Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξόπουλος Βαγγέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξόπουλος Βαγγέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, "Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα"




Ξημερώνει Ι

                   Un soir, j’ai assis la Beauté sur mes genoux.
                   Et je l’ai trouvée amère. Et je l’ai injuriée

                                                               Arthur Rimbaud


Παραμονή της άλωσης του μυστικού χρόνου
ο καβαλάρης της παρηγοριάς των αμαρτωλών
στηρίζεται στη θεωρία της μετενσάρκωσης
– στου σφαγμένου τη συγκόλληση των ψηφίδων –

Οι σφήκες διαμαρτύρονται, γιατί
τις έχει αδικήσει ο μύθος
Αγγίζοντας τη σκοτεινή πλευρά των γεγονότων
ο χρόνος ξύνει τις πληγές

Καθώς πια ξημερώνει
η ομορφιά θα έρθει κουρασμένη,
να ξαποστάσει στα πόδια μου





Ξημερώνει ΙΙ


Αφήνω τους εφιάλτες μου
σκεπασμένους κάτω από το πάπλωμα
και βγαίνω απ’ το δωμάτιο ακροπατώντας
όπως έχω δει τη γάτα μου να κάνει

Η ημέρα της ανάληψης δεν είναι ποτέ
εκ των προτέρων γνωστή
(εκτός κι αν είσαι ο Μαγιακόφσκι)
γι’ αυτό ακολουθώ αυστηρά το καθημερινό μου τυπικό

Με τρόπο ψυχαναγκαστικό, σαν αυτιστικός ιδεολόγος
ολοκληρώνω με ακρίβεια χιλιοστού την περιστροφή μου
Υπάρχουν βέβαια και χειρότερες περιπτώσεις
όπως εκείνη της αλεπούς που έστειβε σύννεφα

Αλλά ας είναι, ο καθείς και οι νευρώσεις του
όπως έλεγε ο Δρ. Φρόιντ
βουτώντας κρυφά το δάχτυλο στο βάζο
με την άχνη ζάχαρη της μάνας του





Οι εξαρτήσεις

                          Η εξάρτηση χαρακτηρίζεται από την έντονη προσήλωση
                          ενός ατόμου προς ένα αντικείμενο ή άλλο άτομο.
                          Ο εξαρτημένος δημιουργεί/επικεντρώνει τη ζωή του
                          γύρω από το αντικείμενο της εξάρτησής του.

                                                                                                     ΚΕΘΕΑ


Οι ποιητές είναι
οι χειρότερες περιπτώσεις
κανείς θεραπευτής δεν τις αναλαμβάνει

Όταν για πρωινό δεν τρως τίποτα
Μεθάς πίνοντας θάλασσα
Και για βραδινό ζητάς τη σελήνη

Κανείς
δεν αναλαμβάνει

Όταν παντρεύεσαι
γάτες, σκύλους, φαντάσματα
έχεις για φίλους μικρούς κήπους
κονσέρβες μπύρα και οφθαλμαπάτες

Κανείς
δεν αναλαμβάνει

Όταν δεν αγαπάς τον Σωτήρα σου
Πάει να πει πως το πλοίο βυθίστηκε
Αύτανδρο
και μες στο λιμάνι

Αφροί, παπούτσια, φόβοι
και ξόρκια πολύχρωμα
παράσημα και ομόλογα του δημοσίου
σε ό,τι επιτρέπει η άνωση
επιστρέφει στον αποστολέα

Δεν είναι μόνον οι ποιητές
αλλά και κάποιες γάτες, που
κάνοντας πως μυρίζουν τον αέρα
σφυρίζουν αδιάφορα,
καθώς κρυφοκοιτάνε το φεγγάρι

Και κανείς τελικά

Τίποτα

Δεν αναλαμβάνει





Ai στα γιαπωνέζικα σημαίνει αγάπη

                                                     Στη Διώνη Δημητριάδου


Ai εσύ!
Μαύρο λουλούδι
που γεννήθηκες
από τον σπόρο
που έπεσε μέσα
από το στόμα
παραδείσιου
αποδημητικού πτηνού
για να πεθάνεις
μόνη στην έρημο





Για κάποιον μυστήριο λόγο
πάντα περίμενα τη φωτιά από ψηλά

                                                                                           Πες μου:
                                                       το ’ξερες που ματώνει η στάχτη;

                                                                          Έκτωρ Κακναβάτος


             Το αόρατο που κυνηγά την πεταλούδα
             Μια παγωμένη χειραψία
             και ο άσπονδος φίλος του χρησμού
             Ματωμένο φεγγάρι
             με το ζόρι ανατέλλει
             Δεν αγαπά τα δειλινά
             που κλονίζουν τις ρίζες των ευκαλύπτων
             Σφυρίζει ο αέρας καθώς
             από στενά διαφράγματα διέρχεται

                                                     [Φωτεινό άστρο της αυγής, που
                                                οδήγησες τους Μάγους στην αρχή
                                                      του τέλους του αιώνιου κύκλου
                                                Δίδαξέ με την εμβαδομέτρηση του
                               απειροστού κύκλου της ακάνθινης σπείρας]

             Αγνοείται ο τελευταίος ασπασμός,
             καθώς τα μαρσιποφόρα οχήματα ασκόπως
             διέρχονται έξω απ’ το σπίτι

[Διόρισε στο Δημόσιο
τον δούλο σου, Κύριε,
γιατί αλλιώς θα του λείψει ο άρτος
ο ευλογημένος, ο γλυκός, ο επιούσιος]

             Πάντα περίμενα τη φωτιά από ψηλά
             Ήρθε από πίσω και μας περικύκλωσε





Από τη συλλογή «Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα»
(Σε μία πράξη και πέντε σκηνές),
Εκδόσεις Οδός Πανός, 2019.

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, "Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη"






Από την ενότητα
I
Ο Αρχίλοχος


Πάρος ΙΙ ή Γιατί ο Αρχίλοχος


Πάρος, η αγάπη της πέτρας
λαξευμένης απ’ το κύμα
πυρωμένης απ’ τον ήλιο
Ποτισμένη τα μεθυσμένα όνειρα
χορτασμένη τη μυρωδιά του θυμαριού
Απιθωμένη στην άμμο
και γύρω της τ’ αχνάρια του Αρχίλοχου
από τότε που έψαχνε την ασπίδα του
που του ήταν βάρος, ασήκωτο
Γιατί, δεν μπορείς να γράφεις ποιήματα
κουβαλώντας μιαν ασπίδα





Από την ενότητα
II
Η Σελήνη


Άτιτλο

Τούτες οι σταγόνες
στα φύλλα του ελαιώνα
είναι ό,τι απέμεινε από έναν καθρέφτη
που έπεσε από τη Σελήνη





Τα δαχτυλίδια


Στα δάχτυλα του μέλλοντος
περασμένα τα παλιά δαχτυλίδια
άλλα χρυσά, άλλα αργυρά
τα πιο πολλά από σίδερο,
βαραίνουν το χέρι, που
προσπαθεί να δείξει ψηλά





Από την ενότητα
III
Η πτώση


Ο μάγος


Ο μάγος φυσάει τη φλογέρα του
κόντρα στον άνεμο
που διαχέεται απ’ τις οπές της
σαν ένα αόρατο μουσικό σιντριβάνι

Βρέχει μια μαύρη συγχώρεση
στον κήπο της Γεσθημανής και
στις Μητροπόλεις της Ευρώπης χιονίζει,
κινέζικα χαρτάκια τύχης

Ο χάρος κάποτε θα βαρεθεί
να βάφει τα μαλλιά του,
αυτό το χιλιάδων χρόνων,
αμούστακο παιδί





Ο κήπος μου


Στον κήπο μου έχω
φυτέψει ροδιές

στο σύννεφο που τον σκεπάζει
έναν ροδώνα

κάθε που βρέχει
στρώνει το χώμα ροδοπέταλα

τα ρόδια μου είναι κόκκινα
τα τριαντάφυλλά μου μαύρα





Από την ενότητα
IV
Το αλεξίπτωτο


Μυρτώο πέλαγος


Είναι η ημιτελής συμφωνία
του Σούμπερτ
και η άλλη, αυτή με τον διάβολο,
που κρατά ζωντανά τα χρώματα
του Μυρτώου πελάγους





Η Τρίτη


Κάποτε θα αγαπηθούμε
στις πολύχρωμες λεωφόρους
φωνάζοντας αρχαίους στίχους,
κάποιο απόγευμα Τρίτης
θα συναντηθούμε σε παραστάσεις
που ανεβαίνουν κάθε Δευτέρα και Τρίτη
λόγω έλλειψης κεφαλαίων,
λόγω αλλεργίας προς το πλήθος
του σαββατοκύριακου

Θα βρεθούμε και πάλι
κάποιο δροσερό ανοιξιάτικο βράδυ
βυθιζόμενοι στην αντανάκλαση
κάποιας κόκκινης πανσελήνου
σε άπατα νερά
και θα συναρμολογήσουμε τότε −
τα σπασμένα ποιήματα





Από τη συλλογή «Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη»,
εκδ. Οδός Πανός, 2018.

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, "Η Πλατεία των Ταύρων"




Από την Εισαγωγή


Υποτροπή


                                   Η μόνη καθαρή, πια.

Έμεινα καθαρός εννέα χρόνια,
σταγόνα ποίηση
χωρίς γραφή
ούτε ανάγνωση
ξαφνικά την άνοιξη
υποτροπίασα,
στην αρχή χανόταν
το είδωλό μου από τον καθρέφτη,
όταν άρχισα να συζητώ με τις γάτες
–τα τέρατα παραμονεύουν στο πατάρι–
όλοι ανησύχησαν,
ο γιατρός είπε θα περάσει
φταίνε τα όνειρα
και η Sarah Kane
που με κοιτάζει.





Από το Κεφάλαιο Ι - Οι Πικαδόρες (Los Picadores)


Αναχωρητές


Τυχεροί όσοι
τους παίρνει ο διάβολος
και τους σηκώνει
οι υπόλοιποι
θα καταλήξουμε
μέσα
στο χώμα.





Σε αμβλεία γωνία


Τώρα τελευταία
ένας άνεμος
φονιάς
τριγυρνά στα σοκάκια
της ψυχής μου.

Χορδές που σκλήρυναν και σκούριασαν
σαράντα έξι χρόνια,
κουρδίσματα και πρόβες.

Το αίμα ποτέ δεν ξεχνά
τα απολεσθέντα χρόνια,

μνήμη σφουγγάρι
πάντα μεσάνυχτα, δεξιόστροφα

σε υγρά καφενεία με θολά παράθυρα
αποθέσαμε το μέλλον σε δυνάμεις ανώτερες
και απομείναμε να περιμένουμε σε κάποιο λιμάνι
ξεφορτώνοντας container,
βιβλία και θρύψαλα

καθώς ο Irwin Allen Ginsberg
μας κοιτά από ψηλά και ουρλιάζει.





Από το Kεφάλαιο II - Οι Mπαντερίγιες (Los Banderillas)


Μάτια με φωτογραφία


Το ξέστρωτο κρεβάτι
ακόμα μύριζε έρωτα
και οι ανάσες υδροκυάνιο

ο άντρας στον καθρέφτη ξυρίζεται
τα λέπια του στάζουν στο ξύλινο πάτωμα

η γυναίκα ντυμένη το σακάκι του και την ήβη της
ξεδιπλώνει με το βλέμμα
σπάγγους αιμάτινους,

τα πετεινά του ουρανού
γαυγίζουν
σε συχνότητες υπέρηχες

ο Σαχτούρης με ευλάβεια τα αφουγκράζεται
και τα μαγνητοφωνεί.





Από το Kεφάλαιο III - Η Μουλέτα (La Muleta)


Το εκκρεμές


Στην μεγάλη πλατεία της πόλης
ένα μαχαίρι αιωρείται
από τον ουρανό.
Όταν το χτυπούν οι αχτίνες του ήλιου
γίνεται πράσινο.
Τα βράδια όμως
βάφεται κόκκινο
καθώς αποσύρεται
μ’ έναν ανεπαίσθητο παφλασμό
από την καρδιά
των ματωμένων μας ονείρων.





Από τον Επίλογο


Μυρωδιές


Το νυχτολούλουδο
μυρίζει θάνατο
υποψία παράδεισου
η γαρδένια
όμως, εγώ θα προτιμήσω
τη θλίψη
του βασιλικού.





Από τη συλλογή «Η Πλατεία των Ταύρων», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2017.