Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινίδης Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινίδης Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

Νίκος Κωνσταντινίδης, "Πέντε ποιήματα για τη Δράμα"




ΔΡΑΜΑ


Κάθε τόσο ξαναγυρίζω εκεί,
ας ρίχνουν πέτρα οι άλλοι πίσω τους
κι ας τη μισούν για την αδράνεια και τη λάσπη της.
Εγώ την αγαπώ για την επίμονη βροχή της,
για τα νεκρά της καπνομάγαζα,
για τα σοκάκια τα στενά με τις ροδιές.
Καρφί τους άλλους δεν τους καίγεται,
να φύγουν θέλουν,
τη Γερμανία έχουν στα μάτια τους μπροστά,
το μάρκο.
Εγώ την αγαπώ, ξαναγυρίζω εκεί,
πίνω απ’ της πλήξης το βαρέλι και μεθώ.



Από τη συλλογή «Καλυκοτόμη».





10

Άλλαξε η Δράμα.
Άγνωστος τώρα μέσα σ’ άγνωστους κινούμαι.
Καινούργια κτίρια, γραμμές αντιποίησης,
όγκοι κακόηχοι με ζώνουν.
Δρόμοι που ξόδεψες το είναι σου,
δεν θέλεις τώρα να τους δεις.
Η ακακία κείνη η πυκνόφυλλη
στην άκρια των σπιτιών στα Καμινίκια,
στο τελευταίο φως της πόλης στέκει ακόμη.
Του δρομίσκου μένουν κάποια ίχνη:
οι λεύκες, η ξερολιθιά, οι φουντωμένοι βάτοι.
Το ξέρω δε θα ’ρθείς ποτέ,
κοινοτοπίες δε σ’ αφήνουν να σκεφτείς το άλλοτε,
συμβατικότητες που ασπρίζουν.
Εγώ πηγαίνω προς τα κει,
δούλος μιας μνήμης αδυσώπητης.



Από τη συλλογή «34 ποιήματα για τη Domenica».





ΔΡΑΜΑ


Φθινοπώριασε πάλι·
χρόνια και χρόνια φθινοπωριάζει
στη μικρή μας πόλη.
Νυχτώνει νωρίς στις μικρές ανηφόρες·
τα φύλλα πέφτουν.
Κάτω από κείνη τη συκιά
που ακουμπισμένοι ρίμες πλέκαμε.
τώρα μια σουσουράδα μόνη
ανιχνεύει τη βρεγμένη γη.
Φθινοπώριασε πάλι,
νυχτώνει νωρίς
και το κάθε μας βήμα
απόηχος μοιάζει
στις μικρές ανηφόρες.



Από τη συλλογή «Οπτική γωνία 11».





ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΦΙΛΟ ΠΟΙΗΤΗ


Τάκη,
κανένας δεν το ξέρει εδώ,
γιατί προτίμησα ετούτη τη γωνιά,
το καφενείο του Τάσου Μπέλλη.
Κανείς δεν ξέρει ότι εγώ
στους δρόμους τούτους γύριζα καιρό
εκλιπαρώντας ένα βλέμμα εκείνης.
Και τώρα ακόμα που είναι μάταιο
στους δρόμους τούτους να γυρνώ,
να περιμένω έξω από το καφενείο τούτο,
να ξεμακρύνω δεν μπορώ,
πάθος παλιό δεσμώτη με κρατά.
Κανένας δεν το ξέρει εδώ απ’ τους θαμώνες,
γιατί προτίμησα ετούτη τη γωνιά,
το καφενείο του Τάσου Μπέλλη.
Κανείς δεν ξέρει πως περνούσε κείνη απ’ έξω
− κάποτε −
κρατώντας γιασεμί στο χέρι.


5.11.99


Από τη συλλογή «Οπτική γωνία 12».





Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΕΓΑΛΩΣΑ


Σ’ αυτή τη γειτονιά μεγάλωσα
όπως ένα σκυλί του δρόμου.
Οι χρόνοι ήταν μίζεροι.
Οι άνθρωποι βουβοί από την προσφυγιά·
από το πρωί και ως το βράδυ ήταν στην αγορά για το ψωμί.
Οι παγεροί χειμώνες με το μαγκάλι,
που τ’ άναβαν με ξυλοκάρβουνα οι νοικοκυρές στο ξώπορτο.
Τα παιδιά που έκλαιγαν για να τους βράσει
η μάνα τους κάστανα,
που τα ’βλεπαν στην αγορά και τα λιμπίζονταν.
Τα χέρια τους μελανιασμένα από την παγωνιά.
Η σάκα των βιβλίων τους ραμμένη από τη μάνα τους
μ’ ένα παλιό κομμάτι ύφασμα που βρήκε κάπου.
Με τα μαλλιά τους περίτεχνα ατημέλητα.
Με τόπι φτιαγμένο από κουρέλια το παιχνίδι τους.
Σφύριζαν και πήγαιναν στο δρόμο όπως
ο Γαβριάς του Βίκτωρος Ουγκώ
στα σκοτεινά στενά του Παρισιού.
Το τραγούδι πικρό − τουρκικός αμανές −
ακουγόταν στο δρόμο τη νύχτα,
όταν ο άνδρας γύριζε από τη δουλειά
κι ο κάματος γινότανε τραγούδι των καημών.
Σ’ αυτή τη γειτονιά η χαρά
ποτέ δεν ήρθε να χτυπήσει τις πόρτες των σπιτιών της.
Η γειτονιά αυτή είχε και το επίσημο όνομά της
«Προσφυγικός Συνοικισμός Περιθάλψεως Δράμας».
Εύκολα την αναγνώριζε κάποιος από την ομοιόμορφη
σειρά των μονώροφων σπιτιών της.
Από το καταπονεμένο προφίλ των ανθρώπων της.



Από τη συλλογή «Οπτική γωνία 15».




Πηγή: Περιοδικό «Δίοδος», Περίοδος Α΄, Τεύχος 7, Νοέμβριος 2014.

Στην εικόνα: Αθανάσιος Σταθακόπουλος, «Ταξιαρχία» (2009).
Λάδι σε μουσαμά (70x90 εκ.).


Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Νίκος Κωνσταντινίδης, "Μικρό αφιέρωμα"




*

Όταν πάρουν τη συλλογή μας,
το πρώτο που θα κάνουν είναι
ν’ αναζητήσουν δάνεια κι επιδράσεις.
Δανείστηκε από τον Σαραντάρη θα μας πουν
κι απ’ τον Μπεκέ, σαφώς, κάτι έχει πάρει.
Ερωτικός εδώ, κοινωνικός εκεί,
συνέπεια δεν υπάρχει.
Ύστερα πάσχει κι από σύνταξη.
Τέτοια, κι άλλα παρόμοια θα μας πουν.

Γι’ αυτό και μεις προσέχουμε,
δεν στέλνουμε παντού τα ποιήματά μας.
Τα στέλνουμε σ’ όσους δεν διάβασαν Μπεκέ και Σαραντάρη.
Σ’ όσους ακούν το λάλημα του σπίνου τον χειμώνα∙
το τραγούδι της βροχής τη νύχτα
στους έρημους δρόμους της πόλης.


(Από τη συλλογή «Οπτική γωνία 2», Θεσσαλονίκη 1978)





*

Είμαστε ξερό χορτάρι τώρα,
που πριν καιρό το θέρισαν
και μένει μόνο η καλαμιά.
Στη μέση το χωράφι τούτο
έχει μια χοντρή αγριαχλαδιά.
Φυσάει από το Φαλακρό ο αγέρας και τη ζώνει.
Βγαίνει ο ήλιος από το Κορίλοβο και τη φωτίζει.
Κρύβει τις σαύρες στον τραχύ κορμό της και τα έντομα.
Στήνουν τα μεσημέρια
τσαρδάκι τα σπουργίτια εκεί λαχανιασμένα,
φέρνει ο τσομπάνος το κοπάδι του.
Είμαστε ξερό χωράφι τώρα
μέσα στον Αύγουστο.


(Από τη συλλογή «Οπτική γωνία 4», Θεσσαλονίκη 1982)





*

Τίποτε άλλο δεν προσμένω τώρα.
Γυρνώ σαν τον συνταξιούχο
που δεν ξέρει τι να κάνει,
πού να πάει,
με ποιον να συζητήσει,
με ποιον να παίξει τάβλι στο ΚΑΠΗ.
Αδιάφορος κοιτώ τα νέα κορίτσια που περνούν
κι ας ήταν άλλοτε το πάθος μου
τώρα τις πόζες όλες φλου τις βγάζει η μηχανή.


(Από τη συλλογή «Οπτική γωνία 10», Θεσσαλονίκη 1991)





*

Κάποιες ώρες το “γιατί” μεγενθύνεται
κι αδυσώπητη γίνεται μπόρα.
Παίρνει στέγες, σαρώνει τα δέντρα
και ρημάζει τους τόπους.
Δίχως οίκτο των εντίμων τη γη καταστρέφει.
Σβολωμένοι κοιτάμε∙
κάθε πίστη μας μοιάζει
αγελάδα νεκρή σε λασπόνερα.

                                                      22-11-79


(Από τη συλλογή «ΛΗΚΥΘΟΣ», Θεσσαλονίκη 1999)





ΣΤΙΧΟΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ


Γράφονται οι στίχοι
και κυκλοφορούν οι συλλογές
σαν τα μοντέλα των αυτοκινήτων.
Κι όπως εκείνα ένα δυο χρόνια
πλένονται, σκουπίζονται, κυκλοφορούν
και τα πετούν μετά ή τα πουλούν
μισοτιμής οι κάτοχοι∙
την ίδια μοίρα έχουν οι στίχοι.
Σαν τα παλιοσιδερικά σωρεύονται,
σκουριάζουν από την πολυκαιρία
και την εγκατάλειψη,
άχρηστο υλικό.
Αλλά με τη ντανάλια και το κατσαβίδι
έρχεται πότε πότε κάποιος
και ψάχνει επίμονα στη μάζα των σιδερικών
και βγάζει, ένα γρανάζι, ένα αξονάκι τσίλικο
ή άλλο εξάρτημα,
που έχει ψωμί ακόμα.


(Από τη συλλογή «ΚΑΛΥΚΟΤΟΜΗ», επανέκδοση, Θεσσαλονίκη 2002)





Τα ποιήματα του Νίκου Κωνσταντινίδη είναι σταχυολογημένα από το περιοδικό «Η ΚΟΥΤΣΗ ΜΑΡίΑ», Νοέμβριος 2013, ΤΕΥΧΟΣ Νο 4, όπου ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου ανθολογεί τον ποιητή παραθέτοντας και την εργογραφία του, ενώ ο Γιώργος Κασαπίδης κλείνει το αφιέρωμα σ’ αυτόν τον βετεράνο ακρίτα της Ποίησης με μια κατατοπιστική προσέγγιση στο συνολικό του έργο.
Ο Νίκος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στη Δράμα το 1928. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός σε σχολεία και φροντιστήρια της Δράμας ως το 1999, χρονιά που συνταξιοδοτήθηκε. Έχει εκδώσει 28 ποιητικές συλλογές (όλες αυτοεκδόσεις) ενώ στο έργο του περιλαμβάνονται και αρκετές μελέτες.