Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιάκος Σούλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιάκος Σούλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Σημείωμα Μαΐου 2016




Μαρμαρυγή της θάλασσας

Μαρμαρυγή της θάλασσας οι άκρες των χειλιών σου. Καθυστερημένος άγιος το βλέμμα σου ακουμπούσε με την φτερούγα του την θάλασσα κι αυτή τον απόδιωχνε να μπει στους ουρανούς.
Νύχτωνε. Mε κραυγή πουλιού η νύχτα πλησίαζε τινάζοντας την άμμο από τα ρούχα του μοναχού και αυτή σκορπούσε θραύσματα από φως, πιτσιλώντας και πλημμυρίζοντας με γαλαξίες την θάλασσα.
Στον πηλό έψαχνα να στερεώσω τα κομμάτια, κρυφά να τα μεταφέρω στα απογεύματα του Γενάρη όπου το βλέμμα σου κατοικούσε σαν μνήμη και δόνηση.
Το βλέμμα σου, κοσμική μητέρα και πατέρας στο αποκορύφωμα του οργασμού τους να γονιμοποιούν την νύχτα σε φως μέσα στης νοσταλγίας τις θαλασσινές σπηλιές και τα ζεστά λαγούμια του μυαλού. Σε ξεχασμένες σελίδες ανθολογίου με κρινάκια ξερά και άνθη επίπεδα, γεννοβολώντας μιαν άνοιξη.
Άνοιξη! Όπου ξεδίπλωνε τα φτερά του ο άγιος και έδινε χρώμα, στα ξεραμένα από τον χειμώνα πέταλα, φτεροκοπώντας και σκάβοντας βαθιά στις κόρες των ματιών σου, έναν κρατήρα που εκσφενδόνιζε νεφέλωμα θανάτου από φως, από ασήμι και χρυσάφι.
Ήταν το ίδιο Νεφέλωμα που γευόμουν το πιτσίλισμα των αστεριών στην άκρη των χειλιών σου που στην αρχή ήταν φως μα σιγά σιγά έπαιρνε την γεύση της αρμύρας και τότε στην φωτεινή παλίρροια των ματιών σου ξανασυναντούσα με κόπο, μάλλον αυτό που οι άνθρωποι αιώνες τώρα ονομάζουν θάλασσα.


Σούλης Λιάκος



Στην εικόνα: "Ελούντα", έργο του Δημήτρη Κούκου.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Αλεξάνδρα Μυλωνά, "Φιλοσοφώντας ποιητικά"




Φιλοσοφώντας ποιητικά

Μια ανάγνωση της ποιητικής συλλογής του Σούλη Λιάκου
Λογαριασμός όψεως
(Καλντερίμι 2014)

Τι θα μπορούσε να είναι η έρημος πριν γίνει έρημος; Έρημος, νερό,  δάσος; Ή τίποτα; Ο Λιάκος ξέρει:
                                    
                                    Η έρημος πριν γίνει έρημος
                                                                        καμήλα ήτανε

Τα πράγματα από μόνα τους, για τον ποιητή, είναι λειψά. Μόνο με τη σύνδεσή τους αποκτούν νόημα, μόνο με την ανακάλυψη της συνέχειας έως και του αντίθετού τους μπορεί κανείς να τα γνωρίσει, να τα κατανοήσει στην ολότητά τους: το παν ήτανε ένα και το ένα θα γίνει παν και το παν που εμπεριέχει αυτό το ένα είναι το σύμπαν. Τι είναι τώρα αυτό, ποίηση ή φιλοσοφία; Ο Λιάκος θέτει φιλοσοφικά ερωτήματα, στα οποία δίνει τις δικές του ποιητικές απαντήσεις. Ο φιλοσοφικός του στοχασμός ξεδιπλώνεται στον Λογαριασμό όψεως, το ποιητικό έργο του που εκδόθηκε από τις βεροιώτικες εκδόσεις Καλντερίμι το 2014.
          Επιχειρώντας να ακολουθήσω αυτόν τον στοχασμό στην ανάπτυξή του στέκομαι στο ποίημα Ό,τι βλέπω γίνομαι, όπου ο δημιουργός σπα το σύνορο της ύλης που τον εγκλωβίζει και αφήνεται στη φύση, μεταμορφώνεται με την αθωότητα, την καθαρότητα και την τόλμη ενός μικρού παιδιού σε ό,τι βλέπει. Γίνεται λουλούδι και σχισμή, γίνεται ινδιάνικη σκηνή, βουτά μέσα στη γη και εκρήγνυται, γίνεται πέτρα και χάνεται μέσα σ’ αυτήν.  «Τι ωραίο!», μου είπαν αυθόρμητα κάποια παιδιά του Καλλιτεχνικού σχολειού, όταν τους το διάβασα. Μα τι επιδιώκει ο ποιητής; Να χαθεί για να βρεθεί. Να ενωθεί με τον κόσμο που τον περιβάλλει, για να ολοκληρωθεί, για να κατανοήσει, ως ένας σύγχρονός μας προσωκρατικός φιλόσοφος, το άλλο, για να γνωρίσει, στο τέλος, καλύτερα τον εαυτό του.

Αστρική ύλη

Ουρανός είναι
το τέλος ενός ελικοειδούς
πυρακτωμένου σωλήνα
που με απίστευτη ταχύτητα τον διαπερνάς
και σε εκτινάσσει σε μια
γαλάζια
περιστρεφόμενη
με αραιά συννεφάκια αυλή.


Στην Αστρική ύλη ο ποιητής βρίσκεται σε κίνηση, σε εγρήγορση, σε αναζήτηση στο σύμπαν, που, βέβαια, δεν είναι μόνο εκεί πάνω ή εκεί πέρα ή εκεί γύρω ή εκεί έξω, είναι και μέσα μας, περνάει κι από μέσα μας, όπως διαβάζει κανείς στον Διάτρητο.


Ήταν ένας άνθρωπος που είχε μαύρες στο σώμα του τρύπες.
Μπαινόβγαινε ο ήλιος από μέσα του
μπαινόβγαινε κι ο αέρας
                                     [...]
Διότι είχε τρύπες πολλές στο σώμα του
απ’ τους πολλούς θανάτους.


Τι σύλληψη κι αυτή: ένας άνθρωπος που τον διαπερνά ο ήλιος, ο αέρας, η θάλασσα, τα λόγια των ανθρώπων και τα ψέματά τους, αλλά και οι θάνατοι της ζωής του, ένας άνθρωπος που αφήνει τον κόσμο να περάσει μέσα από τα τραύματα και τις πληγές του – ίσως, γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Πόσο διάτρητοι είμαστε εντέλει, πόσο τραγικά ευάλωτοι κι εμείς κι ο κόσμος, ζωντανοί νεκροί είμαστε, αλλά δεν το βλέπουμε ή κάνουμε πως δεν το βλέπουμε.
        Πώς αντικρίζει αυτή τη μοναδική εικόνα ο δημιουργός; Με τα μάτια της ψυχής, που ανοίγουν με τη δύναμη της ποίησης, αφού, όπως γράφει…


                                                                         Ποίηση, η λέμβος
που κουβαλάει για λίγο στην πατρίδα της την ψυχή
                                                                      και την επιστρέφει.


Ένα σκάφος, λοιπόν, είναι η ποίηση, ένα μέσο που δρα ιαματικά, που προσφέρει στις αγωνίες του νου και τα πάθη της ψυχής τη δυνατότητα μιας μοναδικής ενορατικής θέασης του κόσμου και του ανθρώπου μέσα σ’ αυτόν, για να παρηγορήσει, να θεραπεύσει, να υποστηρίξει τη ζωή του καίρια, όπως η αναπνοή: βαθιά εισπνοή  για να καταρριφθεί το φράγμα της λογικής - δυνατή παύση για την ενόραση, την ενατένιση του παντός - αργή εκπνοή για τον μετασχηματισμό της σύλληψης σε σκέψη, σε  συναίσθημα, σε ποίημα που διακρίνεται για τον συνδυασμό της τέχνης της ποιητικής με τη φιλοσοφία.
       (Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως τα τριάντα τρία ποιήματα της συλλογής δηλώνονται ευθύς εξαρχής από τον υπότιτλό  της ως τριάντα τρεις ανάσες).

Κι όλα αυτά γιατί; Για ποιο λόγο; Για να γίνει ο άνθρωπος σοφότερος στο  δημιουργικό ταξίδι της ζωής, όπως περιγράφεται στην Ασαφή σαφήνεια, απ’ όπου και οι επόμενοι στίχοι:

Χαράζεις έναν-έναν τους καινούριους σταθμούς
κι όταν έχει ολοκληρωθεί το σχήμα τους
αφού από καιρό έχει φαγωθεί κι ο τελευταίος λωτός
κι έτσι αρχίσουν πάλι όλα κάτι να θυμίζουν
σοφότερος γυρίζεις την πλάτη στη σαφήνεια

ξεκινώντας για την επόμενη ασάφεια.


Όσο πιο σοφός, τόσο πιο κοντά στον θάνατο; Ίσως. Ίσως πάλι ο θάνατος να είναι απλώς η δυνατότητά μας για μια άλλη ζωή, που εξαρτάται από αυτήν που ζούμε τώρα. Οντολογία λοιπόν, ζητήματα γνωσιοθεωρίας, αλλά και ηθική γι’ αυτήν εδώ τη ζωή μας. Ο Λιάκος θέλει να βοηθήσει τον άνθρωπο να βελτιώσει τη συμπεριφορά του στο πλαίσιο του κοινωνικού συνόλου.  Αλλιώς τι εξυπηρετεί η σοφία, αν δε μας κάνει να ευεργετηθούμε απ’ τον θυμό μας, να αποβάλουμε – κι αν αυτό δε γίνεται – να διαχειριστούμε, έστω και αποτίνοντας Φόρο τιμής στον μαύρο βράχο της κακίας μας;


Οφείλουμε όλοι σεβασμό
στης κακίας μας τον μαύρο βράχο.

Της οφείλουμε την αναγνώριση της ύπαρξής της
τον καταστατικό χάρτη των δικαιωμάτων της
για να συγκατοικήσουμε κάποτε μαζί της
χωρίς φθορές
κι άκαρπες επεκτάσεις.


Τι τη χρειαζόμαστε τη σοφία, αν αυτή δε μας βοηθάει να μετριάσουμε τον εγωισμό; Να γίνουμε λίγο πιο ταπεινοί, κατανοώντας πώς το περισσότερο που μπορούμε να γίνουμε είναι μια χούφτα χώμα...


Μια χούφτα χώμα
γεμάτη με σένα και μένα.


Τόσο απλό, αλλά και τόσο μετρημένα λυρικό! Είναι βέβαιο πως η στέρεη και δυνατή σχέση του Λιάκου με τη μουσική, όπως αυτή διαφαίνεται στο δοκιμασμένο από τον χρόνο μουσικό έργο του, οδηγεί καίρια τα βήματά του και σ’ αυτή την πρώτη του καθαρά ποιητική απόπειρα. Τόσο άμεσο, γι’ αυτό και τόσο συγκινητικό, μου λέει μια μαθήτρια μέσα από την εφηβική της πρόσληψη.
         Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια φιλοσοφική ποίηση που συν-κινεί τον αναγνώστη, σελίδα με τη σελίδα όλο και πιο πολύ, καθώς αυτός προχωρά από τον Λογαριασμό όψεως Α΄ στον Λογαριασμό όψεως Β΄ (τις δύο ενότητες της συλλογής με τις πενήντα έξι σελίδες), ψάχνοντας ταυτόχρονα σ’ ένα δεύτερο επίπεδο να ερμηνεύσει την επιλογή μιας τραπεζικής ορολογίας  για τίτλο σ’ ένα ποιητικό έργο με εντέλει συμπαντικό χαρακτήρα. Το τέλος της έρευνας οδηγεί, σύμφωνα με το γενικότερο πνεύμα του δημιουργού, στην ανατροπή του  ποιήματος της τελευταίας σελίδας.


Κλείσιμο λογαριασμού

Δώσ’ τα όλα.
Μνήμη.
Αίσθηση.
Όλα.
Για σένα,
κράτα την ξεραΐλα
το αχάιδευτο χώμα της ρίζας του αμπελιού
το σκονισμένο καλντερίμι
την άνυδρη πλαγιά του βουνού.
Κράτα την ξηρασία εντός σου.


Ναι, ο Λογαριασμός όψεως του Σούλη Λιάκου είναι μια πνευματική κατάθεση του δημιουργού στον κοινό τρεχούμενο λογαριασμό της ζωής μας, μια κατάθεση που περιμένει τις δικές μας αναλήψεις, μπορεί και τις δικές μας καταθέσεις – γιατί όχι; – για την ολοκλήρωση της επικοινωνίας. Καταθέτης και ο Κώστας Αρώνης που φιλοτεχνεί το εξώφυλλο του βιβλίου με μια πύλη, μια χοάνη, ένα συμβολικό πέρασμα από τον πομπό στον (απο)δέκτη και τ’ αντίστροφο, ενδεικτικό της (απ)όψεως συνεργασίας του με τον ποιητή, τον επιμελητή της προσεγμένης έκδοσης Γιώργο Λιόλιο και τους με προσήλωση αγάπης αποθησαυριστές του έργου του Λιάκου, Δημήτρη Παπαστεργίου και Βασίλη Δασκαλάκη.
        Για έναν κόσμο, σε τελική ανάλυση, με καλύτερους ανθρώπους, που τον έχουμε ανάγκη!
         (Ναι, η ποίηση μπορεί να μη δίνει ψωμί, όπως αναγράφεται στην προμετωπίδα της συλλογής, με την έννοια του ότι δεν κάνει τον ποιητή οικονομικά ανεξάρτητο, ποιος όμως μπορεί να αμφισβητήσει πως είναι πνευματική τροφή για όλους εμάς τους πεινασμένους…).

Αλεξάνδρα Μυλωνά



Σημείωση
Η ομιλία εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στην ΤΑΒΥΑ, στη διάρκεια της οποίας ποιήματα του ποιητή διάβασαν οι μαθητές του Καλλιτεχνικού Λυκείου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, Αντριάνα Ζαχαριάδου και Στέλιος Βραχνής
(Φεβρουάριος 2015, Θεσσαλονίκη).

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Σούλης Λιάκος, "Λογαριασμός όψεως"




(Πέντε άτιτλα ποιήματα)



Ας αφήσω το άγνωστο μόνο του
εντός μου
να με απειλήσει.



*


Πουλιά στο σούρουπο
κάθετα πέφτουν
νοσταλγίες ανεξέλεγκτες λευτερώνονται

στίγματα ιερά
ψυχές τ’ ουρανού
συμπαγείς ξεχειλίζουν
πάνω μου γκρεμίζονται και σκαλώνουν

τα δώρα μου
πουλιά σε κλουβιά
σε ήχο κρουστού
σε στίχους μουσικής.



*


Ποίηση, η λέμβος
που κουβαλάει για λίγο στην πατρίδα της την ψυχή
και την επιστρέφει.



*


Με τι παπούτσια να περπατήσω αυτήν την ηλικία;
Τι ρούχα να φορέσω στον καιρό της;

Τόσος πλούτος έξω μου
                                                        κι εγώ χάνομαι μέσα μου.



*


Το αναπάντεχο
φρόντισέ το
ρίξε ένα ρούχο πάνω του
καλοδέξου το
πάρ’ το μαζί σου
κέρασε του κάτι.
Ο τελώνης είναι
που ζητάει τα τέλη του
για την διέλευση σου στο άχρονο.





Από τη συλλογή «Λογαριασμός όψεως», εκδ. καλντερίμι, 2014

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

4+1 βιβλία ενταύθα




Είναι φίλοι και τσουγκρίσαμε πάρα πολλές φορές τα ποτήρια μας, ανταλλάσσοντας τα μεράκια μας, τις ανησυχίες μας και τους προβληματισμούς μας (λογοτεχνικούς και μη). Ο λόγος για τους Παύλο Παρασκευαΐδη, Ιγνάτη Χουβαρδά, Γιώργο Ν. Σιώμο, Σούλη Λιάκο και Δημήτρη Ιορδ. Καρασάββα, που το 2014, με μια πολιτισμική ομοβροντία, μας χάρισαν τα βιβλία τους, δίνοντάς μας χαρές και συγκινήσεις. Οράματα, λογοτεχνικές σκέψεις, προδημοσιεύσεις (αρκετές εξ αυτών στο ιστολόγιό μας), συγκεντρωμένα πια σε καλαίσθητες εκδόσεις, απόκτησαν την τιμητική τους θέση στην ξεχωριστή βιβλιοθήκη των φίλων.




Παύλος Παρασκευαΐδης
Μουσείο κέρινων ποιημάτων
Ποίηση, εκδ. Ενδυμίων, σελ 52

Με τέσσερις αίθουσες, που περιλαμβάνουν συνολικά 28 ποιήματα, άνοιξε τον Ιανουάριο του 2014 τις «πύλες» του στο αναγνωστικό κοινό το «Μουσείο κέρινων ποιημάτων». Πρόκειται για τη δεύτερη συλλογή του Παύλου Παρασκευαΐδη (έχει προηγηθεί η ποιητική σύνθεση «Ερωτικοί μονόλογοι», Δρόμων 2010), κύριο δε χαρακτηριστικό της είναι τα πεζόμορφα, ως επί το πλείστον, ατμοσφαιρικά ποιήματά της. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το εξώφυλλο της συλλογής φιλοτέχνησε ο ίδιος ο ποιητής.





Ιγνάτης Χουβαρδάς
Υπόκλιση στον πειρασμό
Διηγήματα, εκδ. Οδός Πανός, σελ. 128

Ο Ιγνάτης Χουβαρδάς είναι κάτοικος Κομοτηνής αλλά δεν ξεχνάει ποτέ την γενέτειρά του Βέροια. Είναι άλλωστε και μέλος της συντακτικής ομάδας του ιστολογίου μας, οπότε δικαίως συμπεριλαμβάνεται στην παρούσα αναφορά. Τέσσερα χρόνια μετά την ποιητική του συλλογή «Θερινό τετράδιο» (εκδ. Οδός Πανός 2010), κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Υπόκλιση στον πειρασμό». Πρόκειται για 9 διηγήματα όπου ο έρωτας έχει τον πρώτο ρόλο και ο συγγραφέας, για μια ακόμη φορά, θέλει να εξάρει το απελευθερωτικό σθένος και την αναγεννητική ορμή του.





Γιώργος Ν. Σιώμος
Το παράπονο του Εμμανουήλ Παπά
Διηγήματα, εκδ. Γαβριηλίδης, σελ 208

Πρόκειται για την δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Γ. Ν. Σιώμου. Με τον «Κορυδαλλό» (Αλεξάνδρεια 2012), «έχτισε» γέφυρες ανάμεσα σε δύο εποχές και δύο γενιές. Με «Το παράπονο του Εμμανουήλ Παπά», «πλέκει» 22 λογοτεχνικές ανεμόσκαλες απ’ όπου εμφανίζονται φαντάσματα φίλων, παλιοί συνάδελφοι απ’ τον στρατό και από την εργασία, πόθοι ανήμεροι για καλλονές, αλλά και η φιγούρα του Χάρου που άναρχη κανοναρχεί στις πράξεις ενός, δίχως τέλος, πολυποίκιλου θεάτρου σκιών. Σχέδιο εξωφύλλου: Διονύσης Δουλιάκας.





Σούλης Λιάκος
Λογαριασμός όψεως (τριάντα τρεις ανάσες)
Ποίηση, εκδ. καλντερίμι, σελ 56

Αρχικά ήταν σκέψεις ιαματικές, για να γαληνεύει η ψυχή. Έρχονται από χρόνους παλιούς αλλά έπειτα από μία μετάλλαξη που διήρκεσε τρία και πλέον χρόνια μετατράπηκαν σε ποιήματα, που όμως διατήρησαν την διαρκή κουβέντα τους με το άχρονο. Με την παρούσα συλλογή του, ο τραγουδοποιός Σούλης Λιάκος, ανοίγει …Λογαριασμό Όψεως στην τράπεζα της Ποίησης και, παραμονή Χριστουγέννων (λίγο πριν εκπνεύσει το 2014), κάνει μία ακόμη κατάθεση στην πόλη του, όντας ο ίδιος ένα μεγάλο πολιτιστικό κεφάλαιο γι’ αυτήν. Τα σχέδια του βιβλίου φιλοτέχνησε ο ζωγράφος Κωνσταντίνος Αρώνης.





Δημήτρης Ιορδ. Καρασάββας
Βιογραφία
Ποίηση, εκδ. Ενδυμίων, σελ 64

Κυκλοφόρησε καθώς κοιτάζαμε να πέφτουν οι τελευταίοι κόκκοι άμμου στην κλεψύδρα του 2014. Τα πιο πολλά ποιήματά της κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας ήδη από το 2008, σαν μια πομπή αυτομαστιγούμενων ζηλωτών κάποιας ξεχωριστής λογοτεχνικής αίρεσης. Κάποια διαβάστηκαν σε δημόσιες αναγνώσεις και προδημοσιεύσεις. Αποσυνάγωγα, και περιπλανώμενα ως άλλοι προσκυνητές, ήρθε η στιγμή να βρουν στέγη στον δικό τους ναό, το δικό τους «Μητρώον», του οποίου η μετώπη γράφει: «Βιογραφία». Πέμπτη ποιητική συλλογή για τον Δ. Ι. Καρασάββα και την αναμέναμε εναγωνίως (οκτώ χρόνια μετά «Τα φεγγάρια του Αυγούστου» εκδ. “η ΣΥΝ+είδηση” 2006), για να αποχαιρετίσουμε ποιητικά το 2014 και να υποδεχτούμε ένα πολλά υποσχόμενο 2015. Έργο εξωφύλλου: Θοδωρής Γ. Μαυρίδης.


Τις προσεχείς ημέρες θα δημοσιεύσουμε δείγματα γραφής από τις ανωτέρω συλλογές.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Σημείωμα Δεκεμβρίου 2014


 
Ο Ποιητικός Πυρήνας (mark II)


Η κοινωνική ένταξη της αγωνίας μέσα από την τέχνη

του Σούλη Λιάκου

Η τέχνη είναι ένα πεδίο δοκιμών, προσομοιώσεων και διαφόρων συμπεριφορών που πολύ θα θέλαμε να ήμαστε στην καθημερινή μας ζωή αλλά το κόστος τους μας αποτρέπει. Τέχνη είναι η μεταφορά αυτών των εμπειριών, εικονικά, πάνω στην σκηνή, στο χαρτί, στις νότες, στο πανί, ίσα-ίσα να τις δοκιμάσουμε, να τις πάμε ως το τέλος, αποκομίζοντας με αυτόν τον ανώδυνο τρόπο την γνώση μιας πράξης χωρίς να την έχουμε κάνει. Είναι μια πονηριά, μια κομπίνα του νου, που στην ιστορική της πορεία αυτή η προσομοίωση ονομάστηκε πνευματικότητα και το αποτέλεσμα της: γνώση.
Γράφουμε για να εκφράσουμε λοιπόν αυτό που ήμαστε, η εκείνο που θα θέλαμε να ήμαστε με το λιγότερο δυνατό κόστος από ότι με την πραγματική μας την έκθεση. Εξορκίζουμε με αυτόν τον έξυπνο τρόπο τους φόβους μας, τις αποτυχίες μας, τις ελλείψεις μας και την μικρότητα μας. Γίνεται τότε λοιπόν το έργο μας ένα λατρευτικό ξόανο, ένα τοτέμ, που μας προφυλάγει και μας κρατάει ορθούς στον σκοπό μας επειδή μας πάει κάπου. Από την άγνοια στην γνώση. Όμως, προσοχή είναι μεταφορικό μέσον δεν είναι ο σκοπός.
Η τέχνη σαν αυτοσκοπός και ηδονή και απόλαυση ονομάζεται λογοτεχνία. Δεν υποτιμώ και αυτήν την λειτουργία της τέχνης, όμως η δύναμη ενός έργου εξαρτάται από την δύναμη του να μας μεταφέρει αλλού, σε άλλον κόσμο. Όχι μόνο αν το απολαύσαμε αλλά και αν θελήσουμε από σήμερα που το διαβάσαμε, να μιμηθούμε τους ήρωες του, να γίνουμε ήρωες και εμείς στην καθημερινή μας ζωή και να πρωταγωνιστήσουμε ζωντανά και όχι εικονικά μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου.
Το έργο πρέπει να βάζει ένα λιθαράκι στην ψυχική αλλαγή του δημιουργού και έπειτα σ’ αυτόν που το μοιράζεται.
Έχω μια μανία σχεδόν αυτιστική με την προσωποποίηση των ηρώων στη σχέση συγγραφέα, αναγνώστη. Τελικά ο συγγραφέας τα εννοεί αυτά που γράφει η το κάνει λόγω ευχέρειας και ταλέντου; Γιατί γράφουμε; γιατί διαβάζουμε; Για να εντυπωσιάσουμε με το ταλέντο μας; για να αποφύγουμε την μοναξιά μας; για να αντέξουμε την μοναξιά μας; για να υπερέχουμε; για να μπαζώσουμε τον κενό χρόνο; για να μας πιάσει ο ύπνος, η για να τολμήσουμε να αλλάξουμε την ζωή μας και να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι;
Μέσα από αυτούς τους προβληματισμούς προέκυψαν και τα δικά μου κείμενα, οι δικές μου «Καταθέσεις όψεως». Είναι σημειώσεις και ημερολόγια εσωτερικών ταξιδιών. Δεν είχα κατά νου την λογοτεχνία γράφοντας τα. Σημειώσεις αυτογνωσίας και αυτοανάλυσης είναι, εξάλλου η τέχνη είναι χρήσιμη μόνο όταν μπορεί και μας υπηρετεί. Όταν μας εντάσσει μέσω της ιδιόρρυθμης αγωνίας μας στην κοινωνία. Και επειδή η ζωή είναι μια πολύ πιο σπουδαία υπόθεση από την τέχνη (και ας κυριαρχεί παντού η αντίθετη άποψη). Να εξυπηρετήσω μέσω της τέχνης την ζωή μου και όχι την τέχνη ξοδεύοντας την ζωή μου.
Με αυτά και με άλλα η λογοτεχνία ας περιμένει…




Το κείμενο του Σούλη Λιάκου είναι προπομπός της συλλογής του «Λογαριασμός όψεως», που αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Καλντερίμι».
(Στην φωτογραφία, η συντακτική ομάδα του Ποιητικού Πυρήνα. Από αριστερά προς τα δεξιά: Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Βασίλης Δασκαλάκης, Παύλος Α. Παρασκευαΐδης και Ιγνάτης Χουβαρδάς, στο cafe McOza, ή αλλιώς, στα "πυρηνικά γραφεία", στις 27/10/2014).

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Σούλης Λιάκος, "Ο νούτσικος"



Ο νούτσικος

Στα νήπια πήγα ελάχιστα. Κρατούσα την μάνα μου σφιχτά από το χέρι, όταν πρωτοπήγα σχολείο. Δεν ήθελα. Μαζευτήκανε όλα τα παιδιά στην αυλή. Μπήκαμε στην τάξη. Εγώ ήθελα την μάνα μου δίπλα. Κάτι της είπε χαμηλόφωνα η νηπιαγωγός, χαμογέλασε υπομονετικά αυτή. Ήθελα να καθίσει δίπλα μου στο θρανίο.
«Τώρα, παιδιά», είπε η δασκάλα, «είναι μέρα. Ο ήλιος είναι εκεί ψηλά, και εμείς πρέπει να παίζουμε». Σηκωνόταν τα παιδιά, εγώ μαζί τους καχύποπτα, και τριγυρίζαμε ζωηρά γύρω από τα θρανία. «Τώρα είναι μεσημέρι και θα φάμε». Παίρναμε από ένα κουτάλι και τρώγαμε στον αέρα. Εγώ έτρωγα μόνο αν έτρωγε και η μάνα μου, δίπλα. Την έβλεπα, νομίζω, να χαμογελάει με το ζόρι, μπορεί και να το διασκέδαζε όμως. Δεν ξέρω.
«Τώρα, παιδιά, ήρθε το βράδυ και ετοιμαζόμαστε να κοιμηθούμε. Όμως μόλις θα σας δώσω το σύνθημα, θα ξυπνήσετε και θα κουνήσετε το χέρι προς την ανατολή τραγουδώντας: «Ήλιος - ήλιος επάνω στα βουνά…».
Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα, σκέφτηκα, πρέπει να ακουμπήσω το κεφάλι στο θρανίο ανάμεσα στα χέρια μου, να κλείσω τα μάτια και να κάνω πως κοιμάμαι. Αν φύγει η μάνα μου; Έπιασα και ένα νεύμα της κυρίας προς το μέρος της: «μόλις κλείσουν τα μάτια τους, σηκωθείτε αθόρυβα να φύγετε». Αυτό ήταν! Όλα τα παιδιά κοιμότανε και εγώ είχα κρυφά το ένα μάτι ανοιχτό. Κάποια στιγμή αθόρυβα αποπειράθηκε να φύγει. Εγώ σηκώθηκα πιο μπροστά από εκείνη…
«Δεν πειράζει, κυρία Λιάκου, ας μην έρθει για λίγο καιρό», αποφάσισε εντέλει η δασκάλα.
Έτσι και έγινε. Σε λίγους μήνες με έστειλε η μάνα μου πάλι στα νήπια. Ήταν μια άλλη δασκάλα, χειρότερη από την πρώτη. Θυμάμαι πως με σήκωσε όρθιο, μαζί με άλλα παιδάκια, κοντά στην πόρτα. Κάτι με ρωτούσε. Περίμενε απάντηση; Δεν ξέρω. Εγώ νόμιζα πως με βασανίζει! Βασανιζόμουν, πράγματι! Κοίταζα μια την πόρτα, μια τη δασκάλα. Θα το κάνω! Ή τώρα, ή ποτέ! «Τώρα!», είπα. Η δασκάλα περίμενε απάντηση. «Γαμώ τη μάνα σου, γαμώ!», φώναξα δυνατά, άνοιξα την πόρτα και έτρεξα προς την έξοδο, προς το σπίτι. Δεν γύρισα ούτε στιγμή να κοιτάξω πίσω. Πίστευα πως η δασκάλα και οι συμμαθητές μου με κυνηγούσαν μέχρι την αυλή μας.
Ήταν σούρουπο, και σε αντίθεση με όλη την τάξη, η μάνα μου με δέχτηκε με το γνωστό χαμόγελό της, σαν να γυρνούσα από κατόρθωμα, σαν ήρωα που έφερε σε πέρας την αποστολή του.
Έτσι μου φαίνονταν…

Ήθελα να γίνω χτίστης. «Τι θα γίνεις, Λιάκο, όταν μεγαλώσεις;» «Χτίστης, σαν τον πατέρα μου», απαντούσα, ή, ακόμη καλύτερα, «οικοδόμος». Μου άρεσε περισσότερο το «οικοδόμος».
Θαύμαζα τους εργάτες. Γυμνοί από την μέση και πάνω με το ηλιοκαμένο δέρμα και το μυώδες σώμα τους. Κοίταζα τα μπράτσα τους, όταν σήκωναν τον τενεκέ με το τσιμέντο στον ώμο τους, πώς φούσκωναν οι μυς τους. Πώς έπνιγαν περήφανα τον μορφασμό του πόνου, όταν προσγειωνόταν όλο αυτό το βάρος με δύναμη πάνω στους πληγωμένους τους ώμους, τους οποίους, για να ελαφρύνουν από τον πόνο, έδεναν σταυρωτά με κομμάτια από λινάτσα.
Ο Μίμης και ο Αλέκος.
«Έλα, πουτσούλα άντρα», φώναζαν ο ένας τον άλλον. Άρπαζαν τον τενεκέ τους και σχεδόν τρέχοντας ανέβαιναν την σκαλωσιά, για να το ξεφορτώσουν στην πλάκα γρήγορα, προτού πήξει.
Ήταν και ο Καζαντζίδης που επικύρωνε αυτήν την «επαγγελματική» επιλογή μου, αφού στα τραγούδια του μόνο για εργάτες τραγουδούσε, και για τους οικοδόμους με τα ηλιοκαμένα δέρματα. Πουθενά για γιατρούς, δικηγόρους και φαρμακοποιούς!
Εντάξει! Δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη η μάνα μου το σχολείο, όμως και να μην πάω ντροπή ήτανε! Όλα τα παιδιά πήγαιναν.
Από πολύ μικρός θυμάμαι ένα τραγούδι που μου τραγουδούσε:

«Ένα μικρό νούτσικο
μικρό και χαϊδεμένο
η μάνα του το έστελνε
και στο σκολειό του πάει.
Κι ο δάσκαλος το μάλωνε
με μια χρυσή βεργούλα.
- Ω γιε μου, πού είν’ τα γράμματα;
Ω γιε μου, πού είν’ ο νους σου;
- Τα γράμματα είναι στο χαρτί
κι ο νους μου πάει πέρα.»

Τραγουδούσε συνέχεια με εκείνη τη γλυκιά της φωνή για ένα παιδί που ο νους του πάει «πέρα». Εγώ λυπόμουν πολύ και δάκρυζα, γιατί αυτό το παιδί μάλλον ήμουν εγώ. Ένιωθα ένα αίσθημα ξεριζωμού με αυτό το τραγούδι. Το σχολείο ήταν κάτι που με ξερίζωνε από ένα τόπο και με έστελνε, σαν πρόσφυγα, σε έναν άλλον. Ήταν το τέλος της αθωότητας και η πνευματική αποκόλληση από τον λώρο της μάνας που συνεχίστηκε για χρόνια μετά τη γέννησή μου. Ήταν η εξορία από τον Παράδεισο και η είσοδος και η συμμόρφωση σε μια διδασκαλία για απαγορευμένους και μη καρπούς, για τα μη, τα ναι και τα όχι που θα συναντούσα από εδώ και πέρα στη ζωή μου.
Επιχείρησα πολλές αποστολές και εξόδους, αργότερα, προς εκείνη την εξορισμένη ζώνη της αθωότητας, της αφέλειας και της παιδικότητας. Όσο περνούσαν τα χρόνια, εδραιωνόταν, δυστυχώς, μέσα μου η πεποίθηση ότι θα κατάφερνα να φτάσω στην πολυπόθητη «γη της επαγγελίας», της παιδικότητας, δηλαδή θα ολοκληρωνόμουν ως άτομο, μόνον εάν υιοθετούσα τους τρόπους και τις μεθόδους των μεγάλων. Τη λογική.
Ναι, αλλά οι μεγάλοι με φόβιζαν πάντα. Οι μεγάλοι ήταν οι δάσκαλοι με μια βέργα που χτυπούσαν τα δάχτυλά μου, που μου τραβούσαν το αυτί και με ρωτούσαν επίμονα: «Πού τρέχει ο νους σου;»
Θυμόμουν τα τελευταία στιχάκια του τραγουδιού:
«…Τα γράμματα είναι στο χαρτί
κι ο νους μου πάει πέρα…»
Θα έβγαζα τη γλώσσα στους δασκάλους; Ε, λοιπόν, ναι! Δεν είχα άλλη επιλογή. Έσκαγα με την λογική. Έσκαγα με κάθε είδους δάσκαλο και σχολείο.
Εκεί ήθελα να πηγαίνει πάντα ο νους μου: Πέρα! Να πηγαίνει πάντα πέεεερα!!


Ο νούτσικος (παραδοσιακό)
(Τραγούδι: Σούλης Λιάκος, φωνητικά: Νίκος Ζιώγαλας)


Από το βιβλίο-cd «Με δυο πούπουλα στην πλάτη», Ζεύξις 2011
(Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό αρχείο του Σούλη Λιάκου)

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Σούλης Λιάκος, "Μετέωρος"


(Vincent van Gogh, "Starry Night")


ΜΕΤΕΩΡΟΣ

Καρφώνομαι στον αέρα
απλώνω βαμβάκι από πάνω
να στεγάσω τον καιρό μου
πίσω, πλάι και κάτω
σαν φωταγωγημένη εκκλησιά
να κυματίζω τις διαθέσεις της νύχτας.

Πέφτουν αστέρια στην σκοτεινιά
πέφτουν στην σκεπή
σβήνουν στα βαμβάκια οι φωτιές
δρασκελούν το καντηλάκι μου
βροχή, βροχή τ’ αστέρια
η νύχτα βροχή.

Ξαποσταίνω στο χάνι μου
τάισα τα ζώα, χαλάρωσα τα ρούχα
κοιτάζω από το τζάμι τις σκεπές
τις κορφές
τις ράχες των άγριων ζώων
τις διαθέσεις και τους κύκλους των ανθρώπων.

Ακούω ποδοβολητά ιπτάμενων αλόγων
φτεροκοπήματα αγίων
στοχασμοί πολεμιστές
γλυκοχαράζουν τα βουνά
κι ένας ήλιος φωτίζει
τους γκρεμούς των σπλάχνων μου.

Θα λιώσουν και σήμερα οι πάγοι
θα γίνουν νεράκι
να κυλήσουν στις πεδιάδες
θα ψάξουν τα πουλιά στους βράχους τις φωλιές τους
και θα μετρηθούν κέρδη και ζημιές
από τον χαλασμό της νύχτας.



Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Σούλης Λιάκος, "Από καλό κι από κακό"


(Νικηφόρος Λύτρας, "Κάλαντα", 1872)


Από καλό κι από κακό

Από καλό κι από κακό
σκοτάδι τρύπιο είναι το φως
φωνή μου πού νυχτώνεις.

Η φωνή μου ακουμπάει στην ελιά
και τυλιγμένη στην προβιά
ξεχειμωνιάζει.

Πότε ο αέρας πάλι
αχ αεράκι μου
πότε ο αέρας πάλι
το αδερφάκι μου
πότε θα με φυσήξει
θα με γλυκοξυπνήσει
πότε ασώματες μορφές
και στοχασμοί πολεμιστές
θα μ’ ανταμώσουν.

Από καλό κι από κακό
στοιχειώνει μέσα μου το φως
σ’ ένα βαθύ πηγάδι

και γυρίζει με στιχάκια στην ποδιά
με μιαν ολόχρυση προβιά
κι ένα κοντάρι.



Από τον δίσκο «ΤΟ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΒΟΥΝΟ»
Στίχοι - μουσική: Σούλης Λιάκος
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Ζερβουδάκης

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Σούλης Λιάκος, "Το ταξίδι του Γιώργου"



ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ

Σε στιχάκι προσευχής
μου ’πες τότε πριν χαθείς
τραγούδι ας κάνει
την ψυχή μου όποιος τη βρει
να μην χαθεί

Με τ’ αεράκι την αυγή
πήγες ταξίδι στην σιωπή
να βρεις το νήμα σου
βαθιά μέσα στη γης
πριν γεννηθείς

Την εικόνα σου κοιτάζω
και γλυκά σου τραγουδώ
στην εικόνα σου γελάω
το ποτήρι μου τσουγκράω
και στο χώμα το σκορπώ



Από τον δίσκο «Την μπέρτα μου ανεμίζω», EROS 1999

ΜΑΡΙΑ ΦΩΤΙΟΥ - Το ταξίδι του Γιώργου
 Στίχοι - μουσική: Σούλης Λιάκος