο σκοτάδι
το χέρι μου είχα γύρω από τη μέση σου.
Ούτε η νύχτα ούτε ο ύπνος
μπόρεσαν να μας χωρίσουν.

Κοιμήθηκα μαζί σου
και μόλις  ξύπνησα το στόμα σου
βγαλμένο απ’ το όνειρό σου
μου έδωσε τη γεύση της γης,
του θαλασσινού νερού, των φυκιών,
του βυθού της ζωής σου,
και δέχτηκα το φιλί σου
μουσκεμένο από την αυγή
σα να μου ερχόταν
από τη θάλασσα που μας κυκλώνει.





ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΚΛΑΔΙ

Στην νύχτα θα μπούμε
για να κλέψουμε
ένα κλαδί ανθισμένο.

Θα περάσουμε τον τοίχο,
στον ερεβώδη ξένο κήπο,
δυο σκιές μες στο σκοτάδι.

Ακόμα δεν έφυγε ο χειμώνας,
και ξαφνικά η μηλιά
μοιάζει να έγινε
καταρράχτης αστεριών ευωδιαστών.

Στη νύχτα θα μπούμε
ως το τρεμουλιαστό της στερέωμα,
και τα μικρά σου χέρια και τα δικά μου
θα κλέψουν τ’ αστέρια.

Και σιωπηλά,
στο σπίτι μας,
στη νύχτα και στο σκοτάδι,
με τα βήματά σου θα μπει
το άηχο βήμα της ευωδιάς
και με τα πόδια μ’ άστρα γεμάτα
το διάφανο σώμα της άνοιξης.



Μετάφραση: Αγαθή Δημητρούκα



Από το βιβλίο, «Πάμπλο Νερούδα - ερωτικά ποιήματα», (δίγλωσση έκδοση). Εκδόσεις Πατάκη, στ΄ έκδοση, Νοέμβριος 2009.

Στην φωτογραφία, ο Πάμπλο Νερούδα με την Ματίλντε Ουρρούτια.

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Πάμπλο Νερούδα, "Εστραβαγάριο"




Ο ΜΥΘΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΗΝΑ
ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΥΣ


Όλοι τούτοι οι κύριοι βρίσκονταν μέσα
όταν εκείνη μπήκε ολόγδυτη,
εκείνοι είχαν πιει κι άρχισαν να τη φτύνουν,
εκείνη δεν καταλάβαινε τίποτα, μόλις βγαλμένη απ’ το
         ποτάμι:
ήταν μια Σειρήνα που ’χε χάσει το δρόμο,
οι βρισιές κυλούσαν πάνω στη λεία σάρκα της,
η προστυχιά σκέπαζε το χρυσό της στήθος,
εκείνη δεν ήξερε να κλαίει, γι’ αυτό δεν έκλαιγε,
δεν ήξερε να ντύνεται, γι’ αυτό δεν ήταν ντυμένη,
τη στιγματίσανε με τσιγάρα και αναμμένα φελλά
και γελούσαν μέχρι που κυλίστηκαν στην ταβέρνα χάμω
         απ’ τα γέλια,
εκείνη δε μιλούσε γιατί δεν ήξερε να μιλάει,
τα μάτια της είχαν χρώμα έρωτα μακρινού,
τα μπράτσα της ήταν χτισμένα από δίδυμα τοπάζια,
τα χείλη της σκιστά στο φως του κοραλλιού
κι ευθύς από τη θύρα τούτη βγήκε
και μόλις μπήκε στο ποτάμι, έγινε κατακάθαρη,
έλαμψε σαν άσπρη πέτρα στη βροχή
και δίχως να κοιτάξει πίσω κολύμπησε ξανά,
κολύμπησε ως το ποτέ πια, ως το πού πεθαίνουν.





Μ’ ΕΚΕΙΝΗΝ


Έτσι σκληρός που είναι τούτος ο καιρός, περίμενέ με:
Θα τον ζήσουμε με κέφι.
Δώσ’ μου το μικρό χέρι σου.
Θ’ ανεβούμε και θα υποφέρουμε.
Θα πηδήσουμε και θα πονέσουμε.

Είμαστε ξανά το ζευγάρι
που έζησε σε μέρη δασιά,
στις άγριες σπηλιές των βράχων.
Έτσι μακρύς που είναι τούτος ο καιρός, περίμενέ με
μ’ ένα πανέρι, με το φτυάρι σου,
με τα παπούτσια και τα ρούχα σου.

Τώρα χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο,
όχι μονάχα για τα γαρίφαλα,
όχι μονάχα για να βρούμε το μέλι:
χρειαζόμαστε τα χέρια μας,
για να πλύνουμε και ν’ ανάψουμε φωτιά.
Και τότε ας τολμήσει ο σκληρός χρόνος
να προκαλέσει την απεραντοσύνη
τεσσάρων χεριών και τεσσάρων ματιών.





ΟΣΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ


Μέσα σε μια μέρα θα ιδωθούμε

Όμως σε μια μέρα μεγαλώνουν πράγματα,
πουλιούνται σταφύλια στο δρόμο,
αλλάζει το φλούδι της ντομάτας,
το κορίτσι που σ’ άρεσε
δεν ξαναγύρισε πια στο γραφείο.

Αλλάξανε ξαφνικά τον ταχυδρόμο,
οι επιστολές πια δεν είναι ίδιες.

Μερικά χρυσά φύλλα και άλλαξε
το δέντρο: έγινε τώρα παραλής.

Ποιος να μας το ’λεγε πως η γη
με τη γέρικη φλούδα της αλλάζει τόσο;
Έχει περισσότερα ηφαίστεια από χτες,
ο ουρανός έχει καινούργια σύννεφα,
τα ποτάμια κυλάν με άλλον τρόπο.
Κι έξω απ’ αυτό και τι δε χτίζουν!
Εγώ έχω εγκαινιάσει εκατοντάδες
λεωφόρους, κτήρια,
γεφύρια απάτητα και κομψά
σαν πλοία ή σαν βιολιά.

Γι’ αυτό όταν σε χαιρετώ
και φιλώ το λουλουδένιο στόμα σου,
τα φιλιά μας είναι άλλα φιλιά
και τα χείλη μας άλλα χείλη.

Χαίρε, αγάπη μου, χαίρε για όλα
όσα μαραίνονται κι όσα ανθίζουν.

Χαίρε για χτες και για σήμερα,
γι’ αύριο και για προχτές.

Χαίρε για το ψωμί και για την πέτρα.
Χαίρε για τη φωτιά και τη βροχή.

Γι αυτό που αλλάζει, γεννιέται, μεγαλώνει,
αναλώνεται και ξαναγίνεται φιλί.

Χαίρε για ό,τι έχουμε από αέρα
και για ό,τι έχουμε από γη.

Όταν μαραίνεται η ζωή μας,
δε μένει άλλο από τις ρίζες
κι ο άνεμος είναι κρύος σαν το μίσος.

Τότε αλλάζουμε δέρμα,
νύχια, αίμα, μάτια,
και συ με φιλάς, και γω βγαίνω
και πουλάω φως στους δρόμους.

Χαίρε για τη νύχτα και τη μέρα
και για τις τέσσερις εποχές της ψυχής.



                              Μετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου





Από τη συλλογή «Εστραβαγάριο», εκδ. Καστανιώτη - Faq, 2010.