Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαλλίδης Αλκιβιάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαλλίδης Αλκιβιάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Αλκιβιάδης Μαλλίδης, "Το σώμα σου"




Ωδή Πρώτη


Είμαι όλος το σώμα σου
Το κοραλλένιο φιλί σου όλος
Είμαι το στόμα που φίλησες
Κι έγινε στόμα σου

Είμαι τα πόδια που άνοιξα
Με ένα φύλο που πια άλλαξε
Κι έγινε μια ρωγμάτωση σάρκινη

Είμαι η πένθιμη καρδιά που άνοιξες
Και πια δεν γνωρίζει
Για ποιον χτυπάει

Είμαι το σκοτάδι των ματιών σου
Που στην άβυσσο με έριξαν
Και με κατέσπειραν ρίζα
Που φυτρώνει στο αίμα σου

Είμαι όλος το σώμα σου
Ένας λάγνος καταραμένος ήλιος
Που εκπνέει
Την ώρα της δόξας του





Ωδή Δέκατη Έβδομη


Είμαι όλος τα μάτια σου
Η σκοτεινότητα και το ανίσκιωτο

Είμαι το απόμακρο βλέμμα
Που καθώς έχει αποκοπεί από την καρδιά σου
Δεν μπορώ να εξακριβώσω
Αν έχει σώσει εντός του λίγη αγάπη
Ή αν έχει μόνο την ανειρήνευτη περιφρόνηση
Ενός λαβωμένου θηρίου

Είμαι όλος τα μάτια σου
Η εμμονική όραση προς το πρόσωπό σου
Που στέκεται εμπρός μου σαν τείχος απελπιστικό
Για να μη μάθω ποτέ
Αν έχει δάκρυα αυτό το θανατερό κοίταγμα
Αν αυτή η πάμψυχρη ομορφιά έχει καλοσύνη





Ωδή Δέκατη Ογδόη


Όλα τα νοήματα εξαλείφονται
Εμπρός στην ενατένιση
Του μελαγχολικού απείρου
Που απαυγάζει το άδειασμα του ματιού σου

Όλα τα βήματα δεν οδηγούν πουθενά
Όταν με το αιωνόβιο άγγιγμά σου
Ξεθάβεις τα πιο βαθιά και βαριά δάκρυά μου
Που ποτέ δεν λυτρώθηκαν με λυγμούς





Ωδή Εικοστή Ένατη


Τι βρήκα στην κοιλάδα της παλάμης σου;
Τι βρήκα στην κοιλάδα της κοιλιάς σου;
Τι βρήκα στην κοιλάδα των μηρών σου;

Βρήκα το τριανταφυλλένιο σώμα σου λυπημένο
Σε ένα ατακτοποίητο κρεβάτι
Ημιάγρυπνο σε μια αγκαλιά γυμνή

Βρήκα το ξεθωριασμένο ρολόι της καρδιάς σου
Να δείχνει μία ώρα πίσω
Κάτι θαυματουργό που δεν πρόλαβε να συμβεί

Βρήκα τους τρεμάμενους ίσκιους μιας παλαιάς αγάπης
Σαν αράχνη να πλέκει
Έναν μακρύ ιστό προσόμοιο με αγχόνη

Σε βρήκα κατάχλομη με μάτια κατακόκκινα
Να τρέχεις μέσα στα άναστρα δάση
Στα νυχτερινά χώματα που έσμιξαν οι σάρκες

Σε βρήκα να ξεκαρδίζεσαι πίσω από ένα ηλιοτρόπιο
Σε μια φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν από καιρό
Ξεχασμένη πια χαρά και ηδονή

Σε βρήκα να μου κρύβεσαι μουτρωμένη
Γεμάτη θυμό που σε αγάπησα χωρίς σύμπνοια
Ήδη απούσα και αποσυρμένη από τη ζωή μου





Ωδή Τριακοστή


Είμαι όλος η απουσία σου
Ο μείζων χρόνος της απουσίας σου
Είμαι η απώλεια και το σχίσμα της αγάπης σου
Το επίλοιπο του θανάτου
Που ανθεί στη σιωπή σου και στη λύπη μου

Είμαι όλος η απουσία σου
Η απούσα διάνοιά σου
Τα λόγια σου και οι ψιθυρισμοί που με μάγεψαν
Και ακόμη η χαμένη αίσθηση του προσώπου σου
Το ίδιο το απόν πρόσωπό σου
Το άφθαρτο από τη λήθη

Το ασύντριπτο από τη λήθη
Το αδιατρύπητο από τη λήθη
Διότι όπου λείπεις εσύ
Υπάρχω εγώ
Με τη μέγιστη ένταση
Και τον πιο δυσβάσταχτο πόνο





Από τη συλλογή «Το σώμα σου», εκδ. Γαβριηλίδης, 2019.

Τρίτη 5 Ιουνίου 2018

Αλκιβιάδης Μαλλίδης, "Μυστικός Άτλας"




Θάνατος και ζωή


Χαμογελούν των πανσέδων
οι νεκροκεφαλές

Οι μέλισσες
λούζονται στη γύρη





Χελιδόνι


Είναι ένα αφηρημένο χελιδόνι
που δεν φεύγει με τα άλλα πουλιά
Κουρνιάζει μέσα στη χούφτα μου
όλο το χειμώνα

Είμαι η φωλιά του





Το τίμημα της ελευθερίας


Ω άλογο, αχαλίνωτο άλογο!
Καταγής έριξες τον αναβάτη
και καλπάζεις χλιμιντρίζοντας
προς την ατέρμονη έρημο

Ω άλογο, αχαλίνωτο άλογο!
Σε λίγο θα διψάς αφόρητα
Ο λίβας θα σου καίει τα ρουθούνια
Οι γύπες θα σου τρώνε τα μάτια





Εντροπία


Τα χελιδόνια, οι παιωνίες, οι αλέες
Τα υπερφυή νησιά στη μέση του πελάγους
Το ευσπλαχνικό κορμί μιας γυναίκας
Οι τέσσερις εποχές και οι τέσσερις ουρανοί τους
Τα φιλιά, τα αγγίγματα δύο χεριών
Η μικρή και η μεγάλη άρκτος
Απόψε απουσιάζουν

Η νύχτα αποτεφρώνει τα όνειρα
Η ζωή έχει ελάχιστη συνοχή





Κισσοί


Κισσοί πλέκουν το ατλάζι τους
φορεσιά για το κορμί μου

Με δένουν από τον καρπό και από τη μέση
Ανεβαίνουν αργόσυρτοι στα μπράτσα
Τυλίγουν το λαιμό

Και με τα χρυσοπράσινα φύλλα τους
μου κλείνουν τα μάτια





Από τη συλλογή «Μυστικός Άτλας», εκδ. Γαβριηλίδης, 2017.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Αλκιβιάδης Μαλλίδης, "Το χρυσό δόλωμα"




Σκιές

Στο σκοτεινό, άδειο κοιτώνα χορεύουν οι σκιές,
γυμνόστηθες, με κινήσεις αργές
φανερώνοντας νοήματα, αινίγματα και υποστάσεις
που το λαμπρό φως και η χρυσαυγή αδυνατούν
την αλήθεια τους να συλλάβουν
Δείχνουν ψυχές αλάτρευτες που αρέσκονται
στα μισοσκόταδα να κολυμπούν,
ψυχές που ακροβατούν μεθυσμένες στο βελούδινο κενό,
ψυχές που μονάζουν στο βάθος ενός προσώπου
Λαθραία κάποτε σαλεύουν οι χορεύτριες σκιές
και παράξενα όντα προσκαλούν
στους γυμνούς τοίχους
απελπισμένες καθώς αποζητούν μια εξιλαστήρια μορφή,
τη σάρκα και το αίμα,
ενός δράκου, ενός φαντάσματος, μιας γοργόνας
Και ύστερα καθώς ο άνεμος δυναμώνει,
σα μανιασμένες πασχίζουν στο γύψινο θίασο
να γατζωθούν, να ξαποστάσουν,
υστερικά χειρονομώντας σαν μάνες που θρηνούν,
σαν αερικά που χάνονται με το πρώτο φως της ημέρας
Τότε μόνο, όταν οι σκιές δε θέλουν να είναι σκιές,
αχνοδείχνουν μυστικά της μοίρας μας το Σχέδιο,
θλιβερό και ασυνάρτητο,
να μοιάζει με την αιωνιότητα των στιγμών,
με των εραστών το πένθιμο αγκάλιασμα

Και έτσι καθώς στεκόμαστε έξω από τη ζωή,
μακριά από την άμετρη λάμψη,
παρακολουθούμε άναυδοι τις χορεύτριες σκιές
να παίρνουν τη μορφή της ψυχής μας,
να θέλει να μιλήσει και να μένει σιωπηλή,
να μην έχει στήριγμα να υπάρξει




Θεός και διάβολος σε μια παρτίδα σκάκι

Δίσταζαν και οι δύο να ξεκινήσουν
Ακουγόταν μια μελωδία
μαζί με θόρυβο
από το βάθος της σάλας
Είχαν φτιάξει έναν διάκοσμο υποβλητικό,
με μισό ουρανό ημέρα και νύχτα το άλλο μισό
Ύστερα ακούγονταν εύθυμα βιολιά
αλλά εκείνοι έμεναν σοβαροί,
αμίλητοι, στοχαστικοί
ενώπιον του Χρόνου
Συλλογίζονταν την πρώτη κίνηση,
την ώρα που γεννιόταν ένα αγόρι

Με τη σκέψη άρχισαν συγκλονισμένοι να κινούν
τους λευκούς ίππους και τους μαύρους,
τους πύργους τους λευκούς και τους μαύρους,
το λευκό βασιλιά και τη μαύρη βασίλισσα,
τα πιόνια τα σαστισμένα,
υπάκουα, ρωμαλέα,
ήταν οι δύο ψυχές μου
σε θέση μάχης




Από τη συλλογή «Το Χρυσό Δόλωμα», εκδ. Χρήστος Ε. Δαρδανός, 2006
Στην εικόνα: «Παίζοντας με τις σκιές», φωτογραφία του Alexey Bednij