Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινόπουλος Τάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινόπουλος Τάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Απριλίου 2023

Τάκης Σινόπουλος, "Μεταίχμιο Β΄"




Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ


Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο.





ΜΑΡΙΑ

                                              Του Δημήτρη Δούκαρη


Έξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.
Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος είπε η Μαρία.
Έκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα
παράφορη γυρίζοντας
με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα
σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.
Πού να ’ναι; πού είναι; πες μου τώρα πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος
ήταν βουβός πολύ βουβός ένας χαμένος
ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο τους τσάκισε
τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.





ΦΙΛΙΠΠΟΣ


Εδώ στοχάζομαι, δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος
σε τούτη την ακίνητη κοιλάδα.
Πολλά του τάξαμε από λάφυρα κι από σειρήνες.
Μα κείνος ήτανε στραμμένος σ’ άλλα οράματα.
Μια απέραντη πατρίδα ονειρευότανε. Πού είναι το πρόσωπό σας
το αληθινό σας πρόσωπο; μου φώναξε.
Έφυγε κλαίγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά.
Ύστερα τα καράβια εφράξανε τη θάλασσα.
Μαύρισε η γη την πήρε ένας κακός χειμώνας.
Μαύρισε το μυαλό ένα μακρύ ποτάμι το αίμα.
Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Φυσάει απόψε δυνατά.
Μεσάνυχτα στη Λάρισα το έρημο καφενείο.
Η φάτσα του συναχωμένου γκαρσονιού κι η νύχτα σαρωμένη
φωτιές παντού και πυροβολισμοί
μια πολιτεία φανταστική κι ασάλευτη
δέντρα πεσμένα στις οικοδομές.
Ποιο είναι το δίκιο του πολεμιστή
ο αγώνας που σε πάει σ’ άλλον αγώνα;
Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Αμετανόητος πάντα πείσμωνε.
Οι σκοτεινές μέρες του ’φταιγαν τα ερειπωμένα πρόσωπα.
Το αίμα του ακούγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά.
Κι απόμεινα
μονάχος περπατώντας και σφυρίζοντας
μέσα στην κούφια Λάρισα. Και τότε
ώς τη Μακεδονία βαθιά σαλεύοντας ημίκλειστη
μες στο πλατύ φεγγάρι του χειμώνα
μιλώντας μόνο περί σώματος η χηρευάμενη
κυρία Πανδώρα. Πέθανε
χτικιάρης ο άντρας της τις μέρες του σαράντα τέσσερα.





ΝΤΟΑΝΑ*


Τσακίζεις τούτο το κλαδί τσακίζεις τ’ άλλο
μα το νερό που γύρευες δεν είναι εδώ.
Περνάς τα χώματα περνάς τις πέτρες
μα δε θα βρεις τ’ άσπρο ποτάμι.
Ξέρες μονάχα κι άμμους κι ερημιά
θάμνα στον ήλιο κόκκινα
κορμούς και βράχια κόκκινα
πιο πέρα σίδερα και ξύλα. Φώναξε.
Θ’ ακούσουν τη φωνή σου και θ’ αποκριθούν
μ’ όμοια φωνή. Μα δε θυμούνται πια
πότε ήρθαν τι γυρεύουνε
σ' αυτό το πέρασμα
το σκοτεινό.
                       Μην προχωρήσεις.
Θα σε ρημάξει η σκόνη θα σε καταπιεί
και μη φωνάξεις.
Έτσι μέσα στο φως τ’ απέραντο τ’ άσπρο ποτάμι
δε θα ’ρθει πρόσμενε ποτέ δε θα ’ρθει
τ’ άσπρο ποτάμι
τ’ άσπρο ποτάμι.


___________
* Ποτάμι του Μωριά, ο Ερύμανθος.





Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ


Ένα φεγγάρι ολονυχτίς ταξίδευε
πάνω στην ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό
ποτάμι.
Ήσυχος ήλιος τώρα απλώνεται στη γη
ζεσταίνει το αίμα σου με φως.
Ύστερα θα ’ρθει το κορίτσι το αλαφρό
θα κρούσει φωτεινές παλάμες
η πέτρα του ύπνου θα κυλήσει από τα μάτια σου
θα σηκωθείς μέσα στην πρασινόλευκη σιωπή
κι οι νύμφες θα τρομάξουνε
θα φύγουν στην κοιλάδα γοργοπόδαρες
και το κορίτσι τ’ άσπρο θα ’ναι δροσερό
σα δέντρο κάτω από το φως
πιο πέρα τ’ άλλα δέντρα κι η σιωπή
θα στρίψουν θα κοιτάξουν
το δέντρο με το φόρεμα της άνοιξης
να σκύβει ατάραχο ν’ αγγίζει το ποτάμι
την ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό
ποτάμι.

Μα εσύ μιλώντας τώρα εμπρός στο Βασιλιά
− και τ’ άσπρο δέντρο ακούγοντας στα δώματα.
Μιλώντας με τον τρόπο που μιλούν
οι ζωντανοί θυμήσου.
Στη θάλασσα οι πνιγμένοι ταξιδεύοντας
γυρεύουν την πατρίδα τους κι όλο κοιτάνε κάτω.





Από τη συλλογή «Μεταίχμιο Β΄» (1957).
Πηγή: «Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι [1951-1964]», εκδ. Ερμής, β΄ ανατύπωση, 1990.

Πηγή για την εικόνα:
https://www.ert.gr/ert-arxeio/

Κυριακή 25 Απριλίου 2021

Τάκης Σινόπουλος, "Η νύχτα και η αντίστιξη"





ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ*


Κάθε πρωί ξυπνώ με μια πέτρα στο κεφάλι μου.
Μέσα στην πέτρα είναι ένα πουλί
όχι η φωνή του
που ακούγεται μες στα κλαδιά
μα το πουλί που βγαίνει χρωματίζοντας τον ουρανό.
Οι άλλες γυναίκες άξαφνα γεννούσαν σύννεφα
σε σχήματα κενταύρων.
Αυτός ο κένταυρος κρατάει την πέτρα με το χέρι του
με τ’ άλλο αδράχνει τη γυναίκα απ’ τα μαλλιά
γυμνά και μαύρα όπως ο ύπνος.

Κάθε πρωί ξυπνώ με σένα μέσα στο κεφάλι μου.
Το αισθάνομαι την ώρα που ονειρεύομαι
να βγαίνεις από τα νερά του ποταμιού
και το πουλί στα δροσερά σου γόνατα
όχι η φωνή του
μα το τρελό πουλί που υπάρχει πάντοτε στα ποιήματα.
Τα χέρια μου σε ζώνουν από την οσφύ
μα χάνεσαι ψηλά στον ουρανό
που ζωγραφίζει το πουλί
γυρίζεις κι αναπαύεσαι
με το ποδάρι λάμποντας πάνω στην πέτρα.

Κάθε πρωί ξυπνώ μ’ ένα πουλί μες στο κεφάλι μου
κι απ’ τη φωνή του
που ακούγεται μες στα κλαδιά βγαίνεις εσύ.

Ο κένταυρος σε κυνηγάει ακόμα.
Φεύγεις και λάμπεις κάτω από τον ουρανό.
Το αισθάνομαι όπως ονειρεύομαι
ν’ αδράχνω με το χέρι μου σφιχτά
και μαύρα τα μαλλιά σου.

Μα εδώ τελειώνει το πουλί
κι ο κένταυρος
κι ο ύπνος.



______________
        *Το ποίημα αυτό γράφτηκε με συνεργασία του ποιητή Γιώργη Παυλόπουλου έπειτα από μια επίσκεψη στην αρχαία Ολυμπία.





Η ΑΝΟΙΞΗ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΑ


Βεβαιωθείτε Κύριε ότι το χέρι που έσφιγγε
με τόση δύναμη την άμμο ήτανε της Μαρίας.
Δεν ξέρω ωστόσο αν η καρέκλα κάτω από το φως
υπάρχει στη δική μου μνήμη ή στη δική σας.
Απ’ τον εξώστη βλέπαμε μαζί τη θάλασσα.
Άδεια τα σπίτια από ψυχές.
Η άνοιξη ήταν έρημη.
Ακόμα βλέπαμε και τη Μαρία
άσπρη με την ομπρέλα της για να σκεπάζει τη γυμνότητα
23 χρόνια.

Βεβαιωθείτε ακόμα πως το ποίημα που διαβάζετε
το γράφω τώρα που είστε εδώ κοιτάζοντας
απ’ το παράθυρο τον ήλιο. Ανήκει στη Μαρία.
Δεν έχει σημασία αν σεις πρώτος μιλήσατε
σ’ αυτό το πρόσωπο μετά από τη σιωπή
και κατεβήκατε τη σκάλα ανήσυχος.
Η εικόνα δεν αλλάζει.
Απ’ τον εξώστη βλέπαμε μαζί τη θάλασσα.
Εγώ κι εσείς εδώ. Πιο πέρα ήταν το χέρι που έσφιγγε
με τόση δύναμη την άμμο – αυτό
που φως ονόμασα.

Γιατί όσο φως υπάρχει μες το ποίημα
δεν είναι όπως νομίζετε της άνοιξης
μα της ψυχής που τώρα ντύνει τη γυμνή Μαρία.




 
ΕΝΑ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΤΟΥ 1944


Γιατί πώς θα μπορούσα
να ξεκαρφώσω απ’ την κορνίζα του το παρελθόν
να ξεχωρίσω
τον κλέφτη απ’ το σακάτη απ’ το φονιά
απ’ τον ανύποπτο που η σκιά του προχωρεί
μέσα στο βράδυ;
Ποια ήσουν εσύ πώς έφτασες
με τι φτερά σ’ αυτόν τον κόσμο τον ανάστατο;
Πιο λαμπερή πιο αγέρινη παντού
πιο σκοτεινή παντού πιο κόκκινη
μια πολιτεία φριχτή και κατακόκκινη
σε κάθε σταυροδρόμι κι ένας σκοτωμένος
σε κάθε πόρτα κι ένα δάκρυ
και πόσο χιόνι
χιόνια χαμένα στην αθωότητα
κι ούτε φωνή
ως τα βουνά
ούτε ένα φως
κανένα φως
το παράθυρο κλειστό και πίσω από το πρόσωπο
το σκούρο δέντρο το καμένο βαλς.





ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ’ αυτή την αίθουσα
τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι.
Βασανίζεις τα καθίσματα σα να βασανίζεις τον ένοχο.
Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά
μα εσύ τα λευτερώνεις.
Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου
κι έρχεσαι εδώ.
Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.
Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.
Σου πλένω με τα δάκρυά μου τα χέρια και τις μασχάλες.
Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.
Σου χαρίζω την πιο ζεστή μου φωνή για να ντυθείς.
Μα εσύ φεύγεις
όπως ήρθες
γυμνή
για να υπάρχει πάντα ένα ποίημα
να λέει
για σένα.





Από τη συλλογή «Η νύχτα και η αντίστιξη» (1959).
Πηγή: «Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι [1951-1964]», εκδ. Ερμής, β΄ ανατύπωση, 1990.

Στην εικόνα: Édouard Manet, «Sur la plage de Boulogne-sur-mer» (1868).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σάββατο 25 Απριλίου 2020

Τάκης Σινόπουλος, "Η ποίηση της ποίησης"


 


Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
(επιλογές)


Το ποίημα ποτέ δεν είναι παρόν. Είναι μονάχα παρελθόν και μέλλον. Ανάμνηση και προσμονή. Απουσία από τα πράγματα και προβολή σε μια πραγματικότητα που υπήρξε ή θα υπάρξει κάποτε μέσα σε μια άξαφνη στιγμή που θα ’ναι τότε όλος ο χρόνος.


*


Αν ζει αν υπάρχει ακόμα η ποίηση τούτο το χρωστάμε σε κείνη την ασήμαντη την ταπεινή ρωγμή που λησμόνησαν οι θεοί στο σφαλισμένο παράθυρο της σιγουριάς και της άμυνας των ανθρώπων.


*


Την ώρα που παλεύω μ’ ένα ποίημα κανείς καθρέφτης δεν υπάρχει για να ιδώ τη μεταμόρφωσή μου.


*


Όταν ενύχτωνε τα ποιήματά του μου θυμίζανε δωμάτια φωτισμένα με κεριά όπου οι λέξεις κυκλοφορούσανε σα γέρικες αφηρημένες υπηρέτριες.


*


Καμιά φορά μέσα στ’ όνειρο οι λέξεις φωτίζονται από ένα παράξενο φως αλλάζουνε ρυθμό και σημασία ανοίγουν σα λουλούδια σκοτεινά γίνονται πόρτες για τον ουρανό και για τον κάτου κόσμο.


*


Κανείς δεν ξέρει ποια τρομαχτικήν ανάσταση σχεδιάζουν αυτά τα νέα ποιήματα. Το αίμα τους καίει τα δάχτυλα και στάζει τώρα στα χώματα. Από τις πέτρες βγάζουν το κεφάλι τους ανεξήγητες εκκωφαντικές κραυγές.


*


Παλιό μου ποίημα σκοτεινό κι ασάλευτο πιθάρι θησαυρίζοντας σημασίες από το χρόνο περιέχοντας τώρα ένα ήσυχο φως με τη γαλήνη του προστατεύοντας τ’ όνομά μου απ’ το θάνατο.


*


Έγραφε όλη τη νύχτα. Οι στίχοι πηδούσαν από τα χειρόγραφά του σαν πουλιά κι οι δολοφονημένοι ποιητές ούρλιαζαν μέσα του πεινώντας και γυρεύοντας μερίδιο από τα θαύματα.


*


Οι λέξεις που έμειναν έξω από το ποίημα συνεπαρμένες από μιαν ατελείωτη παραφορά σωστές μαινάδες παίρνανε πέτρες και λιθοβολούσανε βρίζοντας ακατάπαυστα και τον ποιητή και τους διαβάτες.


*


Το αίνιγμα κι η σαγήνη εκείνου του ποιήματος ήταν πως κάθε στίχος του έδινε και μιαν υπόσχεση που ποτέ δεν εκπληρωνόταν.






Τάκης Σινόπουλος, Η ποίηση της ποίησης [1964].
Πηγή: «Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι [1951-1964]», εκδ. Ερμής, β΄ ανατύπωση, 1990.

Στην εικόνα: Ο Τάκης Σινόπουλος στον Αλφειό, το 1957.
Πηγή για την εικόνα: Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα.
http://www.greek-language.gr/

Τετάρτη 24 Απριλίου 2019

Τάκης Σινόπουλος, "Ελένη"




2.


Τότε αναπήδησες από τη χαίνουσα
καρδιά μου πάνοπλη
με σάρκες και με φώτα.
Το αίμα μου ένα σκοτάδι ακίνητο κι ιδού.
Εσύ η χυμώδης άνοιξη.
Εγώ σιαγόνα τρέμουσα
σε πείνα μαύρη.
Και τα όνειρα μου ορμήσανε − σκυλιά και πειρατές.
Και το κορμί μου − η σκόνη.





5.
Η νεότητα της Ελένης


Πόσο νυχτερινή είμαι στη βαθύσκιωτη κατηφοριά
του πρώτου μου έρωτα. Ουρανέ γεμάτε μαύρα
βαριά σταφύλια από την έπαρση του νέου καλοκαιριού!
Ένα ξημέρωμα έξοχο φωνάζει απ’ τους αγρούς. Μια αυγή
που πνέει σπορά χλωμών ονείρων. Και το σώμα μου
σε φωτεινή ξεκούραση βορά του γήινου χρόνου.
Ω δροσερά
φιλιά ολοκάθαρα μες στην ανάμνηση των εποχών
που ζήσαμε στην έρημο. Φωνές φωνές και πρόσωπα γυμνά
πολύν καιρό χαμένα μες στη μνήμη μπερδεμένα
με τάφους και φωτιές. Ο μυστικός ουράνιος πόνος
εκείνου του μοναδικού που μ’ αγαπά κι εγώ
από το ποίημα τούτο το πικρό παλεύοντας ολάκερη
ν’ αναδυθώ. Μονάχα αυτό
με συντηρεί στην αφθαρσία − η χίμαιρα.
Σαν ένα ουράνιο τόξο νιώθω το αίμα μου
και νά με εδώ ξανά μ’ αυτό το κάλεσμα
που ήρθε τη σάρκα μου πολύπειρη να τη βαφτίσει
σε νέο θάνατο. Ω πικρή
πικρότατη ύπαρξή μου από έγνοιες βασιλεύουσες
τρομερές μακρόσυρτες αναμνήσεις.
Κι εσύ που μ’ αγαπάς ασύγκριτε
ω φίλησέ με ακόμα μες στη γήινη προσφορά μου
ω λάτρεψε στον έρωτα τη νέα νεότητά μου.





8.
Ποίημα για την Ελένη


Ωραία εσύ η ανείδωτη
μέσα στον ουρανό του ποιήματος
καυτερή θρησκεία γυναίκα αγέρινη
ντυμένη χαραυγές ένα άστρο σύμβολο
με τ’ όνομά σου δένοντας των εποχών τις γέφυρες.
Ωραία εσύ
νυχτερινή του απείρου εξαίσιο του θανάτου λάφυρο
από τη σκόνη του θανάτου αναγεννώμενη.
Σ’ αναγνωρίζω Ελένη μου μέσα στους μαύρους έρωτες
που κάψανε μ’ οράματα τα χρόνια μου. Ω ποτέ
ποτέ μη φύγεις για τους τόπους του χαμού
στις χώρες τις απάνθρωπες μη σπαταλήσεις
τούτη τη σάρκα σου από σμάλτο κι από κρύσταλλο.
Σε περιμένω.
Κοίταξε, σου ’φερα καπνούς κι αρώματα από τα βουνά
πετράδια από τη θάλασσα
ήλιους και φύλλα σου ’φερα, κατηφοριές κι ανέμους
καλάμια από τις ποταμιές βράχια και πέτρες κι όνειρα
και καταχνιές κι αφρούς για σένα προσφορά.
Με χέρια και με γόνατα σπασμένα παραμόνεψα
γυμνός πλανήθηκα πάνω στη γη σε κάθε στρίψιμο
του κόσμου παραμόνεψα. Σε περιμένω.
Είμαι νεκρός τα βράδια κάτω απ’ το λυχνάρι μου
κι όμως ακόμα ζωντανός αστράφτοντας απ’ τη δική σου δύναμη.
Κοιμάμαι σε κρεβάτι φορτωμένο με γεννήτορες
που μου γυρεύουν να μιλήσω. Κι ανυμνώ τη χώρα μου
κι εσένα και τη βλάστηση
γεύομαι μνήμες όνειρα και βλάστηση
και χώμα αιώνιο απ’ τη δική μας γη,
προπάντων χώμα χώμα Ελένη.


Και τούτο τ’ ονομάζω προσμονή. Η γέννηση του ποιήματος.


Τάχα θα ’ρθείς;
Μια νύχτα Ελένη τάχα θα σε συναντήσω,
όταν ο χρόνος θα ’ναι ακίνητος από τα θαύματα,
στεφανωμένη υποταγή κι ανάσταση τρεμάμενη;
Μες στην πελώρια πόλη του ύπνου θα συναντηθούμε
σάμπως σε μια αυτοκρατορία νεκρών ποιητών
κατάμεστη από σταλαχτίτες - ποιήματα
και τάχα θα μιλήσουμε θα κοιταχτούμε
λουλουδισμένοι κι άφωνοι με τη χωμάτινη καρδιά
να ζωντανεύει και να γίνεται
ξανά ένα ρόδο πορφυρό ξανά μια πυρκαγιά απαράμιλλη
τάχα θα σμίξουμε άλλη μια φορά
μια νύχτα που η σιωπή θα ’ναι μια απέραντη σιωπή
εγώ γεμάτος διάστημα
εσύ γεμάτη μ’ άστρα
πάντα άφθαρτη παρθένα ανέγγιχτη
μεταρσιωμένη;





9.


Καθώς σε γήινο ενυδρείο μες στα αιχμάλωτα νερά
κινούνται ίσκιοι ψαριών
ο ποιητής κινείται.

Η Ελένη εντούτοις δεν υπάρχει πια
μες στην εγκόσμια λύπη.
Υπάρχουν μόνο τα ποιήματα
μια συλλογή από σπαραγμούς
ένα θλιμμένο ουράνιο ρόδο.


1951, 57





Από τη συλλογή «Ελένη» (1957).
Πηγή: «Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι [1951-1964]», εκδ. Ερμής, β΄ ανατύπωση, 1990.
Στην εικόναFrederic Leighton, «Helen On The Walls Of Troy», 1865 (detail).
Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Τάκης Σινόπουλος, "Μεταίχμιο"





                                          ΕΛΠΗΝΩΡ


                                                                        Eλπήνορ, πώς ήλθες...
                                                                                 OMHPOΣ


Τοπίο θανάτου. Η πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ’ αλάτι και το φως
τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα
μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.


Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: Κοιτάχτε ο Ελπήνωρ πρέπει νά’ναι εκείνος.
Εστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Ελπήνορα
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ’ αυτή τη χώρα;
είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά
τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
Μ’ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψανε στην άκρη του γιαλού
ν’ ακούς τ’ ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; Πώς βρέθηκες σ’ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Kαι τότε πάλι εφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Eλπήνορα που’χες λαγού μαλλί
για φυλαχτάρι κρεμασμένο στο λαιμό σου Eλπήνορα
χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας
εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου
πώς ήρθες φίλε αλλοτινέ πώς μπόρεσες
να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ’ τον ήλιον αποκρίσου
αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας νά’ρθεις αποκρίσου.

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα τα κυπαρίσσια τ΄ ακρογιάλι πετρωμένα
σ’ ακινησία θανατερή. Και μόνο αυτός ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.





                                          ΕΛΕΝΗ


Οι πυρετοί κι οι παραισθήσεις μ’ έφεραν εδώ
με τούτη την πληγή που δείχνει τη δολοφονία.
Το χαοτικό λαχάνιασμα του χρόνου στο αίμα μου
προμήναγε την αλλαγή μα η αλλαγή δεν ήρθε.
Κι έτσι με τράβαγε η σκοτεινή μου υπόσταση
στη συνοικία που είχε άλλο πρόσωπο στο ημίφως.
Κι η νύχτα η πιο φριχτή που γνώρισα ως τα σήμερα
γιομάτη από ρωγμές που κόβανε τα χέρια μου
σκέπαζε την εφήμερη όψη των πραγμάτων
κι άγγιζε το φανταστικό.
Κι όπως αγωνιζόμουνα για ν’ αποχτήσω εκείνο το Ένα
το Ένα μονάχα Σώμα που με τυραννούσε μες στον πυρετό μου
και μ’ έκαιγε χωρίς να δίνει καν τη γεύση της ακολασίας
ήρθε η ακατονόμαστη βροχή που στάλαζε βαθιά
μέσα στα οστά.
                             Άνοιξε τότε η θύρα
κι εμπήκε εκείνος που δεν τον περίμενα ποτέ τόσο νωρίς
με μούτρο καταδότη ή δολοφόνου. Ο πυροβολισμός
χτύπησε απότομα μες στην κραυγή.
                                                                    Μα εκείνο το Ένα
το Ένα μονάχα Σώμα πώς να τ’ αποχτήσω τώρα
που δε γυρεύει μήτε την πιο αβέβαιη Δικαιοσύνη;





                                          ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ


Φτάσαμε εδώ. Τα μάτια μας
δεν είδανε ποτέ μια θάλασσα τόσο στεγνή.
Κι εκείνοι που τη γνώριζαν και τη χειροκροτούσαν
τώρα την αντικρίζουνε με μια αδιαφορία παράξενη
μήτε νεκροί μήτε και ζωντανοί.

Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια.
Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε
γιομάτον πρόσωπα λευκά
μες στα περάσματα τ’ αγέρα.

Τα όνειρα μάς κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε.
Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοι.
Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε
την τελευταία κραυγή.

Οι φίλοι μας κι οι φίλοι σας
ξυπνήσανε και μας χαιρέτησαν.
Δεν τους πιστέψαμε ποτέ όσο βάσταγαν
ένα άλλο νόμισμα
κι όλο χαμογελούσαν.





                                          ΤΟΠΙΟ


Βράχια γυμνά χτυπάς δεν αντηχεί νερό.
Ένα χωνί μονάχα ανοίγει από τον άνεμο.
Χώμα πιο χαμηλά και φως σε χρώμα χρυσαφί.
Πιο πάνω το χαμένο δάσος που γυρεύαμε
πιο κάτω οι γέφυρες στεγνές τα κυπαρίσσια
χωμένα μες στον ασβεστόλιθο.
                                                          Άσπρο σε μαύρο.

Πάμε μαζί μονάχα με τη διψασμένη αφή
μέσα στο βαθύ πράσινο πιο πέρα μελανί
γυαλιστερό πηγμένο αλάτι πάμε εκεί
που η βλάστηση φαρμακερή μαυρίζει.
Ο άνεμος τύραννος τη μέρα και τη νύχτα τύραννος
τρίβεται με το φως σκάβει ακατάπαυστα.
Πάμε μαζί. Πιο κάτω θα φωνάξουμε
και θα ξυπνήσουμε γυμνοί και θα’ναι
κύκνοι και αγριοπερίστερα
στην άσπρη μέρα.





Από τη συλλογή «Μεταίχμιο» (1951).
Πηγή: «Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι [1951-1964]», εκδ. Ερμής, β΄ ανατύπωση, 1990.

Στην εικόνα: Προσωπογραφία του Τάκη Σινόπουλου από τον Ν.Γ. Πεντζίκη.
[Πηγή: Αλέξανδρος Αργυρίου (επιμ.), Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία. Γραμματολογία, τ. 5. Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, Αθήνα, Εκδόσεις Σοκόλη 1990, σ. 157.
Η Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα - http://www.greek-language.gr/ ]

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Τάκης Σινόπουλος, "Πέτρες"




Ο ΤΡΟΧΟΣ

Ποιο στεναγμό, ποια δύναμη νάχει το νικημένο στήθος;

Ένα πουλί τινάζεται απ’ τα σύρματα, μεμιάς εγίνηκε ταξίδι.

Τοπίο του τίποτα. Τα πιο κρυφά ποτάμια του έρωτα πότιζαν κάποτε τα χείλη σου.

Ο χρόνος όλα τάχει καρπωθεί. Τώρα δεμένος στον τροχό κι εσύ με την ουράνια λάμψη,

δεν έχεις ίσκιο, καθώς τ’ όνειρο φλογίζοντας απ’ το πρωί το σώμα.





Η ΓΙΟΡΤΗ

Τώρα ανασαίνεις στο μισόφωτο, διακρίνω τον αυχένα σου, το πρόσωπό σου.

Ύστερα όλα σβήνουν. Μένει ο διάδρομος, η πόρτα με τις σανίδες.

Πιο πέρα η φωνή που αμύνεται για το βράδυ. Και δεν υπάρχουν πουλιά.

Σκουπίζεις τις αράχνες από τη σκοτεινή γιορτή.




ΗΤΤΑ

Κάτι μάθαμε από το μύθο της ήττας που πάλευε να ζήσει πότε με την παγωνιά και πότε με την έπαρση της άλλης νύχτας.

Έτσι άνοιγε την πόρτα η πείνα, ο πυρετός. Κι έλαμπε το κορμί σου, σκοτεινότερο το πρόσωπο.

Γυρεύαμε το θαύμα κι ήτανε η απόγνωση.

Ο αγώνας άρχιζε άλλη μια φορά — ο αγώνας είχε σίγουρα χαθεί.




ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Είχε δεν είχε μέρα — η νύχτα μας σακάτεψε, σπαράξαμε στα νύχια της. Μα εσύ, πες μου πού πήγαινες,

μετρώντας ήσυχα τα λάφυρα; τι λάφυρα καρπώθηκες μέσα από τόσες τύψεις;

Ο τόπος καίει ακέφαλος. Άλλα πουλιά παράξενα πέφτουνε χαμηλά, γυρεύουνε μια στέγη εδώθε από τη θάλασσα.

Τι να τους δώκω; όλα παραίσθηση και τίποτα. Λοιπόν δεν ήταν αίνιγμα τα λόγια σου,

μήτε και τούτο τ’ όνειρο που σβήνει απότομα,

χάνεται μέσα στη σκοτεινιά του.




ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Τι σκέφτεσαι;

Τι σκάβεις συνέχεια το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;
όπως η μέρα φεύγει ή κάποτε
στη μνήμη ακούς τον ήχο των παρωχημένων.

Τόσα χρόνια περπατάς, ονειρεύεσαι στο ίδιο κορμί.
Στο ίδιο σκοτάδι τη νύχτα χωνεύεις. Μα απόψε,
τα σημάδια που ψάχνεις και βρίσκεις,
απ’ το πρόσωπο πέφτει ο ασβέστης

και το πρόσωπο τρίζει.




Από τη συλλογή «Πέτρες» (1972), που περιλαμβάνεται στον τόμο: «ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ - ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ (1965-1980)», εκδ. Ερμής 2012