Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπακωνσταντίνου Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπακωνσταντίνου Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Κασσιανή Μαρτινάκη − Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Στη γη του ανέμου"

 



Ο άνεμος λέει…

Πνοή πρώτη


Μ’ έχει γεννήσει το πανί σ’ ένα τρικάταρτο
το κρώξιμο του γλάρου και τ’ αλάτι
βροχή που έραινε θολό το μπλε, το μοβ
ο γδούπος ο βαρύς, φύκια γεμάτος
κι όλα στον δρόμο μου αφρός, καρίνα μάχιμη
όλα τα ύφαλα κοράλλια, πεταλίδες

κι ας λένε όσοι τη ζωή
καλά δε γνώρισαν.

Τον άνεμο γεννάει το ταξίδι!




Η γη λέει…

Πνοή πρώτη


Ζάρι στο χέρι ενός αμούστακου θεού
μ’ ένα καπρίτσιο ρίχτηκα
στο προαιώνιο τίποτα.
Καυτό λιωμένο μέταλλο στα σπλάχνα μου
άλλο δε γνώρισα απ’ τη βία και το θειάφι.

Γύρω μου άστρα ατέλειωτα να παίζουνε στη νύχτα
γύρω μου σκόνη λαμπερή, και στην παλάμη μου ένα φως.

Κι έφτιαξα χέρια πέτρινα,
για να βρει νύχτα ο καιρός να ξαποστάσει.



*    *    *





Ο άνεμος λέει…

Πνοή δέκατη


Βαθιά οργωμένη ως το κόκαλο, ως τον θάνατο
με τα σπιτάκια θαλασσιά στο κύμα πάνω,
με πολιτείες και χωριά στην άγρια ράχη σου
με τις πληγές σου ανοιχτές −μα πώς αντέχεις−
βαθιές γεμάτη χαρακιές δαρμού στο σώμα σου
άκου με, άκου να σου πω,
τι σου ζητάω!

Μίλια καλώδια πισθάγκωνα αν σε δένουνε,
και δηλητήρια βαριά αν σε μεθάνε,
δίχως μισόλογα, προσχήματα, «αλήθεια μου»

να μου ταΐσεις τα παιδιά μου που πεινάνε!

(Σ’ έναν κατώτερο Θεό, μαύρο πιστεύουνε
ψάλλουν τα τύμπανα στα δάση
να τον βρούνε.
Όμως για δες,
εδώ το χρήμα κυβερνά

κι οι προσευχές πέφτουν νεκρές
δίχως ελπίδα.)




Η γη λέει…

Πνοή δέκατη


Ο ήχος, οι ήχοι, το χώμα, η λάσπη
νύχια να μπήγουν βαθιά μες στη σάρκα
μέταλλο αστράφτει χάσκω τρεμάμενη
τσιμέντο και σίδερο γυαλί και ατσάλι
καρφιά ρυθμικά, σταγόνες, σταγόνες
το βάρος στο στήθος σκληρή φυλακή.

Μ’ αντέχω, αντέχω, φυτρώνω κι ανθίζω.
Αιώνια εφήμερη, αιώνια πηλός.
Γελάω και φλέγομαι, Θεούς τιθασεύω

Βλεφάρων πετάρισμα όλοι οι δρόμοι.



*    *    *





Ο άνεμος αποχαιρετά…


Τα μεσημέρια σας, κουρνιάζω στις σκιές
ήλιος μονάχος πυρπολεί τα κεραμίδια
μήτε πουλιά μήτε φευγάτα άσπρα σύννεφα
τζιτζίκια μόνο τραγουδούν στα μέσα κλωνιά.

Το κάδρο γέρνει μες στο φως
βαραίνει στ’ όνειρο
μένει για πάντα στο μυαλό
με μια ζωντάνια,
που σε τρομάζει ώρες-ώρες σαν βυθίζεσαι:

Το όνομά σου μουρμουρίζει·
σε προσμένει.




Η γη αποχαιρετά...


Αρπάζεσαι από τα μαλλιά μου, στροβιλίζεσαι
σιδηροδέσμιος της δίνης μου, της μοίρας
στις χίλιες γλώσσες των πουλιών χρησμούς αφήνεις
στο φως στο βλέμμα ενός προφήτη γυρολόγου:

«Στάζει Θεός σε κάθε ανατολή, σε κάθε δείλι
Θεός σε κάθε συνοχή, σε κάθε βράχο
κρατιέται η ύλη και το φως με μιαν αγάπη
κι όταν αηδόνια τραγουδούν
κι όταν λουλούδια ξεδιπλώνονται στον ήλιο,
κι όταν γεννιούνται και πεθαίνουν οι εποχές,
το Θέλημά Του».

Και στη σταγόνα του νερού
μήτε στεριά μήτε πνοή, η Θεία Χάρη:

λίγο από σένα κι από μένα και ζωή.





Από τη συλλογή «Στη γη του ανέμου (πνοές − φωνές της ποίησης)», Εκδόσεις Κυβέρτι, 2025.





Η Κασσιανή Μαρτινάκη γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στην Αγγλική Λογοτεχνία και τη Θεωρία Λογοτεχνίας. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση από το 2005 και ζει τα τελευταία χρόνια με την οικογένειά της στην Πτολεμαΐδα. Το 2022 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή, «Του έρωτα και της σιωπής». Ποιήματα, κριτικά σημειώματα και μεταφράσεις της, έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Το 2024 εκδόθηκε η δίγλωσση ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου «Στους φεγγίτες η έξοδος (σπουδή στο φως σου)» σε δική της μετάφραση στην αγγλική γλώσσα από τις Εκδόσεις Κυβέρτι. Την Άνοιξη του 2025 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Ριπή ανοδική» Εκδόσεις Κυβέρτι και, λίγο αργότερα, από τις ίδιες εκδόσεις, η συλλογή «Στη γη του ανέμου», από κοινού με τον Δημήτρη Παπακωνσταντίνου.



Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε το 1967 στη Λάρισα, όμως ζει με την οικογένειά του μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί δέκα ποιητικές συλλογές και δύο πεζογραφήματά του. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Κάποια από αυτά απέσπασαν βραβεία και διακρίσεις σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Μερικά έχουν μεταφραστεί στην αγγλική, τη γαλλική και την ισπανική γλώσσα. Από τον Νοέμβριο του 2022 συνδιευθύνει το περιοδικό «ΝΟΗΜΑ», τον «Εξαμηνιαίο Πυρήνα Νόησης και Λόγου» που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη. Τον Νοέμβριο του 2022, εκδόθηκε στη Σεβίλλη και κυκλοφόρησε στα ισπανικά από τον εκδοτικό οίκο Padilla Libros το βιβλίο του “Εn mi barro los labios” («Στον πηλό μου τα χείλη»), σε μετάφραση του διακεκριμένου ελληνιστή Jose Antonio Moreno Jurado.
Εργογραφία:
Πεζογραφία:
1. Νυχτοπερπατήματα, νουβέλα (24 γράμματα, Αθήνα 2017)
2. Η τροχιά του βέλους (Όστρια, Αθήνα 2018)
Ποίηση:
1.   Μικρή Περιήγηση (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1996/ Εντύποις, Αθήνα 2017)
2.   Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος (Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016)
3.   Αχαρτογράφητα (24 γράμματα, Αθήνα 2017)
4.   Ο Μέσα Ήλιος (Εντύποις, Αθήνα 2018)
5.   Μνήμες της ρίζας (Κουκκίδα, Αθήνα 2020)
6.   Δρόμοι στη σκόνη (Κουκκίδα, Αθήνα 2021)
7.   Διαλέγω το λευκό (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2022)
8.   Λιωμένος Χρόνος (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2023)
9.   Στους φεγγίτες η έξοδος (Κυβέρτι, Αθήνα 2024)
10. Στη γη του ανέμου (Κυβέρτι, Αθήνα 2025)


Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2025

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Στους φεγγίτες η έξοδος (σπουδή στο φως σου)"




Στους φεγγίτες η έξοδος
(σπουδή στο φως σου)


(Αποσπάσματα από τον πρόλογο του βιβλίου)

Η συλλογή «Στους Φεγγίτες η Έξοδος» κάνει την εμφάνισή της σε μια περίοδο όπου ο σεβασμός προς τις βασικές ηθικές αξίες, όπως και η αξία της ανθρώπινης ζωής βρίσκονται στο ναδίρ, υπό την απειλή των πολεμικών συρράξεων και του θανάτου ως Δαμόκλειο Σπάθη επί των κεφαλών των αθώων.
    Ο ποιητής Δημήτρης Παπακωνσταντίνου ανήκει στη γενιά των λογοτεχνών που αποτυπώνουν με ειλικρίνεια και ψυχραιμία τη δυστοκία της εποχής και γράφουν με ευθύνη και διαύγεια, καθώς διαπιστώνουν ότι η σήψη δεν πρόκειται να διορθωθεί ως δια μαγείας. Και βεβαίως στη γενιά που γνωρίζει πως η ποίηση οφείλει, σε συνέργεια με τις λοιπές μορφές τέχνης, να αποτελεί προπύργιο και αρωγό στη νέα προσπάθεια για δημιουργία δεξαμενής σκέψης, απαραίτητης για τον σύγχρονο άνθρωπο.
[…] Εν τέλει, έστω και ως μεγάλο, εκτενές και πολύπλευρο μονοποίημα, η σύνδεση του κεντρικού νοήματος του «Στους Φεγγίτες η Έξοδος» με την έννοια της στιγμιαίας σύλληψης ενός φύλλου που πέφτει και μαζεύεται με άλλα φύλλα ως την αποσύνθεσή τους, θυμίζει την τεχνική της δημιουργίας ενός συμπυκνωμένου χαϊκού κατά την ιαπωνική τεχνοτροπία, όπου η σύλληψη μιας στιγμής δύναται να συμπυκνώνει συμπαντικής διάστασης νοήματα. Ο αναγνώστης καλείται να αποσυμπιέσει και να ταυτιστεί με τον περιπλανητή σε μια άκρως ενδιαφέρουσα πορεία προς το φως των φεγγιτών.


Χρίστος Λ. Τσιαήλης
Εκπαιδευτικός-Λογοτέχνης-Θεατρολόγος



ΙV


Είμαι νερό, είπε και ξάπλωσε γελώντας:

Θρέφω, ξεπλένω, παρασέρνω, ανταριάζομαι
κύματα-κύματα ξεσπώ, πέτρες κοιλαίνω
μολύνομαι, βαλτώνω, καθαρίζομαι
πέφτω βροχούλα δροσερή κι όλα τ’ αγιάζω.

Μα εσύ,
θέλεις μονάχα να ’σαι δέντρο
για να ψηλώνεις, να λυγιέσαι, να επαίρεσαι.
Νίκες μικρές να καμαρώνεις, τ’ άσπρα ανθάκια σου
μικρούς θανάτους να θρηνείς, φύλλα πεσμένα.

Κι όλο να κάνεις πως δεν είδες, πως δεν ένιωσες
τον ξυλοκόπο που στη ρίζα σου κοιμόταν.





Χ


Αθόρυβα πεθαίνουνε τα φύλλα, δίχως δάκρυα
λύνουν τα χέρια και στον άνεμο ξαπλώνουν.
Πώς λαμπυρίζουνε στο φως, πώς στροβιλίζονται
στον τελευταίο τους χορό πώς γαληνεύουν.

Κι αν τρίζουν κάποτε στον δρόμο που κοκκίνισε
δεν είναι θρήνος που Φθινόπωρο τα βρήκε.
Πουλιών φωνές παραμιλούν, ανέμων τάματα
μέσα στον ύπνο που γλυκά-γλυκά τα παίρνει.





ΧΙΙΙ


Τόσο αλμυρή στα μάτια μου η βροχή
κατάδυση αργή προς τα ναυάγια

− πολύκλωνα κοράλλια τα κυκλώνουνε
κι οι πεταλίδες γλιστερές στις λαμαρίνες −

Κι όλα τα τρώει αδιάκοπα ο καιρός
μάτια ξυπνούν μες στα σκοτάδια μου
                                             και σβήνουν
μέρες παλιές που ξεθωριάσανε και χάθηκαν
ξέφτια, πολύχρωμες κλωστές, φθηνά σαρίδια:

Όπως μαζεύουν τα νερά στοίβες ξερόφυλλα
στο πίσω μέρος της αυλής στα πρωτοβρόχια.





ΧVII


Θ’ αναδυθεί, το ξέρω, κάποτε η αλήθεια
από τον πιο βαθύ βυθό νησί ακέραιο
με τα λιμάνια του ν’ αστράφτουνε στο φως
με τα σοκάκια του στους τέσσερις ανέμους
σαν την πατρίδα που ξεχάσαμε − οι άμυαλοι −
στην εξορία του Θεού, θα το θωρούμε
σαν την Ιθάκη καθενός και θα σκουπίζουμε
με τις παλάμες ανοιχτές τα δυο μας μάτια.

Κι όλα στο φως θα μοιάζουν μάταια κι ασήμαντα
τα βάσανά μας κωμικά και θα γελάμε
γιατί οι θλίψεις της ζωής κι οι χίλιες έγνοιες της
παιχνίδια θα ’ναι παιδικά, χαριτωμένα.

(Θ’ αναδυθεί, το ξέρω, κάποτε η αλήθεια
γνώση κατόπιν εορτής, τόσ’ ανωφέλητη,
κι ούτ’ άλλα βήματα μπροστά ούτ’ άλλα
                                                       θαύματα:
Το τέλος της διαδρομής άκρη του χάρτη).





Από τη συλλογή «Στους φεγγίτες η έξοδος (σπουδή στο φως σου)», εκδ. Κυβέρτι, 2024.
Δίγλωσση έκδοση
Μετάφραση στα αγγλικά: Κασσιανή Μαρτινάκη
Πρόλογος: Χρίστος Λ. Τσιαήλης




Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λάρισα το 1967. Ζει με την οικογένειά του στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Ποιήματα και κριτικά σημειώματά του για έργα άλλων δημιουργών φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Κάποια από τα έργα του απέσπασαν βραβεία και διακρίσεις σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Μερικά έχουν μεταφραστεί στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα. Από τον Νοέμβριο του 2022 συνδιευθύνει το περιοδικό ΝΟΗΜΑ (Τετραμηνιαίος Πυρήνα Νόησης και Λόγου) που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη. Τον Νοέμβριο του 2022, εκδόθηκε στη Σεβίλλη και κυκλοφόρησε στα ισπανικά από τον εκδοτικό οίκο Padilla Libros το βιβλίο του “Εn mi barro los labios” (“Στον πηλό μου τα χείλη”), σε μετάφραση του διακεκριμένου ελληνιστή, Jose Antonio Moreno Jurado.
Εργογραφία:
Πεζογραφία:
Νυχτοπερπατήματα, νουβέλα (24γράμματα, Αθήνα 2017)
Η τροχιά του βέλους (Όστρια, Αθήνα 2018)
Ποίηση:
Μικρή Περιήγηση (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1996/ Εντύποις, Αθήνα 2017)
Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος (Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016)
Αχαρτογράφητα (24γράμματα, Αθήνα 2017)
Ο Μέσα Ήλιος (Εντύποις, Αθήνα 2018)
Μνήμες της ρίζας (Κουκκίδα, Αθήνα 2020)
Δρόμοι στη σκόνη (Κουκκίδα, Αθήνα, 2021)
Διαλέγω το λευκό (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2022)
Λιωμένος Χρόνος (Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2023)
Στους φεγγίτες η έξοδος (Κυβέρτι, Αθήνα 2024)



Πέμπτη 10 Αυγούστου 2023

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Λιωμένος χρόνος"





ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΛΗ


Μοίρα σου είναι −μου ’παν τότε− προσαρμόσου
σ’ ετούτο των πικρών καιρών το νέο κάλεσμα.
Βουή ανέμων οι φωνές
σε γλώσσες άγνωστες
γκριμάτσες τόσο φοβερές σ’ αρχαίο δράμα.

Αιώνες τώρα η παράσταση δεν τέλειωσε
δίχως σενάριο, θεατές
βαστάει ακόμα.
Ποιος είναι αλήθεια ο σκοπός
ποιος κάτι κέρδισε
ποιος ήταν −τάχα− χορηγός
βαθιά στα χρόνια.

Άοπλος μέσα στους ανθρώπους
πώς πικράθηκα.
Βγήκα ξυπόλυτος το φως να ερμηνεύσω.
Φώναξα μόνος στις πλαγιές
αποκοιμήθηκα

κάτω από λεύκες που μουρμούριζαν τραγούδια.


Από την ενότητα
«Ώρες αγρύπνιας»





ΠΕΡΛΕΣ


Κάποιες φορές τα παραμύθια μας ραγίζουν
θρύψαλα χύνονται στα χέρια και σκορπίζονται,
όπως οι πέρλες που κυλούσανε στα στήθια σου
λευκά λουλούδια που βοριάς σκληρά τα δέρνει.

Πρώτα τα μάτια στο κενό, κραυγή αμήχανη
−πότε χειμώνιασε ξανά κι έπιασαν μπόρες−

βαρύ χαλάζι αναπήδαγε στο πάτωμα
στα ιδρωμένα σου σεντόνια, δίχως κρότο
γέμιζε όλες τις πτυχές ξαναζωγράφιζε
τους λόφους του κορμιού σου και στην άκρη,
τη γούβα π’ άφησα χαράματα σαν έφυγα.

Κι αυτό το «ααα!» να διαρκεί σκληρό αργόσυρτο
μ’ όλον τον τρόμο της στιγμής, και δύο πέρλες,
οι τελευταίες, να αιωρούνται στη ματιά
έξω απ’ τον χρόνο στο κενό και να μην πέφτουν.


Από την ενότητα
«Ραγίζουν κάποτε»





ΣΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΜΕ ΤΗΝ ΜΠΛΕ ΠΟΡΤΑ


Στα δυο σου πέτρινα σκαλιά, νωρίς τ’ απόγευμα
ανάμεσα στις γλάστρες σου καθόσουν
κι όλο το μπλε του ουρανού, όλο της θάλασσας
από την ξύλινη πορτούλα σου σαν κύμα,
σε τοίχο ολόλευκο, αθόρυβα ξεχύθηκε.

Βασιλικός πλατύφυλλος ξυπνούσε.

Γλυκά ματάκια χαμηλά
βήματα αβέβαια,
θαρρώ δεν πάταγα στη γη· βαθύ πηγάδι
σ’ όνειρο τόσο απατηλό, πώς με κατάπινε.

Κι έπειτα πάλι η φωνή σου προς το φως,
τριχιά ν’ ανέβω μου ’ριχνε
μες στο σκοτάδι.





ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ


Τσεμπέρι στο καρφί, ποδιά στη σκάλα
παλιές παντούφλες στην αυλή
γιομάτες χώματα

πρόκοψε πάλι ο κήπος φέτος έξι αράδες
δυόσμος, ντομάτες, πιπεριές, τι κι αν μας έλεγαν
πως είναι άγριο το χώμα τούτο, άχρηστο
−αλλιώς αφράτο του χωριού, ευλογημένο−
εδώ μονάχα οικοδομές ψηλές ριζώνουνε
μήτε καν λάπατα, ζοχοί, πικρά ραδίκια.

Άκρη στον τοίχο στέκει ακόμα το ποδήλατο
κλειστό, βουβό το πλυσταριό,
μα πού να πήγες!
Μυρίζει, αχνίζει φαγητό,
βγαίνω στην ’ξώπορτα.

Βήματα ξένων απαντώ

μόνος δακρύζω.


Από την ενότητα
«Λιωμένος χρόνος»





ΩΡΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ


Μη μου μιλάς με τις σκιές
η νύχτα πέρασε.
Έγνοιες καινούριες στο σανίδι σκαρφαλώνουν
πάρε ένα-ένα τα παλιά θολά χαμόγελα
πάρε μαζί σου τα φιλιά μου, τα σημάδια.
Ώρα παράστασης στο φως
δες οι αλήθειες μου
καινούρια στήνουν σκηνικά και περιμένουν
καινούριους δρόμους να διαβώ σε χιόνι απάτητο
τι να ’ναι απ’ όλα αληθινό,
ποιος τάχα ξέρει.

Θα είμαι πάντα ο φροντιστής, ο σκηνοθέτης
ο χορογράφος κι ο κρυφός υποβολέας μου.
Θα είμαι ο μόνος θεατής
κι ο ταξιθέτης μου.

Τι θα μπορούσε την παράσταση
να βλάψει;
 
 
Από την ενότητα
«Της νύχτας δρώμενα»





Από τη συλλογή «Λιωμένος χρόνος», εκδόσεις Ρώμη 2023
(πρόλογος: Γιώργος Ρούσκας).

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2022

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Εσπερινοί"





ΕΣΠΕΡΙΝΟΙ


Κι έβλεπα τότε μ’ απορία δίχως λέξη
μες στους αργόσυρτους ψαλμούς στα θυμιάματα
την αγωνία στη ματιά το σιγομούρμουρο
όπως προσπέφταν στα εικονίσματα οι γριούλες.
Κι έλεγα μέσα μου αλήθεια, ποιος θα πει
η τόση θέρμη αληθινή αν είν’ αγάπη
ή μήπως τρόμος στο σκοτάδι τ’ αξημέρωτο
να ξορκιστεί το Αιώνιο Τίποτα να φύγει.

Και σαν να μάντεψε τη σκέψη ο διπλανός
−ίσως γιατί κοιτούσα ώρα θαμπωμένος−
είπε ακριβό, πολύ ακριβό ζητούν αντάλλαγμα
της θλιβερής ανημποριάς, Ζωή Αιώνια.

Κοίτα πώς ψάχνουν το κλειδί σκυφτές στα γόνατα
χίλιες φορές, μα κάπου κύλησε κι εχάθη.



                                                Δημήτρης Παπακωνσταντίνου





Πηγή: Περιοδικό Νόημα, τόμος 15, Ιούνιος 2022.

Στην εικόνα:
Θεόδωρος Ράλλης, «Προσευχή σε ελληνική εκκλησία, Μονπαρνάς» (1876).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2022

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Διαλέγω το λευκό"

  


 
ΑΧΡΩΜΕΣ ΜΕΡΕΣ


Έρχονταν έπειτα σκυφτές μέρες ανώνυμες
ερήμην να διαβούν να προσπεράσουν
μες στη γαλάζια στους ομίχλη δίχως πρόσωπο
κάποιους χειμώνες σκοτεινούς, δίχως μια λέξη.

Αυτές θρηνώ:
Την άμμο μπρος στα πόδια −νέα έρημο−
και τις κλεψύδρες του καιρού π’ όλο στερεύαν.

Πόσο ανώφελα ξεδιάντροπα προσπέρασαν
πόσο μου λήστεψαν το βιος
δίχως αγάπη.





ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ ΑΓΧΟΣ


Ένας ελέφαντας μικρός μες στο σαλόνι σου
την ώρα που το σίριαλ αρχίζει
βοσκάει με θόρυβο φιστίκια από το πιάτο σου
θρονιάζεται μπροστά στον καναπέ σου
και πια δε βλέπεις την οθόνη, μα δε νοιάζεσαι

γκρίζο της λάσπης δέρμα σε τυλίγει
ιδρώτας δύσοσμος κυλά, κολλούν τα δάχτυλα
κι όταν κατάκοπος συρθείς ως το κρεβάτι
νιώθεις το πέλμα του βαρύ πάνω στο στέρνο σου
− μήτε το όνειρό σου πια δεν ανασαίνει.

Την άλλη μέρα,
αχάραγα σου φέρνει το λουράκι σου
να βγεις για την ανάγκη σου στο πάρκο.


Από την ενότητα
"Άχρωμες μέρες"





ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ


[Νύχτα. Άγρυπνη κι ολόγυμνη στο κρεβάτι της. Το φως
αχνό από τις γρίλιες, φτιάχνει μορφες στο ταβάνι. Έξω
στον δρόμο απόλυτη σιωπή. Είναι αργά. Πολύ αργά.]

Μέσα σε τόσους πια θεούς
δώστε μου έναν
σαν το μωρό να τον κρατώ στα γυμνά στήθια μου.
Ν’ ακούω νύχτα την καρδιά του ρυθμικά,
με την ανάσα του βαθιά
να γαληνεύω.

Να λέει πως μπορεί το φως
μόνο για μένα να σκορπά
αστέρια, ήλιους στη σειρά, λαμπρό χρυσάφι
να λέει θάλασσες, νησιά
μπροστά στα πόδια μου,
μ’ ένα του νεύμα μοναχά, πως θα μου φέρει.

Κι ας είναι αδύναμος θνητός
κι ας είναι πάμφτωχος.
Ας είναι άσημος, μικρός,
ας είναι ψεύτης.


[Ο ψίθυρός της σίγησε. Το σώμα της ακίνητο, ιδρωμένο. Απ’
τις παλάμες της αναβλύζει ακόμα το αίμα της αγάπης της.]






ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ


Κάτω απ’ τα μάτια μια σκιά, νύχτα που βιάστηκε
κι ένα παράπονο βαθύ −δες πάλι βρέχει−
φύλλα του δρόμου τα μαλλιά ανακατεύτηκαν
ωχρά τα χείλη σου ψυχρά δίχως τραγούδια.

Τι φταίει τάχα κι η ζωή σού ’γινε δύσκολη
έλεγες δε θα μεγαλώσεις, δε θ’ αλλάξεις
πώς βρέθηκες εδώ μακριά απ’ το σπίτι σου
σε μονοπάτια όλο πέτρες κι άγρια αγκάθια.

Πού πήγαν όλα τα παιχνίδια και τα ψέματα
τα παιδικά σου παραμύθια και τα γέλια

κοίτα τ’ αυλάκια που σου χάραξαν αλύπητα
η θλίψη κι ο καιρός στα μάγουλά σου.


Από την ενότητα
"Γλυκό σκοτάδι"





ΔΙΑΛΕΓΩ


Διαλέγω το λευκό, το φρέσκο χιόνι
το άγραφο χαρτί μου που μουρμούριζε
την πόρτα που ξεκλείδωνε στο φως
πρωί Σαββάτου κι η καρδιά τρελά χτυπούσε.

Διαλέγω το κενό, το δίχως όνομα
το όνειρό μου που αδέσποτο γυρνούσε
το κρυφογέλιο των παιδιών στ’ άλικα χείλη τους
το νέο που δε σκούριασε στα χέρια.

Κάθε ανείπωτο ζητώ κι αχαρτογράφητο,

αν μου δοθεί ποτέ η χάρη να διαλέξω.


Από την ενότητα
"Ανεπίδοτη θλίψη"





Από τη συλλογή «Διαλέγω το λευκό», εκδ. Ρώμη, 2022.



Διαλέγω το λευκό είναι ο τίτλος της ποιητικής συλλογής που πραγματεύεται τη συνειδητή επιστροφή στη χαρά και την αισιοδοξία. Η ψυχαναγκαστική εμμονή στη θλίψη, η καταστροφική αυτολύπηση κι η μηδενιστική θεώρηση του κόσμου περιγράφονται ως νοσηρές παγίδες της ψυχής. Το φως είναι υπαρκτό κι αποτελεί δικαίωμα του καθενός! Η χαρά δεν είναι παρά μια απόφαση! Το τέλμα της θλίψης είναι το λασπερό ναυάγιο που εγκλωβίζει την ψυχή και την πνίγει. Η άνοδος στο φως γίνεται θριαμβευτικά μέσα σε μια βροχή από λαμπερές σταγόνες.
Από την έκδοση



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λάρισα το 1967. Ζει με την οικογένειά του στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Ποιήματα και κριτικά σημειώματά του για έργα άλλων δημιουργών φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Κάποια από τα έργα του απέσπασαν βραβεία και διακρίσεις σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Μερικά έχουν μεταφραστεί στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα.


Σάββατο 17 Ιουλίου 2021

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Μικρή περιήγηση"





II


Ανασαιμιά κρυφή κι η πρώτη ανάταση
πόσο ψηλά να ’ναι ακόμα ο ουρανός, πόσο τα σύννεφα;
Φωνή δειλή φωτιά που επύρωσε τα μάγουλα
λιανοτραγούδισμα δειλό τραύλισμα πρώτο.
Κι έπειτα κάτω στον γιαλό γυαλί η θάλασσα
σχήματα σχέδια ανάκατα στην άμμο.
Μεσοκαλόκαιρο φωτιά μάτια μισόκλειστα
κι η πέτρα που κυλίστηκε στο γαλανό της μεσοφόρι,
μετέωρη για μια στιγμή κρεμάστηκε.





V


(Κι έπειτα, ήρθες εσύ απ’ το “πουθενά”
κι ήταν εδώ το “πουθενά” ίσαμε νά ’ρθεις)


Κατάρτι μεσιανό ταιριάζει το μολύβι μου
και το χαρτί λευκό πανί που κυματίζει.
Κι είναι το πέλαο βαθύ κι ατέλειωτο
που σιωπηλά από τα μάτια μου αναβρύζει.
Πώς τόσο φως ξεχύθηκε μεμιάς, πώς ένα γύρω
μες στο μυαλό μου γιορτινή η μέρα απλώθηκε!
Κατάλευκη, αγνή, περιστεράκι τ’ ουρανού
στο παραθύρι της καρδιάς, ήλιος χρυσός σηκώθηκε.
Και το τραγούδι μου μαζί μου συλλαβίζει.





XIX


Όταν πεθαίνει η μουσική, μένουν οι λέξεις,
γυμνές πληγές που χάραξες βαθιά
στο μπράτσο του ονείρου σου.
Καράβια ακίνητα, μια θάλασσα πλατιά και μια γοργόνα
που σε κοιτά με μάτια γυάλινα νωχελικά
κάτω απ’ τον ήλιο που ’σβησε απρόσμενα.
Όταν πεθαίνει η μουσική, μένουν οι λέξεις,
τραγούδια που εκλιπαρούν να γίνουν άνεμος
ζεστή ανάσα μες στα στήθη των παιδιών
στα ιδρωμένα χείλη του μεσοκαλόκαιρου.
Μένουν οι λέξεις, η μωρή απόδραση
                        των ανωνύμων ποιητών
στ’ ασημοπράσινο πάνω από τη γαλήνια θάλασσα
                                                                 της νοσταλγίας.





ΧΧΙΙ


Πέσε βροχή, πέσε απαλή πάνω απ’ τις έγνοιες μου
πέσε απαλή, σαν μουσική που ξεμακραίνει
αγνή και άγια σαν εικόνα μυστική, απόμακρη
φίλων που χάθηκαν στο χθες, φίλων που θά ’ρθουν.
Πέσε βροχή σαν δάκρυ που κυλά
ζεστό στο τζάμι, στα κλειστά πορτόφυλλα
μέσα στα διάπλατα ματάκια των παιδιών, μες στα μικρά
χεράκια π’ αγκαλιάζουν το παιχνίδι.
Σίμωσε λίγο ακόμη, σίμωσε
φανάρι τ’ ουρανού, γλυκό φεγγάρι
πάνω απ’ τα δέντρα, τα νερά που πρασινίζουνε
βαθιά κι ακίνητα, γαλήνια μαγεμένα.





ΧΧΧ


Δεν απομένει −είπα− πια
φωνή καμιά που να μπορεί
ψυχή να δώσει
αχ, στην ανάσα μου.
Και τα σημάδια στο χαρτί
σε μια γραμμή, ειρωνικά
μένουν κοιτώντας μ’ απορία
την αγωνία μου.
Ξέφωτα οι δρόμοι ατέλειωτα απλώνονται
κι ο κόσμος όλος ζωγραφιά στα δυο σου μάτια.
Μικρό παιδί με τα ροδακινιά σου μάγουλα
θέλω να μάθω αν μπορώ όπως και πρώτα
να ζωγραφίσω ένα καράβι με πανιά
και μια καρδιά με το μαχαίρι της κουζίνας
στη χαμηλή ξύλινη πόρτα του υπόστεγου.
Κι ίσως μπορέσω με τις χούφτες μου κλειστές
να θυμηθώ της κουκουβάγιας το βραχνό
                                                         νυχτερινό σινιάλο.





Από τη συλλογή «Μικρή περιήγηση», εκδ. Εντύποις, 2017 (β΄ έκδοση).
(α΄ έκδοση, Νέα Πορεία, 1996).

Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Δρόμοι στη σκόνη"




Ο δρόμος μου


Δεν ήταν πάντα εδώ αυτός ο δρόμος
μόνος ξερίζωνα χρόνια και χρόνια
                                                τ’ αγριοχόρταρα
ρίζες παλιές βαθιές μού πλήγωναν τα χέρια
πέτρες ασήκωτες στους ώμους και γονάτιζα.

Δεν ήταν εύκολος ο ήλιος, μη θαρρείς
δεν ήρθαν μόνα τους πουλιά να κελαηδήσουν:

Πρώτα ανατέλλει μέσα μας κι αργότερα
ανοίγουνε τα μάτια μας στον κόσμο.





Θίασοι


Ποιος τάχα θα ’ναι αύριο ο δρόμος σου
ποια μάσκα θα φοράς, πώς θα σε λένε
θίασοι γύρω πάνε κι έρχονται αλλόκοτοι
με τις ολόλαμπρες στολές οι θεατρίνοι
–πώς ψευτοκλαίνε δες και πώς χειρονομούν–

σ’ άδεια σκηνή, δίχως κοινό, για πάντα μόνοι.

Γελούν και σέρνονται με χάχανα στα γόνατα
κι έπειτα κράζουν τους Θεούς τους και τη Μοίρα
με ουρλιαχτά ολονυχτίς με τόσα δάκρυα
μ’ ιδρώτα κι αίμα στα μαλλιά τους και στα χέρια.
Κι έπειτα πάλι ηρεμούν σιωπούν και χάνονται.
Τι να ’ναι απ’ όλα αληθινό κανείς δεν ξέρει.

Ποιος θα ’ναι –αλήθεια– αύριο ο δρόμος σου;
Πες μου· κι ας είμαι απ’ άλλο παραμύθι.





Μασκες
(ΙΙ)


Ήταν ωραία χθες το βράδυ στη γιορτή
αφηνιασμένη μουσική χοροί και γέλια
χρυσόσκονη στους δρόμους στα κεφάλια μας
παραμυθένιες κι οι στολές μας μες στα φώτα.

Τι κρίμα που τελείωσε και πρέπει πια
τις σερπαντίνες να σωριάσουμε σκουπίδια
να καθαρίσουμε ξοπίσω ό,τι απόμεινε
ό,τι την τάξη μάς χαλά και πώς να βρούμε
τ’ αληθινά μας πρόσωπα στα αζήτητα
ποιο να ταιριάζει και σε ποιον μην μπερδευτούμε.

Ήτανε τόσο ωραία χθες το βράδυ στη γιορτή
όμως βουβοί ψυχροί τριγύρω απόμειναν
οι χορευτές δίχως τους ήχους που τους ζέσταιναν.

Λείπουν οι μάσκες που γελούσαν χωρίς λόγο.





Η μοναξιά


Η μοναξιά δεν είναι μαύρη, μα κατάλευκη
σκληρή ψυχρή σαν τον απέναντί μου τοίχο
ή σαν τον στίχο που δε γράφτηκε ποτέ
λευκό αμίλητο χαρτί, δρόμος στο χιόνι
κενή οθόνη, το τρανό ατόφιο “τίποτα”
που το κοιτούσα και με κοίταζε τις νύχτες.

Η μοναξιά δεν είναι μαύρη μα κατάλευκη
είναι μια τρύπα μες στο φως ένα πηγάδι
η γη που χάνεται απ’ τα πόδια στην αιώρηση
το βλέμμα που παγώνει μ’ απορία.

Η μοναξιά δεν είναι μαύρη μα κατάλευκη
η πάχνη πάνω στην καρδιά η απουσία
θολή λευκή σαν την ομίχλη που σερνότανε
που υψωνόταν και κατάπινε την πόλη.





Κλεμμένο σύννεφο


Έχω στις τσέπες μου δυο βώλους καταγάλανους
κι ένα άσπρο σύννεφο που άγγιξε τα δέντρα.
Μα τι απρόσεκτο αλήθεια, πώς ξηλώθηκε
κι έμεινε η φόδρα στα κλαδιά λευκή παντιέρα.
Ολημερίς από τα γύρω χαρακώματα
μεσ’ απ’ τη σκόνη ξεμυτίζαν οι γειτόνοι
με τα δυο χέρια τους ψηλά, με άγρια χάχανα
για την ανέλπιστη ουράνια εκεχειρία.

Έχω στις τσέπες μου ένα κλεμμένο σύννεφο
σαν μαντιλάκι κεντημένο με δαντέλα
μήπως τα γόνατα πληγώσω στο παιχνίδι μου
μήπως ξεχάσω ν’ αγαπώ σαν μεγαλώσω.





Από τη συλλογή «Δρόμοι στη σκόνη», εκδ. Κουκκίδα 2021.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, "Μνήμες της ρίζας"



Ρίζες


Περάσαμε όλο το πρωί μετρώντας σύννεφα
ξυπνούσε η γη κάτω απ’ τα πόδια τρομαγμένη
άνυδρη χρόνια μες στο φως τριβόταν έσπαγε
και πουθενά νερό να μας παρηγορήσει.

Περάσαμε όλο το πρωί εδώ στον τόπο μας
αφέντης ήλιος πυρπολούσε τα λιθάρια
κυλούσε ο ίδρωτας στα μάγουλα στα χείλη μας
κυλούσε και σφαλούσαμε τα μάτια.

Δες όμως ξάφνου πόσο βάρυναν τα πόδια μας
δες πόσο βυθιζόμαστε στο χώμα
την ώρα που χλωροί βλαστοί πολύκλωνοι
μέσα απ’ τα σπλάχνα μας ανθίζουν και ψηλώνουν.





Από την αρχή


Στην πόλη που μεγάλωσα σαν έρχομαι
άφαντοι όλοι οι γνωστοί μου και οι φίλοι
περιδιαβαίνω στα στενά έπειτα κάθομαι
σ’ εκείνα τα πεζούλια που ’ταν στέκι
γεμάτα πάντα από φωνές γεμάτα πρόσωπα
μα πια δε φαίνεται ψυχή κι αναρωτιέμαι
πώς κι όλοι μίσεψαν μεμιάς μα τι απόγιναν
πώς αποφάσισαν ταυτόχρονα να φύγουν
και τόσο έρημη απόμεινε η πλατεία μας
και τόσο άδεια από φίλους η ζωή μας.

Κι όμως δεν έφυγε κανείς μα ο καιρός
χρόνια και χρόνια κάθε μέρα λίγο-λίγο
σμίλεψε ύπουλα τα πρόσωπα κι αγνώριστοι
κι απαρατήρητοι περνούμε δίπλα-δίπλα
σαν να ’θελε να μας γλιτώσει για καλά
από ανούσιες συγγνώμες κι άλλα λόγια
που είν’ ανώφελα πικρά κι άδικα λέγονται

κι ίσως ακόμα πάλι ήθελε να δώσει
μια νέα ευκαιρία στον καθένα μας
από ’ξαρχης να γνωριστούμε, αν μπορούμε.





Η μάνα μου


Στην πίσω αυλή στα δυο πλακόστρωτα σκαλάκια
με το τσεμπέρι στα μαλλιά ώρες η μάνα μου
καθάριζε ραδίκια κι όλο μού ’λεγε
μ’ εκείνη τη φωνή την πονεμένη
για τα πικρά της δεκαοχτώ, για τους αέρηδες
που πήραν σαν ξερόφυλλα τα χρόνια,
κι έπειτα φτώχεια, καταφρόνια, μαύρα σύννεφα
στα χωριουδάκια που δε γράφτηκαν στους χάρτες
κι έπειτα θάλασσες βαθιές, παλιά ναυάγια
στάλες αθόρυβης βροχής, λόγια σπασμένα.

Κι εγώ που ήμουν μόνο οχτώ, πώς την αγκάλιαζα
−άλλο δεν είχα να της πω ή να της δώσω−
με τα μικρά μικρά χεράκια μου σφιχτά
και μύριζαν οι χούφτες της κρεμμύδι.

Στην πίσω αυλή στο πλυσταριό μούλιαζε, έτριβε
−μα οι λεκέδες πάντα εκεί να επιμένουν−
πικρά παράπονα λερώσανε τα χρόνια της.
Δυο οι κρυμμένες μαχαιριές κάπου στην πλάτη.


Από την ενότητα
Μνήμες της ρίζας





Ασίνη

                                        «Ο βασιλιά της Ασίνης ένα κενό
                                                   κάτω απ’ την προσωπίδα»
                                                                 Γιώργος Σεφέρης



Στα κτήματα του Ατρείδη ώς τη θάλασσα
ήλιος ακίνητος τρανός τα μεσημέρια
και πουθενά γλυκό νερό μονάχα ιδρώτας
κι οι τέσσερις ανέμοι του δεμένοι.

Αχ, πώς αχνίζει η γη στο φως, πώς ξετρελαίνονται
κρυμμένα στα κλωνάρια τα τζιτζίκια
πώς λαμπυρίζουνε τα φύλλα καταπράσινα
κι η σαύρα πέτρινη σιμά στη μαύρη πέτρα.

Δε μένει εδώ ο βασιλιάς, στη λήθη δόθηκε
σκόνη σκεπάζει πια τ’ ολόχρυσο αμάξι.
Τα άσπρα άτια του σκιές τ’ απομεσήμερου
λυτά γυρίζουνε και βόσκουν στα περβόλια.

Δε μένει εδώ ο βασιλιάς, άδειο το κάστρο του
το τρώει τ’ αλάτι του γιαλού και στις επάλξεις
αγκαθερές φραγκοσυκιές σχίνα και μάραθα
κι εκεί που άραζαν περήφανα τα πλοία
σειρές γυμνόστηθες τουρίστριες ξαπλώνονται
με λαδωμένο το κορμί λες κι οι Αργείοι
μόλις τις έβγαλαν μαζί με τ’ άλλα λάφυρα
όταν κουρσέψανε της Τροίας τα παλάτια.





Χώρα του πόνου


                                      «Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί
                                      μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος»
                                                        Άγγελος Σικελιανός

 
 
Χώρα του ίδρωτα του πόνου και του κάματου
με το τσαπί με το κουπί μέσα στον ήλιο
χώρα της φτώχειας του καημού του μισεμού
πώς τάχα μέσα απ τη φωτιά ν’ ανθίσεις πάλι;

Με τις νεράιδες και τους δώδεκα θεούς
με τις εξήντα Παναγιές και τους αγίους
ντυμένους τα λιβανωτά και τα παράπονα
με τις φθαρμένες τους τραγιάσκες στα κεφάλια
ίδιοι απαράλλαχτοι οι παππούδες στα χωριά
με ροζιασμένο το κορμί, ρακή και τάβλι
στον καφενέ με μάτια πάντα καθαρά
τις Κυριακές με τα καλά, πρώτο στασίδι.

Αχ, δε βολεί νά ’βγει ο ήλιος μοναχός
κι αυτοί που σπρώχνανε το κάρο κουραστήκαν
και τώρα, πες μου ποιητή, τι θ απογίνουμε
στη λάσπη χρόνους και καιρούς γονατισμένοι.

Χώρα του μύθου της ελπίδας και του όνειρου
ποιος τάχα απ όλους τους θεούς θα μας συντρέξει;


Από την ενότητα
Ο τόπος μου




Από τη συλλογή «Μνήμες της ρίζας», εκδ. Κουκκίδα, 2020.