Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συμεωνίδου Μαρίκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συμεωνίδου Μαρίκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2025

Μαρίκα Συμεωνίδου, "Θεοφάνεια στην Πόλη"




Θεοφάνεια στην Πόλη


Φλούδες πορτοκαλιού
στις σόμπες των προσφυγικών,
ιστορίες της Πόλης,
δαντέλες οι λέξεις,
τουρκικές, ελληνικές,
μαγικές μυρωδιές
και χαμόγελα
για τον πλούτο και τη φτώχεια
ή
και το ανάποδο της στιγμής.



                 Μαρίκα Συμεωνίδου




Η Μαρίκα Συμεωνίδου γεννήθηκε στον Πειραιά, είναι πτυχιούχος του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχει δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στην Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο του Σάρεϊ και την Εξέλιξη του παιδιού από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Εργάζεται στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Έχει γράψει τις ποιητικές συλλογές Με τα μάτια των άλλων (Γαβριηλίδης 2010), Πλάνη 18 (Μανδραγόρας 2014), Παράξενη εξήγηση 22 (Γαβριηλίδης 2018), Ξέρεις πού οδηγεί (ΑΩ Εκδόσεις 2020) και Βεντέμα (ΑΩ Εκδόσεις, 2024). Έχει γράψει επίσης διηγήματα με τίτλο Ζωή, (Γαβριηλίδης 2014). Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως «Ποιητική», «Φρέαρ», «Παρέμβαση» και μεταφράσεις της όπως και ποιήματά της στο «Unfollow» και στο «Οροπέδιο».



Πρώτη δημοσίευση

Στην εικόνα: Κωνσταντινούπολη, Θεοφάνεια 1954. Η τελετή καταδύσεως του Τιμίου Σταυρού στο Βόσπορο, επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα Α΄.

Πηγή για την εικόνα: https://constantinoupoli.com/


Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Μαρίκα Συμεωνίδου, "Βεντέμα"





ΦΡΟΝΤΙΖΩ


Στο κοίλωμα της αμμουδιάς
να περισώνω
τη σορό της θάλασσας και του ήλιου.
το τραγούδι του τζίτζικα
το φεγγάρι στα νερά της
τον κέδρο
το νησί
γιατί με το που γεννιόμαστε
γιορτάζει μόνο ο θάνατος.
Στο δικό μου καλοκαίρι συγκατοικούν
ουρανός, θάλασσα, βράχια,
και μία γάτα που κλείνει έξυπνα τα μάτια στη ζωή
στο δικό σας;





ΡΑΓΙΣΜΑ


Τι θα ήθελες να καταλήξει στη θάλασσα;
O Νίκος είπε το ξύλο που έτρωγα μικρός
           από τους γονείς μου.
Η Φωτεινή είπε οι φωνές από καυγάδες
η Αγγελική είπε τα κουτσομπολιά γνωστών,
           φίλων και συγγενών
ο Βασίλης είπε ο πόνος
ο Γιάννης είπε η φτώχεια
η Ελένη είπε τον καρκίνο
η Ευγενία την αδικία
η Καλλιόπη τον πόλεμο
κι εγώ;
τα είπα όλα αυτά χωρίς να ραγίσω.





ΘΕΑ


Τρία χρόνια κοιτούσα την Ακρόπολη
ένα ρόδι γαλάζιο
ελπίζω
αφαιρώ
μαθαίνω
μετά από τρία χρόνια
κοιτάς ένα κασελάκι, κάτι οστά μέσα κι ένας βηματοδότης
φίλε, παίζουμε όλοι σε άδειο γήπεδο
πώς είναι όλα να υπάρχουν κι όλα να λείπουν.





ΚΑΗΜΕΝΕ ΠΟΥΑΡΟ


Το μαχαίρι που σκότωσαν τον Σεϊτάνα
δεν το κρατούσε
ούτε η Έλενα
ούτε η Εύη
ούτε η Άννα.

Καημένε Πουαρό
λάθος μετάφραση
δεν ήξερες τίποτα
ούτε κι εσύ
από κρασί.

Καημένε Πουαρό
άσε τους να γελούν
αυτοί δεν ξέρουν
το γιατί
γιατί;
Αυτό το ποίημα
το γράψαμε μαζί.





ΟΛΑ ΤΑ ΠΛΗΝ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Μαύρη Παρασκευή
εκπτώσεις ζωής
που κάποιοι περιμένουν
άλλοι τη ζουν στα επείγοντα
γελώ με τους αλαζόνες
δεν με αφορούν
επιστρέφοντας στον ουρανό μου
κοιτάω τα σύννεφα
μαύρη Παρασκευή
τα σύννεφα
τα πλην του κόσμου.





Από τη συλλογή «Βεντέμα», ΑΩ Εκδόσεις, 2024.

Έργο εξωφύλλου: Γιάννης Στεφανάκις, Η Ελιά των Βουβών, Χανιά
.



Η Μαρίκα Συμεωνίδου γεννήθηκε στον Πειραιά, είναι πτυχιούχος του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχει δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στην Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο του Σάρεϊ και την Εξέλιξη του παιδιού από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Εργάζεται στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Έχει γράψει τις ποιητικές συλλογές Με τα μάτια των άλλων, Γαβριηλίδης 2010, Πλάνη 18, Μανδραγόρας 2014, Παράξενη εξήγηση 22, Γαβριηλίδης 2018 και Ξέρεις πού οδηγεί, ΑΩ Εκδόσεις 2020. Έχει γράψει επίσης διηγήματα με τίτλο Ζωή, Γαβριηλίδης 2014. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως «Ποιητική», «Φρέαρ», «Παρέμβαση» και μεταφράσεις της όπως και ποιήματά της στο «Unfollow» και στο «Οροπέδιο».


Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2024

Rupert Brooke, "Ειρήνη" (μετάφραση - επίμετρο: Μαρίκα Συμεωνίδου)





Ειρήνη


Τώρα, ας ευχαριστούμε τον Θεό που μας ταίριαξε με την ώρα του,
      Κι έπιασε τα νιάτα μας, και μας ταρακούνησε!
Με το σίγουρο χέρι, καθαρό μάτι και ακονισμένη δύναμη,
      Για να μετατραπούν, ως κολυμβητές στην καθαρότητα που γλιστρά,
Χαίρομαι από έναν κόσμο γερασμένο και κρύο και κουρασμένο.
      Αφήστε τις άρρωστες καρδιές που η τιμή δεν μπορούσε να συγκινήσει,
Και μισάνθρωποι, και τα βρώμικα και τα θλιβερά  τραγούδια τους,
      Και όλο το μικρό κενό της αγάπης!
Ω! εμείς, που ξέραμε τη ντροπή, βρήκαμε την απελευθέρωση εκεί,
      Όπου δεν υπάρχει άρρωστος, δεν υπάρχει θλίψη, αλλά ο ύπνος θεραπεύει,
            Τίποτα σπασμένο εκτός από αυτό το σώμα, χαμένο αλλά αναπνέει.
Δεν υπάρχει τίποτα που να κλονίζει τη μακρά γαλήνη της καρδιάς που γελάει,
      Αλλά μόνο αγωνία, και αυτό έχει τέλος.
            Και ο χειρότερος φίλος και εχθρός δεν είναι παρά ο Θάνατος.


                                                     Μετάφραση: Μαρίκα Συμεωνίδου





Peace


Now, God be thanked who has matched us with his hour,
      And caught our youth, and wakened us from sleeping!
With hand made sure, clear eye, and sharpened power,
      To turn, as swimmers into cleanness leaping,
Glad from a world grown old and cold and weary;
      Leave the sick hearts that honor could not move,
And half-men, and their dirty songs and dreary,
      And all the little emptiness of love!
Oh! we, who have known shame, we have found release there,
      Where there’s no ill, no grief, but sleep has mending,
            Naught broken save this body, lost but breath;
Nothing to shake the laughing heart’s long peace there,
      But only agony, and that has ending;
            And the worst friend and enemy is but Death.





Ο Ρούπερτ Μπρουκ (Rupert Brooke, 1887-1915) ήταν Άγγλος φιλέλληνας ποιητής, γνωστός κυρίως για τα σονέτα που έγραψε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Μπρουκ πέθανε στις 23 Απριλίου 1915, ενώ υπηρετούσε στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού πάνω σε γαλλικό πλωτό νοσοκομείο, που είχε αγκυροβολήσει στη Σκύρο και είχε ως τελικό προορισμό τη χερσόνησο της Καλλίπολης, στην Τουρκία. Οι συνάδελφοί του τον έθαψαν σε έναν ελαιώνα, κοντά στον όρμο Τρίστομο (Τρεις Μπούκες) της Σκύρου.




Στην εικόνα
: Rupert Brooke. "From a photograph by Sherril Schell" taken in 1913.
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2023

Μαρίκα Συμεωνίδου, "Δύο ποιήματα"




In the name of poetry
(ή Φάρος
II)


Στην ποίηση, στον φάρο σου βρίσκεις την ελευθερία
Την γαλήνη βρε αδερφέ
Το έλεγες και χαμογελούσες
έφυγες
Πέρασαν χρόνια για να καταλάβω
Πως τώρα πια μόνο κατά παραγγελία μπορώ να γράψω ποίηση!


(Από την υπό έκδοση συλλογή «Βεντέμα»)





Ο φάρος


Ονειρικές ρευστότητες
«Είσαι μπαρόκ» μου είχες πει
−Δηλαδή;
−Ακατέργαστο μαργαριτάρι.
''Κι ο έρωτας υγρός
Ενσωματωμένος στα μάτια σου
Σφυρηλατεί μ’ ένα παλμό
Την καρδιά μου
Σαιξπηρική ρευστότητα
Τα μαλλιά σου
Τη χαϊδεύουν
Σαν πινέλα υπερβατικά
Και το μοναδικό φρούτο
Πάνω στο τραπέζι
Η αγνότητα σου
Με πλημμυρίζει
Όλα αυτά... ο χρόνος, η θάλασσα, ο ουρανός
Σ’ ένα γαλάζιο ύφασμα κρατούν καλά
Σαν μυστικό.''


(Από τη συλλογή «Ξέρεις που οδηγεί», ΑΩ Εκδόσεις, 2020)




Η Μαρίκα Συμεωνίδου είναι εκπαιδευτικός. Έχει δύο μεταπτυχιακούς τίτλους. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές, «Με τα μάτια των άλλων», «Πλάνη 18», «Παράξενη εξήγηση 22», «Ξέρεις πού οδηγεί» και τη συλλογή διηγημάτων «Ζωή». Ποιήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευθεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά.



Στην εικόνα: Michael Zeno Diemer, «The Ahırkapı Lighthouse».
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023

Ocean Vuong, "Δύο ποιήματα" (μετάφραση - επίμετρο: Μαρίκα Συμεωνίδου)




ΚΟΡΜΙ ΤΟΥ ΑΕΡΑ


Ας υποθέσουμε ότι όντως αλλάζεις τη ζωή σου.
Και το σώμα είναι περισσότερο από
Ένα μέρος της νύχτας – σφραγισμένο με μελανιές. Ας υποθέσουμε ότι ξυπνάς
Και βρίσκεις τη σκιά σου να έχει αντικατασταθεί
Από έναν μαύρο λύκο. Το αγόρι, όμορφο
Και εξαφανισμένο. Έτσι λοιπόν αντ’ αυτού παίρνεις το μαχαίρι στον τοίχο.
Χαράζεις και χαράζεις
Μέχρι να εμφανισθεί ένα νόμισμα φωτός
Και βλέπεις μέσα, τελικά, την ευτυχία. Το μάτι
Κοιτάζει πίσω από την άλλη πλευρά –
Περιμένοντας.




*   *   *



Άννα, σήκω
Θυμήσου
Μοναξιά είναι ακόμα κι ο χρόνος που ξοδεύεις
Ανάμεσα σε κόσμο.
Να εδώ είναι ένα δωμάτιο με όλους μέσα
Τους νεκρούς φίλους που πέρασαν μέσα σου
Όπως ο άνεμος περνά τα ανεμόκρουστα
Μη φοβάσαι, Άννα
Το τέλος του δρόμου είναι τόσο μακρινό
Και το έχουμε αφήσει ήδη
πίσω μας



Μετάφραση: Μαρίκα Συμεωνίδου




Επίμετρο

Ο Ocean Vuong είναι μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα. Το 2017 του απονέμεται το κορυφαίο βραβείο T.S. Eliot για την ποιητική του συλλογή Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου (Gutenberg 2021, μετάφραση: Δημήτρης Μαύρος). Το 2018, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι (Gutenberg 2021, μετάφραση: Έφη Φρυδά), πάνω από 15 εφημερίδες και site το είχαν συμπεριλάβει στα πλέον αναμενόμενα βιβλία της χρονιάς. Μόλις κυκλοφόρησε έγινε best seller και μπήκε στη λίστα των New York Times. Αναδείχτηκε το καλύτερο βιβλίο του 2019 για: ΤΙΜΕ, New Yorker, Washington Post, The Guardian, New York Public Library, The Wall Street Journal Magazine, Vanity Fair, Esquire, GQ, Entertainment Weekly, The San Francisco Chronicle κ.ά. O Ocean Vuong γεννήθηκε το 1988 σε έναν ορυζώνα στο Βιετνάμ. Στα δύο του χρόνια, η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Βιετνάμ και να μείνει για οκτώ μήνες σε έναν καταυλισμό προσφύγων στις Φιλιππίνες πριν μεταναστεύσει στην Αμερική. Είναι ο πρώτος στην οικογένειά του που έμαθε να διαβάζει σε ηλικία 11 ετών και 18 χρόνια αργότερα (2017) έλαβε το βραβείο T.S. Eliot.
To 2022 κυκλοφόρησε η δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο Time Is a Mother.
Πηγές: Βιβλιοnet, bookpress.

 
Στην εικόνα
Polychrome painting of wolf in the Font-de-Gaume cavern. Drawing by Henri Breuil (1915).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 8 Απριλίου 2023

Derek Walcott, "Love after love" (μετάφραση - επίμετρο: Μαρίκα Συμεωνίδου)





ΑΓΑΠΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ


Θα έρθει η ώρα
όταν, με ενθουσιασμό
θα χαιρετήσετε τον εαυτό σας φτάνοντας
στη δική σας πόρτα, στον καθρέφτη σας
και ο καθένας θα χαμογελάσει στο καλωσόρισμα του άλλου,

και πείτε, καθίστε εδώ. φάτε.
Θα αγαπήσετε και πάλι τον ξένο που ήταν ο εαυτός σας.
Δώστε κρασί. Δώστε ψωμί. Δώστε πίσω την καρδιά σας
στον εαυτό σας, στον ξένο που σας αγαπούσε

όλη τη ζωή σας, την οποία αγνοήσατε
για κάποιον άλλο, ποιος σας γνωρίζει από την καρδιά σας.
Αφαιρέστε τις ερωτικές επιστολές από τη βιβλιοθήκη,

τις φωτογραφίες, τις απελπισμένες σημειώσεις,
ξεφλουδίστε τη δική σας εικόνα από τον καθρέφτη.
Καθίστε. Γιορτάστε τη ζωή σας.



                                                 Μετάφραση: Μαρίκα Συμεωνίδου




LOVE AFTER LOVE


The time will come
when, with elation
you will greet yourself arriving
at your own door, in your own mirror
and each will smile at the other's welcome,

and say, sit here. Eat.
You will love again the stranger who was your self.
Give wine. Give bread. Give back your heart
to itself, to the stranger who has loved you
 
all your life, whom you ignored
for another, who knows you by heart.
Take down the love letters from the bookshelf,

the photographs, the desperate notes,
peel your own image from the mirror.
Sit. Feast on your life.





Επίμετρο
 
Ο Ντέρεκ Γουόλκοτ (Derek Walcott, 23 Ιανουαρίου 1930 - 17 Μαρτίου 2017), γεννήθηκε το 1930 στη Αγία Λουκία των Μικρών Αντίλλων. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο των Δυτικών Ινδιών στη Τζαμάικα και σπούδασε θέατρο στις Η.Π.Α., με υποτροφία του Ιδρύματος Ροκφέλερ. Το 1953 εγκαταστάθηκε στο Τρινιντάντ, όπου εργάστηκε ως κριτικός θεάτρου και τέχνης και από το 1959 μέχρι το 1979 διηύθυνε το Θεατρικό Εργαστήριο του Τρινιντάντ, το οποίο ίδρυσε ο ίδιος. Το 1962 δημοσιεύθηκε η συλλογή του In a Green Night και η ποίηση του άρχισε να κερδίζει τη διεθνή αναγνώριση.
    Το 1998 τιμήθηκε από τη Βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου για το έργο του. Το 1990 το έργο του Όμηρος κέρδισε το βραβείο W.H. Smith και το 1992 του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ. Η Σουηδική Ακαδημία χαρακτήρισε το έργο του «ποιητικό, πολύ φωτεινό, που βασίζεται σε ένα ιστορικό όραμα, αποτέλεσμα ενός πολύ-πολιτισμικού κατορθώματος».
    Υπήρξε επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών. Δίδαξε δημιουργική γραφή ποίησης και θεάτρου στα Πανεπιστήμια Κολούμπια, Γέηλ και Χάρβαρντ. Από το 1981 δίδαξε ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Το 2006 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκτός από το ποιητικό του έργο, είναι γνωστός και για τα, 30 εν συνόλω, θεατρικά έργα του τα οποία έχουν παιχτεί σε όλο τον κόσμο και έχουν σημειώσει ιδιαίτερη επιτυχία στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη.
      Πέθανε στο κτήμα του στην Αγία Λουκία, στις 17 Μαρτίου 2017, σε ηκικία 87 ετών.
 
Ποιητικές συλλογές:
25 Poems (1948), Epitaph for the Young: Xll Cantos (1949), Poems (1951), In a Green Night: Poems 1948-1960 (1962), Selected Poems (1964), The Castaway and Other Poems (1965), The Gulf and Other Poems (1969), Another Life (1973), Sea Grapes (1976), The Star-Apple Kingdom (1979), Selected Poetry (1981), The Fortunate Traveller (1981), The Caribbean Poetry of Derek Walcott and the Art of Romare Bearden (1983), Midsummer (1984), Collected Poems, 1948-1984 (1986), The Arkansas Testament (1987), Omeros (1990), The Bounty (1997), Tiepolo’s Hound (2000), The Prodigal (2004).



Στην εικόνα:
The poet Derek Walcott in France in 1993.
Credit...Ulf Andersen/Getty Images

Πηγή για την εικόναThe New York Times
(https://www.nytimes.com/2017/04/23/books/in-praise-of-derek-walcotts-epic-of-the-americas.html)

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2023

Paul Éluard, "L’amoureuse" (μετάφραση - επίμετρο: Μαρίκα Συμεωνίδου).





Paul Éluard

Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ


Αυτή είναι που στέκεται στα βλέφαρά μου
Και τα μαλλιά της στα μαλλιά μου
Κι έχει το χρώμα των ματιών μου
Αυτή, το πιο ωραίο κορμί
στο σχήμα του χεριού μου
Αυτή στη σκιά μου κατακλύζεται
Σαν μια πέτρα στον ουρανό.

Με τα μάτια της πάντα ανοιχτά
δεν με αφήνει ποτέ να κοιμηθώ
Και το όνειρο αυτής στην λαμπερή μέρα
Κάνει τον ήλιο να εξατμίζεται
Και μένα να γελώ, να κλαίω και πάλι να γελώ
Και να μιλώ χωρίς να έχω τίποτα να πω.



                                                Μετάφραση: Μαρίκα Συμεωνίδου




Ο Πωλ Ελυάρ (πραγματικό όνομα: Eugène Émile Paul Grindel, 14 Δεκεμβρίου 1895 - 18 Νοεμβρίου 1952) ήταν Γάλλος συγγραφέας και ποιητής ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στα καλλιτεχνικά ρεύματα του ντανταϊσμού και του υπερρεαλισμού. Θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ποιητές.
   Γεννήθηκε στην πόλη Σαιν-Ντενί, κοντά στο Παρίσι όπου πέρασε τα πρώτα του χρόνια. Στο διάστημα 1907-1911 γράφτηκε στη Σχολή Κολμπέρ όπου πραγματοποίησε σπουδές, ωστόσο σε ηλικία περίπου 17 ετών προσβλήθηκε από φυματίωση και αναγκάστηκε να τις διακόψει. Για δύο χρόνια, διέμεινε σε σανατόριο στο Νταβός της Ελβετίας όπου τελικά θεραπεύτηκε και αμέσως μετά, το 1914 κατατάχθηκε στον στρατό.
   Το 1917 παντρεύτηκε την Helena Deluvina Diarkinoff, περισσότερο γνωστή ως Γκαλά, με την οποία απέκτησε και μία κόρη. Την ίδια περίοδο δημοσίευε τα πρώτα του ποιήματα, αρχικά με τη συλλογή Το Χρέος και η Ανησυχία και αργότερα με τα Ποιήματα για την Ειρήνη (1918), τα οποία προκάλεσαν και το ενδιαφέρον του Ζαν Πολάν, εκδότη της επιθεώρησης Spectateur. Παράλληλα, ο Ελυάρ γνωρίστηκε με τους Αντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν και Τριστάν Τζαρά, με τους οποίους συμμετείχε αρχικά στο κίνημα του ντανταϊσμού και αργότερα του υπερρεαλισμού. Απέκτησε επίσης μία στενή φιλία με τον Μαξ Ερνστ. Το 1932 χώρισε με τη γυναίκα του Γκαλά αλλά η σχέση τους εξακολούθησε επί χρόνια, ακόμη και μετά το γάμο του Ελυάρ το 1934 με την Nusch (Νυς). Ο Πωλ Ελυάρ αποτέλεσε έναν από τους ιδρυτές της επιθεώρησης των υπερρεαλιστών Litterature καθώς και της μεταγενέστερης έκδοσης La Revolution Surrealiste. Παρέμεινε στις τάξεις της υπερρεαλιστικής ομάδας του Παρισιού μέχρι το 1938.
   Κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου πήρε ενεργό μέρος στην αντίσταση, ως μέλος του κομμουνιστικού κόμματος. Οι κομμουνιστικές πεποιθήσεις του Ελυάρ τον ώθησαν στο σημείο να επισκεφτεί τον Γράμμο κατά τη διάρκεια του Ελληνικού εμφυλίου πολέμου και να γράφει ποιήματα υπέρ των ανταρτών, με σκοπό να αναπτερώσει το ηθικό τους.
    Πέθανε το 1952 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 57 ετών.

Έργα του: Capitale de la Douleur (1935), L’ amour la poesie (1929), La vie immediate (1932), La Rose publique (1934), Les Yeux fertilles (1935), Le Phenix (1951).


Πηγή: για την εικόνα: Wikipedia.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2022

William Carlos Williams, "Ποιήματα" (μετάφραση - επίμετρο: Μαρίκα Συμεωνίδου)





WILLOW POEM


It is a willow when summer is over,
a willow by the river
from which no leaf has fallen nor
bitten by the sun
turned orange or crimson.
The leaves cling and grow paler,
swing and grow paler
over the swirling waters of the river
as if loth to let go,
they are so cool, so drunk with
the swirl of the wind and of the river −
oblivious to winter,
the last to let go and fall
into the water and on the ground.




ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΙΤΙΑΣ


Είναι μια ιτιά όταν τελειώνει το καλοκαίρι,
Μια ιτιά δίπλα στον ποταμό
Από την οποία δεν έχει πέσει κανένα φύλλο ούτε
δαγκώθηκε από τον ήλιο
ούτε έγινε πορτοκαλί ή πορφυρή.
Τα φύλλα προσκολλώνται και μεγαλώνουν πιο απαλά,
Ταλαντεύονται και μεγαλώνουν
Πάνω από τα στροβιλώδη νερά του ποταμού
απρόθυμά να πάνε,
Είναι τόσο δροσερά, τόσο μεθυσμένα με
το  στροβιλισμό του ανέμου και του ποταμού −
Αγνοώντας το χειμώνα,
Το τελευταίο να φύγει και να πέσει
Στο νερό και στο έδαφος.


*  *  *



HEEL & TOE TO THE END


Gagarin says, in ecstasy,
he could have
gone on forever

he floated
at and sang
and when he emerged from that

one hundred eight minutes off
the surface of
the earth he was smiling.

Then he returned
to take his place
among the rest of us

from all that division and
subtraction a measure
toe and heel

heel and toe he felt
as if he had
been dancing




ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ


Ο Gagarin λέει, σε έκσταση,
Θα μπορούσε να έχει
Πάει για πάντα

επέπλεε
Και τραγουδούσε
Και όταν προέκυψε απ’ αυτό

Εκατό οκτώ λεπτά μακριά
Η επιφάνεια
Της γης  χαμογελούσε.

Τότε επέστρεψε
Να πάρει τη θέση του
Ανάμεσα στους υπόλοιπους

Από όλη αυτή τη διαίρεση και
Αφαίρεση ενός μέτρου
Δάχτυλο και φτέρνα

Φτέρνα και δάχτυλο αισθάνθηκε
Σαν να είχε βρεθεί
Σε χορό.


*  *  *



JANUARY


Again I reply to the triple winds
running chromatic fifths of derision
outside my window:
Play louder.
You will not succeed. I am
bound more to my sentences
the more you batter at me
to follow you.
And the wind,
as before, fingers perfectly
its derisive music.




ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ


Και πάλι απαντώ στους τριπλούς ανέμους
Τρέχοντας χρωματικά πέμπτα της ειρωνείας
Έξω από το παράθυρο μου:
Παίξτε πιο δυνατά.
Δεν θα πετύχετε. Εγώ είμαι
Δεσμεύτηκα περισσότερο από τις ποινές μου
Όσο περισσότερο χτυπάς εμένα
σε ακολουθώ.
Και ο άνεμος,
Όπως και πριν, τα δάκτυλα τέλεια
Την απολαυστική μουσική του.


*  *  *



THE DARK DAY


A three-day-long rain from the east−
an terminable talking, talking
of no consequence− patter, patter, patter.
Hand in hand little winds
blow the thin streams aslant.
Warm. Distance cut off. Seclusion.
A few passers-by, drawn in upon themselves,
hurry from one place to another.
Winds of the white poppy! there is no escape!−
An interminable talking, talking,
talking . . .it has happened before.
Backward, backward, backward.




ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΜΕΡΑ

Μια βροχή τριών ημερών από την ανατολή –
μια έγγραφη σύσταση που μιλάει, μιλάει
για καμία συνέπεια – ψίθυροι, ψίθυροι,  ψίθυροι
Χέρι-χέρι οι μικροί άνεμοι
φυσούν τα λεπτά ρέματα.
Ζέστη. Απόσταση αποκοπής. Απομόνωση.
Μερικοί περαστικοί, οι οποίοι τραβούν τον εαυτό τους,
βιάζονται από το ένα μέρος στο άλλο.
Άνεμοι της λευκής παπαρούνας! Δεν υπάρχει διαφυγή!
Μια ατελείωτη ομιλία, ομιλία,
Μιλώντας. . . έχει συμβεί πριν.
Πίσω, προς τα πίσω, προς τα πίσω.


*  *  *



ARIVAL


And yet one arrives somehow,
finds himself loosening the hooks of
her dress
in a strange bedroom−
feels the autumn
dropping its silk and linen leaves
about her ankles.
The tawdry veined body emerges
twisted upon itself
like a winter wind . . . !




ΑΦΙΞΗ


Και κάπως έτσι φτάνει κάποιος
βρίσκοντας τον εαυτό του να χαλαρώνει τα κουμπιά από
το φόρεμά της
σ’ ένα παράξενο υπνοδωμάτιο−
νιώθει το φθινόπωρο
να ρίχνει τα μεταξένια και τα λινά του φύλλα
στους αστραγάλους της.
Το τόσο νευρώδες σώμα ξεπροβάλλει
στη δίνη του
Σαν χειμωνιάτικος άνεμος. . . !


*  *  *



THE SHADOW


Soft as the bed in the earth
Where a stone has lain−
So soft, so smooth and so cool,
Spring closes me in
With her arms and her hands.
Rich as the smell
Of new earth on a stone,
That has lain, breathing
The damp through its pores−
Spring closes me in
With her blossomy hair
Brings dark to my eyes.




Η ΣΚΙΑ


Απαλή σαν στρώμα γης
όπου μια πέτρα ξάπλωσε
τόσο εύπλαστη, τόσο βελούδινη και τόσο ήρεμη,
η άνοιξη με κλείνει μέσα
στην αγκαλιά της και το χάδι της.
Πλούσια σαν το άρωμα
μιας νέας γης σε μια πέτρα
που έχει πλαγιάσει κι ανασαίνει
η υγρασία μέσα από τους πόρους της.
Η άνοιξη με κλείνει μέσα
στα ανθισμένα μαλλιά της,
Φέρνει σκοτάδι στα μάτια μου.


*  *  *



FLOWERS BY THE SEA


When over the flowery, sharp pasture's
edge, unseen, the salt ocean

lifts its form- chicory and daisies
tied, released, seem hardly flowers alone

but color and the movement-or the shape
perhaps-of restlessness, whereas

the sea is circled and sways
peacefully upon its plantlike stem




ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ
ΘΑΛΑΣΣΑ


Πάνω από τα λουλούδια, τα αιχμηρά χορτάρια
Άκρη, αόρατη, ο αλμυρός ωκεανός

Ανυψώνει το σχήμα του-ραδίκι και μαργαρίτες
Δεμένα, απελευθερώνονται, μοιάζουν σχεδόν λουλούδια  και μόνο

Αλλά χρώμα και  κίνηση − ή το σχήμα
Ίσως − της ανησυχίας, ενώ

η θάλασσα κυκλώνει και σαρώνει
ειρηνικά πάνω στο πόδι του φυτού του.



Μετάφραση: Μαρίκα Συμεωνίδου




Επίμετρο

Ο Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς (William Carlos Williams) ήταν Αμερικάνος συγγραφέας, ποιητής και γιατρός (με ειδίκευση στην παιδιατρική). Γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1883 στο New Jercey και έγινε γνωστός στο ευρύ ελληνικό κοινό από την ταινία "Paterson" (2016) του Jim Jarmusch. Ο Γουίλιαμς ήταν μοντερνιστής, ο πατέρας θα έλεγα του μοντερνισμού, επηρεάζοντας πολλούς ποιητές της Γενιάς των Μπητ και κυρίως τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, αν και ο ίδιος o Γουίλιαμς έλκυε επιρροές από τον Ουώλτ Ουίτμαν αλλά και από τον Άγγλο ρομαντικό ποιητή Τζον Κήτς.
    Το 1926 τιμήθηκε με το Βραβείο Dial για το ποίημα του "Paterson" και χρόνια μετά με το Εθνικό Βραβείο Ποίησης για τον Τρίτο τόμο των ποιημάτων του "Paterson" και τη συλλογή "Selected poems".
    Ο Γουίλιαμς ήταν ανθρωπιστής ποιητής που έγραφε για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων και κυρίως για τις αδύναμες ομάδες της εποχής (εργαζόμενες γυναίκες, ομοφυλόφιλους, Ινδιάνους κ.ά.). Ο τρόπος του, να γράφει χωρίς κανόνες και ποιητικά όρια αλλά με ιδιωματισμούς που σε δυσκολεύουν όμως ταυτόχρονα ξεκλειδώνουν πολλές ερμηνείες, είναι παράξενα γοητευτικός. Τα θέματα των ποιημάτων του, τα οποία ήταν εμπνευσμένα όχι μόνο από την καθημερινή ζωή των Αμερικανών αλλά και τη φύση και τα ζώα, φανερώνουν την ευαισθησία του ποιητή και την προφητική του ικανότητα για όλα εκείνα που χρειάζεται να προστατέψουμε, εμείς που θα τύχαινε να τον αγαπήσουμε.
    Ο Γουίλιαμς απέσπασε πολλά βραβεία και τιμές, όμως νιώθω πως αυτό που τον ενδιέφερε περισσότερο ήταν ο άνθρωπος, καθώς ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού, αρκετές φορές αμισθί. Ήταν επίσης λογοτέχνης που στην Αμερική συναναστρεφόταν τους κύκλους της αβάν-γκαρντ και των ντανταϊστών, και στον φιλικό κύκλο του στην Ευρώπη υπήρχαν ονόματα όπως του Τζέημς Τζόυς και της Γερτρούδης Στάιν. Θα έλεγα ότι ο Γουίλιαμς ήταν ένας σοσιαλιστής που έγραφε επηρεασμένος από πίνακες του Φλαμανδού Brueghel αν και αγαπημένος του ζωγράφος ήταν ο Κλοντ Μονέ. Έχω την αίσθηση ότι ο Γουίλιαμς έγραφε χωρίς να γνωρίζει ότι τα ποιήματά του θα γίνουν "οι πίνακες" που θα επηρέαζαν άλλους ποιητές, όπως τον Στηβ Ράιχ ο οποίος στην καντάτα του "The Desert Music", επέλεξε αποσπάσματα από το ποίημα "The Orchestra" του Γουίλιαμς αποτυπώνοντας έναν προβληματισμό για τον κόσμο μετά την ρίψη των ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Από μία διαφορετική οπτική θα μπορούσε κάποιος να πει ότι όλοι οι νεότεροι ποιητές που γράφουμε και μεταφράζουμε, ο καθένας με την δική του σύλληψη, δεν είμαστε τίποτε άλλο από τα σκαλοπάτια που θα βγάλουν έναν νέο Γουίλιαμς.
    Πέθανε στις 4 Μαρτίου το 1963 στον ύπνο του −όμορφος θάνατος για όμορφους ανθρώπους, κι όπως θα έλεγε κι εκείνος:
 
"against a sure winter
  the wise trees
  stand sleeping in the cold."
 -------------------------------
"Ενάντια σε ένα  σίγουρο χειμώνα
  Τα σοφά δέντρα
  Επιμένουν να κοιμούνται στο κρύο."
 
 
 
 
Στην εικόνα: William Carlos Williams (passport photograph).
Πηγή για την εικόνα: Wikipedia.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022

Wilfred Owen, "Δύο ποιήματα" (μετάφραση - επίμετρο: Μαρίκα Συμεωνίδου)





Dulce et decorum est


Bent double, like old beggars under sacks,
Knock-kneed, coughing like hags, we cursed through sludge,
Till on the haunting flares we turned our backs
And towards our distant rest began to trudge.
Men marched asleep. Many had lost their boots
But limped on, blood-shod. All went lame; all blind;
Drunk with fatigue; deaf even to the hoots
Of tired, outstripped Five-Nines that dropped behind.
Gas! Gas! Quick, boys! – An ecstasy of fumbling,
Fitting the clumsy helmets just in time;
But someone still was yelling out and stumbling,
And flound’ring like a man in fire or lime …
Dim, through the misty panes and thick green light,
As under a green sea, I saw him drowning.
In all my dreams, before my helpless sight,
He plunges at me, guttering, choking, drowning.
If in some smothering dreams you too could pace
Behind the wagon that we flung him in,
And watch the white eyes writhing in his face,
His hanging face, like a devil’s sick of sin;
If you could hear, at every jolt, the blood
Come gargling from the froth-corrupted lungs,
Obscene as cancer, bitter as the cud
Of vile, incurable sores on innocent tongues,
My friend, you would not tell with such high zest
To children ardent for some desperate glory,
The old Lie: Dulce et Decorum est
Pro patria mori.




ΓΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ EINAI Ο ΘΑΝΑΤΟΣ


Σκυφτοί δυο δυο, σαν γέροι ζητιάνοι πίσω από σακιά,
Στραβοκάνηδες, βήχουμε σαν παλιόγριες, καταραμένοι μέσα στη λάσπη,
Βαδίζουμε με κόπο, άγρυπνοι, με την πλάτη στις φωτοβολίδες αναγνώρισης
Στα μετόπισθεν.
Πολλοί έχοντας χάσει τις μπότες τους, άλλοι πληγωμένοι, άλλοι εξαντλημένοι
άλλοι τυφλοί, κουρασμένοι, κωφοί ακόμα και στις οβίδες, χωρίς ανάσα ξεκούρασης
Κινούμαστε αργά.
Αέριο! Αέριο! Γρήγορα τις μάσκες αγόρια!
Πανικός να προλάβεις να τις φορέσεις
Ένας μόνο ουρλιάζει ακόμα και πέφτει
Σπαρταρώντας σα να βρισκόταν σε φωτιά ή ασβέστη
Ανάθεμα, μέσα στα θολά γυαλιά της μάσκας και στο λεπτό πράσινο φως
Φαίνεται σαν να πνίγεται σ’ ένα πράσινο βυθό.
Σε όλα μου τα όνειρα, πριν την αδύναμη όραση
Με βυθίζει, σπαρταρώντας, ασφυκτιώντας, πνίγομαι
Αν σε κάποιο από τους εφιάλτες, μπορούσες να ακολουθήσεις
το κάρο που τον μετέφερε
θωρώντας τα λευκά του μάτια να σκίζουν το πρόσωπο,
να κρέμεται το κεφάλι λες και ο διάολος αναζητά την αμαρτία
Αν μπορούσες ν’ ακούσεις, σε κάθε τίναγμα, το αίμα
Γάργαρα προς τους πνεύμονες να ανεβαίνει
Σαν καρκίνος αισχρό, σαν φλέμα πικρό,
Αποτρόπαιες, ανίατες πληγές σε αθώες γλώσσες
Με τόση ζέση φίλε μου δε θα ’λεγες
στο διψασμένα για μια στάλα δόξα παιδιά
το αρχαίο ψέμα: ΓΛΥΚΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ.


*   *   *



Futility


Move him into the sun—
Gently its touch awoke him once,
At home, whispering of fields half-sown.
Always it woke him, even in France,
Until this morning and this snow.
If anything might rouse him now
The kind old sun will know.

Think how it wakes the seeds—
Woke once the clays of a cold star.
Are limbs, so dear-achieved, are sides
Full-nerved, still warm, too hard to stir?
Was it for this the clay grew tall?
—O what made fatuous sunbeams toil
To break earth’s sleep at all?




Ματαιότης


Φέρτε τον στον ήλιο –
Ευγενικά τ’ άγγιγμά του κάποτε τον ξύπνησε,
στο σπίτι, μισοθερισμένοι αγροί ψιθύριζαν.
Πάντα τον ξυπνούσε αυτός, ακόμα και στην Γαλλία
μέχρι αυτό το πρωινό, αυτό το χιόνι.
Αν μπορεί κάτι να τον αναστήσει τώρα
ο σοφός ήλιος ξέρει.
 
Σκέψου πώς ανθίζει τους σπόρους —
κάποτε ξυπνά το σώμα ενός παγωμένου αστεριού.
Να ’ναι τα άκρα, τα καλοκαμωμένα, οι πλευρές
Τόσο νευρώδη, τόσο ζεστά, πολύ δύσκολα να ξεκολλήσουν;
Γι’ αυτό λοιπόν στάθηκε τούτο το σώμα ψηλά;
— Ω τι ήταν αυτό που έκανε τις ηλιαχτίδες να μπουν μάταια στον κόπο
να διακόψουν της γης τον ύπνο άραγε;



Μετάφραση Μαρίκα Συμεωνίδου




Επίμετρο

Ο Wilfred Edward Salter Owen (18 Μαρτίου 1893 - 4 Νοεμβρίου 1918), ήταν Άγγλος ποιητής και στρατιωτικός. Πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στα ποιήματά του μιλά ως ένας στρατιώτης ο οποίος έχει πλήρη συνείδηση ενός ατόμου που, μέσα στη δίνη του πολέμου και τη φρίκη των χαρακωμάτων, θρηνεί για τις ψυχές των νέων ανθρώπων που έχασαν η ζωή τους. Ο ίδιος μάλιστα υπήρξε ένας από αυτούς καθώς σκοτώθηκε μόλις μία εβδομάδα πριν την συνθηκολόγηση που σήμανε την λήξη του πολέμου.
Μόνο πέντε από τα ποιήματα του Όουεν δημοσιεύθηκαν ενόσω αυτός ζούσε. Τα περισσότερα εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του [Poems (1920), The Poems of Wilfred Owen (1931), The Collected Poems of Wilfred Owen (1963), The Complete Poems and Fragments (1983)].
Θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους καλύτερους ποιητές του Μεγάλου Πολέμου και το έργο του άσκησε μεγάλη επιρροή στην λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και την μουσική.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2022

Φίλιπ Λάρκιν, "Τρία ποιήματα" (μετάφραση - επίμετρο: Μαρίκα Συμεωνίδου)

 



When First We Faced, And Touching Showed


When first we faced, and touching showed
How well we knew the early moves,
Behind the moonlight and the frost,
The excitement and the gratitude,
There stood how much our meeting owed
To other meetings, other loves.

The decades of a different life
That opened past your inch-close eyes
Belonged to others, lavished, lost;
Nor could I hold you hard enough
To call my years of hunger-strife
Back for your mouth to colonise.

Admitted: and the pain is real.
But when did love not try to change
The world back to itself--no cost,
No past, no people else at all--
Only what meeting made us feel,
So new, and gentle-sharp, and strange?




Όταν πρωτ’ αντικρίσαμε κι έδειξε τ’ άγγιγμα


Όταν πρωτ’ αντικρίσαμε κι έδειξε τ’ άγγιγμα
πόσο καλά γνωρίζαμε τις πρώτες κινήσεις,
πίσω από το φως του φεγγαριού και τον παγετό,
τον ενθουσιασμό και την ευγνωμοσύνη,
εκεί βρισκόταν πόσο οφειλόταν η συνάντησή μας
σε άλλες συναντήσεις, άλλες αγάπες.

Οι δεκαετίες μιας άλλης ζωής
Το παρελθόν σου άνοιξε τα μάτια σπιθαμή προς σπιθαμή
Ανήκει σε άλλους, διαλυμένος, χαμένος
Ούτε θα μπορούσα να σε κρατήσω αρκετά σκληρά
Να καλέσω τα χρόνια μου μιας πείνας που αγωνίζεται
να επιστρέψει στο στόμα σου για ν’ αποικίσει.

Παραδέχτηκα: κι ο πόνος είναι αληθινός.
Αλλά όταν η αγάπη δεν προσπαθεί ν’ αλλάξει
Ο κόσμος πισωγυρίζει –χωρίς κόστος,
Χωρίς παρελθόν, χωρίς κανέναν άλλο άνθρωπο–
Μόνο ποια συνάντηση μας έκανε να νιώσουμε
τόσο νέοι, τόσο ευαίσθητοι, τόσο παράξενοι;



* * *



To put one brick upon the another


To put one brick upon another,
Add a third and then a forth,
Leaves no time to wonder whether
What you do has any worth.

But to sit with bricks around you
While the winds of heaven bawl
Weighing what you should or can do
Leaves no doubt of it at all.




Να βάλεις ένα τούβλο πάνω σ’ ένα άλλο


Να βάλεις ένα τούβλο πάνω σ’ ένα άλλο
Πρόσθεσε ένα τρίτο και μετά ένα τέταρτο
 δεν έχεις χρόνο ν’ αναρωτηθείς
εάν αυτό που κάνεις, αξίζει.

Αλλά να κάτσεις με τα  τούβλα γύρω σου
Ενώ οι άνεμοι του παραδείσου σφυρίζουν γοερά
Αναζητώντας ενδελεχώς τι θα μπορούσε ή τι πρέπει να γίνει
δεν θα υπήρχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό.



* * *



Days


What are days for?
Days are where we live.
They come, they wake us
Time and time over.
They are to be happy in:
Where can we live but days?

Ah, solving that question
Brings the priest and the doctor
In their long coats
Running over the fields.




Μέρες


Τι είναι οι μέρες;
Οι μέρες είναι εκεί που ζούμε.
Έρχονται, μας ξυπνούν
Χρόνο με τον χρόνο
Πρέπει να ζούμε ευτυχισμένα
Πού μπορούμε να ζήσουμε εκτός από μέρες;

Αχ, λύνοντας αυτή την ερώτηση
Φέρνει τον ιερέα και τον γιατρό
Στα μακριά παλτό τους
Τρέχοντας πάνω στα χωράφια.



                                          Μετάφραση: Μαρίκα Συμεωνίδου




ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Φίλιπ Άρθουρ Λάρκιν (Philip Arthur Larkin, 9 Αυγούστου 1922 - 2 Δεκεμβρίου 1985) είναι Άγγλος συγγραφέας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στην Οξφόρδη και εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στο Πανεπιστήμιο του Hull. Πολυβραβευμένος, μεταφρασμένος σε πολλές χώρες και αγαπητός ποιητής της γενιάς του. Τα έργα του δεν είναι απλά αξιομνημόνευτα, είναι αξέχαστα λόγω του αυτοσαρκασμού αλλά και του αγγλικού χιούμορ που τον χαρακτηρίζει.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ
- Πλοίο του Βορρά (1945) [The North Ship]
- Οι λιγότερο εξαπατημένοι (1955) [The less deceived]
- Οι γάμοι της Πεντηκοστής (1964) [The Whitsun Weddings]
- Ψηλά παράθυρα (1974) [High Windows]

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ
- Τζιλ (1946) [Jill]
- Ένα κορίτσι το χειμώνα (1947) [A Girl in Winter]



Στην εικόνα: Philip Larkin by Humphrey Ocean (1984).
Πηγή για την εικόνα: Βικιπαίδεια.

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

Μαρίκα Συμεωνίδου, "Ξέρεις πού οδηγεί"




ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ


Ξύπνησα έχοντας στο χέρι μου
Το άγαλμα της Αθηνάς
Σοφό το όνειρο
Που δε γίνεται πραγματικότητα
Που σε ξεβολεύει
Όπως ο φίλος που χάθηκε πρόωρα
Όπως η βροχή στο τζάμι
Από μέσα
Δάκρυ.





ΜΟΥΣΑ


Είσαι του έρωτα ανασκόπηση
Είσαι φιγούρα του Botticelli
Είσαι εκείνη που με κάνει
Να καταπίνω λέξεις
Είσαι η αρχιτεκτονική της σιωπής.





ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ


Στον άνεμο
αρέσει σαν ποιητής
Να χαϊδεύει
τα μαλλιά των λέξεων
Άλλες να τις πετάει κάτω στο λευκό χαρτί
Και να τις τσαλακώνει
Κι άλλες να τις φυλάει
σαν φλογίτσες στην παλάμη του.





ΑΠΡΙΛΗΣ


Έχω ραμμένα στο παλτό μου
δύο δάκρυα
από την άνοιξη εκείνη που σε αρνήθηκα.

«Όταν έχει μπει ο Απρίλης και σου ’χει ανακατέψει τα μαλλιά»
«Μυρίζω βροχή, το ξέρω»
Κάθε που βρέχει
Μαζεύω λέξεις, στάλα
στάλα τις κόβω.

κι όμως η ομορφιά γεννιέται στον θρυμματισμένο ήχο
ενός λουλουδιού.

Όλοι θα ξεχαστούμε
Κι οι στίχοι θα λιώσουν σαν κεριά.





Έλεγε συνέχεια…

ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ


Το άρωμά της
Όπου κι αν περνούσε
Μύριζε ρόδο

Ένα ποίημα
ξεδιπλώθηκε μέσα
στα βλέμματά τους

χάσανε χρόνια
πολύτιμα λέγοντας
πολλά σ’ αγαπώ.

Το σκοτάδι του
Το φιλί της φωτίζει
Μάη θυμίζει

Αγάπη είναι
οι ακτίνες του ήλιου
στην αγκαλιά σου





Από τη συλλογή «Ξέρεις πού οδηγεί», ΑΩ εκδόσεις, 2020.